Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

The Hunt (Jagten), Thomas Vinterberg, 2012

 

 Ο Thomas Vinterberg επιστρέφει δύο χρόνια μετά το αξιόλογο -αν και σχεδόν άγνωστο- Submarino και 14 ολόκληρα ~ μετά το αριστουργηματικό Festen χαρίζοντάς μας μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Το «Κυνήγι» είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ, το οποίο εξετάζει ρεαλιστικά ηθικά ζητήματα που πηγάζουν από ένα παιδικό ψέμα, το οποίο με τη σειρά του επιφέρει λαϊκά δικαστήρια, την «καταδίκη» ενός αθώου αλλά και τη ρετσινιά, στοιχεία που επιφέρει ένας κοινωνικός φασισμός.
Σε σενάριο Tobias Lindholm, Thomas Vinterberg, σκηνοθεσία Thomas Vinterberg, με τους: Mads Mikkelsen, Thomas Bo Larsen, Alexandra Rapaport.

 Η υπόθεση:
 Ο Λούκας είναι ένας άνδρας μοναχικός, επικεντρωμένος στην προσπάθειά του να διεκδικήσει περισσότερο χρόνο με τον γιο του απ’ την πρώην σύζυγό του. Εργάζεται στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς του όπου τα παιδιά τον αγαπούν, τρελαίνονται να παίζουν με τον γιγαντόσωμο, ευγενικό άνδρα. Ιδιαίτερη αδυναμία του δείχνει και η μικρή κόρη του καλύτερου του φίλου, η εσωστρεφής και συγκρατημένη Κλάρα. Όταν μια μέρα θυμώνει μαζί του όμως, στο μυαλό της διευθύντριας μπαίνουν υποψίες για άσεμνη συμπεριφορά έως και ασέλγεια. Οι υποψίες γρήγορα γίνονται βεβαιότητα και το νέο φτάνει στα αυτιά των γονέων και ολόκληρης της κωμόπολης φέρνοντας τον Λούκας στη θέση του ένοχου με συνοπτικές διαδικασίες. Τότε, με μοναδικούς συμμάχους τον κουμπάρο και τον γιο του, θα προσπαθήσει να ανατρέψει αυτό που φαίνεται μη αντιστρέψιμο…

 Ο Lucas (ένας εκφραστικά εξαιρετικός Mads Mikkelsen, με βράβευση στις Κάνες) είναι ένας μοναχικός, φιλήσυχος άνδρας, που εργάζεται σε ένα βρεφονηπιακό σταθμό, όπου και είναι ιδιαίτερα αγαπητός από όλα τα παιδάκια. Εκείνο που τον απασχολεί έντονα είναι το πώς θα κερδίσει περισσότερο χρόνο με το γιο του, απ' την όχι ιδιαίτερα διαλλακτική πρώην σύζυγό του. Πάνω που θα τα καταφέρει, ένα «αθώο» ψέμα δείχνει περισσότερο από ικανό να του καταστρέψει τη ζωή.
 Ουσιαστικά όλα ξεκινούν από αυτό το ψέμα. Ένα παιδικό ψέμα, απόρροια καταπιεσμένων αναμνήσεων και τραυματικών γεγονότων της κόρης του καλύτερου φίλου του, Κλάρα, η οποία τρέφει ιδιαίτερα αισθήματα προς εκείνον (αυτή είναι και η ατυχία του), που εξαπλώνεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα σαν ιός στη μικρή δανέζικη πόλη και εξελίσσεται σε ένα σύγχρονο κυνήγι μαγισσών. Η αμφιβολία θα δώσει πολύ γρήγορα τη θέση της στη βεβαιότητα.
"Ένοχος ο «κατηγορούμενος»!" φωνάζει, μετά από υπόδειξη της διευθύντριας του νηπιαγωγείου, σύσσωμη η κλειστή, ταραγμένη η κοινωνία του ευρωπαϊκού βορρά, που είναι έτοιμη να λιντσάρει το εγκλωβισμένο, απομονωμένο, ανήμπορο να αντιδράσει και μοιρολατρικά αποδεχόμενο την τύχη του, θήραμά της.
 Γιατί κάπως έτσι «αντιστέκεται» ο Λούκας. Δε φωνάζει για το δίκιο του, δεν περνάει στην αντεπίθεση, δεν αναποδογυρίζει τον κόσμο προκειμένου να αποδείξει την αθωότητά του, δε ζητά νομική στήριξη (η συνολική μη αντίδραση ουσιαστικά του Λούκας μέγα φάουλ του Βίντερμπεργκ), παρά προσπαθεί να επανακτήσει τη χαμένη του αξιοπρέπεια βρίσκοντας στα πρόσωπα του κουμπάρου και του γιου του τους μοναδικούς συμμάχους. Μονάχα ξεσπάει στους άμεσα εμπλεκόμενους, τους γονείς δηλαδή του κοριτσιού που τον κατηγόρησε, ο πατέρας του οποίου τυγχάνει να είναι ο καλύτερός του φίλος...

 Επί δύο ώρες ο θεατής παρακολουθεί με αγωνία την προσπάθεια του αθώου πρωταγωνιστή και θύματος να γλιτώσει από τη συλλογική παράνοια των σε παροξυσμό «κυνηγών» συμπολιτών του, οι οποίοι σε ρόλο δικαστών τον καταδίκασαν ερήμην, βασισμένοι στην «εξομολόγηση» ενός μικρού κοριτσιού. Ενώ η κάμερα του Δανού κινηματογραφεί υποβλητικά προσδίδοντας -μαζί με την έξοχη φωτογραφία- μεγαλύτερη δόση έντασης και αγχωτικής ατμόσφαιρας. Και φυσικά, ο συμπάσχων θεατής ταυτίζεται με τον άτυχο και αδικημένο πρωταγωνιστή, εννοείται πως κατανοεί πλήρως το μικρό κορίτσι, τον κατά λάθος «θύτη» της ιστορίας, ενώ στρέφεται με οργή και αηδία κατά της μάζας. Παράλληλα βέβαια ο καθείς εξ ημών θα μπει και στη θέση του «κακού όχλου» προσπαθώντας να εκτιμήσει πως εκείνος θα αντιδρούσε απέναντι σε κάποιον κατηγορούμενο ως παιδεραστή για ασέλγεια επάνω σε ανήλικο παιδί.

 Εδώ στάθηκαν πολλοί «χρεώνοντας» ως αρνητικό της ταινίας την «υπερβολική» αντίδραση της μάζας ή την όχι ιδιαίτερη ψυχραιμία των κατά τα άλλα ψυχρών, ώριμων και δίκαιων Βορείων. Εμ, δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Σίγουρα θα μπορούσαν όλοι να μην είναι απόλυτοι και να έδιναν την ευκαιρία στον συμπολίτη τους αν μη τι άλλο να «απολογηθεί» πριν του κολλήσουν την στάμπα του παιδεραστή και τον απομονώσουν πλήρως από την κοινωνία βασισμένοι στη μαρτυρία ενός 5χρονου κοριτσιού, όμως από την άλλη πρόκειται για ένα ιδιαιτέρως ευαίσθητο ζήτημα, αυτός της ασέλγεια ανηλίκου που δεν αφήνει πολλά περιθώρια για ψύχραιμη στάση και αποστασιοποιημένη ματιά.
Για τον γράφοντα μάλιστα ο βιασμός ανηλίκου είναι χειρότερος κι από φόνο, επομένως προσωπικά μπορώ να κατανοήσω την αγανάκτηση και το θυμό, όχι όμως τα λαϊκά δικαστήρια και τη δημόσια διαπόμπευση.

