Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Cristian Mungiu. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Cristian Mungiu. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

Dupa dealuri (Beyond the Hills), Cristian Mungiu, 2012

 

 Η νέα ταινία του Ρουμάνου Cristian Mungiu, που είδε τις μετοχές του να εκτοξεύονται με το αριστουργηματικό «4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 Ημέρες» (Χρυσός Φοίνικας), το «Πέρα απ' τους Λόφους» (και όχι «Πίσω...») είναι ένα δυνατό αλληγορικό ψυχολογικό δράμα, βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Tatiana Niculescu Bran, που κέρδισε το βραβείο σεναρίου στις Κάννες. Σε σενάριο και σκηνοθεσία Cristian Mungiu, με τους: Cosmina Stratan, Cristina Flutur, Valeriu Andriuta, Dana Tapalaga, Catalina Harabagiu.

 Η υπόθεση:
 Η Alina (Cristina Flutur) κι η Voichiţa (Cosmina Stratan) γνωρίζονται από τα παιδικά τους χρόνια στ' ορφανοτροφείο κι έχουν αναπτύξει μια σχέση, σχεδόν, αδελφική. Η Alina, στα 19 της υιοθετήθηκε από μια οικογένεια και πλέον ζει κι εργάζεται μόνιμα στην Γερμανία. Η Voichiţa, από την άλλη, φεύγοντας από τ' ορφανοτροφείο, βρήκε την χαμένη της οικογένεια στο πρόσωπο του Θεού. Κάποια στιγμή, η Alina θα επιστρέψει στην Ρουμανία για να πάρει μαζί της τον μόνο άνθρωπο που αγάπησε πραγματικά στην ζωή της, την Voichiţa. Η Voichiţa, όμως, θεωρεί πια οικογένειά της το μοναστήρι και διστάζει να κάνει μια νέα αρχή με την καρδιακή της φίλη. Μ' αυτόν τον τρόπο, άθελά της, θέτει σε κίνδυνο την ζωή της ήδη άρρωστης Alina, καθώς ο Ηγούμενος (Valeriu Andriuţă) κι οι υπόλοιπες μοναχές, βλέπουν στο πρόσωπο της φιλοξενούμενης τον σατανά.

Στο αριστουργηματικό «4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 Ημέρες» ο Μουντζίου κριτίκαρε έντονα μια συγκεκριμένη πολιτικοκοινωνική πτυχή του καθεστώτος Τσαουσέσκου (αμβλώσεις). Εδώ, με τη μόλις 3η μεγάλου μήκους ταινία της καριέρας του (οι αστικοί μύθοι στο «Ιστορίες από τη Χρυσή Εποχή» γράφτηκαν απ' τον Μουντζίου αλλά σκηνοθετήθηκαν από πέντε συνολικά δημιουργούς), ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του ρουμανικού σινεμά ρίχνει τα δίχτυα της κριτικής του στον σκοταδισμό της ρουμανικής (και όχι μόνο) εκκλησίας, κρατώντας ωστόσο αποστάσεις σε αντίθεση με την ευθεία επίθεση στο ρουμάνο δικτάτορα.

 Σε ένα ορθόδοξο μοναστήρι... πέρα απ' τους λόφους (ο τίτλος αναφέρεται σε όσα συμβαίνουν μακρυά απ' την κοινή θέα) εκτυλίσσεται το στόρι του φιλμ. Η Αλίνα θα επιστρέψει στη Ρουμανία από τη Γερμανία όπου διέμενε τα τελευταία χρόνια, για να πάρει μαζί της την Βοϊκίτσα, αγαπημένη της φίλη και μεγάλο έρωτα, η οποία μετά τη συμβίωσή τους στο ορφανοτροφείο και την υιοθεσία της Αλίνα, στράφηκε στην αναζήτηση του Θεού, στον οποίο και αφιέρωσε πια τη ζωή της, ενώ βρήκε και την οικογένεια που ποτέ δεν είχε.

