Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

All the Invisible Children, Mehdi Charef, Emir Kusturica, Spike Lee, John Woo, 2005


 Ένα όμορφο ντοκιμαντέρ, μία μεγάλη παραγωγή από τη UNICEF για «όλα τα αόρατα παιδιά».

 Μια ταινία για όλα τα αόρατα παιδιά, σε κάθε γωνιά της γης. Για όλα τα παιδιά του πολέμου, τα παιδιά της πείνας, τα παιδιά της φτώχειας, τα παιδιά της βίας, τα παιδιά της εγκατάλειψης. Και για όλους εμάς που μάθαμε τόσο εύκολα και τόσο καλά, να μη βλέπουμε, να μην ακούμε, να μη θυμόμαστε…
 Μια τεράστια παραγωγή, με τη στήριξη της UNICEF, αλλά και του UN World Food Programme και του Ιταλικού Υπουργείου Εξωτερικών, με τη συμμετοχή σπουδαίων σκηνοθετών, που ο καθένας εκπροσωπεί ένα κράτος ή μια περιοχή του πλανήτη μας. Επτά μικρές ταινίες, επτά συγκλονιστικές ιστορίες που μας οδηγούν στις γειτονιές του πλανήτη
.

 Ο Εμίρ Κουστουρίτσα εκπροσωπεί τη Σερβία & το Μαυροβούνιο με την ταινία «Blue Gipsy». Ο Σπάικ Λι εκπροσωπεί τις ΗΠΑ με την ταινία «Jesus, Children of America». Ο Μεντί Σαρέφ εκπροσωπεί την Αφρική με την ταινία «Tanza». Η Κάτια Λουντ εκπροσωπεί τη Βραζιλία με την ταινία «Bilu & Joao». Ο Ρίντλεϊ Σκοτ & η Τζόρνταν Σκοτ εκπροσωπούν τη Μεγάλη Βρετανία με την ταινία «Jonathan». Ο Στέφανο Βενερούζο εκπροσωπεί την Ιταλία με την ταινία «Ciro». Ο Τζον Γου εκπροσωπεί την Κίνα με την ταινία «Song Song & Little Mao».

  Σπονδυλωτή ταινία επτά διαφορετικών ιστοριών από επτά (οκτώ με τη συνεργασία Ρίντλεϊ και Τζόρνταν Σκοτ) σκηνοθέτες, οι οποίοι ανέλαβαν να «μιλήσουν» για τα παιδιά του κόσμου, που ταλαιπωρούνται και καταπιέζονται, υφίστανται σωματική και ψυχική βία, πεινούν, ζουν στα όρια της φτώχειας και της ανέχειας, εγκαταλείπονται, περιθωριοποιούνται, μαθαίνουν να ασκούν βία, γίνονται φορείς του AIDS, πεθαίνουν...

 Είναι τέτοιο το θέμα της ταινίας, που δεν επιδέχεται κριτικής ή ανάλυσης. Πρόκειται για φιλμ που οφείλουν να δουν όλοι, καθώς χαρακτηρίζεται από γνήσια ευαισθησία, τρυφερότητα και ανθρωπιά και αποσκοπεί ακριβώς στο να μεταλαμπαδεύσει στο κοινό την ευαισθησία γύρω από τη δυστυχία όλων των αόρατων παιδιών του κόσμου. Αξίζει την προσοχή σας!

 Προσωπικά θα ξεχώριζα τη συγκλονιστική ιστορία του Σπάικ Λι, ενώ να σημειώσω ότι ορισμένες διακατέχονται από υπέρμετρο συναισθηματισμό, αλλά κάποιες άλλες αποτελούν πραγματική γροθιά στο στομάχι.

 Βαθμολογία: 7/10

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Vincere, Marco Bellocchio, 2009


 "Vincere" από το Μάρκο Μπελόκιο (Marco Bellocchio) και το 2009. Μία ακόμη πολύ καλή ταινία από την Ιταλία, για την περασμένη δεκαετία. Vincere στα ιταλικά σημαίνει «να νικάς», όμως η ελληνική μετάφραση απέδωσε τον τίτλο «Κρυφή Ερωμένη». Μία ταινία που μάγεψε κοινό και κριτικούς στις Κάννες, αλλά τελικά δεν καρπώθηκε τον Χρυσό Φοίνικα, για τον οποίο ήταν υποψήφια.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Η νεαρή Ιda Dasler, γνωρίζει στο Μιλάνο έναν νεαρό φιλόδοξο και μάχιμο σοσιαλιστή, ονόματι Benito Mussolini. Παρακολουθώντας τους δυναμικούς του λόγους και εντρυφώντας παράλληλα στις ιδέες που γεμάτος θέρμη υπερασπίζεται, τον ερωτεύεται και συνάπτει μαζί του ερωτική σχέση. Δέχεται να χρηματοδοτήσει τον ίδιο και την εφημερίδα στην οποία ήταν εκδότης, ενώ παράλληλα φέρνει στον κόσμο τον Albino, καρπό του έρωτά τους. Όταν όμως ξεσπά ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Mussolini θα καταταχθεί στο στρατό και θα εξαφανιστεί από την ζωή της. Έτσι, αρκετά χρόνια μετά, η Ida θα προσπαθήσει να τον βρει και να τον ξαναφέρει κοντά στο παιδί τους αλλά και στην ίδια.

  Ο Μπελόκιο παραλίγο να κάνει το κινηματογραφικό «μπαμ» της δεκαετίας! Βασίζεται σε μία αληθινή ιστορία ενός διάσημου πολιτικού και αναπτύσσει μία ιστορία αγάπης, από την πλευρά όμως μόνο της γυναίκας, που ερωτεύθηκε με πάθος, εξαπατήθηκε και εν τέλει τρελάθηκε(;) παρατημένη και εγκαταλειμμένη σε ψυχιατρική κλινική.

 Ο βετεράνος Ιταλός σκηνοθέτης αναβιώνει στη μεγάλη οθόνη μία αληθινή αλλά ξεχασμένη ιστορία, η οποία η αλήθεια είναι πως μόλις πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας. Αυτήν της Ίντα Ντάσλερ, γυναίκας που πίστεψε στο όραμα ενός σοσιαλιστή, αντιμοναρχικού και φιλόδοξου νέου, ονόματι Μπενίτο Μουσολίνι. Θα φτάσει στο σημείο να πουλήσει τα υπάρχοντά της για να τον στηρίξει οικονομικά, χρηματοδοτώντας την εφημερίδα του, ενώ μόλις ο Μουσολίνι φύγει για τον πόλεμο και ουσιαστικά την ξεχάσει, η Ίντα, που τον έχει ερωτευθεί με όλο της το είναι, θα κάνει τα πάντα για να τον φέρει κοντά της και κοντά στον πρωτότοκο γιο του, Αλμπίνο, που ισχυρίζεται πως (δεν αποδείχθηκε ποτέ ότι πράγματι ήταν παντρεμένοι, μιας και δεν βρέθηκαν χαρτιά πιστοποίησης του γεγονότος) απέκτησαν μαζί. Έτσι, η ερωτευμένη στα όρια της τρέλας γυναίκα, στην κυριολεκτικά απέλπιδα προσπάθεια της να τον ξαναπλησιάσει, μέσα σε μία φασιστική Ιταλία σε έξαρση (ιδρυτής του φασιστικού κόμματος ο Μουσολίνι) είπε σε όλους την αλήθεια, κάτι που δυστυχώς για την ίδια έφερε καταστροφικά αποτελέσματα, καθώς βρέθηκε κλεισμένη σε άσυλο, ομοίως αργότερα και ο γιος της, όπου και πέθαναν με διαφορά λίγων ετών.

 Από την άλλη σκιαγραφείται με έξοχο τρόπο το προφίλ ενός μεγαλομανή, εγωιστή, φιλόδοξου και οπορτουνιστή πολιτικού ηγέτη, του Μπενίτο Μουσολίνι, του οποίου τόσο η πολιτική όσο και η σεξουαλική/ερωτική ζωή διακατέχονται από αδιαφορία προς τους ανθρώπους που συναναστρέφεται, επιπολαιότητα, συμφεροντολογία, εγωμανία.

 Η σκηνοθεσία του Ιταλού είναι εξαιρετική και μαζί με τα κοστούμια, τα σκηνικά, τη φωτογραφία και τη μουσική συνθέτουν μία άρτια, από καλλιτεχνικής άποψης, ταινία. Οι ερμηνείες είναι επίσης δυνατές, με την παρουσία της σέξι Τζιοβάνα Μετζοτζιόρνο (Giovanna Mezzogiono) να ξεχωρίζει (από τις καλύτερες γυναικείες ερμηνείες των τελευταίων χρόνων) ως δυναμική, πεισματάρα και παθιασμένα ερωτευμένη γυναίκα, ενώ πολύ καλός είναι και ο Fillipo Timi στο ρόλο του δικτάτορα (υποδέχεται και τον γιο του, Αλμπίνο, ως νέο άνδρα). Μόνο το σενάριο θα έλεγα ότι παρουσιάζεται αδύναμο, κυρίως λόγω των κενών από την πολυπρόσωπη και πολυδιάστατη ζωή του Μπενίτο Μουσολίνι, τη σταδιοδρομία του, την πολιτική ενασχόληση και ανέλιξή του, την απίστευτη (ή μήπως όχι και τόσο;) ιδεολογική μετάλλαξη από σοσιαλιστή σε φασίστα (με τα ίδια πιστεύω ξεκίνησαν και οι Χίτλερ, Καντάφι μεταξύ άλλων, διαγράφοντας και την ίδια εξέλιξη), τη χειραγώγηση των μαζών κ.ά.