 Όλα αυτά μέχρι το εκπληκτικό φινάλε, όπου στο καθιερωμένο ετήσιο κυνήγι που «οι άνδρες γίνονται παιδιά και τα παιδιά άνδρες», μέσα από μια σαφέστατη και εξαιρετική σκηνή, ο Κυνηγός γίνεται θήραμα. Θύτης αυτήν τη φορά; Μια ολόκληρη κοινωνία...

 Ιδιαίτερη αξία έχει η σημείωση του Thomas Vinterberg, σχετικά με το πώς συνέλαβε την ιδέα για να γυρίσει το Κυνήγι: 
 "Μια χειμωνιάτικη βραδιά το 1999, κάποιος χτύπησε την πόρτα μου. Ένας περίφημος Δανός παιδοψυχολόγος, στεκόταν με κάποια έγγραφα στα χέρια του παραληρώντας για τα παιδιά και τις φαντασιώσεις τους. Μίλαγε για έννοιες όπως «καταπιεσμένες αναμνήσεις», και ακόμη πιο ανησυχητικά για τη θεωρία του ότι «πίστευε ότι είναι ιός». Δεν τον άφησα να μπει. Δε διάβασα τα χαρτιά. Πήγα για ύπνο. Δέκα χρόνια αργότερα χρειάστηκα ψυχολόγο. Του τηλεφώνησα, και κάπως σαν καθυστερημένη πράξη ευγένειας, διάβασα τα έγγραφα. Σοκαρίστηκα. Μαγεύτηκα. Ένοιωσα ότι υπήρχε μια ιστορία που έπρεπε να ειπωθεί. Μια ιστορία ενός σύγχρονου κυνηγιού μαγισσών. Το Κυνήγι είναι το αποτέλεσμα αυτής της ανάγνωσης." Τόμας Βίντερμπεργκ.

 Βαθμολογία: 8/10

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Häxan, Benjamin Christensen, 1922

 

 Με τον ελληνικό τίτλο «Η Μαγεία μέσα στους Αιώνες» η ταινία "Häxan" -συναντάται και με τον αγγλικό τίτλο "Haxan: Witchcraft Through The Ages"- είναι ένα θρυλικό φιλμ του βωβού κινηματογράφου, που πραγματεύεται την ιστορική διαδρομή της μαγείας. Σε παραγωγή Σουηδίας/Δανίας, σενάριο και σκηνοθεσία Benjamin Christensen, με τους: Benjamin Christensen, Elisabeth Christensen, Maren Pedersen κ.ά.

 Η υπόθεση:
 Μια πραγματεία πάνω στη μαγεία, την τρέλα και τον δαιμονισμό, γυρισμένη υπό μορφή ελεύθερου δοκιμίου, όπου καταγγέλλεται ο σκοταδισμός του Μεσαίωνα και οι πρακτικές της Ιεράς Εξέτασης, ενώ στο τελευταίο μέρος γίνεται παραλληλισμός ανάμεσα στη δαιμονολογία και την υστερία υπό το φως της ψυχιατρικής επιστήμης.

 Ο γεννημένος στο Βίμποργκ της Δανίας Benjamin Christensen δημιουργεί ένα φιλμ - μύθο στην ιστορία του βωβού κινηματογράφου, όταν εν έτει 1922 (σημαντικότατη χρονιά για το σινεμά, καθώς έχουμε και το αριστούργημα του Φρίντριχ Μουρνάου Νοσφεράτου, μια συμφωνία τρόμου) αποφασίζει να πραγματευτεί την «τέχνη» της μαγείας και την ιστορική διαδρομή της ανά τους αιώνες, περνώντας απ' τη βόρεια Ευρώπη αλλά δίνοντας βάση στο Μεσαίωνα, όπου και ασκεί δριμύ κριτική στον τρόπο λήψης αποφάσεων των διαβόητων ιεροεξεταστών

 Το όλο -σπουδαίο- εγχείρημα αναπτύσσεται σαν δοκίμιο, σε ντοκουμεταρίστικο ύφος, ενώ να σημειωθεί πως η γλώσσα είναι τα δανέζικα, όπως επίσης στη Δανία έγιναν τα γυρίσματα, αν και η χρηματοδότηση της ταινίας έγινε με σουηδικές κορώνες (το νόμισμα της εποχής).

 Ο Christensen, ο οποίος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το θέμα της μαγείας, κάτι που καταδεικνύεται κι από τις επόμενες ταινίες της φιλμογραφίας του (το Häxan είναι μόλις η 3η του), για να ολοκληρώσει το εν λόγω φιλμ χρειάστηκε να προχωρήσει σε... κυνήγι μαγισσών. 
 Συγκεκριμένα μελέτησε το διαβόητο "Malleus Maleficarum", ένα χείριστης προπαγάνδας εγχειρίδιο που γράφτηκε το 1487 στη Γερμανία από δύο καθολικούς ιεροεξεταστές, σύμφωνα με το οποίο οι μάγισσες είναι υπαρκτές, είναι βοηθοί του Διαβόλου και είναι στην πλειονότητά τους γυναίκες, ως πλάσματα λιγότερο έξυπνα και πιο αδύναμα απ' τους άνδρες, ώστε να ξεγελιούνται πιο εύκολα απ' το Σατανά. Ακόμη, περιγράφονται τρόποι εντοπισμού αλλά και εξόντωσης των «μαγισσών», σε ένα εγχειρίδιο που αποτέλεσε τη βάση εξέτασης πολλών «κατηγορουμένων» σε δικαστήρια ανά την Ευρώπη, οι οποίοι, όντας αθώοι φυσικά, θανατώθηκαν με την κατηγορία -τί άλλο- της εξάσκησης μαγείας..

 Και μέσω της μελέτης αυτής ο Δανός, που τοποθετείται ξεκάθαρα κατά της ύπαρξης μαγισσών, τελετών μαύρης μαγείας και δαιμονοποίησης, μελετά το πώς οι οφειλόμενες στην άγνοια και ημιμάθεια προλήψεις και η λανθασμένη προσέγγιση και παρερμηνεία των -κυρίως- ψυχικών ασθενειών, οδηγούν στις ψυχικές διαταραχές και εν τέλει στο περιβόητο κυνήγι μαγισσών.
 Επικεντρώνεται δε, στην υστερία, υποπίπτοντας πιθανώς στο μοναδικό του λάθος, καθώς καυτηριάζει τα πορίσματα των ψυχαναλυτών και τις μεθόδους θεραπείας των ψυχικά άρρωστων ανθρώπων, όπως ο εγκλεισμός τους σε κλινικές τον οποίο τοποθετεί στο ίδιο ζύγι με το πόρισμα των ιεροεξεταστών για την «κάθαρση» των «δαιμονισμένων» στην πυρά..