 Η επανασύνδεση των δύο γυναικών δε θα γίνει, όπως τουλάχιστον η Αλίνα είχε φανταστεί. Θα αντικρίσει μια αποστασιοποιημένη, κλεισμένη στον εαυτό της Βοϊκίτσα, η οποία ναι μεν θα χαρεί από την επανεμφάνιση της φίλης της, αλλά θα της προσφέρει χείρα βοηθείας διαφορετική από εκείνη που θα επιθυμούσε. Απόμακρη, έχοντας αποβάλλει τα ανθρώπινα θέλω, η νεαρή καλόγρια έχει επιλέξει το δρόμο της προσευχής, της εγκράτειας, της πνευματικής αναζήτησης. 
 Πράγματα ολωσδιόλου ξένα στην Αλίνα, που αδυνατεί να κατανοήσει τον τρόπο ζωής των μοναχών, τόσο σκοτεινό, απόμακρο και «περίεργο» από το συνηθισμένο. Θα της ζητήσει έντονα και επαναλαμβανόμενα να την ακολουθήσει, όμως, όπως λέει κι ο παππάς «ο δρόμος του Θεού μοιάζει να μην έχει επιστροφή» και η Βοϊκίτσα δε δείχνει διατεθειμένη να αφήσει τη γαλήνη αλλά και την «οικογένεια» που μόλις βρήκε.

 Όμως δεν είναι αυτό το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Αλίνα, αφού σύντομα, λόγω του εκρηκτικού χαρακτήρα, της έντονης επιμονής της, αλλά και του διαλυμένου ψυχολογικού της κόσμου και του συχνά υψηλού πυρετού που οδηγεί σε υστερικές κρίσεις θα αντιμετωπιστεί εχθρικά από τις καλόγριες και τον «Πατέρα» (ιερέα της μονής), καθώς θα την παρομοιάσουν με το Σατανά...

 Όπως προαναφέρθηκε η ταινία είναι βασισμένη στη νουβέλα της Τατιάνα Νικουλέσκου Μπραν και αναφέρεται σε ένα πραγματικό γεγονός εξορκισμού, που συνέβη στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, στο χωριό Τανάκου της Ρουμανίας και είχε συγκλονίσει την τοπική κοινωνία. Ο εξορκισμός, που θα γίνει πάνω σε ξύλινο σταυρό(!), θα αποτελέσει μέρος του μαρτυρίου στο οποίο θα υποβληθεί η δυναμική Αλίνα, στην προσπάθεια να κερδίσει πίσω την αγάπη της φίλης της. Θα αποτελέσει κομμάτι της «τιμωρίας» της, που θα αρνηθεί τη μοναστηριακή ζωή και μαζί τον προάγγελο της τραγικής κατάληξης. Μιας σταύρωσης, «αυτοθυσία» ως τη μοναδική λύση(;) στον ψυχικό πόνο ενός ανεκπλήρωτου, «προδομένου» έρωτα.

 Τα κατάλοιπα από το διαβρωτικό, απάνθρωπο παρελθόν της Ρουμανίας του Τσαουσέσκου συναντούν τη σημερινή Ρουμανία μέσα από φορείς όπως οι αστυνομικοί αλλά ακόμη κι οι ιατροί.

 Η συνολική ματιά του Μουντζίου απέχει πολύ από την δριμύ κριτική που ασκεί στον Τσαουσέσκου στο «4 Μήνες...», αφού εδώ, ναι μεν διατηρεί την αγαπημένη του ρεαλιστική απεικόνιση, όπως και τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα του φιλμ, αλλά από την άλλη ούτε πολιτικολογεί ούτε ηθικολογεί. Απλώς, εξετάζει ακόμη ένα πολιτικοκοινωνικό φαινόμενο (με σαφείς θρησκευτικές διαστάσεις) και πώς αυτό επηρεάζει τους εμπλεκόμενους ήρωές του. 

 Και εδώ πάντως, όσον αφορά στο τεχνικό κομμάτι, απουσιάζει η μουσική, ενώ οι λήψεις είναι μικρής ή μεγάλης διάρκειας νατουραλιστικά και ανθρωποκεντρικά μονοπλάνα, για κάθε σεκάνς. Συνολικά παρακολουθούμε μια στιβαρή, υποβλητική σκηνοθεσία με μινιμαλιστική αφήγηση, που στηρίζει απόλυτα το εξαιρετικό βραβευμένο στις Κάννες σενάριο, διεισδυτική ματιά στα ζητήματα που θέτει και μια κλιμακωτά δραματική εξέλιξη με υπόγεια δοσμένο καυστικό χιούμορ.

