Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιαπωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιαπωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

Nobody Knows (Dare mo shiranai), Hirokazu Koreeda, 2004

 

  Μια ιδιαίτερη, ευαίσθητη ταινία απ' την Ιαπωνία και το σκηνοθέτη Hirokazu Koreeda(Still Walking, After Life), σε σενάριο του ίδιου με τους: Yuya Yagira, Ayu Kitaura, Hiei Kimura, Momoko Shimizu, Hanae Kan...

 Η υπόθεση:
 Τέσσερα αδέρφια από διαφορετικό πατέρα ζουν απομονωμένα σε ένα διαμέρισμα του Τόκιο, χωρίς να έχουν πάει ποτέ σχολείο. Μια μέρα, ξαφνικά η μητέρα φεύγει. Αφήνει λίγα χρήματα κι ένα μήνυμα προς τον μεγαλύτερο γιο της, ζητώντας του να προσέχει τα αδέρφια του. Κάπως έτσι αρχίζει η οδύσσεια των παιδιών, που θα προσπαθήσουν να επιβιώσουν σε έναν άγνωστο κόσμο, επινοώντας δικούς τους κανόνες..

 Ο Hirokazu Koreeda με αυστηρά προσωπικό κινηματογραφικό στυλ φιλμογραφεί την εύθραυστη ισορροπία του κόσμου των παιδιών, όταν αυτός έρχεται σε σύγκρουση με το κόσμο των ενηλίκων. 

 Ανεύθυνη, αδικαιολόγητη, εγκληματική μητέρα παρατάει κυριολεκτικά τα τέσσερα παιδιά της, τα οποία μάλιστα έχει κάνει με διαφορετικούς πατεράδες, κλεισμένα σε διαμέρισμα του Τόκιο και εξαφανίζεται για μεγάλα χρονικά διαστήματα με διάφορους εραστές, προφασιζόμενη «δουλειές». 
 Ακόμη αφήνει ρητή εντολή στα τρία μικρότερα παιδιά (δύο κορίτσια, ένα αγόρι) να μη φωνάζουν (είτε απαγορεύονται στην εκάστοτε πολυκατοικία τα μικρά παιδιά και τα κατοικίδια, είτε για εξοικονόμηση χρημάτων του ενοικίου-για αυτό άλλωστε κατά τη μετακόμιση τα μεταφέρει σε βαλίτσες!) και να μη βγαίνουν καθόλου έξω απ' το σπίτι, κάτι που «επιτρέπει» μονάχα στο αγόρι, ηλικίας 12 ετών, το οποίο και χρήζει αρχηγό της οικογένειας, ενώ επίσης δεν επιτρέπει σε κανένα να πάει σχολείο, παρά μόνο να διαβάζουν σπίτι. Σταδιακά η απουσία της παίρνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις, μέχρι που λίγο πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων εξαφανίζεται για πάντα, αφήνοντας πίσω της ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα και τέσσερα μικρά αθώα, ανυπεράσπιστα πλάσματα στο έλεος του κόσμου των ενηλίκων και την απροσωπία της μεγαλούπολης.

 Τώρα, τα τέσσερα αδέλφια θα πρέπει να βασιστούν στις δικές τους δυνάμεις, να αντιμετωπίσουν όλα τα προβλήματα, να αντεπεξέλθουν των και να βρουν λύσεις επιβίωσης, καθώς ξεμένουν από χρήματα. Όπως γίνεται ευκόλως κατανοητό γινόμαστε μάρτυρες μια απότομης ιστορίας ενηλικίωσης

 Μία ταινία σε ντοκουμενταρίστικη μορφή και αργή σε ρυθμούς, σύμφωνα με την ιαπωνική κινηματογραφική σχολή, που επιπλέον, μολονότι διαρκεί 143', πραγματικά δε μοιάζει καθόλου περιττή, καθώς ούτε ένα πλάνο περισσεύει, ούτε ένας διάλογος δείχνει άκαιρος.
 Ένα δυνατό κοινωνικό δράμα, ρεαλιστικό μιας και βασίζεται σε μαρτυρίες του 12χρονου πρωταγωνιστικού χαρακτήρα, ο οποίος περιγράφει ουσιαστικά μια βιωματική σκληρή εμπειρία ενηλικίωσης, που έμεινε το 1988 στην ιστορία της ιαπωνικής κοινωνίας ως «Η υπόθεση των τεσσάρων εγκαταλειμμένων παιδιών».