 Μία ωραία ταινία και μία τραγική ανθρώπινη ιστορία, για μία «κρυμμένη» ερωτική σχέση (και όχι κρυφή ερωμένη) ενός ηγέτη του 20ου αιώνα, που ονειρευόταν την επέκταση της Ιταλίας σαν άλλη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Μέσα σε αυτό ο Μπελόκιο ρίχνει όλο το βάρος της ιστορίας στην ερωτευμένη γυναίκα-θύμα του Μουσολίνι, παίρνοντας ηθελημένα πολιτικές αποστάσεις, στις απαρχές του φασιστικού καθεστώτος, το οποίο μαζί με την άνοδο και την πτώση του Ντούτσε περνούν σε δεύτερη μοίρα, (πολύ) πίσω από το δράμα της γυναίκας.

 Βαθμολογία: 7/10

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Paris, Je T' Aime, Coen, Isabel Coixet, Alfonso Cuarón, Gérard Depardieu, Christopher Doyle, Alexander Payne, Walter Salles, Oliver Schmitz, Tom Tykwer, Gus Van Sant, 2006


 «Παρίσι, Σ' Αγαπώ», μία συρραφή ιστοριών με θέμα το Παρίσι και όσα χαρακτηριστικά συνοδεύουν την Πόλη του Φωτός. Μία γλυκιά και όμορφη ταινία, σκηνοθετημένη από τους Alfonso Cuaron, Alexander Payne, Coen, Gus Van Sant, Gerard Depardieu, Isabel Coixet, Tom Tykwer, Walter Salles, μεταξύ άλλων, σε μία έμπνευση της παραγωγού Claudie Ossard.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ένας κακόμοιρος Αμερικάνος τουρίστας γίνεται άθελά του το αντικείμενο τσακωμού ενός νεαρού ζευγαριού. Μια φτωχή μετανάστρια αφήνει το μωρό της στον παιδικό σταθμό για να ταξιδέψει στην άλλη άκρη της πόλης όπου και εργάζεται ως νταντά σ' ένα πλούσιο σπίτι. Ένας άνδρας που είχε σκοπό ν' αφήσει τη γυναίκα του, θα την ξαναερωτευτεί όταν μάθει ότι εκείνη είναι θανάσιμα άρρωστη. Μια μάνα που θρηνεί το παιδί της, έχει την ευκαιρία να του πει ένα τελευταίο αντίο. Ένας νέος τουρίστας ερωτεύεται ένα θηλυκό βαμπίρ. Ένας τυφλός σπουδαστής αναπολεί τη σχέση του με μια όμορφη Αμερικανίδα ηθοποιό. Δύο πρώην σύζυγοι συναντιούνται για να κανονίσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες του διαζυγίου τους. Δύο νυν σύζυγοι προσπαθούν ν' αναβιώσουν την άνοιξη του γάμου τους για να τον σώσουν. Μια μοναχική Αμερικανίδα περιγράφει τις σκέψεις από το ταξίδι της στο Παρίσι.

 Παρακολουθούμε να ξετυλίγεται μπροστά μας ένα πολύχρωμο και ποικιλόμορφο κουβάρι 18 μίνι επεισοδίων στην πρωτεύουσα της Γαλλίας, το Παρίσι. Οι διαφορετικές, αυτοτελείς ιστορίες είναι γραμμένες και σκηνοθετημένες από συνολικά 20 δημιουργούς (υπάρχουν και συνεργασίες), ενώ πληθώρα ηθοποιούν παρελαύνουν από την οθόνη. Οι σημαντικότεροι: Στιβ Μπουσέμι, Μιράντα Ρίτσαρντσον, Εμιλι Μόρτιμερ, Φανί Αρντάν, Μπο Χόσκινς, Ζιλιέτ Μπινός, Γουίλεμ Ντεφό, Νικ Νόλτε, Ελάιζα Γουντ, Μάγκι Γκίλενχαλ, Νάταλι Πόρτμαν, Τζίνα Ρόουλαντς, Μπεν Γκαζάρα.

 Στόχος φυσικά της ταινίας και κατ' επέκταση της κυρίας Οσάρ είναι να αναδειχθεί σε κάθε πτυχή και πλευρά του Παρισιού, συνοδευόμενο από πάμπολλα κοινωνικοπολιτικά και πολυπολιτισμικά στοιχεία. Και φυσικά, η πανέμορφη αυτή Ευρωπαϊκή πρωτεύουσα είναι η αφορμή για να κατακλύσουν την οθόνη η αγάπη και ο έρωτας μέσα από διάφορες μορφές: ρομάντζο, χαρές, λύπες, αγωνίες, σκέψεις, πάθη, δυσκολίες, τραγικές καταστάσεις, κωμικές, δραματικές, θρίλερ, σκοτεινές, φιλοσοφικές, υπαρξιακές, απώλειες, όνειρα, ελπίδα κ.ά. Ομόφωνη παραδοχή όλων: «Paris, Je T' Aime»!

 Ωστόσο το αρνητικό της ταινίας, που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε εξαιρετική κινηματογραφική πρόταση καθότι οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη, είναι το πρόβλημα διαχείρισης του χρόνου. Οι πάρα πολλές -αν και μικρές- ιστορίες δεν μπορούν να αναδειχθούν παρά ελάχιστα μέσα σε μόλις δύο ώρες που διαρκεί συνολικά η ταινία και έτσι «χάνονται» ή περιορίζονται αισθητά. Η δική μου αντι-πρόταση, διπλή: είτε μεγαλύτερη διάρκεια είτε μικρότερη διάρκεια με την προϋπόθεση να μειώνονταν και το επεισόδια.

 Βέβαια είναι ορισμένα εξ αυτών που ξεχωρίζουν και αποτελούν πραγματικά σπουδαίες μικρού μήκους θα έλεγα, ταινίες. Όπως π.χ. των λατρεμένων Κόεν ή αυτό του Τομ Τίκβερ ή το σκετσάκι του Βάλτερ Σάλες ή της Ιζαμπέλ Κοϊξέ.

 Και μην ξεχνάτε ότι μέσα από την ταινία κάνουμε ένα όμορφο ταξίδι στο πανέμορφο Παρίσι, στον Πύργο του Άιφελ, τις όχθες του Σηκουάνα, τη Μονμάρτη, τη Βαστίλλη, κ.ά.

 Δυστυχώς όμως εξαιτίας του μειονεκτήματος που προανέφερα το αποτέλεσμα κρίνεται από ορισμένους ως άνισο. Όμως σε κάθε περίπτωση αποτελεί μία ιδιαίτερη κινηματογραφική εμπειρία.

 Βαθμολογία: 6/10

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Κυνόδοντας, Γιώργος Λάνθιμος, 2009


 Ο πολυσυζητημένος «Κυνόδοντας» του Γιώργου Λάνθιμου, μία -επιτέλους- ξεχωριστή ελληνική ταινία, που δεν αποτελεί έκπληξη ως "πολύ καλή για ελληνική" αλλά μας χάρισε την καλύτερη μακράν της -όποιας- δεύτερης, ελληνική ταινία εδώ και πολλά χρόνια και παράλληλα μία σημαντική στιγμή του ανεξάρτητου κινηματογράφου. Ο «Κυνόδοντας» προκάλεσε αίσθηση στις Κάννες, όπου κέρδισε και δύο βραβεία, ενώ διεκδικεί και το Oscar καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, καθώς είναι υποψήφια στο διαγωνισμό της Ακαδημίας, που λαμβάνει χώρα σε λίγες ώρες. Βέβαια πέρα από τις θετικές κριτικές η ταινία του Λάνθιμου απέσπασε και αρνητικά σχόλια, χαρακτηρίστηκε ακόμη και ως άρρωστη ή διαστροφική, ενώ ο σκηνοθέτης κατηγορήθηκε ότι δεν πρωτοτύπησε και τόσο πολύ στο σενάριο, καθώς αντέγραψε το μεξικάνικο "El castillo de la pureza" (1973). Κάτι που φυσικά, αναιρείται με το επιχείρημα ότι στο σινεμά δεν υπάρχει παρθενογένεση.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο πατέρας, η μητέρα και τα τρία τους παιδιά ζουν σε μια μονοκατοικία έξω από την πόλη. Γύρω από το σπίτι υπάρχει ένας ψηλός φράχτης. Τα παιδιά δεν έχουν φύγει ποτέ από το σπίτι. Διαπαιδαγωγούνται, ψυχαγωγούνται, βαριούνται και αθλούνται έτσι όπως οι γονείς τους πιστεύουν ότι θα έπρεπε, χωρίς κανένα εξωτερικό ερέθισμα. Τα παιδιά επίσης πιστεύουν ότι τα αεροπλάνα που πετάνε πάνω από το σπίτι είναι παιχνίδια και ότι τα ζόμπι είναι μικρά κίτρινα λουλούδια. Ο μόνος άνθρωπος που μπαίνει μέσα στο σπίτι είναι η Χριστίνα, η οποία δουλεύει σαν φρουρός security στο εργοστάσιο του πατέρα. Ο πατέρας κανονίζει τις επισκέψεις της στο σπίτι με σκοπό να κατευνάζει τις σεξουαλικές ορμές του γιου. Όλη η οικογένεια, και ιδιαίτερα η μεγάλη κόρη, λατρεύει την Χριστίνα. Μια μέρα η Χριστίνα κάνει δώρο στην μεγάλη κόρη μια στέκα για τα μαλλιά ζητώντας της κάτι άλλο σε αντάλλαγμα.

 Ο Γιώργος Λάνθιμος σκηνοθετεί μία ταινία που δεν μοιάζει με καμία άλλη ελληνική, τουλάχιστον των τελευταίων χρόνων, γιατί ίσως θα μπορούσε να συγκριθεί με την εξαιρετική ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας», του 1978.