 Με πραγματικά πανέμορφα πλάνα, εντυπωσιακές και πρωτοποριακές σκηνές για την εποχή (το φιλμ έτυχε αποθεωτικής υποδοχής στη Σκανδιναβία (η πιο ακριβή παραγωγή έως τότε), όμως απαγορεύτηκε στις ΗΠΑ για προβολή γυμνού, αλλά και σκληρών και σεξουαλικής έξαψης σκηνών), χωρισμένο σε 7 μέρη διάρκειας 15' περίπου το καθένα και γυρισμένο ως ντοκιμαντέρ αλλά και με έντονα στοιχεία μυθοπλασίας, με κωμικές στιγμές αλλά και έντονα δραματικές, κάτι που κατατάσσουν το "Häxan" μεταξύ των καλύτερων ταινιών τρόμου όλων των εποχών (βρίσκεται στο προσωπικό αγαπημένο Top-10 ταινιών τρόμου του Guillermo del Toro), με εξπρεσιονιστικό στυλ, με τον ίδιο τον σκηνοθέτη στο ρόλο του Σατανά, με εμφανείς επιρροές από πίνακες διάσημων καλλιτεχνών, με σουρεαλιστικές πινελιές, βασισμένη σε επιστημονικές πηγές, αν και δυστυχώς λογοκρίθηκε σε σημαντικό βαθμό (τουλάχιστον, αν και πετσοκομμένη, ευτυχώς κυκλοφόρησε), με προβολές στο σκοτάδι (σπάνιο για την εποχή) ώστε οι ηθοποιοί να νιώθουν το απαραίτητο δέος και με τη χρήση σλάιντς(!) -κυκλοφόρησε το 1967 μια ομιλούσα βερσιόν του αυθεντικού φιλμ διάρκειας 76' και με αφήγηση αντί λεζαντών- και μια παρέλαση κάθε μορφής, σχήματος και όψης δαιμόνων, το "Häxan", αυτό το ιδιότυπο γοτθικό αριστούργημα κερδίζει δικαίως μια θέση μέσα στις σημαντικότερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου.

 Βαθμολογία: 8/10

Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

The Boss Of It All, Lars von Trier, 2006


 «Το Μεγάλο Αφεντικό» με τον αυθεντικό τίτλο "Direktoren for det Helle" είναι η ατυχής απόπειρα του Lars Von Trier να κάνει κωμωδία(;). Από τη Δανία και το 2006.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Ravn (Peter Gantzler), ο ιδιοκτήτης μιας δανέζικης εταιρίας, ετοιμάζεται να την πουλήσει σ' έναν Ισλανδό επιχειρηματία. Αντιμετωπίζει, όμως, ένα σοβαρό πρόβλημα: όλα τα χρόνια από την ίδρυση της εταιρίας του, έχει δηλώσει στους υπαλλήλους, για να μη χρεώνεται τις δυσάρεστες αποφάσεις που πρέπει να λαμβάνει κατά καιρούς, ότι ο ίδιος είναι ένας απλός διευθυντής και ότι το 'μεγάλο αφεντικό' ζει μόνιμα στις ΗΠΑ. Όταν ο Ισλανδός αγοραστής επιμένει ότι θα υπογράψει τα συμβόλαια μόνο αν ο Πρόεδρος της εταιρίας είναι παρών, ο Ravn προσλαμβάνει τον Kristoffer (Jens Albinus), έναν άνεργο αλλά εγωκεντρικό ηθοποιό, με εκκεντρικές ιδέες περί υποκριτικής και δράματος, για να παίξει το ρόλο. Η παραμονή του στην εταιρία για μια εβδομάδα θα πυροδοτήσει μια αλυσίδα παρεξηγήσεων, καθώς όλοι οι υπάλληλοι θα θελήσουν να γνωρίσουν το πραγματικό τους αφεντικό με το οποίο μέχρι τώρα επικοινωνούσαν μόνο εξ αποστάσεως...

 Ο Λαρς φον Τρίερ αναφερόμενος στο «Μεγάλο Αφεντικό» έχει επανειλημμένως σημειώσει ότι γύρισε αυτό το φιλμ για την πλάκα του, για χαβαλέ. Αντίστοιχα τον «Αντίχριστο», το 2009, τον γύρισε ως αποτέλεσμα της χρόνιας θεραπείας που έκανε για την κατάθλιψη. Και στις δύο περιπτώσεις θύμα των πειραματισμών του εκκεντρικού σκηνοθέτη ήταν ο θεατής...

 Εν μέσω της τριλογίας "USA: The Land of Opportunities", που απαρτίζεται από τα "Dogville (2003), Manderlay (2005) και "Washington" (προγραμματισμένο για το 2007, χωρίς όμως να έχει γυριστεί ακόμη, ενώ παραμένει άγνωστο πότε και αν τελικά θα ολοκληρωθεί η τριλογία!) το "τρομερό παιδί" του δανέζικου σινεμά κάνει ένα "διάλειμμα" στρεφόμενος στην κωμωδία. Τουλάχιστον έτσι όπως την έχει στο μυαλό του ο σκηνοθέτης, γιατί μόνο κωμωδία δεν θυμίζει τούτος ο πειραματισμός του Τρίερ, που παραμένει πιστός στο Δόγμα.

 Και ναι, μπορεί να εμπεριέχει ορισμένα αστεία και να είναι διάχυτο στην ταινία το εγκεφαλικό χιούμορ του δημιουργού. Και μπορεί ακόμη να υπάρχει σάτιρα προς τους θεσμούς, προς τους ίδιους τους Δανούς αλλά και αλλοεθνείς, όπως π.χ τους Ισλανδούς και επίσης, έντονος αυτοσαρκασμός και έξυπνοι συμβολισμοί. Όμως οι συνεχείς διάλογοι κουράζουν και ο θεατής χάνει το ενδιαφέρον του πολύ γρήγορα.

 Επιπλέον όλα τα παραπάνω δεν αρκούν για να χαρακτηριστεί πετυχημένη κωμωδία αυτή η φανερά προχειρογυρισμένη (θυμίζει σε σημεία σλάπστικ) ταινία. Άλλωστε πέραν της παραδοχής (κάτι είναι κι αυτό) από πλευράς Τρίερ ότι με το «Αφεντικό» έκανε χαβαλέ, υπάρχει και κάτι ακόμη. Η τεχνική "Automavision" την οποία χρησιμοποίησε για τα γυρίσματα ο σκηνοθέτης κι έχει να κάνει, επί της ουσίας, με "αυτόματη κινηματογράφηση"! Ο αθεόφοβος «σκηνοθέτησε» το εν λόγω φιλμ εξ ολοκλήρου από τον υπολογιστή, ο οποίος ρύθμιζε τα καδραρίσματα, τη φωτογραφία και την κίνηση μίας κάμερας που υπήρχε στο χώρο των γυρισμάτων!

 Θεωρώ το «Μεγάλο Αφεντικό» την πιο αδιάφορη ταινία του Λαρς φον Τρίερ. Δεν του πάνε καθόλου οι κωμωδίες και καλό θα ήταν να σταματήσει γενικά τους «πειραματισμούς» του, γιατί βλέπω να αποκαθηλώνει ο ίδιος τον μύθο που έχει χτίσει γύρω από το όνομά του με πραγματικά σπουδαίες ταινίες του μακρινού -αλλά και κοντινού- παρελθόντος.

 Μόνο για τους φανατικούς οπαδούς του Δανού σκηνοθέτη και τους πιστούς ακολουθητές του Δόγματος.

 Βαθμολογία: 2,5/10

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

The Element of Crime, Lars von Trier, 1984


 «Το στοιχείο του Εγκλήματος» ("Forbrydelsens element", ο πρωτότυπος τίτλος), από τη Δανία και το σημαντικό σκηνοθέτη Λαρς φον Τρίερ. Είναι η πρώτη ταινία του Δανού, ενώ αποτελεί και το πρώτο μέρος της «τριλογίας της Ευρώπης», που τη συμπληρώνουν τα «Epidemic», το 1987 και «Europa», το 1991.


 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Φίσερ, ένας πρώην αστυνομικός, καλείται μετά από 13 χρόνια απουσίας του στο Κάιρο να επιστρέψει στην Ευρώπη για να αναλάβει την εξιχνίαση μιας υπόθεσης. Ο πρώην μέντορας του και συγγραφέας μιας διατριβής με τίτλο «Το στοιχείο του εγκλήματος» τον παρακινεί να ακολουθήσει τις συμβουλές του βιβλίου του. Ο Φίσερ οδηγούμενος από τις θεωρίες του βιβλίου, αναπαριστάνει τα βήματα του βασικού ύποπτου και αρχίζει να χάνει το μυαλό του μέσα στην παραφροσύνη του εγκληματία. Σκοτεινή ταινία που η υπόθεσή της ξετυλίγεται σαν σε όνειρο.