 Θα ήταν αφελές από πλευράς Ρουμάνου να ασχοληθεί με σαχλά ερωτήματα τύπου «τί είναι η πίστη» ή να αναλωθεί σε επιθέσεις θρησκευτικές, χριστιανικές, καθολικές, παπικές, κ.ά.. Εκείνο όμως που κάνει με ιδιαίτερη ευφυΐα είναι να σκαλίσει στο εσωτερικό του μοναστηρίου και να αναρωτηθεί κατά πόσο ο σκοταδισμός της τυφλής πίστης έχει ελπίδα να δει αληθινό φως και ακόμη, αν είναι εφικτό αυτή η τυφλή πίστη να καταφέρει (χωρίς να εξετάζεται αν χρειάζεται) να συνυπάρξει  με τον άθρησκο άνθρωπο χωρίς να τον αντιμετωπίζει δαιμονοποιημένα. 

 Ένα αλληγορικό δράμα με εξαιρετικό σενάριο και έξοχες ερμηνείες από τις δύο πρωταγωνίστριες εκτυλίσσεται ατμοσφαιρικά σε πλάνα παγωμένα, φυσικά και ψυχικά, μέσα σε 2 1/2 ώρες, που κυλάνε σα νερό χωρίς να κουράζουν στιγμή. 

 Πληθώρα συμμτοχών και διακρίσεων: Βραβειο Φεστιβαλ Καννων εξ ημισίας στις 2 πρωταγωνιστικές γυναικείες ερμηνείες, Βραβείο Σεναρίου στο Φεστιβαλ Καννών, Επίσημη συμμετοχη στο διαγωνιστικό τμημα του Φεστιβαλ Καννων και στα Φεστιβαλ Karlovy Vary, Τορόντο, Νεας Υόρκης, Πολωνίας, Αμβούργου, ενώ συμμετείχε και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου και απέσπασε το Βραβείο Κοινού του τμήματος Ματιές στα Βαλκάνια.


 Βαθμολογία: 8/10

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

4 luni 3 saptamani si 2 zile, Cristian Mungiu, 2007



4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 μέρες, είναι ο ελληνικός τίτλος (4 luni, 3 saptamâni si 2 zile ο αυθεντικός) αυτής εδώ της πολύ δυνατής και πολυβραβευμένης Ρουμανικής ταινίας του Κριστιάν Μουντζίου.

Τον ανερχόμενο Ρουμάνο σκηνοθέτη, τον είχαμε γνωρίσει στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα του 43ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου συμμετείχε με την κωμική ταινία Occident (Δύση, 2002). 

Εδώ, με το 4-3-2,  ο Mungiu κάνει μία απλή ταινία, καθώς αναφέρεται σε ένα θέμα -μία παράνομη έκτρωση στη Ρουμανία του δικτάτορα Ceauşescu-, αλλά το αποτέλεσμα τελικά είναι εξαιρετικό, αφού ο έντονος ρεαλισμός κυριαρχεί (πολύ λιτή η ταινία σε εικόνα και ήχο). Ακόμα, ο σκηνοθέτης μέσα από ένα απλό θέμα, θέτει ερωτήματα πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις, τις αντοχές, τη φιλία, την υπέρβαση..
Με μία εξιστόριση της οδυνηρής πραγματικότητας, ο σκηνοθέτης θα προσεγγίσει τους ήρωές του με τρομακτικά φυσικό τρόπο, έχοντας ουσιαστικά την κάμερα ως παρατηρητή και μάρτυρα των συγκλονιστικών γεγονότων. Επίσης, η κάμερα, με τα πολλά, συνεχόμενα μονοπλάνα, είναι εκείνη που λειτουργεί ως "εξομολογητής" του ψυχικού κόσμου και των συναισθημάτων των ηρώων του.
Οι δύο βασικές ερμηνείες είναι πολύ δυνατές και ειδικά εκείνη της φίλης της εγκυμονούσας.
Στο πρόσωπο των Otilia και Gabita καθρεφτίζονται τα πρόσωπα χιλιάδων γυναικών του χθες και του σήμερα, που έρχονται αντιμέτωπες με την οποιασδήποτε μορφής αδιαφορία, το σεξισμό, την κοινωνική καταπίεση και κατακραυγή.
Ο Cristian Mungiu αρνείται να πάρει σαφή πολιτική και κοινωνική θέση απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις. Aποστασιοποιημένος από το θέμα των εκτρώσεων, ακολουθεί με την κάμερα στο χέρι την Otilia, μία νεαρή φοιτήτρια (Anamaria Marinca), η οποία θυσιάζει τα πάντα προκειμένου να βοηθήσει τη συναισθηματικά και ψυχικά ασταθή φίλη της, ώστε να προβεί στη πολυπόθητη έκτρωση, σε μια διαταραγμένη πολιτικά για τη Ρουμανία περίοδο, όπου τέτοιες πράξεις απαγορεύονταν δια νόμου, με συνέπεια να γίνονται στο περιθώριο, παράνομα και με επικίνδυνες μεθόδους.