 Παρεμπιπτόντως ο ανήλικος «ηθοποιός» Yuya Yagira (ερασιτέχνης, όπως και όλοι οι πρωταγωνιστές του Koreeda) αποτελεί αληθινή αποκάλυψη, κατορθώνοντας μάλιστα να κερδίσει το βραβείο αντρικής ερμηνείας στις Κάννες. 
 Αξιολάτρευτη είναι και η πιτσιρίκα που υποδύεται τη μικρότερη αδελφή της οικογένειας, η οποία τελικώς, σηκώνει (χωρίς να αντέξει) το βάρος της τραγικής ιστορίας.

 Οι μεγάλοι ανεύθυνοι, ριψάσπιδες, ανώριμοι, απαράδεκτοι, οι μικροί υπεύθυνοι, ώριμοι, μάγκες.

 Ρεαλισμός, ιμπρεσιονισμός, τρυφερότητα, συγκίνηση δίχως μελοδραματισμούς, ανθρωπιά, εξαίρετες ερμηνείες και ουσιαστική ανάδειξη του στόρι, σε ένα υπέροχο σινεμά.

 Μοναδικό αρνητικό μιας ξεχωριστής, πολύ όμορφης ταινίας, η ψυχρή κινηματογράφηση του Ιάπωνα σκηνοθέτη (εδώ ίσως ταιριάζει με τον Ozu περισσότερο κι απ' τη μινιμαλιστική αφήγηση), κάτι που ξένισε και κούρασε πολλούς θεατές και δευτερευόντως η μεγάλη διάρκεια, αν και επαναλαμβάνω, δεν περισσεύει το παραμικρό.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Straw Dog (Nora inu), Akira Kurosawa, 1949


 Ο «Λυσσασμένος Σκύλος», με τον αγγλικό τίτλο "Straw Dog" και αυθεντικό ιαπωνικό "Nora inu" είναι από τα πρώτα φιλμ του διασημότερου και σπουδαιότερου κινηματογραφιστή της Ασίας, Ακίρα Κουροσάβα (Akira Kurosawa). Συγκεκριμένα πρόκειται για το ένατο κατά σειρά φιλμ αλλά το πρώτο αριστούργημα του κορυφαίου Ιάπωνα σκηνοθέτη.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Μουρακάμι, ένας νέος στο σώμα αστυνομικός, χάνει το όπλο του σε λεωφορείο του Τόκυο και ταπεινωμένος θέτει την παραίτηση του στον επιθεωρητή Σάτο, η οποία δεν γίνεται δεκτή.
Το κλεμμένο όπλο χρησιμοποιείται σε φόνο και ο Μουρακάμι αναζητά με λυσσασμένη μανία τον κάτοχο του στη μαύρη αγορά και τα καταγώγια του Τόκιο, για να ανακαλύψει στο τέλος ότι δεν πρόκειται για ένα «λυσσασμένο σκυλί» που δεν μπορεί να συγκρατήσει τα φονικά του ένστικτα, αλλά για μια αδερφή ψυχή, έναν συμπολεμιστή του, ο οποίος απλώς πήρε διαφορετικό δρόμο από τον ίδιο.
Ο Κουροσάβα, επηρεασμένος από τον Σιμενόν, τον Ζιλ Ντασέν (Γυμνή Πόλη) και το νεορεαλισμό (η 8 ½ λεπτών σεκάνς στη μαύρη αγορά κινηματογραφήθηκε όλη στα κρυφά), έθεσε σε λειτουργία ένα νέο είδος, το ιαπωνικό φιλμ νουάρ, υπογράφοντας το πρώτο αριστούργημα της καριέρας του.


 Μπορεί να μην είναι από τις γνωστότερες στο ευρύ κοινό ταινίες του Κουροσάβα, κυρίως εξαιτίας της χρονολογίας που γυρίστηκε (1949), ωστόσο πρόκειται για το πρώτο αριστούργημα του Ιάπωνα, αλλά και από τα πρώτα φιλμ νουάρ εκτός Αμερικής.