 Πρόκειται για το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Δανού σκηνοθέτη, Λαρς φον Τρίερ, ενός εκ των σημαντικότερων της γενιάς του. Ο Τρίερ, που στη χώρα μας έγινε γνωστός περισσότερο από το εικαστικά άρτιο αλλά συναισθηματικά βίαιο «Δαμάζοντας τα Κύματα», το βραβευμένο με το Χρυσό Φοίνικα των Καννών, «Χορεύοντας στο Σκοτάδι» και φυσικά το αριστουργηματικό, θεατρικών καταβολών «Dogville», παρά με την πρώτη τριλογία του, πρώτο κομμάτι της οποίας, αποτελεί το «Το στοιχείο του Εγκλήματος».

 «Το στοιχείο του εγκλήματος» είναι η ιστορία του ντετέκτιβ Φίσερ, που επιστρέφει σε μια φουτουριστική, αγνώριστη Ευρώπη (Αγγλία) μετά από μακρόχρονη εξορία στο Κάιρο. Θα κληθεί να διαλευκάνει μια σειρά κτηνωδών φόνων παιδιών. Εφαρμόζει τις θεωρίες του αφεντικού του, που βασίζονται στην ταύτιση του αστυνόμου με τον εγκληματία. Υποπτεύεται τον Χάρι Γκρέι, κάποιον άνδρα που μπορεί και να έχει πεθάνει, και σιγά-σιγά, βυθίζεται σε ένα κόσμο αινιγμάτων, παραισθήσεων και διαδοχικών γεγονότων που τον φέρνουν όλο και πιο κοντά στην λογική του εγκληματία. Συναντά μια παράξενη εξωτική αισθησιακή καλλονή που δείχνει να έχει κάποια σχέση με τους φόνους. Ο Φίσερ, θα πλησιάσει ακόμα περισσότερο στην φοβερή αλήθεια πίσω από τα εγκλήματα, ζώντας μια κατάσταση συνεχούς κινδύνου και συγκρουόμενων στοιχείων, όπου οι πάντες, μέχρι και ο εαυτός του, είναι ύποπτοι. Τα όρια πραγματικότητας και παραίσθησης είναι πια πολύ ασαφή.

 Ο Δανός δημιουργεί και (μας) παρουσιάζει μία ταινία, η οποία εκ πρώτης ματιάς δυσανασχετεί το θεατή, καθώς σκοπίμως είναι κατασκότεινη και απόμακρη της γενικής κινηματογραφικής αισθητικής (πολύ εξεζητημένη), με βαριά, «καφκική» ατμόσφαιρα, σε σημείο που δεν την καθιστά ευχάριστη προς θέαση και ιδιαίτερα νοσηρή.
 Όμως παράλληλα, κάνει ένα εκπληκτικό νέο-νουάρ, εμπνευσμένο από το γερμανικό εξπρεσιονισμό, διαποτισμένο με φουτουριστικά και σουρεαλιστικά στοιχεία, θαρρείς βγαλμένα από κάποιο όνειρο και μας δίνει μία Ευρώπη σε νάρκη, αποπνικτική, παρακμιακή, που ασφυκτιά και βρίσκεται σε πραγματική αποσύνθεση.

 Η σκηνοθεσία του Τρίερ είναι εκπληκτική, με τον τρομερό Δανό να αφήνει πολλές υποσχέσεις, από το πρώτο κιόλας, φιλμ του. Τα πλάνα εξαιρετικά, η σέπια εκπληκτική, η ατμόσφαιρα επιτηδευμένα βαριά, οι ρυθμοί υπνωτικοί, ενώ το τελικό αποτέλεσμα σου γεννά έναν κυκεώνα (συν)αισθημάτων, που δεν σου επιτρέπουν να ξεχάσεις, εύκολα, την ταινία.

 Σα μοναδικό αρνητικό (η επιτηδευμένη, εξεζητημένη σκηνοθεσία ίσως επίσης, δεν αρέσει σε ορισμένους) θα έβαζα το γεγονός, ότι το φιλμ είναι αγγλόφωνο. Μάλλον δεν ταιριάζει στο στυλ του Δανού.

 Το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Λαρς Φον Τρίερ, μια παραισθητική νουάρ αλληγορία για τη βρισκόμενη σε αποσύνθεση Ευρώπη. Ένα όνειρο που εξελίσσεται στον απόλυτο, καφκικό εφιάλτη. Ένα πειραματικό φιλμ, που καθιέρωσε το δημιουργό του, ως ένα σημαντικό σύγχρονο σκηνοθέτη. Πολύ δυνατό!

 Βαθμολογία: 7,5/10

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Wilbur Wants To Kill Himself, Lone Scherfig, 2002


 Μία ακόμη πολύ ενδιαφέρουσα ταινία από την διακεκριμένη Δανή σκηνοθέτιδα Lone Scherfig («Ιταλικά για αρχάριους») και το 2002 με τον ελληνικό τίτλο «Ο Γουίλμπουρ δεν θέλει τη ζωή του». Είναι η πρώτη αγγλόφωνη ταινία της, η οποία κέρδισε το βραβείο FIPRESCI και μια σειρά από άλλα διεθνή βραβεία. Το σενάριο είναι της ιδίας μαζί με τον συγγραφέα - σεναριογράφο Anders Thomas Jensen.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Γουίλμπουρ μετά το θάνατο των γονιών του αποπειράται διαρκώς να αυτοκτονήσει. Όμως, ο αδελφός του, Χάρμπουρ, τον σώζει κάθε φορά. Η Άλις, μια ανύπαντρη μητέρα, πουλάει στο βιβλιοπωλείο τους τα βιβλία που βρίσκει στο νοσοκομείο που εργάζεται ως καθαρίστρια. Ο Χάρμπουρ την παντρεύεται. Οι τρεις τους γίνονται αχώριστοι. Η απειλή του θανάτου φεύγει οριστικά από τον Γουίλμπουρ, όχι όμως από τη ζωή τους... Ο Χάρμπουρ κρατά ένα μυστικό που απειλεί να ταράξει τη φαινομενικά ήρεμη επιφάνεια...