 Ο «Κυνόδοντας» είναι η μόλις δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του 37χρονου Λάνθιμου και έστρεψε πάνω του την προσοχή των κριτικών και του κοινού στις Κάννες, αποσπώντας μάλιστα και δύο βραβεία, ενώ ακόμη είχε πολλές συμμετοχές και διακρίσεις σε πληθώρα κινηματογραφικών διαγωνισμών, με αποκορύφωμα την υποψηφιότητα που κέρδισε για το Oscar καλύτερης ξένης ταινίας και που διεκδικεί με αξιώσεις να κατακτήσει το αγαλματίδιο σε λίγες ώρες.

 Ο Έλληνας σκηνοθέτης κινηματογραφεί μία πολύ ιδιαίτερη και επιτηδευμένη ταινία, που αλήθεια είναι ότι δεν εντάσσεται ξεκάθαρα σε κάποια κατηγορία. Πρόκειται σίγουρα για ένα σκοτεινό, σουρεαλιστικό, σοκαριστικό και έντονα δραματικό φιλμ, μία κοινωνική αλληγορία με έντονα τα στοιχεία του ρεαλισμού και του μαύρου χιούμορ, αλλά και επιστημονικής φαντασίας.
 Ο Λάνθιμος τα φέρνει όλα τούμπα. Επιτίθεται αλύπητα σε κάθε μορφής καταπιεστική εξουσία, ξεσκίζει τους παγιωμένους θεσμούς, συνθλίβει οτιδήποτε εμπεριέχει λογική εξήγηση  και καταρρίπτει συντηρημένους μύθους και κοινωνικούς κανόνες, χρησιμοποιώντας -η αλήθεια να λέγεται- ενοχλητικές και επικίνδυνες εικόνες και απεικονίζοντας απαραίτητες αλλά σκληρές καταστάσεις, όπως η αιμομιξία. Όλα αυτά μέσα από το πρίσμα μίας οικογένειας απομονωμένης από τον υπόλοιπο κόσμο και ουσιαστικά φυλακισμένης από τον πατέρα - αυτοαποκαλούμενο προστάτη.

 Μία πενταμελής οικογένεια λοιπόν, κάπου μακρυά από την πόλη. Πατέρας, μητέρα και τα τρία παιδιά, δύο κορίτσια και ένα αγόρι. Σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον, με μεγάλους χώρους και πισίνα. Απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο, τον αληθινό. Και μαθημένα (τα παιδιά) σε έναν άλλο, ψεύτικο, δημιουργημένο και τέλεια αποστειρωμένο από τους γονείς-προστάτες-δικτάτορες. Όλα είναι παραμύθια, ψέματα. Δεν υπάρχει ελευθερία έκφρασης, έχει απαγορευτεί ρητά. Η πρώτη αλλοίωση, στρέβλωση της πραγματικότητας είναι εκείνη της γενικής (όπως μπορεί να προσδιοριστεί) αλήθειας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το αεροπλάνο που "πέφτει από τον ουρανό" στην αυλή τους (παιχνίδι που πετούν οι γονείς χωρίς να γίνονται αντιληπτοί) και το αποκτούν τα παιδιά. Και η δεύτερη, εκείνη της γλώσσας. Με το «παιχνίδι» που κάνει εδώ ο Λάνθιμος, με τις λέξεις, ηθελημένα προκαλεί το γέλιο των θεατών, καθώς επιθυμεί να προσδώσει ένα σατυρικό τόνο στην ιστορία. Ίδιες λέξεις που όμως παραπέμπουν σε διαφορετικές έννοιες και νοήματα, με πιο αστείο παράδειγμα η ερμηνεία για το «μουνί», όπου σύμφωνα με την «εκπαίδευση» των γονιών, μουνί είναι η μεγάλη λάμπα και άρα όταν σβήνει, επικρατεί σκοτάδι! Ενώ ακόμη, «ζόμπι» είναι τα κίτρινα λουλουδάκια και «γάτα» το πιο απειλητικό και ανθρωποφάγο πλάσμα.
 Στη ερώτηση γιατί τα παιδιά δεν επιχειρούν να φύγουν από το σπίτι, η απάντηση είναι μάλλον εύκολη και παραπέμπω στην ατάκα του πατέρα: «Ένα παιδί είναι έτοιμο να εγκαταλείψει το σπίτι του όταν πέσει ο δεξιός ή ο αριστερός κυνόδοντας, δεν έχει σημασία κι ύστερα ξαναβγεί. Αυτός είναι ο πρώτος απαράβατος κανόνας, τότε το παιδί μπορεί να μετακινηθεί με το αμάξι έξω από το σπίτι, κανόνας δεύτερος». Από την αρχή δημιουργεί μία ψεύτικη ελπίδα στα παιδιά...


 Εκτός των στρεβλώσεων όμως το ακόμη χειρότερο είναι η υποτιθέμενη παροχή ασφάλειας και προστασίας των γονιών προς τα παιδιά, από όλα τα κακά, επικίνδυνα και φρικτά πράγματα του κόσμου, που τους απειλούν. Μιλάμε για την απόλυτη καθοδήγηση, την ελεεινή χειραγώγηση και την αυτοματοποίηση κινήσεων, την απαγόρευση γνώσης και αληθινής μάθησης, την καταπίεση (συν)αισθημάτων, την καταστολή της σκέψης και της ελεύθερης έκφρασης.

 Όπως γίνεται άλλωστε και με κάθε δικτάτορα, φασίστα, καταπιεστή, ακόμη και απολυταρχικό καθεστώς, έτσι και ο Πατέρας εδώ (ένας εξαιρετικός Χρήστος Στέργιογλου) ενώ υποτίθεται ότι προστατεύει και προφυλάσσει τη φαμίλια του από κάθε κίνδυνο και στέκεται βράχος στην οικογένεια, στην πράξη είναι εκείνος που τους έχει φυλακισμένους εντός του φράκτη, που ασκεί τον απόλυτο έλεγχο, τόσο στα παιδιά του που δεν τολμούν καν να αντιμιλήσουν, όσο και στη γυναίκα του, που επίσης σκύβει το κεφάλι και υπακούει οτιδήποτε πει ή κάνει ο αφέντης, που καταπιέζει κάθε έννοια ελευθερίας και που ουσιαστικά, εκείνος είναι ο εχθρός τους. Κανένας υποτιθέμενος κακός δεν ασκεί μεγαλύτερη βία σε αυτά τα παιδιά όση ο ίδιος ο πατέρας τους.
 Όμως θα κάνει ένα λάθος, που θα αποβεί μοιραίο. Θα φέρει σπίτι τη Χριστίνα, που εργάζεται security στο εργοστάσιό του, με σκοπό να κατευνάσει τις σεξουαλικές ορμές του γιου. Η Χριστίνα όμως αφού γίνει αρεστή σε όλα τα μέλη της οικογένειας και ειδικά στη μεγάλη κόρη, στη συνέχεια θα τους αναστατώσει παρεισφρέοντας νέα στοιχεία, τα οποία τα παιδιά αγνοούσαν έως εκείνη τη στιγμή. Όλα θα ξεκινήσουν όταν δώσει μία στέκα της στη μεγάλη κόρη και της ζητήσει για αντάλλαγμα σεξουαλική ικανοποίηση. Θα αφυπνίσει έτσι τα σεξουαλικά ένστικτα της κόρης αλλά και του γιου. Και μιλώντας τους θα γεννήσει προβληματισμούς και απορίες, δίνοντας ουσιαστικά το έναυσμα για τη μεγάλη επανάσταση, το βάρος της οποίας θα επωμιστεί η μεγάλη κόρη, που θα αποφασίσει να μπει κρυφά στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου, για να βγει έξω από το σπίτι, βγάζοντας πρωτύτερα από μόνη της τον κυνόδοντά της. Το τέλος αφήνει ερωτηματικά καθότι δίσημο, αλλά προσωπικά δεν θα μπω στη διαδικασία του να σκεφτώ τι από τα δύο συνέβη τελικά, μιας και λίγη σημασία έχει. Ίσως κι ο ίδιος ο Λάνθιμος να μην ήθελε να «δείξει» κάποιο φινάλε.

 Επιτηδευμένος αλλά και εξαιρετικά γυρισμένος (όλα, από σκηνοθεσία και σενάριο μέχρι ερμηνείες, μουσική επένδυση και φωτογραφία, πολύ προσεγμένα), φαινομενικά νοσηρός αλλά αναγκαία προκλητικός, επηρεασμένος από άλλες ταινίες (σίγουρα φέρνει στο νου το σουρεαλιστικό αριστούργημα του Μπουνιουέλ «Εξολοθρευτής Άγελος», όπως και το μεξικάνικο και επίσης τον Χάνεκε, τον Τρίερ αλλά και τη σπουδαία ταινία του Παναγιωτόπουλου) αλλά και έξυπνα πρωτότυπος, αντισυμβατικός, σοκαριστικός και ιδιαίτερος ο «Κυνόδοντας» είναι μία εξαιρετική ελληνική ταινία, που τραντάζει τα θεμέλια της (όχι απαραίτητα ελληνικής) σημερινής κοινωνίας με τρόπο σκοτεινό, σαγηνευτικό, εφιαλτικό.