 Ο Τοσίρο Μιφούνε σε ηλικία 29 ετών πρωταγωνιστεί, στην τρίτη του εδώ (από τις 16 συνολικά) συνεργασία με τον Κουροσάβα μετά τις ταινίες "Drunken Angel" και "Quiet Duel", υποδυόμενος τον Μουρακάμι, ένα «ψαρωμένο» αστυνομικό ντετέκτιβ, ο οποίος θα ψάξει με λύσσα να βρει τον κλέφτη που βούτηξε το υπηρεσιακό του όπλο και το χρησιμοποίησε για φόνο. Τελικά όταν φτάσει στην αλήθεια, θα ανακαλύψει ότι δεν επρόκειτο για κάποιον "λυσσασμένο σκύλο" που ληστεύει και σκοτώνει κατά συρροήν, αλλά για ένα συμπολεμιστή του που απλώς χάραξε διαφορετική πορεία από τον ίδιο.

 Τη δική του πορεία χαράζει και το μοιραίο αντικείμενο της ιστορίας, το περίστροφο. Αρχικά θα κλαπεί από τον αστυνομικό και εν συνεχεία θα χρησιμοποιηθεί για μία σειρά από φόνους, ενώ ο δράστης θα ταλαντευτεί αν πρέπει να το επιστρέψει(!) ή να το εξαφανίσει. Η απειρία του, καθότι δεν πρόκειται για οργανωμένο εγκληματία, θα μπλέξει τα πράγματα και θα δώσει την ευκαιρία στο Μουρακάμι να τον πλησιάσει αναζητώντας τον στις λαϊκές συνοικίες του Τόκυο και τελικά να τον ανακαλύψει. Μέχρι να φτάσει όμως σε εκείνον, θα γνωρίσει την ειρωνεία και το χλευασμό των συναδέλφων του, ενώ θα αγγίξει τα όρια της τρέλας. Θα τον κατακλύσουν οι ενοχές για την κατάσταση του ηλικιωμένου Σάτο (Τακάσι Σιμούρα), του ανωτέρου του, ο οποίος δίνει μάχη για τη ζωή του.

 Το δίδυμο Σιμούρα - Μιφούνε δένει πολύ όμορφα και ο Κουροσάβα σκηνοθετεί εκπληκτικά δημιουργώντας εξαιρετική ατμόσφαιρα, παρουσιάζοντας την εικόνα της μεταπολεμικής Ιαπωνίας που προσπαθεί να ξαναστηριχθεί στα πόδια της μέσα από δύσκολες καταστάσεις (μαύρη αγορά, γραφειοκρατία, συμμορίες, πορνεία) και χαρίζοντας στην κινηματογραφική ιστορία ένα σπουδαίο νουάρ, καινοτομώντας, καθώς είναι το πρώτο προερχόμενο από την Ασία.


 Το "Stray Dog" είναι η ιστορία ενός νέου ντετέκτιβ που κυνηγάει την ίδια του τη σκιά. Ξεχωρίζει πάνω απ' όλα για την εκπληκτική του ατμόσφαιρα, ενώ ο κορυφαίος Ιάπωνας σκηνοθέτης κάνει ένα πανανθρώπινο πορτρέτο για την καθ' υπέρβαση συμπεριφορά του ήρωά του.

 Βαθμολογία: 8,5/10

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

Kokuhaku (Confessions), Tetsuya Nakashima, 2010

 "Confessions" με αυθεντικό τίτλο"Kokuhaku" και ελληνική απόδοση «Εξομολογήσεις» ήταν η πρόταση της Ιαπωνίας για την κατηγορία καλύτερης ξένης ταινίας στα Oscar του 2010, πριν οι υποψηφιότητες καταλήξουν σε πέντε από τις αρχικές εννιά. Προσωπικά αγνοούσα την ύπαρξη αυτής της εξαιρετικής ταινίας μέχρι που την είδα να την προτείνει ο φίλος και λάτρης του ασιατικού σινεμά Aldo.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Μια μητέρα, που πενθεί για τον χαμό της κόρης της, μεταμορφώνεται σε αιματηρή εκδικήτρια που σχεδιάζει να βρει τους δολοφόνους του παιδιού της.

 Ένα δυνατό ψυχολογικό θρίλερ για γερά νεύρα, μία ιστορία εκδίκησης της μητέρας - εκδικήτριας, η οποία βάζει σκοπό της ζωής της να εκδικηθεί για τον άδικο χαμό της κόρης της, που δολοφονήθηκε.

 Αυτή ήταν η ιαπωνική πρόταση για το Όσκαρ καλύτερης ταινίας του 2010 και ειλικρινά δεν καταλαβαίνω πώς «κόπηκε» από τις αρχικές υποψηφιότητες, για να προκριθούν τελικά κάτω του μετρίου ταινίες, με εξαίρεση τον δικό μας «Κυνόδοντα» και το δανέζικο "In a Better World", που τελικά καρπώθηκε τη διάκριση.