  Ο ήρωάς μας λοιπόν, ο Γουίλμπουρ είναι ένας Σκωτσέτζος, ο οποίος διαθέτει εξυπνάδα και ασκεί εμφανή γοητεία στις γυναίκες. Παρ' όλα αυτά, εξαιτίας της απαισιοδοξίας που έχει προσπαθεί συνεχώς, επιθυμεί να βάλει ένα τέλος στη ζωή του.
 Πάντοτε δίπλα του βρίσκεται ο μικρότερος αδερφός του και πολύ αισιόδοξος, Χάρμπουρ. Ο οποίος όμως υποφέρει από μία ανίατη ασθένεια. Τι ειρωνική αυτή η αντίθεση ανάμεσα στα αδέρφια!
 Από τη στιγμή που ο Χάρμπουρ θα πείσει τον Γουίλμπουρ να πάει ζήσουν μαζί (μετά από ακόμη μία αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας) θα παρακολουθήσουμε τη σχέση μεταξύ των δύο αδερφών που δείχνει να πηγαίνει προς το καλύτερο. Μέχρι που, κι ενώ ο Χάρμπουρ πίστευε ότι μία γυναίκα θα ήταν ότι πρέπει για τον μεγάλο του αδερφό (ιδέα που υποστηρίζει o κυνικός ψυχολόγος του νοσοκομείου, Χορστ, και ενθαρρύνει η εμφατική προϊσταμένη νοσοκόμα, Μόιρα, η οποία ελπίζει ότι μπορεί και να αποτελεί την γυναίκα αυτή), ο μικρότερος αδερφός θα είναι εκείνος που θα βρει γυναίκα. Και μάλιστα τη γυναίκα που γοήτευσε τον Γουίλμπουρ, την Άλις, που δουλεύει ως καθαρίστρια στο νοσοκομείο, μαζεύει τα βιβλία που αφήνουν οι ασθενείς και τα πουλά στο βιβλιοπωλείο ως μεταχειρισμένα.
Πλέον θα παρακολουθούμε τις σχέσεις των τριών με φόντο πάντα το βιβλιοπωλείο που τα αδέρφια κληρονόμησαν από τον πατέρα τους. Ή μάλλον των τεσσάρων, μαζί με τη μικρή κόρη της Άλις. Η οποία νιώθει υπέροχα αφού βρήκε μία οικογένεια, η Άλις από την πλευρά της απελευθερώνεται, ενώ ο Γουίλμπουρ βρίσκει επιτέλους το χαμένο νόημα που έψαχνε για τη ζωή του. Όλα φαινομενικά βαίνουν καλώς, όμως το επτασρφράγιστο μυστικό του Χάρμπουρ, όταν ανακαλυφθεί θα φέρει ανακατατάξεις...

 Και εδώ είναι ένα μεγάλο στοίχημα που κερδίζει η σκηνοθέτιδα. Η Scherfig δεν πέφτει στην παγίδα του μελοδραματισμού, ούτε εκμαιεύει τη συγκίνηση. Αντίθετα, χρησιμοποιώντυας το -απαραίτητο- μαύρο, πικρό χιούμορ δημιουργεί μία πολύ όμορφη και ανθρώπινη ταινία, αναπτύσσει έξοχα τους συμπαθητικούς χαρακτήρες και ισορροπεί επιτυχώς ανάμεσα στις κωμικές και δραματικές στιγμές.

 Και κάπου εδώ, ας πάμε και στον τίτλο της ταινίας. Ο οποίος είναι ημιτελής. Και το λέω αυτό με βάση τα όσα παρακολουθούμε. «Ο Γουίλμπουρ δεν θέλει τη ζωή του» λοιπόν. Σύμφωνοι. Όμως αυτό συμβαίνει επειδή ο ήρωας δεν βρίσκει κάτι διαφορετικό. Όντας εκ φύσεως απαισιόδοξος θεωρεί ότι η ζωή του είναι άδεια, κενή, ότι κάτι λείπει από αυτήν. Ότι δεν υπάρχει κάτι να περιμένει, να προσδοκά, να επιθυμεί, να σκοπεύει. Μόλις όμως το βρει όλα αλλάζουν μεμιάς! Τότε ο Γουίλμπουρ όχι μόνο θα ξεχάσει κάθε σκέψη περί αυτοκτονίας, αλλά θα κάνει τα πάντα για να ζήσει. Και όχι απλά να ζήσει, αλλά να το κάνει με τις καλύτερες των συνθηκών!
 Μια ανατροπή που δείχνει ότι μπορεί ο Γουίλμπουρ να μην θέλει τη ζωή του, αλλά η Ζωή θέλει αυτόν!

 Και επίσης μπορεί η ατμόσφαιρα της ταινίας να είναι μουντή, οι ήρωες να ασφυκτιούν σε μία μεγαλούπολη όπως η Γλασκώβη, και η μελαγχολία που βγάζει διάχυτη, όμως το τελικό μήνυμά της είναι πέρα για πέρα αισιόδοξο. Κι όταν οι πέντε χαρακτήρες συναντηθούν και ζήσουν μαζί ο καθένας θα κάνει ότι μπορεί για να περνάει καλά, αφήνοντας πίσω τα προσωπικά προβλήματα με γνώμονα το κοινό ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο, και μία γενικά αισιόδοξη νότα θα αιωρείται μέχρι την αποκάλυψη του καταραμένου μυστικού...

 Μία πολύ όμορφη και ανθρώπινη ταινία, η οποία αναδεικνύει το γνήσιο και αληθινό ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο, τον φίλο, το μέλος αυτής της ιδιότυπης οικογένειας. Αυτό το καθημερινό ενδιαφέρον που γεννά συναισθήματα όπως το θάρρος και την ψυχική δύναμη!

 Βαθμολογία: 8/10

Τρίτη 30 Μαρτίου 2010

Dogville, Lars Von Trier, 2003


 Το "Dogville", του ιδιόρρυθμου Δανού σκηνοθέτη Lars Von Trier και του 2003, υπήρξε μία από τις πιο πολυσυζητημένες ταινίες των τελευταίων χρόνων. Δίχασε κοινό και κριτικούς, τόσο για τον θεατρικό τρόπο κινηματογράφισης, τον οποίο μας σύστισε ο Τρίερ, όσο και για ορισμένες πραγματικά σκληρές σκηνές. Με τα ακραία σχόλια, είτε από την πλευρά που εκθειάζει την ταινία, είτε από εκείνη που απαξιώνει την "καινοτομία" του Δανού, το μόνο σίγουρο είναι πως το Dogville αποτελεί μία απ' τις σημαντικές στιγμές της δεκαετίας.
 Με την οποία, ο Λαρς Φον Τρίερ κάνει μια παραβολή, διηγούμενος την ιστορία της Grace (Nicole Kidman), που έχει διαφύγει από εγκληματίες και η οποία φτάνει στην μικρή πόλη Dogville, όπου της παρέχεται άσυλο, με αντάλλαγμα όμως να προσφέρει βοήθεια στους κατοίκους με τις καθημερινές δουλειές τους.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Η Grace έχει τη χάρη και το όνομα της πορσελάνινης ομορφιάς της Nicole Kidman. Καταδιωκόμενη από μια συμμορία κακοποιών ζητάει τη βοήθεια των κατοίκων ενός μικρού χωριού. Εκείνοι στην αρχή την αντιμετωπίζουν με δυσπιστία. Η Grace όμως σταδιακά αρχίζει να δουλεύει για το χωριό προκειμένου να δείξει την ευγνωμοσύνη της απέναντι στους ανθρώπους που την αγκάλιασαν και τη δέχτηκαν ως μέλος της μικρής οικογένειάς τους. Το Dogville είναι η τραγική πορεία ενός τόπου προς την καταστροφή, διαιρεμένη σε εννέα κεφάλαια με ένα σύντομο πρόλογο.

 Πρόκειται για την πρώτη ταινία της τριλογίας "USA: Land of Opportunities", που συνεχίστηκε με τις Manderlay (2005) και Washington (2007).
 Εδώ, όλη η ταινία είναι τοποθετημένη σε μια θεατρική σκηνή. Σε ένα απόλυτα μινιμαλιστικό σκηνικό. Αφενός ο Τρίερ πειραματίζεται με μία θεατρικών καταβολών σκηνοθεσία, αφετέρου γράφοντας ο ίδιος και το σενάριο, με μοναδικό σκηνικό τη θεατρική σκηνή, είναι ολοφάνερο πως επιθυμεί να επικεντρωθούμε απόλυτα στην ιστορία! Και φυσικά εμφανείς και πολύ έντονες είναι οι επιρροές από το περίφημο επικό θέατρο του Μπέρτολτ Μπρεχτ.
 Και κάπου εδώ για μένα γκρεμίζεται το "κατηγορώ" απέναντι στον Δανό περί "ανύπαρκτης σκηνοθεσίας"..
 Τα γεγονότα που διαδραματίζονται στο Dogville μας τα αφηγείται ο John Hurt, η φωνή του οποίου λειτουργεί επεξηγηματικά, δίχως να αφήνει το παραμικρό περιθώριο παρερμηνείας της εικόνας.
 Η ιστορία χωρίζεται σε 9 κεφάλαια με έναν πρόλογο. Που όμως δυστυχώς κόβονται απότομα και οι σκηνές που παρεμβάλλονται μεταξύ των κεφαλαίων δεν δείχνουν αλληλένδετες, αλλά μάλλον λίγο απόμακρες. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το πρωτότυπο φιλμ, το οποίο προβλήθηκε στις Κάννες (έχασε τελικά τον Χρυσό Φοίνικα από το "Elephant" του Gus Van Sant) είναι διάρκειας 3 ωρών, ενώ στις κινηματογραφικές αίθουσες και στα DVD κυκλοφόρησε η κομμένη κατά 45' έκδοση...