 Προσωπικά με χάλασαν μόνο κάποια σημεία του σεναρίου και συγκεκριμένα η γενική (μη) αντίδραση των παιδιών, τα οποία παρουσιάζονται πολύ ευκολόπιστα, να ακολουθούν τυφλά τις εντολές του πατέρα-αφέντη, να μην είναι καθόλου περίεργα ή υποψιασμένα, πολλές φορές σε ενοχλητικό βαθμό, λες και είναι τελείως φυτά ή καθυστερημένα. Δίχως αυτό το -πάντα κατά τη γνώμη μου- αρνητικό, θα χαρακτήριζα τον «Κυνόδοντα» ευρωπαϊκό αριστούργημα. Οπωσδήποτε πρόκειται για μία κινηματογραφική εμπειρία, η οποία -τουλάχιστον από τη χώρα μας- απουσίαζε εδώ και πολλά χρόνια, με εξαίρεση το «Σπιρτόκουτο» του Οικονομίδη.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

Politist, adjectiv, Corneliu Porumboiu, 2009


 Από τις καλύτερες ταινίες της περυσινής κινηματογραφικής σεζόν: «Αστυνομία, Ταυτότητα» ("Police, Adjective" στα αγγλικά) ο τίτλος του δεύτερου φιλμ του 35χρονου Ρουμάνου σκηνοθέτη Corneliu Porumboiu μετά το βραβευμένο στις Κάννες με τη Χρυσή Κάμερα "12:08 East of Bucharest" (2006), που προστίθεται στις αξιόλογες κινηματογραφικές προτάσεις της βαλκανικής χώρας, μετά και το αριστουργηματικό «4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες» του Κριστιάν Μουντζίου.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Κρίστι είναι αστυνομικός που αρνείται να συλλάβει ένα νεαρό που πρόσφερε χασίς σε δύο συμμαθητές του στο Λύκειο, θεωρώντας ότι ο νόμος είναι υπερβολικά αυστηρός, θ’ αλλάξει σύντομα και, εν πάση περιπτώσει, δεν θέλει να ‘χει βάρος στη συνείδησή του την καταστροφή ενός νέου ανθρώπου. Για τον προϊστάμενό του, όμως, η λέξη «συνείδηση» έχει άλλο νόημα…

 Ο Κρίστι λοιπόν, ένας νέος αστυνομικός στο Βασλούι της Ρουμανίας αναλαμβάνει την αποστολή της παρακολούθησης ενός ανήλικου, για να εξακριβώσει ότι καπνίζει χασίς. Οι υποψίες της αστυνομίες θα επαληθευθούν, αλλά ο Κρίστι θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα ηθικό δίλημμα, που τον φέρνει προ της σύγκρουσης με τη συνείδησή του, καθώς ναι μεν κάνει τη δουλειά του, ως εκπρόσωπος επιβολής του νόμου, αλλά πιστεύει ότι ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πολύ αυστηρός και η εφαρμογή του θα επιφέρει καταστροφικά αποτελέσματα για ένα νέο άνθρωπο...

 Και ο Corneliu Porumboiu ασχολείται ξεκάθαρα με την αστυνομία και τις μεθόδους εκτέλεσης του «έργου» της, για τις οποίες οι σκέψεις του Ρουμάνου σκηνοθέτη παίρνουν φιλοσοφικές διαστάσεις, ενώ η κριτική του ασκείται επεκτατικά προς την ίδια τη χώρα του, την πολιτική που ακολουθεί, την άθλια γραφειοκρατεία που έχει φέρει πίσω σημαντικά, εθνικά ζητήματα καθώς και την επιπολαιότητα με την οποία αντιμετωπίζεται η επιθυμία για εξευρωπαϊσμό.

 Ο Ρουμάνος, που υπογράφει και το σενάριο αλλά και την παραγωγή της ταινίας, δεν φλυαρεί αλλά σκηνοθετεί με ακρίβεια και αποτελεσματικότητα. Και καταπιάνεται με κύρια θεματική τη «συνείδηση». Η οποία είναι μία λέξη και μία έννοια εύπλαστη, ποικιλοτρόπως εξηγήσιμη, υποκειμενικά ερμηνευόμενη και γενικά δεν μπορεί να οριστεί ή να μπει σε καλούπια/κατηγορίες εννοιολογικές ή σημασιολογικές.

 Το βασανιστικό δίλημμα του πρωταγωνιστή είναι τρομακτικό. Η αίσθηση ότι από σένα εξαρτάται το μέλλον ενός νέο ανθρώπου και ειδικά αν αυτό μοιάζει και είναι καταστροφικό (στη Ρουμανία η χρήση ινδικής κάνναβης τιμωρείται με φυλάκιση έως και 7 χρόνια, όταν σε όμορες ευρωπαϊκές χώρες δεν τιμωρείται καθόλου), σε βάζει (όπως συμβαίνει με τον Κρίστι) ανάμεσα, στο ρόλο του διαιτητή, στην προσπάθεια προσέγγισης του κομματιού της «συνείδησης» και εκείνου του «καθήκοντος». Ξέρεις και ξέρει (ο νέος αστυνομικός) πως δεν είναι εύκολο να «ρίξεις» τη μία ή την άλλη πλευρά, γιατί μετά θα χαθείς σε ακόμη πιο βασανιστικά ερωτήματα και διλήμματα.

 Η σεκάνς προς το τέλος της ταινίας, στο αστυνομικού τμήμα, με τον Κρίστι, τον έτερο αστυνομικό και τον διοικητή είναι εκπληκτική. Ο οπισθοδρομικός και «μπάτσος» με όλη την σημασία της λέξης, διοικητής προστάζει τον Κρίστι να ανοίξει ένα λεξικό και να διαβάζει όρους! Αρνούμενος να δεχτεί την ανθρώπινη και προοδευτική πλευρά του «οργάνου» του, ο διοικητής θα βάλει τον Κρίστι να διαβάσει τους ορισμούς της «συνείδησης» και κατόπιν εκείνους του «καθήκοντος», της «ηθικής», του «δικαίου» και του «νόμου», ενώ στη συνέχεια θα τους (παρ)ερμηνεύσει κατά πώς θέλει, με ισχυρή πειθώ η αλήθεια είναι, για να περάσει τα δικά του μηνύματα στον ανόητο και αφελή, κατά τη γνώμη του πάντα, νεαρό αστυνομικό.

 Ο Ρουμάνος μπορεί να κινηματογραφεί με αργούς ρυθμούς αλλά τίποτα από όσα βλέπουμε δεν είναι περιττό. Δίνοντας βάση στους χαρακτήρες του αλλά κυρίως στο κοινωνικό πλαίσιο που αυτοί δραστηριοποιούνται, προσδίδει ειδικό βάρος και αναλύει σε βάθος ένα θα έλεγε κανείς όχι και τόσο σπάνιο θέμα, όπως είναι αυτό της ανακάλυψης των ορίων της συνείδησης. Κι όμως, το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό, για τον απλό λόγο ότι ο Πορουμπόιου δεν κάνει (δεν ήταν ο στόχος του άλλωστε) μία κοινή αστυνομική περιπέτεια, αλλά ενδιαφέρεται για την ενδοσκοπική σκιαγράφιση των χαρακτήρων και του προσωπικού τους μικρόκοσμου.

 Ο λιτός τρόπος περιγραφής, απεικόνισης αν θέλετε της επικρατούσας κατάστασης αρκεί και με το παραπάνω στο σκηνοθέτη, για να (μας) παρουσιάσει σημαντικότατα συμβάντα στη μετακομμουνιστική Ρουμανία, με ηθικές, νομικές και πολιτικές προεκτάσεις, ενώ παράλληλα εξετάζει τις ισορροπίες που διαταράσσει η διαφοροποίηση της ατομικότητας που συγκρούεται με ολόκληρα το Σύστημα και το οικοδόμημα των κανονισμών, πριν τελικά επέλθει ο -λογικός- συμβιβασμός με βάση το νομοθετικό σύστημα.

 Βραβείο FIPRESCI (Διεθνούς Ένωσης Κριτικών) και επιτροπής στο τμήμα "Ένα Κάποιο Βλέμμα" στο φεστιβάλ Καννών 2009, για μία ακόμη Ρουμάνικη ταινία που εξετάζει με ξεχωριστό τρόπο ένα εσωτερικό πολιτικοκοινωνικό φαινόμενο.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

Kikujiro, Takeshi Kitano, 1999


 «Kikujiro», με τον αυθεντικό, Ιαπωνικό τίτλο «Kikujiro No Natsu» από τον τρομερό, πολυτάλαντο Takeshi Kitano. Στα ελληνικά είναι γνωστό ως «Το ταξίδι του Κικουτζίρο» αλλά συναντάται και με τον τίτλο «Το καλοκαίρι του Κικουτζίρο». Πολλοί το θεωρούν από τις όχι και τόσο δυνατές στιγμές του σκηνοθέτη, ωστόσο πρόκειται για μία ευχάριστη και ευαίσθητη ταινία αλλά και ένα ξεχωριστά δοσμένο ύμνο στη φιλία.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Άλλο ένα καλοκαίρι πλήξης έρχεται για το μικρό Μασάο. Με μια διεύθυνση και μια φωτογραφία στο χέρι, το εννιάχρονο αγόρι αποφασίζει πως ήρθε η ώρα να αναζητήσει τη μητέρα του που δεν έχει γνωρίσει ποτέ.
Ο σύζυγος μιας γειτόνισσας υποχρεώνεται να συνοδεύσει το Μασάο σ' αυτό του το ταξίδι. Ανεύθυνος, παράτολμος, φωνακλάς και πάντοτε σε αναζήτηση του εύκολου χρήματος, ο Κικουτζίρο θα γίνει αιτία να μπλέξουν σε μια σειρά από περιπέτειες, αστείες εκπλήξεις και εκκεντρικές συναντήσεις.


  Μην έχοντας λοιπόν γνωρίσει ποτέ τη μητέρα του και με οδηγό μια φωτογραφία και τη διεύθυνσή της, ο εννιάχρονος Μασάο ξεκινά να τη βρει, έχοντας στο πλευρό του τον Κικουτζίρο, έναν άεργο, ανεύθυνο και έως ένα βαθμό μισάνθρωπο ενήλικα.