 Η νεαρή καθηγήτρια (Τακάκο Μάτσου) όπως αποκαλύπτεται νωρίς στο φιλμ έχει ανακαλύψει ποιοι κρύβονται πίσω από το θάνατο της μικρής της κόρης. Πρόκειται για δύο μαθητές της, οι οποίοι τη δολοφόνησαν χωρίς κάποιο ουσιαστικό κίνητρο, καλυμμένοι μάλιστα πίσω από το νόμο προστασίας ανηλίκων, κατά τον οποίο δεν ευθύνονται για τις πράξεις τους και επομένως δεν μπορούν να τιμωρηθούν. Τουλάχιστον όχι ποινικά, όχι μέσω της νόμιμης οδού, γιατί η μητέρα εκδικήτρια είναι αποφασισμένη να πάρει το νόμο στα χέρια της και να επιβάλει η ίδια την τιμωρία των δολοφόνων του παιδιού της. Έχοντας καταλήξει με απόλυτη βεβαιότητα στους δολοφόνους, μετά από διεξοδική μελέτη, μη θέλοντας να προδοθεί παραμένει ψύχραιμη εξακολουθώντας να κάνει μαθήματα μέχρι το τέλος της χρονιάς, κατόπιν αποσύρεται και θέτει σε λειτουργία ένα μεθοδικό και ευφυέστατο σχέδιο εκδίκησης.

  Ο Τετσούα Νακασίμα εξερευνά τους λόγους που ώθησαν δύο μικρά παιδιά στη δολοφονία, αλλά εστιάζει στις σχέσεις των δολοφόνων με τις δικές τους οικογένειες, σε μία πολύ σκοτεινή και διόλου αισιόδοξη ταινία, που χαρακτηρίστηκε ως μία από τις πιο «ενοχλητικές» του σύγχρονου ιαπωνικού κινηματογράφου. Χμμ, τελικά μάλλον καταλαβαίνω γιατί κόπηκε από τον θείο Όσκαρ!

 Ο Ιάπωνας σκηνοθέτης από τη αρχή μας προδιαθέτει για μία εξαιρετική εμπειρία. Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός λένε, πολύ σωστά, με το Νακασίμα να το επιβεβαιώνει από την πρώτη σεκάνς: η δασκάλα μέσα στη γεμάτη με μαθητές τάξη «παρεκκλίνει» από την παράδοση του μαθήματος, για να ανακοινώσει ότι ανάμεσά τους βρίσκονται οι δύο δολοφόνοι της κόρης της. Αυτό ήταν!

 Οι αντιδράσεις των... δραστών θα τους προδώσουν και θα τους αποκαλύψουν μπροστά στους εμβρόντητους συμμαθητές τους. Η συνέχεια τραγική για τους πρωταγωνιστές και συνάμα καθηλωτική για τους θεατές. Οι ανήλικοι δολοφόνοι θα αναπτύξουν ο καθένας τη δική του αυτοάμυνα απέναντι στις πράξεις του αλλά και τον περίγυρό του (συμμαθητές, οικογένεια, εαυτόν). Πάνω εκεί παίζει όλο το παιχνίδι ο Νακασίμα, ο οποίος λέει ξεκάθαρα ότι η παιδική βία, ακόμη και όταν ξεπεράσει τα όρια και φτάσει στην αφαίρεση ζωής, από ανηλίκους δεν προέρχεται από κρίση παραφροσύνης, τρέλας, ψυχολογικής κατάρρευσης, αλλά οφείλεται σε αίτια κοινωνικά, πολιτικά, οικογενειακά.

 Από κει και πέρα καλή χωρίς κάτι ιδιαίτερο η σκηνοθεσία, απολύτως ταιριαστή η φωτογραφία, όμως η ατμόσφαιρα της ταινίας είναι λίγο βαριά και ανά σημεία κουραστική, κάτι που ενδεχομένως αποθαρρύνει τους όχι τόσο μυημένους θεατές. Ωστόσο έρχεται ένα υπέροχο φινάλε, που ξεχειλίζει από λυρισμό και αποζημιώνει για τη μουνταμάρα που επικρατεί -σε μεγάλο βαθμό- στο φιλμ.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