 Στον Πρόλογο μαθαίνουμε ότι το Dogville είναι μια πολύ μικρή Αμερικανική πόλη στα Βραχώδη Βουνά. Υπάρχει μόνο ένας δρόμος που οδηγεί στην πόλη αυτή. Στην οποία κατοικούν ελάχιστοι άνθρωποι, που μάλιστα παρουσιάζονται ως από καλοί έως και αξιαγάπητοι, με ελάχιστα μειονεκτήματα, που είναι πέρα για πέρα ανθρώπινα.
 Ο Tom αυτοαποκαλείται επικεφαλής και συγκεντρώνει συχνά τους συγκατοίκους του, για να μιλήσουν για διάφορα θέματα..

 Στα 9 κεφάλαια που ακολουθούν ξετυλίγεται η ιστορία. Ο Tom θα είναι ο πρώτος που θα γνωρίσει την πανέμορφη φυγά Grace (μόνο τυχαίο δεν είναι το όνομα αυτό της ηρωίδας!), που κατέφτασε στο Dogville καταδιωκώμενη από ομάδα γκάνγκστερ και θα την πείσει να μείνει στην μικρή τους κοινωνία λέγοντας ότι η διέξοδος από εκεί δεν είναι εύκολη. Επίσης, προκειμένου να την βοηθήσουν θα πρέπει να τους αποδείξει πρώτα ότι είναι καλός άνθρωπος. Μια πλατωνική σχέση θα αναπτυχθεί μεταξύ τους.
 Η Grace θα αρχίσει να τους προσφέρει τις υπηρεσίες της, βοηθώντας σε δουλειές, ουσιαστικά αχρείαστες, μέχρι να γίνει αποδεκτό μέλος της κοινωνίας. Μια Grace καλοσυνάτη, ήρεμη και πρόθυμη να βοηθήσει απλόχερα τους συνανθρώπους της.
 Σε λίγο θα ανταμείβεται και με μικροποσά για τις υπηρεσίες που προσφέρει, αλλά η φωτογραφία της με τίτλο "Αναζητείται" κοντά στην πόλη, αλλά και η εμφάνιση της αστυνομίας θα αναστατώσει τους κατοίκους..
 Θα είναι επιφυλακτικοί απέναντί της, ενώ θα την βαρύνουν με περισσότερες δουλειές. Όταν η Grace λυγίσει και αρχίσει να κάνει λάθη, οι φαινομενικά ήρεμοι κάτοικοι θα εξαγριωθούν και θα επιτεθούν στην άμοιρη να αντιδράσει κοπέλα.
 Εκείνη όμως θα εξακολουθήσει να υπομένει στωικά τα πάντα. Την βλέπουμε διαρκώς να προσπαθεί να δικαιολογεί τις απαράδεκτες πράξεις των αγράμματων κατοίκων του χωριού. Να προσπαθεί να βρει τί δεν τους μαθαίνει καλά και να ψάχνει νέες μεθόδους να τους προσεγγίσει. Όλα όμως μοιάζουν να είναι άσκοπα...
 Αφού αρχικά την κάνουν απόλυτη σκλάβα του χωριού, οι άνθρωποι στους οποίους πρόσφερε εθελοντικά και απλόχερα τη βοήθειά της, θα την αλυσοδέσουν, θα της περάσουν κι ένα κουδουνάκι για να ξέρουν που βρίσκεται, ενώ, αφού βιώσει τον απόλυτο εξευτελισμό, τελικά θα αποτελέσει και το σεξουαλικό αντικείμενο για κάθε κάτοικο, που κατ' εξακολούθηση θα την βιάσει. Πλην του Tom...
 Ο οποίος, θα ζητήσει από τη Grace να κάνουν σεξ, εκείνη θα του πει να περιμένουν για όταν καλυτερεύσουν οι συνθήκες και θα έχουν φύγει πια απ' το Dogville και τότε, μετά από απανωτές σκέψεις θα καλέσει τους γκάνγκστερ...
 Για να έρθουν να "παραλάβουν" τη Grace και να ανατρέψουν τα πάντα...

 Είναι γεγονός ότι από την αρχή της ταινίας, στο πρόσωπο της Grace o κάθε θεατής βλέπει μία δύσμοιρη κοπέλα, που αδικείται κατάφωρα χωρίς να έχει φταίξει σε κάτι, που γίνεται έρμαιο στις ορέξεις των εξαγριωμένων χωριατών. Ένα εξιλαστήριο θύμα. Και προσδοκά (ο θεατής) την αντίδρασή της. Την εκδίκησή της. Αλλά δεν την βλέπει να έρχεται.
 Και εδώ ακριβώς, στο φινάλε της ταινίας υπάρχει η μεγάλη ειρωνία. "Θύμα" τελικά είναι ο ίδιος ο θεατής!
 Η Grace θα αποδειχθεί ότι είναι η κόρη του αρχιγκάνγκστερ, ο οποίος την αναζητούσε επειδή η πρώτη το είχε σκάσει απ' τον πατέρα της, για λόγους ασυμφωνίας των δύο πάνω σε απόψεις σχετικά με την εξουσία και το εάν πρέπει να κατηγορείς τους ανθρώπους για τα λάθη που κάνουν. H Grace πιστεύει ότι τα λάθη που κάνουν οι φυσιολογικοί άνθρωποι, τα διαπράτουν γιατί βρίσκονται σε συγκεκριμένες συνθήκες, συνθήκες που αν βρίσκονταν ο πατέρας της και η ίδια, πιθανόν θα έκαναν τα ίδια. Ο πατέρας της την κατηγορεί για ύβρη...την κατονομάζει ότι ενώ κρατάει υψηλά κριτήρια για τον εαυτό της και τις πράξεις της, δεν χρησιμοποιεί ποτέ τα ίδια κριτήρια για τους άλλους, την κατηγορεί ότι δικαιολογεί τα πάντα, σχεδόν σαν θεός, ξεχνά πως είναι και αυτή άνθρωπος..

  Θα την πείσει να επιστρέψει μαζί του πίσω και τότε, λίγο πριν φύγει η Grace θα πάρει την εκδίκησή της. Θα δώσει εντολή στον πατέρα της να σκοτώσει όλους τους κατοίκους και να κάψει το χωριό. Η ίδια θα σκοτώσει στο τέλος τον Tom γράφοντας τον προσωπικό της επίλογο. Έρχεται με αυτόν τον σκληρό τρόπο η πολυπόθητη λύτρωση για την πρωταγωνίστρια που τράβηξε τα πάνδεινα και φυσικά η κάθαρση, που κλείνει θριαμβευτικά το Dogville!