 Σίγουρα αυτός ο παράδοξος, ανεύθυνος, φωνακλάς, μισάνθρωπος και τζογαδόρος δεν αποτελεί την κατάλληλη συντροφιά για τον πιτσιρικά, που είναι αποφασισμένος να γυρίσει και όλον τον κόσμο αν χρειαστεί, για να βρει και να γνωρίσει ουσιαστικά τη μητέρα του, σε ένα «ιδιαίτερο» από κάθε άποψη road trip. Εκ πρώτης ανάγνωσης έτσι είναι. Όμως στην πορεία ο ιδιόρρυθμος Κικουτζίρο θα αποδειχθεί πέρα από φύλακας του μικρού, ο καλύτερος, αν όχι ο μοναδικός του φίλος ή έστω ο μοναδικός άνθρωπος που θα του δείξει πραγματικό ενδιαφέρον, μιας και ο «μικρός» πριν ξεκινήσει το ταξίδι του βίωνε την απόλυτη αδιαφορία ακόμη και από τους ανθρώπους που τον μεγάλωναν, μελαγχολώντας μπροστά σε ακόμη ένα ρουτινιάρικο και «κενό» καλοκαίρι.

 Ο σπουδαίος Τακέσι Κιτάνο κρατάει τον πρωταγωνιστικό ρόλο για τον ίδιο και φυσικά υπογράφει μία πολύ όμορφη, ευχάριστη και τρυφερή ταινία, η οποία διαθέτει καλό χιούμορ, πλούσιο αυθορμητισμό και μεγάλη δόση ανθρωπιάς, ενώ προτάσσει με πολύ ξεχωριστό τρόπο τη φιλία.

 Η σκηνοθεσία του Κιτάνο δεν ξεφεύγει από το κλασικό στυλ του Ιάπωνα δημιουργού, όμως δυστυχώς «χάνει» στο πρώτο μέρος, το οποίο κυλάει αργά, ενώ προσωπικά βρήκα αχρείαστες ορισμένες σκηνές, που θα μπορούσαν να μην υπήρχαν. Ωστόσο, το δεύτερο μέρος και όσο η ταινία πλησιάζει προς το τέλος το ενδιαφέρον γίνεται όλο και μεγαλύτερο, με το αποτέλεσμα να αποζημιώνει εν τέλει το θεατή.

 Το βασικό θέμα με το οποίο καταπιάνεται εδώ ο αγαπητός Τακέσι, πέραν της φιλίας, είναι το χάσμα των γενεών, με τον ονειροπόλο πιτσιρικά από τη μία και τον αδιάφορο ενήλικα από την άλλη, να τους χωρίζουν χίλια δύο πράγματα. Το οποίο χάσμα παρουσιάζεται τόσο ποιητικά, τόσο λυρικά από τον Τακέσι, που σε συνδυασμό με το σκηνοθετικό ρεαλισμό και την όμορφη φωτογραφία, αλλά και την υπέροχη μουσική του μόνιμου συνεργάτη του Κιτάνο, Joe Hisaishi, δημιουργούν ένα άρτιο εικαστικά φιλμ, που σου αφήνει μία έντονα ευαίσθητη και τρυφερά αστεία αίσθηση, στο τέλος.

 Δεν είναι ούτε «Πυροτεχνήματα», ούτε «Κούκλες», άλλωστε όπως προείπα δεν συγκαταλέγεται στα αριστουργήματα του σημαντικού Ιάπωνα σκηνοθέτη. Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση πως δεν αξίζει, κάθε άλλο! Πρόκειται σίγουρα για μία από τις ωραιότερες ταινίες δρόμου ever και αναμφισβήτητα την πιο ανατρεπτική.

 Εκπληκτικό είναι το τέλος, όπου ο Κιτάνο δείχνει την ίδια σεκάνς, της αρχής, όπου ο Κικουτζίρο με τον πιτσιρικά περπατούν πάνω σε μία γέφυρα, με πλάνο όμως από διαφορετική γωνία, σε μία ενδιαφέρουσα κινηματογραφική τεχνική. Θέλει έτσι να δείξει τον κύκλο που πραγματοποίησε η σχέση των δύο πρωταγωνιστών και κατ' επέκταση τη διαδρομή κάθε ανθρώπινης σχέσης, που ολοκληρώνεται.

 Το «Ταξίδι του Κικουτζίρο» ήταν υποψήφιο για το Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, στο φεστιβάλ του 1999.

 Βαθμολογία: 7/10

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Lourdes, Jessica Hausner, 2009


 «Lourdes», με τον ελληνικό τίτλο «Προσκύνημα στη Λούρδη», μία συμπαραγωγή Αυστρίας-Γαλλίας, από την Αυστριακή σκηνοθέτιδα, Jessica Hausner, που υπογράφει εδώ, την τρίτη κατά σειρά ταινία της. Μία ταινία όμορφη, ιδιαίτερη αλλά και έντονα αμφιλεγόμενη, που κέρδισε το βραβείο των κριτικών, στο φεστιβάλ της Βενετίας.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Η Κριστίν έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της πάνω σε μια αναπηρική πολυθρόνα. Όταν αποφασίζει να επισκεφτεί τη Λούρδη, θρυλικό τόπο προσκυνήματος στην καρδιά των Πυρηναίων, το κάνει περισσότερο για να ξεφύγει απ' την απομόνωσή της, παρά από πίστη σ' ένα θαύμα. Ένα πρωί, όμως, ξυπνάει θεραπευμένη, μπορεί ξανά να περπατήσει. Κι ενώ το θαύμα προκαλεί ζήλια και θαυμασμό, η Κριστίν προσπαθεί να επωφεληθεί απ' αυτή την απρόσμενη τύχη.

 Αναμφισβήτητα μία από τις (ευχάριστες) εκπλήξεις της προπερυσινής κινηματογραφικής σεζόν. Μοντέρνο ευρωπαϊκό σινεμά, όπου η Τζέσικα Χάουσνερ, με εμφανή ωριμότητα σκηνοθετεί εντελώς αφαιρετικά ένα χαμηλών τόνων υπαρξιακό δράμα, με το οποίο ερευνά την προσέγγιση του κάθε λογής «θαύματος», ενώ -επιτρέψτε μου την αδόκιμη έκφραση- χρησιμοποιεί τον οικείο σε εμάς, Χριστιανισμό, για να εξαπολύσει την ειρωνική της επίθεση προς κάθε μορφής πίστη σε οτιδήποτε δεν φτάνουν οι ανθρώπινες δυνάμεις, θεϊκό, άφταστο, μη απτό. Καθώς επίσης, ξεσκεπάζει την εμπορευματοποίηση της πίστης και εν προκειμένω, του καθολικισμού, με τα δεκάδες μαγαζιά, τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια, τα καφενεία, τα καταστήματα με εμπορεύματα, από όπου οι κάθε λογής «πιστοί» ψωνίζουν ελπίδα...

 Επίκεντρο της ταινίας το «θαύμα» και η πίστη και πρόσωπο αυτής η Κριστίν, την οποία υποδύεται η μεγάλη Γαλλίδα ηθοποιός, Σιλβί Τεστίντ (Sylvie Testud), που παρεμπιπτόντως δίνει μία εξαιρετική ερμηνεία.
 Η Κριστίν λοιπόν, πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας και είναι καθηλωμένη σε αναπηρικό καροτσάκι. Πρόκειται για ασθένεια που πολλοί ισχυρίζονται πως είναι περισσότερο ψυχική παρά σωματική, αν και οι επιστήμονες δεν έχουν ακόμη, αποφανθεί επίσημα επί τούτου.
 Η ηρωίδα θα πάει εκδρομή στη Λούρδη, μία περιοχή στη νοτιοδυτική Γαλλία, που φημίζεται ως θαυματουργός τόπος προσκυνήματος. Άλλωστε ο χρόνος της ταινίας είναι και η διάρκεια του προσκυνήματος. Είναι φανερό πως συμμετέχει ελαφρά τη καρδία, αλλά όσο μένει αδιάφορη απέναντι στο θέμα θρησκεία, τόσο βλέπει με καλό μάτι την ψυχαγωγική πλευρά της εκδρομής. Η συνοδός της, μία εθελόντρια, είναι ιδιαίτερα φιλική μαζί της καθώς δείχνει πραγματικά να τη συμπαθεί, όχι από οίκτο ή αδιαφορία. Οι υπόλοιποι εκδρομείς, στην συντριπτική πλειονότητα έκαναν το μακρινό ταξίδι κάνοντας όνειρα ο καθείς να βιώσει το προσωπικό του, μικρό ή μεγάλο θαύμα στα ιαματικά λουτρά της Λούρδης.
 Όταν η Κριστίν θα καταφέρει ξαφνικά να περπατήσει, «σαν από θαύμα», με τους προσκυνητές να πιάνονται εξαπίνης με την «θεϊκή» παρέμβαση και να σαστίζουν, γεμάτοι άγχος και ανασφάλεια μπροστά σε κάτι που δεν ξέρουν πώς να το προσεγγίσουν. Άλλοι αναφωνούν δίχως δισταγμό «θάυμα, θαύμα!», άλλοι απορούν «μα, πώς;», κάποιοι άλλοι αμφισβητούν το ιστορικό ασθενείας της Κριστίν, ενώ υπάρχουν και εκείνοι που φθονούν την τυχερή γυναίκα, ερωτώμενοι «γιατί σε αυτήν και όχι σε μένα;». Αντίθετα με όλους τους εξωτερικούς παρατηρητές, η Κριστίν θα αντιμετωπίσει την κατάσταση που βιώνει, αρχικά με σκεπτικισμό και εν συνεχεία με συγκρατημένη αισιοδοξία, ενώ η Αυστριακή σκηνοθέτιδα παρακολουθεί την κεντρική ηρωίδα αποστασιοποιημένα, με αστείρευτα όμως αποθέματα στοργής και κατανόησης, καθώς και με την απαραίτητη, διακριτική ειρωνεία, αλλά και τη γλυκόπικρη αλήθεια, που πηγάζει από το φινάλε της ταινίας.