Kikujiro, Takeshi Kitano, 1999


 «Kikujiro», με τον αυθεντικό, Ιαπωνικό τίτλο «Kikujiro No Natsu» από τον τρομερό, πολυτάλαντο Takeshi Kitano. Στα ελληνικά είναι γνωστό ως «Το ταξίδι του Κικουτζίρο» αλλά συναντάται και με τον τίτλο «Το καλοκαίρι του Κικουτζίρο». Πολλοί το θεωρούν από τις όχι και τόσο δυνατές στιγμές του σκηνοθέτη, ωστόσο πρόκειται για μία ευχάριστη και ευαίσθητη ταινία αλλά και ένα ξεχωριστά δοσμένο ύμνο στη φιλία.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Άλλο ένα καλοκαίρι πλήξης έρχεται για το μικρό Μασάο. Με μια διεύθυνση και μια φωτογραφία στο χέρι, το εννιάχρονο αγόρι αποφασίζει πως ήρθε η ώρα να αναζητήσει τη μητέρα του που δεν έχει γνωρίσει ποτέ.
Ο σύζυγος μιας γειτόνισσας υποχρεώνεται να συνοδεύσει το Μασάο σ' αυτό του το ταξίδι. Ανεύθυνος, παράτολμος, φωνακλάς και πάντοτε σε αναζήτηση του εύκολου χρήματος, ο Κικουτζίρο θα γίνει αιτία να μπλέξουν σε μια σειρά από περιπέτειες, αστείες εκπλήξεις και εκκεντρικές συναντήσεις.


  Μην έχοντας λοιπόν γνωρίσει ποτέ τη μητέρα του και με οδηγό μια φωτογραφία και τη διεύθυνσή της, ο εννιάχρονος Μασάο ξεκινά να τη βρει, έχοντας στο πλευρό του τον Κικουτζίρο, έναν άεργο, ανεύθυνο και έως ένα βαθμό μισάνθρωπο ενήλικα.

 Σίγουρα αυτός ο παράδοξος, ανεύθυνος, φωνακλάς, μισάνθρωπος και τζογαδόρος δεν αποτελεί την κατάλληλη συντροφιά για τον πιτσιρικά, που είναι αποφασισμένος να γυρίσει και όλον τον κόσμο αν χρειαστεί, για να βρει και να γνωρίσει ουσιαστικά τη μητέρα του, σε ένα «ιδιαίτερο» από κάθε άποψη road trip. Εκ πρώτης ανάγνωσης έτσι είναι. Όμως στην πορεία ο ιδιόρρυθμος Κικουτζίρο θα αποδειχθεί πέρα από φύλακας του μικρού, ο καλύτερος, αν όχι ο μοναδικός του φίλος ή έστω ο μοναδικός άνθρωπος που θα του δείξει πραγματικό ενδιαφέρον, μιας και ο «μικρός» πριν ξεκινήσει το ταξίδι του βίωνε την απόλυτη αδιαφορία ακόμη και από τους ανθρώπους που τον μεγάλωναν, μελαγχολώντας μπροστά σε ακόμη ένα ρουτινιάρικο και «κενό» καλοκαίρι.

 Ο σπουδαίος Τακέσι Κιτάνο κρατάει τον πρωταγωνιστικό ρόλο για τον ίδιο και φυσικά υπογράφει μία πολύ όμορφη, ευχάριστη και τρυφερή ταινία, η οποία διαθέτει καλό χιούμορ, πλούσιο αυθορμητισμό και μεγάλη δόση ανθρωπιάς, ενώ προτάσσει με πολύ ξεχωριστό τρόπο τη φιλία.

 Η σκηνοθεσία του Κιτάνο δεν ξεφεύγει από το κλασικό στυλ του Ιάπωνα δημιουργού, όμως δυστυχώς «χάνει» στο πρώτο μέρος, το οποίο κυλάει αργά, ενώ προσωπικά βρήκα αχρείαστες ορισμένες σκηνές, που θα μπορούσαν να μην υπήρχαν. Ωστόσο, το δεύτερο μέρος και όσο η ταινία πλησιάζει προς το τέλος το ενδιαφέρον γίνεται όλο και μεγαλύτερο, με το αποτέλεσμα να αποζημιώνει εν τέλει το θεατή.