Η ταινία αξίζει και με το παραπάνω. Θίγει μόλις ένα από τα πάμπολλα προβλήματα που "στοίχειωναν" τη Ρουμανία των τελευταίων χρόνων του Τσαουσέσκου (του δικτάτορα που κατηγορήθηκε για καταστρατήγηση ορισμών όπως: ελευθερία, σοσιαλισμός κ.ά., καθώς και για καταπάτηση ανθρώπινων ελευθεριών). 
Το στόρι ξετυλίγεται κατά τη διάρκεια μίας μέρας: Η πρωταγωνίστρια είναι έγγυος και αποφασίζει με τη βοήθεια της φίλης της (καταπληκτική ερμηνεία) να πάει κόντρα στο φασιστικό νόμο, κάνοντας παράνομη έκτρωση.. 
Και ο Κριστιάν Μουντζίου στήνει ένα υποβλητικό δράμα, άρτια δομημένο, σκοτεινό, γεμάτο ένταση, αγωνία, συμβολισμούς, δίχως να "εκμαιεύει" τη συγκίνηση. Μεγάλο ταλέντο ο Ρουμάνος, καρπώνεται δικαίως με το Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, αλλά και το βραβείο του καλύτερου Ευρωπαϊκού φιλμ στο Βερολίνο.


Ο σκηνοθέτης της ταινίας Cristian Mungiu στην συνέντευξή τύπου κατά την διάρκεια του Φεστιβάλ Καννών εξηγεί: «Το σενάριο έχει σαν αφετηρία ένα είδος προσωπικής εμπειρίας, την οποία όμως συνήθως δεν μοιραζόμαστε με τους άλλους. Είναι μια ιστορία σχετικά με επιπτώσεις οι οποίες συνήθως δεν συζητιούνται -είναι αθέατες και ωστόσο είναι κάτι κοινό για πολλούς ανθρώπους. Πέρα απ’ όλα είναι μια ιστορία έκτρωσης σε μια εποχή, όταν μια τέτοια πράξη ήταν μια πράξη διαμαρτυρίας ενάντια σ’ ένα καθεστώς που ήθελε να επιβάλλει την τάξη και την πειθαρχία απαγορεύοντας τις αμβλώσεις».
Και συνεχίζει: «Δεν ήθελα να κάνω μια ταινία για τις αμβλώσεις και τον κομμουνισμό. Νομίζω ότι η ταινία πάει πέρα απ’ αυτά. Οι αμβλώσεις είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα της επιρροής που είχε η προπαγάνδα και η εκπαίδευση -αν και εκείνη την εποχή δεν το καταλαβαίναμε. Ο Τσαουσέσκου (σ.τ.μ. ο κομμουνιστής ηγέτης που κυβερνούσε την Ρουμανία εκείνη την εποχή) είχε απαγόρευσει τις αμβλώσεις για να δημιουργηθεί ένα πλήθος ανθρώπων που θα ικανοποιούσαν τις προσδοκίες του κομμουνιστικού κόσμου. Αποτέλεσμα αυτών ήταν τα χρόνια που ακολούθησαν τη δεκαετία του 70 να υπάρχουν 4-5 μεγάλες γενιές, πολύ μεγαλύτερες από τις προηγούμενες. Οι γυναίκες δεν ήταν προετοιμασμένες και γι’ αυτό γεννήθηκαν πολλά παιδιά. Ένα από τα πρώτα σημάδια ελευθερίας στη Ρουμανία μετά την πτώση του κομμουνισμού ήταν να γίνουν οι αμβλώσεις πάλι νόμιμες. Τα πρώτα δύο χρόνια είχαμε σχεδόν ένα εκατομμύριο αμβλώσεις σε μια χώρα 20 εκατομμυρίων.»

Η ταινία τιμήθηκε με τον χρυσό φοίνικα στο φεστιβάλ των Καννών (Ο Mungiu έγινε ο πρώτος ρουμάνος σκηνοθέτης που κερδίζει το «Χρυσό Φοίνικα»), πήρε το βραβείο του καλύτερου Ευρωπαϊκού φιλμ στο Βερολίνο. αλλά και άλλα βραβεία. 
Σίγουρα πρόκειται για την καλύτερη ταινία του 2007. Οπωσδήποτε πρόκειται και για μία από τις σπουδαιότερες ταινίες της δεκαετίας!



Βαθμολογία: 9/10