 Τα ερωτήματα που θέτει η Αυστριακή σκηνοθέτιδα είναι πολλά, όμως το βασικό είναι ότι επάγονται στη σφαίρα της φιλοσοφίας και όχι σε εκείνη της θρησκείας. Το θαύμα (με μικρό ή κεφαλαίο Θήτα) είναι το συμβάν, με αφορμή το οποίο θα ξεδιπλωθεί το κουβάρι των ερωταπαντήσεων, συναισθημάτων, ελπίδων τόσο της πρωταγωνίστριας όσο και των υπολοίπων, γύρω από το τι τελικά είναι «θαύμα», πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί και εάν η πίστη, όχι με τη θρησκευτική έννοια αλλά με εκείνη της εσωτερικής δύναμης, έχει τη δύναμη να το πραγματώσει ή απλώς τυγχάνει και συμβαίνει...

 Άλλωστε στο τέλος η όλη ιστορία του θαύματος συρρικνώνεται τρόπον τινά, με το γεγονός να παρουσιάζεται πλέον ως κάτι παράδοξο, που μάλιστα κράτησε προσωρινά, για λίγο και εντελώς τυχαία.

 Και οι εικόνες της Χάουσνερ λένε τα πάντα. Η δύναμή τους είναι εκπληκτική, όμοια με την εκφραστική δεινότητα της Τεστίντ. Σκηνοθέτιδα και πρωταγωνίστρια μας λένε τα άκρως απαραίτητα, το ζουμί, χωρίς πολυλογίες και σάλτσες. Η αποθέωση του μινιμαλισμού από έναν θηλυκό Ρομπέρ Μπρεσόν. Στο περίπου φυσικά, γιατί Μπρεσόν στην ιστορία του σινεμά υπήρξε ένας και μοναδικός!

 Μια ταινία για τους «πιστούς» του απαιτητικού σινεμά, που μιλά για τα θαύματα της πίστης, όπως τα ερμηνεύσει καθείς. Είτε δηλαδή γίνονται επειδή πιστεύουμε, είτε απλώς και μόνο πιστεύουμε ότι γίνονται.

 Όσοι πιστεύουν ότι η σκηνοθέτιδα και κατ' επέκταση η ταινία περνάει μηνύματα υπέρ του Χριστιανισμού και της θρησκείας, θα τους πρότεινα να την επανεξετάσουν πιο προσεκτικά.

 Βραβείο Καλύτερης Ταινίας FIPRESCI (Διεθνής Ένωση Κριτικών), Βραβείο Brian, Βραβείο Sergio Trasatti, Βραβείο SIGNIS, Υποψήφια για Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας 2009, Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βιέννης 2009, Μεγάλο Βραβείο Διεθνούς Διαγωνιστικού στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βαρσοβίας 2009.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

The Element of Crime, Lars von Trier, 1984


 «Το στοιχείο του Εγκλήματος» ("Forbrydelsens element", ο πρωτότυπος τίτλος), από τη Δανία και το σημαντικό σκηνοθέτη Λαρς φον Τρίερ. Είναι η πρώτη ταινία του Δανού, ενώ αποτελεί και το πρώτο μέρος της «τριλογίας της Ευρώπης», που τη συμπληρώνουν τα «Epidemic», το 1987 και «Europa», το 1991.


 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Φίσερ, ένας πρώην αστυνομικός, καλείται μετά από 13 χρόνια απουσίας του στο Κάιρο να επιστρέψει στην Ευρώπη για να αναλάβει την εξιχνίαση μιας υπόθεσης. Ο πρώην μέντορας του και συγγραφέας μιας διατριβής με τίτλο «Το στοιχείο του εγκλήματος» τον παρακινεί να ακολουθήσει τις συμβουλές του βιβλίου του. Ο Φίσερ οδηγούμενος από τις θεωρίες του βιβλίου, αναπαριστάνει τα βήματα του βασικού ύποπτου και αρχίζει να χάνει το μυαλό του μέσα στην παραφροσύνη του εγκληματία. Σκοτεινή ταινία που η υπόθεσή της ξετυλίγεται σαν σε όνειρο.

 Πρόκειται για το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Δανού σκηνοθέτη, Λαρς φον Τρίερ, ενός εκ των σημαντικότερων της γενιάς του. Ο Τρίερ, που στη χώρα μας έγινε γνωστός περισσότερο από το εικαστικά άρτιο αλλά συναισθηματικά βίαιο «Δαμάζοντας τα Κύματα», το βραβευμένο με το Χρυσό Φοίνικα των Καννών, «Χορεύοντας στο Σκοτάδι» και φυσικά το αριστουργηματικό, θεατρικών καταβολών «Dogville», παρά με την πρώτη τριλογία του, πρώτο κομμάτι της οποίας, αποτελεί το «Το στοιχείο του Εγκλήματος».

 «Το στοιχείο του εγκλήματος» είναι η ιστορία του ντετέκτιβ Φίσερ, που επιστρέφει σε μια φουτουριστική, αγνώριστη Ευρώπη (Αγγλία) μετά από μακρόχρονη εξορία στο Κάιρο. Θα κληθεί να διαλευκάνει μια σειρά κτηνωδών φόνων παιδιών. Εφαρμόζει τις θεωρίες του αφεντικού του, που βασίζονται στην ταύτιση του αστυνόμου με τον εγκληματία. Υποπτεύεται τον Χάρι Γκρέι, κάποιον άνδρα που μπορεί και να έχει πεθάνει, και σιγά-σιγά, βυθίζεται σε ένα κόσμο αινιγμάτων, παραισθήσεων και διαδοχικών γεγονότων που τον φέρνουν όλο και πιο κοντά στην λογική του εγκληματία. Συναντά μια παράξενη εξωτική αισθησιακή καλλονή που δείχνει να έχει κάποια σχέση με τους φόνους. Ο Φίσερ, θα πλησιάσει ακόμα περισσότερο στην φοβερή αλήθεια πίσω από τα εγκλήματα, ζώντας μια κατάσταση συνεχούς κινδύνου και συγκρουόμενων στοιχείων, όπου οι πάντες, μέχρι και ο εαυτός του, είναι ύποπτοι. Τα όρια πραγματικότητας και παραίσθησης είναι πια πολύ ασαφή.

 Ο Δανός δημιουργεί και (μας) παρουσιάζει μία ταινία, η οποία εκ πρώτης ματιάς δυσανασχετεί το θεατή, καθώς σκοπίμως είναι κατασκότεινη και απόμακρη της γενικής κινηματογραφικής αισθητικής (πολύ εξεζητημένη), με βαριά, «καφκική» ατμόσφαιρα, σε σημείο που δεν την καθιστά ευχάριστη προς θέαση και ιδιαίτερα νοσηρή.
 Όμως παράλληλα, κάνει ένα εκπληκτικό νέο-νουάρ, εμπνευσμένο από το γερμανικό εξπρεσιονισμό, διαποτισμένο με φουτουριστικά και σουρεαλιστικά στοιχεία, θαρρείς βγαλμένα από κάποιο όνειρο και μας δίνει μία Ευρώπη σε νάρκη, αποπνικτική, παρακμιακή, που ασφυκτιά και βρίσκεται σε πραγματική αποσύνθεση.

 Η σκηνοθεσία του Τρίερ είναι εκπληκτική, με τον τρομερό Δανό να αφήνει πολλές υποσχέσεις, από το πρώτο κιόλας, φιλμ του. Τα πλάνα εξαιρετικά, η σέπια εκπληκτική, η ατμόσφαιρα επιτηδευμένα βαριά, οι ρυθμοί υπνωτικοί, ενώ το τελικό αποτέλεσμα σου γεννά έναν κυκεώνα (συν)αισθημάτων, που δεν σου επιτρέπουν να ξεχάσεις, εύκολα, την ταινία.

 Σα μοναδικό αρνητικό (η επιτηδευμένη, εξεζητημένη σκηνοθεσία ίσως επίσης, δεν αρέσει σε ορισμένους) θα έβαζα το γεγονός, ότι το φιλμ είναι αγγλόφωνο. Μάλλον δεν ταιριάζει στο στυλ του Δανού.

 Το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Λαρς Φον Τρίερ, μια παραισθητική νουάρ αλληγορία για τη βρισκόμενη σε αποσύνθεση Ευρώπη. Ένα όνειρο που εξελίσσεται στον απόλυτο, καφκικό εφιάλτη. Ένα πειραματικό φιλμ, που καθιέρωσε το δημιουργό του, ως ένα σημαντικό σύγχρονο σκηνοθέτη. Πολύ δυνατό!