 Το βασικό θέμα με το οποίο καταπιάνεται εδώ ο αγαπητός Τακέσι, πέραν της φιλίας, είναι το χάσμα των γενεών, με τον ονειροπόλο πιτσιρικά από τη μία και τον αδιάφορο ενήλικα από την άλλη, να τους χωρίζουν χίλια δύο πράγματα. Το οποίο χάσμα παρουσιάζεται τόσο ποιητικά, τόσο λυρικά από τον Τακέσι, που σε συνδυασμό με το σκηνοθετικό ρεαλισμό και την όμορφη φωτογραφία, αλλά και την υπέροχη μουσική του μόνιμου συνεργάτη του Κιτάνο, Joe Hisaishi, δημιουργούν ένα άρτιο εικαστικά φιλμ, που σου αφήνει μία έντονα ευαίσθητη και τρυφερά αστεία αίσθηση, στο τέλος.

 Δεν είναι ούτε «Πυροτεχνήματα», ούτε «Κούκλες», άλλωστε όπως προείπα δεν συγκαταλέγεται στα αριστουργήματα του σημαντικού Ιάπωνα σκηνοθέτη. Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση πως δεν αξίζει, κάθε άλλο! Πρόκειται σίγουρα για μία από τις ωραιότερες ταινίες δρόμου ever και αναμφισβήτητα την πιο ανατρεπτική.

 Εκπληκτικό είναι το τέλος, όπου ο Κιτάνο δείχνει την ίδια σεκάνς, της αρχής, όπου ο Κικουτζίρο με τον πιτσιρικά περπατούν πάνω σε μία γέφυρα, με πλάνο όμως από διαφορετική γωνία, σε μία ενδιαφέρουσα κινηματογραφική τεχνική. Θέλει έτσι να δείξει τον κύκλο που πραγματοποίησε η σχέση των δύο πρωταγωνιστών και κατ' επέκταση τη διαδρομή κάθε ανθρώπινης σχέσης, που ολοκληρώνεται.

 Το «Ταξίδι του Κικουτζίρο» ήταν υποψήφιο για το Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, στο φεστιβάλ του 1999.

 Βαθμολογία: 7/10

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

Kagemusha, Akira Kurosawa, 1980


 «Καγκεμούσα, ο Ίσκιος του Πολεμιστή» ("Kagemusha the Shadow Warrior" ο αγγλικός τίτλος και "影武者" ο αυθεντικός), από τον Akira Kurosawa και το 1980. Ένα πραγματικά σπουδαίο φιλμ, που ακολουθεί κατά πόδας τα μεγάλα αριστουργήματα ("Rashomon", "RAN", "Throne of Blood", "Seven Samurai", "Ikiru", "Yume") του κορυφαίου Ιάπωνα σκηνοθέτη. Μία επική ταινία, που κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών του 1980, ενώ προτάθηκε και για 2 Όσκαρ (Σκηνικών, Ξενόγλωσσης Ταινίας) την επόμενη χρονιά.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ιαπωνία, 16ος Αιώνας. Ο Σίνγκεν Τακέντα, ένας πανίσχυρος πολέμαρχος, έχει ταυτίσει το όνομά του με το ρητό: "γρήγορος σαν τον άνεμο, σιωπηλός σαν το δάσος, μανιώδης σαν τη φωτιά". Καθώς βρίσκεται ένα βήμα πριν το θάνατο, όντας τραυματισμένος από τις μάχες, ο Σίνγκεν δίνει εντολή να βρεθεί ένας σωσίας του για να τον αντικαταστήσει. Με αυτόν τον τρόπο θα μείνει ο θάνατός του κρυφός και οι εχθροί του δεν θα επιτεθούν στη φυλή του. Ο Καγκεμούσα, ο ίσκιος του πολεμιστή, είναι ένας μικροεγκληματίας που πρέπει να μεταμορφωθεί σε σπουδαίο ηγέτη και να διοικήσει 25.000 στρατιώτες Σαμουράι.

 Βρισκόμαστε στην Ιαπωνία γύρω στα 1572 και τον εμφύλιο, όπου ένας από τους τρεις ισχυρούς πολέμαρχους, ο Σίνγκεν Τακέντα, τραυματίζεται θανάσιμα. Μπροστά στον κίνδυνο να ηττηθεί ο Οίκος, οι Τακέντα μετά από εντολή του ίδιου του Σίνγκεν βρίσκουν ένα σωσία και κρύβουν το γεγονός από τους εχθρούς. Με αυτόν τον τρόπο θα μείνει ο θάνατος του κρυφός και οι εχθροί του δεν θα επιτεθούν στη φυλή του. Ο Καγκεμούσα, ένας μικροκακοποιός, παίρνει τη θέση του άρχοντα και καλείται να μεταμορφωθεί σε ηγέτη.