 Σίγουρα πρόκειται για την πιο θαρραλέα και συγκλονιστική ερμηνεία της Kidman, που φυσικά δεν μπορούσε να βρει ανταπόκριση από τον "θείο Όσκαρ". Γιατί; Μα επειδή πρόκειται για μία αντιαμερικανική ταινία. Ο Trier με διάχυτους συμβολισμούς, με βάση μία παραβολή, ξεσκίζει με αυτήν εδώ την αλληγορία πάνω στην ανθρώπινη υπόσταση, την Αμερικανική -και όχι μόνο- κοινωνία. Και επίσης κατακρεουργεί τα χριστιανικά ήθη, αφού μας λέει ξεκάθαρα ότι η προβολή της καλοσύνης και της αγαθοσύνης ευθύνονται για την έξαρση της κακίας και της επιθετικότητας. Λέει δηλαδή ο Δανός ότι η Grace και ο χαρακτήρας της είναι υπεύθυνοι για τα μύρια όσα της συνέβησαν..

 Βέβαια για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, θεωρώ πως πέραν της "επίθεσης" στα χριστιανικά ιδεώδη, μία τέτοια ανάγνωση από τον Τρίερ βγάζει έναν απίστευτο μισανθρωπισμό, αφού είναι σα να μας λέει ξεκάθαρα πως "δεν υπάρχουν καλοί άνθρωποι" και πως "μην κάνει κανείς το καλό γιατί θα εισπράξει σκληρότητα και απανθρωπιά". Με αυτό το κριτήριο λοιπόν, ο Δανός κάνει φάουλ. Όπως φάουλ κάνει και με τον μισογυνισμό του, καθώς σε ολόκληρη την ταινία η ηρωίδα βιάζεται σωματικά και ψυχικά...

 Όποιος μείνει σε αυτά τα -σημαντικά η αλήθεια- αρνητικά χαρακτηριστικά, θα μισήσει το Dogville. Όποιος όμως κατορθώσει να τα απομονώσει, να "δει" την παραβολή, να ενθουσιαστεί με την ερμηνεία ολκής της Κίντμαν, να απορροφήσει το εκπληκτικό σενάριο, παραμερίζοντας τα πολύ φτωχά σκηνικά, να αντιληφθεί έστω ορισμένους απ' τους συμβολισμούς και να "λυτρωθεί" μαζί με την πρωταγωνίστρια στο φινάλε, αναμφισβήτητα θα λατρέψει αυτή την καινοτόμο δημιουργία του Δανού.
 Όσο για τον γράφοντα; Μετά και από την δεύτερη θέαση της ταινίας τοποθετεί εαυτόν στη δεύτερη κατηγορία. Και μάλιστα έχω την άποψη ότι με το Dogville ο Trier υπογράφει την καλύτερη δημιουργία του, μία εκπληκτική ταινία που πολύ δύσκολα θα ξαναδούμε από τον Δανό!

 Βαθμολογία: 8,5/10

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2009

Antichrist, Lars von Trier, 2009


Οκ, ας κάνουμε αρχή σε αυτόν τον νέο διαδικτυακό τόπο με μία ταινία που έχει παρακολουθηθεί πάρα πολύ, ήδη συζητήθηκε αρκετά, ερμηνεύτηκε ποικιλοτρόπως, ενώ σίγουρα για πολύ καιρό ακόμη θα απασχολεί κριτικούς, κοινό, εταιρίες διανομής και ένα σωρό από κόσμο, σχετικό με τον κινηματογράφο ή όχι, συμπαθή απέναντι στον ιδιόρρυθμο σκηνοθέτη και το έργο του, ή πολέμιό του.
Τον "Αντίχριστο" του Λαρς φον Τρίερ.
Τόσος ντόρος λοιπόν για οτιδήποτε δεν γίνεται ποτέ άσκοπα, και οπωσδήποτε όταν μιλάμε για έργα τέχνης, ο κάθε παραγωγός τους ηδονίζεται όταν ένα νέο έργο του προκαλεί, ενοχλεί και θορυβεί την κοινή γνώμη. Για να επανέλθω στην περίπτωση του Τρίερ, ο Δανός έστησε ολόκληρη φιέστα στις Κάννες, με τη συνέντευξή του, τις λοιπές εκδηλώσεις πριν και μετά από αυτή και την περίφημη πια στιγμή όπου έχρισε εαυτόν "καλύτερο σκηνοθέτη του κόσμου"!
Σπάει πλάκα ο Δανός και εμείς αναρωτιόμαστε αν μας δουλεύει ομαδικώς ή αν όντως πρόκειται για μια μεγάλη ιδιοφυΐα στα όρια της τρέλας.

Η υπόθεση του "Αντίχριστου" γνωστή:
Ένα ζευγάρι αποφασίζει να καταφύγει στη δική του Εδέμ, τη γη της επαγγελίας , που είναι μια καλύβα απομονωμένη στο κέντρο ενός δάσους. Εκεί Αυτός κι Αυτή (οι πρωταγωνιστές δεν έχουν ονόματα, μία ακόμη έμπνευση του Δανού) προσπαθούν να ξαναχτίσουν την κατεστραμμένη τους σχέση και να επισκευάσουν τις ραγισμένες καρδιές τους. Όμως η Φύση αποφασίζει να τους δώσει τα δικά της μαθήματα κι έτσι τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο...

Κινηματογραφικά, πρόκειται για σπουδαία ταινία.
Η σκηνοθεσία είναι καταπληκτική και ειδικά η εναρκτήρια σεκάνς (ο Πρόλογος) ονειρεμένη: σε ασπρόμαυρο φόντο και slow motion, το ζευγάρι κάνει έρωτα μέσα στη μπανιέρα υπό τους ήχους της άριας Lascia ch'io pianga από την όπερα Rinaldo του Χέντελ, για να συνεχίσουν να ερωτοτροπούν στο υπνοδωμάτιο όπου και θα τους κοιτάξει το μωρό τους λίγο πριν ανοίξει το παράθυρο και χαζεύοντας τις νιφάδες του χιονιού, πέσει και σκάσει κάτω στο στρωμένο χιόνι με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα.

Οι εικόνες (μέγας εικονοκλάστης ο Τρίερ!) είναι πανέμορφες, η φωτογραφία του Anthony Dod Mantle εξίσου ωραία, οι κρυμμένοι συμβολισμοί αναδεικνύουν κι άλλο το μεγαλείο της Φύσης αλλά και της Ψυχής των ηρώων, ενώ το μοναδικό μελανό κατ΄ εμέ σημείο είναι οι ηθοποιοί. Από πολλούς εκθειάστηκαν οι πρωταγωνιστές Willem Dafoe και Charlotte Gainsbourg, ενώ η δεύτερη βραβεύτηκε για την ερμηνεία της. Εμένα πάλι οι ερμηνείες με άφησαν αδιάφορο, για να μην χαρακτηρίσω τραβηγμένη ή και ακόμη κακή εκείνη της Γκέινσμπουργκ. Ο Νταφό "έπαιζε" πιο νορμάλ.