 Βαθμολογία: 7,5/10

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

If.... Lindsay Anderson, 1968


 Στη χρονιά του Μάη του 1968, ο Βρετανός σκηνοθέτης, Lindsay Anderson, ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του αγγλικού «free cinema» γύρισε αυτήν εδώ τη σπουδαία ταινία («Εάν...»), με θέμα μία εξέγερση μαθητών ενάντια σε ένα καταπιεστικό και αυταρχικό σύστημα εκπαίδευσης και τους εκπροσώπους του. Χρυσός Φοίνικας στο φεστιβάλ των Καννών, για την αλληγορική και προφητική ταινία των γεγονότων του γαλλικού Μάη, που συνέβησαν την ίδια χρονιά. Ακόμη, πρώτος μεγάλος ρόλος του Μάλκομ ΜακΝτάουελ, από τον οποίο ο μεγάλος Στάνλεϊ Κιούμπρικ εμπνεύστηκε και του ανέθεσε τον έτερο ρόλο επαναστάτη στο θρυλικό «Κουρδιστό Πορτοκάλι», 3 χρόνια μετά.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Οι μαθητές ενός αγγλικού σχολείου βικτωριανών προδιαγραφών «σωφρονίζονται» τελετουργικά από τη βέργα του διευθυντή, μέχρι τη στιγμή που παίρνουν (κυριολεκτικά) τα όπλα για να τακτοποιήσουν τους εκκρεμείς λογαριασμούς. Η ταινία προβλήθηκε έντονα λογοκριμένη στην Ελλάδα της χούντας αλλά, παρόλα αυτά, δημιούργησε το δικό της θρύλο. Χρυσός Φοίνικας στο Φεστιβάλ Καννών.

  Ο Λίντσεϊ Άντερσον πραγματοποιεί εδώ, στη δεύτερη ταινία του, μία πολυεπίπεδη «ανάγνωση» πάνω στην εφηβική οργή, η οποία εκδηλώνεται από τρεις φίλους, που επαναστατούν ενάντια στο συντηρητικό σύστημα διδασκαλίας και τους αυταρχικούς καθηγητές ενός καθωσπρέπει, δημόσιου αγγλικού κολεγίου, όπου είναι οικότροφοι.

 Κάπου στη Βρετανία και σε απροσδιόριστο χρόνο, μία παρέα επιστρέφει από τις καλοκαιρινές διακοπές και ενσωματώνεται στη σκληρή καθημερινότητα του συντηρητικού σχολείου. Η παρέα αυτή αποτελείται από τους Μικ, Τζόνι και Γουάλας και ηλικιακά είναι απ' τους μεγαλύτερους μαθητές του σχολείου, κάτι που τους δίνει το δικαίωμα να περιπαίζουν, μέχρι και να εκμεταλλεύονται τους νεαρότερους συμμαθητές τους, συνεχίζοντας έτσι μία παράδοση, που παραπέμπει σε λογική στρατού, όπου οι «παλιοί» κάνουν καψόνια στους «νέους»...

 Βέβαια η χειρότερη εκμετάλλευση είναι εκείνη, με θύτες τους καθηγητές και θύματα όλους τους μαθητές. Οι δάσκαλοι αναγκάζουν τα ανήλικα αγόρια να πραγματοποιούν κάθε καπρίτσιο τους και να ικανοποιούν οιαδήποτε αρρωστημένη όρεξή τους, τιμωρώντας μάλιστα με απάνθρωπο και σε σημεία βασανιστικό τρόπο τους φέροντες αντίσταση και ανυπάκουους μαθητές.

 Κόντρα σε αυτό το εκνευριστικά οπισθοδρομικό, αυστηρά πειθαρχικό και αδυσώπητα τιμωρό, «σωφρονιστικό» κατά τα άλλα, εκπαιδευτικό σύστημα θα επαναστατήσουν οι τρεις φίλοι. Οι περισσότεροι συνομήλικοί τους απολαμβάνουν τα προνόμια της ηλικίας, που τους επιτρέπει να κάνουν κουμάντο στο ίδρυμα, μεταξύ των μαθητών, φυσικά. Και αν ήταν κάποιος να προβάλλει αντίσταση στο σύστημα, η κοινή λογική θα επέβαλε ως επαναστάτες, τους μικρότερους σε ηλικία μαθητές. Όμως ο Λίντσεϊ Άντερσον καταρρίπτει αυτήν τη στερεότυπη σκέψη.
 Έτσι η παρέα, προεξάρχοντος του Μικ (ένας πολύ καλός Μάλκομ ΜακΝτάουελ, στον πρώτο μεγάλο ρόλο της καριέρας του) θα οργανώσει μεθοδικά, σαν πραγματικά να βρισκόμαστε σε πόλεμο, την εκδίκησή της, καταλήγοντας ότι ο μόνος τρόπος να εξουδετερώσουν ένα τέτοιο σύστημα, είναι να το χτυπήσουν «από μέσα».

 Και ο Βρετανός σκηνοθέτης θα χωρίσει την ιστορία αυτή, της εξέγερσης σε 8 κεφάλαια:
 1) η επιστροφή των μαθητών στο κολέγιο μετά τις διακοπές, οι φιλοσοφικές αναζητήσεις του νεαρού επαναστάτη και η ομιλία του διευθυντή, που εξ αρχής δίνει το στίγμα της αυστηρής πειθαρχίας που εφαρμόζεται.
 2) καθημερινότητα, με εφαρμογή του προγράμματος, μαθήματα και εκκλησιασμό.
 3) η γνωριμία των τελειόφοιτων με τον «εκφυλισμένο» σεξουαλικά Μικ Τράβις.
 4) η γυναικεία παρουσία, που αναστατώνει τους μαθητές.
 5) ο βασανισμός του «ταραξία» και «αναρχικού στοιχείου» Μικ, με μαστίγωμα, δίχως τον παραμικρό δισταγμό.
 6) ο όρκος εκδίκησης της παρέας.
 7) η φάρσα της συμμορίας στον ιερέα, με τα ψεύτικα σκάγια.
 8) η προετοιμασία της μεγάλης «μάχης».

 Όλα προχωρούν κλιμακωτά. Κάθε πράξη φέρνει την επόμενη. Κάθε δράση φέρνει αντίδραση και κάθε μορφή βίας φέρνει βία. Η αδικία, η καταπίεση, η ψυχολογική και σωματική βία, η σιδηρά πειθαρχία, η αφόρητη ιεραρχία, η εξαντλητική αυστηρότητα, η επιδεικτική αδιαφορία και η ακραίας μορφής τιμωρία από τους καθηγητές προς τους μαθητές θα γεννήσουν την επανάσταση των νεαρών, που θα λειτουργήσουν όχι παρορμητικά, αλλά μεθοδικά, ακολουθούμενοι κατά κανόνα από το ευρισκόμενο σε λήθαργο μέχρι εκείνη τη στιγμή, ένστικτο της αυτοσυντήρησης και το αίσθημα της ατομικής ελευθερίας απέναντι στους εξουσιαστές και αφού πρώτα, περάσουν από το στάδιο της αμφισβήτησης απέναντί τους και απέναντι γενικά στο σύστημα.


 Η κλιμάκωση θα επιφέρει την τελική, καλοσκηνοθετημένη από τη συμμορία πράξη. Οι τρεις επαναστάτες μετά τις αρχικές «αθώες» φάρσες τους θα πάρουν τα όπλα ανά χείρας και θα λάβουν θέση μάχης. Σαν στρατιώτες εν πολέμω θα εξαπολύσουν πυρά ενάντια στο εχθρικό «στρατόπεδο», των καταπιεστών τους, των δασκάλων αλλά και των επίσημων καλεσμένων, που παρευρίσκονται στο κολέγιο, για την τελετή αποφοίτησης άλλης μίας μαθητικής γενιάς. Γιατί οι επαναστατούντες νέοι δεν ξεχωρίζουν καθηγητές από γονείς ή άλλους ενήλικες. Δεν τους ενδιαφέρει τί εκπροσωπεί ο καθένας. Πολεμούν κάθε μορφής εξουσία: εκπαιδευτική, οικογενειακή, θρησκευτική, πολιτική. Και πυροβολούν στα τυφλά, κατά ριπάς!


 Ο Λίντσεϊ Άντερσον, που ξεκίνησε την καριέρα του ως κριτικός κινηματογράφου, κάνει ένα δοκίμιο πάνω στην αριστουργηματική «Διαγωγή Μηδέν», του Ζαν Βιγκό και του 1933 (μόνο που εδώ δεν έχουμε... μαξιλαροπόλεμο αλλά κανονικό πόλεμο, με όπλα), σε μία χρονιά (1968) κατά την οποία το κλίμα εξέγερσης των φοιτητών εξαπλώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο. Ενώ αν και κύριος εκφραστής του «free cinema», δεν έχουν άδικο όσοι ισχυρίζονται πως το ύφος του «Εάν....» βρίσκεται πιο κοντά στη «nouvelle vague». Επιπλέον διάχυτο στο φιλμ είναι και το μαύρο χιούμορ, που αναδεικνύει τον ρεαλισμό μιας σκηνοθεσίας, που δεν έχει σκοπό να αναδείξει το επαναστατικό κίνημα των φοιτητών μέσα από μία ντοκουμενταρίστικη καταγραφή γεγονότων, αλλά μέσω ποιητικών και σουρεαλιστικών στοιχείων, να καταγράψει την πραγματικότητα και τις ολέθριες συνέπειες, που μπορεί να έχει μία επανάσταση, που πραγματοποιείται στο όνομα οποιασδήποτε ιδεολογίας ή ενός ιδανικού.