  Ο Καγκεμούσα είναι ολόιδιος με το νεκρό άρχοντα Σίγκεν. Άλλωστε Kagemusha στα Ιαπωνικά σημαίνει «σωσίας» και αυτό είναι το κύριο θέμα της ταινίας. Ο σωσίας, που παίρνει τη θέση του αρχηγού του Οίκου Τακέντα.
 Και όλο το φιλμ περιστρέφεται γύρω απ' τον Kagemusha. Στην αρχή θα αρκεί μονάχα η παρουσία του, με σκοπό να ξεγελαστούν οι εχθροί, και δεν θα χρειάζεται να κάνει τίποτe άλλο, ούτε να αναλάβει πρωτοβουλίες, ούτε να καθοδηγήσει τη φυλή.
 Όμως η συνέχεια θα είναι εντελώς διαφορετική. Ο πόλεμος συνεχίζεται και οι Τακέντα σύντομα θα κερδίσουν μία μάχη, με αποτέλεσμα ο Kagemusha να γίνεται ολοένα και πιο απαραίτητος και να πρέπει να ηγηθεί του Οίκου.
 Αλλά το εντυπωσιακό είναι ότι σιγά σιγά αρχίζει και μοιάζει όλο και περισσότερο στον αποθανόντα αρχηγό!

 Ο μέγας Kurosawa κινηματογραφεί εδώ, εν έτει 1980, μία επική παραγωγή, με ένα πλουσιότατο καστ, χιλιάδες κομπάρσους, πάρα πολλά άλογα, πανέμορφες εικόνες και άκρως εντυπωσιακές σκηνές. Φυσικά έχει στο πλευρό του τη σημαντικότατη βοήθεια των George Lucas, Francis Ford Coppola, που είναι εκτελεστικοί παραγωγοί του φιλμ, αλλά και την υπέροχη μουσική του Shinichiro Ikebe.

 Ακόμη ο Ιάπωνας σκηνοθέτης καταπιάνεται με δύο αγαπημένα του θέματα, την εξουσία και τον πόλεμο και συγκεκριμένα με το τι παιχνίδια παίζει η πρώτη (σε βάρος του δύσμοιρου Καγκεμούσα, που παγιδεύεται στα γρανάζια της) και τι ανοησία (πέραν του αυτονόητου δραματικού μέρους) είναι ο δεύτερος, κάτι που αποτυπώνεται περίτρανα στο φινάλε του φιλμ. Ενώ τονίζεται και η προσωπική τραγωδία, που βιώνει ο "Ίσκιος του Πολεμιστή", ο οποίος θα συμμετάσχει σε ένα παιχνίδι ερήμην του και εις βάρος του, θα παγιδευτεί μέσα σε αυτό και θα καταλήξει στο πουθενά, όταν πια θα είναι άχρηστος να εξυπηρετήσει άλλο τα συμφέροντα του συστήματος...

 Πρόκειται για μία σπουδαία ταινία, που στέκεται επάξια δίπλα στα κορυφαία αριστουργήματα του Akira Kurosawa και η οποία του έδωσε τον χρυσό Φοίνικα στις Κάννες (1980), αλλά και δύο υποψηφιότητες για Oscar (1981).