Πίσω πάλι στην ανάλυση της ταινίας. Μετά το τραγικό συμβάν και το θάνατο του μωρού Αυτή πέφτει σε βαριά κατάθλιψη, νοιώθοντας παράλληλα κι ενοχές, κι Αυτός, ως ψυχοθεραπευτής που είναι, προσπαθεί ο ίδιος, χωρίς τη χρήση φαρμάκων, να την θεραπεύσει. Από κει και πέρα ο Τρίερ ξετυλίγει το κουβάρι του φόβου. Αυτό το αρχέγονο ανθρώπινο ένστικτο που οδηγεί στα πιο σκοτεινά και απαισιόδοξα μονοπάτια της ανθρώπινης ψυχής. Και ο Δανός καταπιάνεται με ένα σωρό ζητήματα: τη θρησκεία, τη φύση, τη σχέση αυτών των δύο  και εν τέλει την ανθρώπινη λογική.
Χωρίζει την ταινία στα ακόλουθα μέρη: Κεφάλαιο πρώτο: Θλίψη. Δεύτερο: Πόνος (Το Χάος Βασιλεύει). Τρίτο: Απόγνωση. Τέταρτο: Οι Τρεις Ζητιάνοι. Μέσα από αυτά τα κεφάλαια μας μεταφέρει όλα εκείνα που θέλει, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στον ψυχικό κόσμου του ανδρός και της γυναίκας.
Και φυσικά είναι μισογύνης ο Τρίερ. Πολύ απλά γιατί στον Γουίλιαμ Νταφό (άνδρας) εντοπίζει τον ορθολογισμό και τον επιστημονικό σκεπτικισμό. Αντίθετα στην Γκέινσμπουργκ (γυναίκα) εντοπίζει την κατάθλιψη και τις ενοχές που πλημμυρίζουν τη συνείδησή της με το ατυχές συμβάν. Συμβολική και η σεκάνς με την αλεπού (γυναίκα) να τρώει τα σπλάχνα της. Όπως και η Φύση. "Η φύση είναι η εκκλησία του Σατανά". Η "αδύναμη γυναίκα" δεν μπορεί να κουμαντάρει τον εαυτό της. Και έτσι επαφίεται στην φροντίδα της φύσης. Η φύση είναι γένους θηλυκού, όπως και η ενοχή, η θλίψη, η απόγνωση που βιώνει η ηρωίδα του Τρίερ. Και που τελικά όλα οδηγούν στο ΧΑΟΣ.
Για να φτάσουμε στον επίλογο (και πάλι σε ασπρόμαυρο φόντο όπως ο πρόλογος)  όπου από τη μία δείχνει την κατάρριψη της ανθρώπινης λογικής και από την άλλη ρίχνει την υπαιτιότητα για αυτό στο γυναικείο φύλο. Φαίνεται δηλαδή πως την καθιστά υπεύθυνη για τα δεινά του κόσμου.  Καθαρός μισογυνισμός του Δανού, όπου οι όποιες αμφισβητήσεις δηλώνονται εξαρχής καταρρίπτονται με το φινάλε.

Τις περιβόητες σοκαριστικές σκηνές δεν τις σχολίασα...
Προσωπικά με ενόχλησαν και δεν μπορώ να τις δεχτώ στο όνομα ενός "μοντέρνου" σινεμά ή σε μια γενική εντύπωση ότι σε έναν μεγάλο και εκκεντρικό σκηνοθέτη επιτρέπονται τα πάντα..
Εξαιτίας αυτών των σκηνών άλλωστε πολύς κόσμος μίσησε την ταινία, ενώ κάποιοι προσπάθησαν να τις αγνοήσουν και να ψάξουν για την ουσία του φιλμ, ή κάποιοι άλλοι τις βρήκαν συμβολικές, πρωτοποριακές..
Η ουσία πιστεύω, σε ότι από τα παραπάνω αν πιστεύεις, είναι πως οι συγκεκριμένες σοκαριστικές σκηνές ήταν ανούσιες. Θα μπορούσε στην "πρόκληση για την πρόκληση" ο Τρίερ να σοκάρει με άλλους τρόπους, λιγότερο αηδιαστικούς και πραγματικά σκληρούς, όχι όμως "μεσαιωνικά" χυδαίους.

Όσο για το ποιος τελικά είναι ο Αντίχριστος;
Μα ο ίδιος ο Τρίερ φυσικά!

Συνοπτικά, πρόκειται για μία όμορφη, άρτια σκηνοθετημένη, με διάχυτους συμβολισμούς ταινία που θα βαθμολογούταν πολύ ψηλά αν... έμενε σε αυτά. Κάτι που δεν κάνει ο Δανός, παρά τα χαλάει με την εμμονή του στο να σοκάρει χωρίς αιτία και με το μισογυνισμό που προβάλει και στον οποίο αναφέρθηκα παραπάνω.
Ο Τρίερ νομίζει εν τέλει ότι δημιουργεί ένα κομψοτεχνικά βίαιο, ηθελημένα σοκαριστικό, διεστραμμένο αριστούργημα πλούσιο σε νοήματα και συμβολισμούς..
Εγώ πάλι, δεν μπορώ να τοποθετήσω τον "Αντίχριστο" ανάμεσα στις σπουδαίες δημιουργίες του μεγαλύτερου σκηνοθέτη της γεννιάς του (και όχι του κόσμου κύριε Τρίερ): Europa, Dogville, Breaking the waves.


Εδώ είναι η εξομολογητική προσέγγιση του σκηνοθέτη για τον "Αντίχριστο":
Πριν από περίπου δύο χρόνια, υπέφερα από κατάθλιψη. Ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία για μένα. Τα πάντα, χωρίς καμία εξαίρεση, μου φαίνονταν άνευ σημασίας και αξίας. Δεν μπορούσα να δουλέψω.
Έξι μήνες αργότερα, σαν άσκηση απλώς, έγραψα ένα σενάριο. Ήταν ένα είδος θεραπείας, αλλά και συγχρόνως μια αναζήτηση, ένα πείραμα για να δω αν θα μπορούσα να γυρίσω ποτέ ξανά κάποια ταινία. Το σενάριο τέλειωσε και γυρίστηκε χωρίς μεγάλο ενθουσιασμό, όπως ήταν, κι αξιοποιώντας ούτε το μισό από τις σωματικές αλλά και τις πνευματικές μου δυνατότητες. Η δουλειά στο σενάριο δεν έγινε σύμφωνα με το συνήθη τρόπο δουλειάς μου. Σκηνές προσθέτονταν χωρίς λόγο. Εικόνες συνθέτονταν χωρίς να ακολουθείται κάποια λογική ή κάποιου είδους κινηματογραφική σκέψη. Συχνά προέρχονταν από όνειρα που έβλεπα εκείνη την εποχή, ή από όνειρα που είχα δει παλιότερα στη διάρκεια της ζωής μου. Για μια ακόμη φορά, το θέμα ήταν η «Φύση», αλλά με ένα τρόπο διαφορετικό, περισσότερο ευθύ απ’ ό, τι παλιά. Με έναν τρόπο πιο προσωπικό.
Το φιλμ δεν περιέχει κάποιο συγκεκριμένο κώδικα ηθικής, και στη θέση της πλοκής έχει μονάχα αυτά που κάποιοι θα αποκαλούσαν τα «απολύτως απαραίτητα».
Διάβαζα Στρίντμπεργκ όταν ήμουν νέος. Διάβαζα με ενθουσιασμό τα όσα έγραφε πριν πάει στο Παρίσι για να γίνει αλχημιστής και αυτά που έγραψε όσο διέμενε εκεί ..την περίοδο που αργότερα αποκλήθηκε «κρίση της κολάσεώς» του (inferno crisis) - ήταν άραγε ο «Αντίχριστος» η δική μου Κρίση της Κολάσεως; Η συγγένειά μου με τον Στρίντμπεργκ;
Σε κάθε περίπτωση δεν μπορώ να σας προσφέρω καμιά δικαιολογία για τον «Αντίχριστο». Τίποτε άλλο εκτός από την απόλυτη πίστη μου στο φιλμ - το σημαντικότερο φιλμ σε ολόκληρη την καριέρα μου!
Λαρς Φον Τρίερ, Κοπεγχάγη, 25/03/2009.





Βαθμολογία: 5/10