 Βαθμολογία: 8,5/10

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Io Sono L'Amore, Luca Guadagnino, 2009


 "Io Sono L'Amore" («Είμαι ο Έρωτας») μας λέει με ναρκισσισμό ο Luca Guadagnino, με την ομώνυμη ταινία του, σε αυτό το δυνατό ερωτικό οικογενειακό δράμα, με τη θεσπέσια, Οσκαρικών προδιαγραφών φωτογραφία, την κατά σημεία μεγαλεπήβολη σκηνοθεσία ενός Βισκόντι, αλλά και τις εμφανείς σεναριακές αδυναμίες.
 Πρόκειται για ακόμη μία καλή ταινία από τη γείτονα χώρα, για αυτήν τη δεκαετία, που βγάζει τον σπουδαίο και προσωπικά αγαπημένο, ιταλικό κινηματογράφο από τη γενική μετριότητα των τελευταίων πολλών ετών.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Οι Recchi είναι μία ισχυρή μεγαλοαστική οικογένεια στο σύγχρονο Μιλάνο. Την ημέρα των γενεθλίων του, ο Edoardo Recchi ο πρεσβύτερος (Gabriele Ferzetti), παραδίδει με κάθε επισημότητα τα ηνία της οικογενειακής επιχείρησης στον γιο του, τον Tancredi (Pippo Delbono). Στο ίδιο τραπέζι ο εγγονός του, Edoardo Jr. (Flavio Parenti), συστήνει τη μέλλουσα γυναίκα του. Ένα άλλο όμως πρόσωπο, καλός φίλος του εγγονού και σεφ στο επάγγελμα, Antonio (Edoardo Gabbriellini), θα παρεισφρήσει διαβρωτικά στο οικογενειακό σύμπαν κλέβοντας την καρδιά της μητέρας του φίλου του, Emma (Tilda Swinton).

  Πρόκειται για έντονο οικογενειακό δράμα, δια χειρός Luca Guadagnino, ο οποίος προηγουμένως είχε γυρίσει αρκετές μικρού μήκους ταινίες, κάποια ντοκιμαντέρ και ελάχιστες μεγάλου μήκους ταινίες, που όμως πέρασαν απαρατήρητες.
 Εδώ, ο Γκουαντανίνο κινηματογραφεί με έντονο ρεαλισμό και υψηλή αισθητική ένα ερωτικό-οικογενειακό δράμα, που όμως βρίθει υπερβολών και αρκετών σεναριακών κενών. Το μόνο αρνητικό άλλωστε είναι η έλλειψη ενός καλού σεναρίου, με αποτέλεσμα η πολύ καλή σκηνοθεσία μαζί με την πανέμορφη, ονειρική φωτογραφία του Yorick Le Saux να μην αρκούν, ώστε να χαρακτηριστεί η ταινία αριστουργηματική.

 Το θέμα μας είναι η Μιλανέζικη, μεγαλοαστική οικογένεια «Βέκι», επίκεντρο της οποίας αποτελεί ένας παράνομος έρωτας. Η Έμα, κατά τη διάρκεια της απουσίας του συζύγου και «πάτερ φαμίλια», Τανκρέντι θα αναπτύξει εξωσυζυγική ερωτική σχέση με τον Αντόνιο, το μάγειρα της οικογένειας και φίλο του γιου της, Εντοάρντο.

 Όλα ξεκίνησαν το βράδυ, που ο πρεσβύτερος των Βέκι, στο τελευταίο πάρτι γενεθλίων του, ανακοινώνει ότι αποχωρεί από την οικογενειακή επιχείρηση και παραδίδει τη σκυτάλη στους γιο του, Τανκρέντι και εγγονό του, Εντοάρντο. Όμως την ίδια βραδιά ένας απρόσκλητος επισκέπτης θα αλλάξει για πάντα τις ισορροπίες της οικογένειας. Πρόκειται για το φίλο του Εντοάρντο τζούνιορ, τον αρχιμάγειρα Αντόνιο. Θα έρθει στη βίλα των Βέκι, για να δώσει ένα δώρο στον φίλο του και εκεί θα γνωρίσει για πρώτη φορά την Έμα...

 Η μεγάλη Βρετανίδα ηθοποιός, Tilda Swinton υποδύεται τη μεσήλικη, γεννημένη στη Ρωσία και πολιτογραφημένη Ιταλίδα, Έμα, που καταργεί κάθε κοινωνικό κανόνα και σπάει όλα τα δεσμά καταπίεσης, για να κυνηγήσει τον έρωτα στο πρόσωπο του νεαρού Αντόνιο. Πολλά γράφτηκαν και ειπώθηκαν για τη Σουίντον, άλλωστε οι ερμηνείες αυτού του φιλμ εκθειάστηκαν, στο σύνολό τους, κατά κόρον. Αναμφισβήτητα η Σουίντον μας δίνει μία από τις καλύτερες γυναικείες ερμηνείες της χρονιάς, σε έναν από τους πιο σέξι ρόλους της καριέρας της, αν και προσωπικά την θεωρούσα ανέκαθεν πολύ «κρύα».

 Μήνες μετά την πρώτη συνάντησή τους στη βίλα των Βέκι, η Έμα με τον Αντόνιο θα συναντηθούν ξανά, τυχαία και η ιστορία θα προχωρήσει. Ο Τανκρέντι θα φύγει για το Λονδίνο, για να τρέξει τις επιχειρήσεις της οικογένειας και το ζευγάρι θα βιώσει τον παράνομο έρωτα, ενώ ο Γκουαντανίνο θα σκηνοθετήσει εκπληκτικά την ερωτική σκηνή στην ύπαιθρο, αν και γενικά ο έρωτας, θα έλεγε κανείς απουσιάζει, ή τουλάχιστον δεν υπάρχει στο βαθμό, που «φωνάζει» ο τίτλος της ταινίας.
 Στο μεταξύ, ο Εντοάρντο τρέφει αισθήματα  πλατωνικού έρωτα προς τον Αντόνιο, ενώ η κόρη της Έμα, Ελισαμπέτα, φωτογράφος στο επάγγελμα θα ανακαλύψει τη δική της ερωτική ταυτότητα, όταν ερωτευθεί μία άλλη γυναίκα, συνάδελφό της. Με το γαϊτανάκι των σχέσεων, με τους παράνομους έρωτες και τα κρυφά πάθη είναι σαφής πρόθεση από το σκηνοθέτη να σατιρίσει εύστοχα τις μεγαλοαστικές οικογένειες, όπως είναι οι Βέκι και την υποκρισία, τα μυστικά και τα ψέμματα που υπάρχουν σε αυτές. Και φυσικά, δε μένει μόνο στα ερωτικά παιχνίδια των μεγαλοαστών, αλλά εξετάζει με την ίδια σατυρική ματιά την αλαζονεία των εκπροσώπων της εν λόγω τάξης, αλλά και τους οικονομικούς κινδύνους που αντιμετωπίζει αυτή η τάξη σήμερα, περισσότερο από ποτέ, εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης. Βλέπουμε δηλαδή πώς από την απλή μεταβίβαση μίας οικογενειακής επιχείρησης από το πρεσβύτερο μέλος της οικογένειας στους νεότερους διαδόχους, μπορεί ξαφνικά να μεταπωληθεί σε χέρια ξένων ιδιοκτητών, όπως είναι ο Ινδός που θα την εξαγοράσει. Και όλα αυτά στο όνομα της προόδου και της εξέλιξης, που με τόσο υπέροχα αλλά κενά λόγια, τους εξηγεί ο νέος αγοραστής, ενώ φυσικά νωρίτερα έχουν «αναγκαστεί» να απολύσουν δεκάδες εργαζομένους. Η οικονομική πτώση της ισχυρής μεγαλοαστής οικογένειας θα επιφέρει και την κοινωνική πτώση των Βέκι.

 Στο μεταξύ η ιστορία εξελίσσεται, συγκεκριμένα ο έρωτας του παράνομου ζευγαριού, μέχρι την κορύφωση του έργου. Υπάρχει κορύφωση και έρχεται με τον πιο σκληρό και διόλου αναμενόμενο τρόπο, σε ένα αδυσώπητο, για την ηρωίδα αλλά και τους θεατές, φινάλε, το οποίο είναι σίγουρα αμφιλεγόμενο, ως προς τις προθέσεις του σκηνοθέτη αλλά και ως προς το μεγάλο θέμα που ανοίγει: το κατά πόσο δηλαδή μπορεί ένας έρωτας, ακόμη κι αν είναι θυελλώδης, να σε παρασύρει σε πράξεις ανήκουστες, σε ολική ρήξη με αγαπημένα πρόσωπα, σε μοιραίες καταστάσεις, σε άρνηση της μητρότητας, στην απότομη διακοπή του θρήνου για το χαμό του παιδιού σου, στο άδειασμα του Εγώ σου, στην εκμηδένιση της προσωπικότητάς σου, στον απόλυτο αυτο-ξεφτιλισμό. Όλα αυτά βιώνει/πράττει η ηρωίδα, για να κυνηγήσει επί της ουσίας μακρινά όνειρα, κάνοντας την προσωπική της επανάσταση, για να ξεφύγει από το καταπιεσμένο και αδιάφορο περιβάλλον της, να δραπετεύσει από τη ρουτίνα της, που ξεχειλίζει από αδιαφορία και υποκρισία...

 Η μουσική πάντως, του John Adams συγκαταλέγεται στα ατού της ταινίας, αφού δένει υπέροχα με το ύφος και τη γενικότερη ατμόσφαιρα, ενώ τονίζει δεόντως το φινάλε, στην τελευταία, μεγάλη στιγμή της Swinton, λίγο αφότου η Έμα βιώσει το απόλυτο «άδειασμα» από το σύζυγό της, μέσα στην εκκλησία, όπου θα του αποκαλύψει την αλήθεια: «είμαι ερωτευμένη με άλλον», για να εισπράξει την απάντηση του Τανκρέντι: «για μένα τελείωσες, δεν υπάρχεις».

 Μία ταινία φιλόδοξη, με καλή σκηνοθεσία, εκπληκτική αισθητική, ονειρική φωτογραφία, πολύ όμορφη μουσική, καλές ερμηνείες, φόρο τιμής σε πολλούς σκηνοθέτες, αλλά ένα σενάριο με αισθητές αδυναμίες και ερωτήματα σχετικά με τις προθέσεις του σκηνοθέτη.

 Βαθμολογία: 7/10