 Βαθμολογία: 8,5/10

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

Dolls, Takeshi Kitano, 2002


 Με αυτή την πολύ όμορφη ταινία του σπουδαίου Ιάπωνα κινηματογραφιστή (και όχι μόνο) θα σας αφήσω για το πρώτο μέρος των διακοπών μου -φεύγω αύριο για 10 ημέρες-.
 "Dolls" ή στα ελληνικά «Κούκλες», ο τίτλος αυτού του φιλμ από τον πολυτάλαντο Takeshi Kitano και το 2002. Ο Κιτάνο είναι ένας πραγματικά πολύπλευρος καλλιτέχνης, αφού εκτός από σκηνοθέτης είναι και ζωγράφος, ποιητής, συγγραφέας, γλύπτης, παρουσιαστής τηλεοπτικών εκπομπών (εντάξει το τελευταίο μπορείτε να το παρακάμψετε) μεταξύ άλλων!
 Εδώ, με τις «Κούκλες» αφήνει στην άκρη τη σκληρότητα και τη βία, γνώριμα στοιχεία των προηγούμενων ταινιών του (Brother, Boiling Point, Violent Cop) και μας παρουσιάζει τρεις υπέροχες ιστορίες αγάπης.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Τρεις σύγχρονες ιστορίες αιώνιας αγάπης, εμπνευσμένες από τις κούκλες του παραδοσιακού ιαπωνικού θεάτρου Μπουνράκου. Στην πρώτη ιστορία ο Ματσουμότο και η Σαγουάκο είναι ένα ευτυχισμένο ζευγάρι, που σχεδιάζει να παντρευτεί. Μετά από οικογενειακές πιέσεις ο νεαρός άνδρας κάνει μια τραγική επιλογή οδηγόντας τη σύντροφό του να χάσει κάθε νόημα από τη ζωή της. Περιπλανιέται σαν χαμένη, δεμένη με τον αγαπημένο της με ένα μακρύ κόκκινο σκοινί. Στη δεύτερη ιστορία ο Χίρο είναι ένας ηλικιωμένος και άρρωστος αρχηγός της Ιαπωνικής μαφίας. Είναι ένας άνθρωπος με δύναμη και εξουσία, που βασανίζεται από τη μοναξιά. Καταλήγει να περιφέρεται στο πάρκο όπου, τριάντα χρόνια πριν, συνήθιζε να συναντιέται με την αγαπημένη του. Στην τρίτη ιστορία η Χαρούνα περνάει τον καιρό της σε μια απομονωμένη παραλία. Το πρόσωπό της καλύπτεται με επιδέσμους, λόγω ενός ατυχήματος. Πριν το ατύχημα ήταν μια δημοφιλής σταρ με χιλιάδες θαυμαστές. Ένας από αυτούς ο Νουκούι θα αποδείξει ότι είναι ο πιο αφοσιωμένος απο αυτούς...

 Αντλώντας έμπνευση από το παραδοσιακό Ιαπωνικό κουκλοθέατρο Μπουνράκου ο Κιτάνο παρουσιάζει τις τρεις ιστορίες αγάπης με υπέροχη κινηματογράφιση, πλούσιο λυρισμό και διάχυτη μελαγχολία, εντυπωσιακά φωτισμένη φωτογραφία και φυσικά με πάμπολλες πανέμορφες εικόνες που παραπέμπουν στην Ιαπωνία (ειδικά οι ανθισμένες κερασιές).


 Τρεις μη ρεαλιστικές ιστορίες που ωστόσο δείχνουν αληθινές παρουσιάζονται σα παραμύθι απ' τον Κιτάνο, ο οποίος βάζει τους ηθοποιούς του να ερμηνεύουν τους ρόλους τους σαν ανθρώπινες μαριονέτες. Εκπληκτικό!

 Τρεις ιστορίες διαφορετικές, με κοινά όμως σημεία αναφοράς την Αγάπη και τη Φύση. Η πρώτη ως άπιαστο όνειρο, ανεκπλήρωτος πόθος ή εμφάνιση συναισθημάτων που πλημμυρίζουν τους ήρωες (έρωτας, ρομαντισμός, πίστη, αφοσοίωση, απώλεια, κλπ.) και πράξεις/ επιλογές συνοδευόμενες από τις επακόλουθες συνέπειες και η δεύτερη μέσα από τις χρωματιστές εικόνες και τα πανέμορφα τοπία που πλημμυρίζουν την οθόνη: ανθισμένες κερασιές, χιονισμένα βουνά, πεσμένα φύλλα, δέντρα, βράχοι, κύμματα κ.α..
 Και πίσω απ' την Αγάπη και τη Φύση κρύβεται η Μοίρα, η οποία καθοδηγεί τις Κούκλες - Μαριονέτες του Κιτάνο.
 Μπορεί οι "Κούκλες" να καθοδηγούνται απ' τη Μοίρα, όμως έχουν για οδηγό τον Έρωτα. Που τις προστατεύει, τις βοηθάει να ξεπεράσουν κάθε εμπόδιο, τις κρατάει ζωντανές και δυνατές κάτω από αντίξοες συνθήκες. Είναι εκεί για να υπενθυμίζει ότι όντας αληθινός, ειλικρινής, ανιδιοτελής και απόλυτος μπορεί να αποτελέσει τον κατάλληλο οδηγό για να ολοκληρώσουν οι "Κούκλες" τον προορισμό τους. Ακόμη κι αν στο μέσο της διαδρομής γίνει παράλογος ή ακόμη και καταστροφικός.

 Ο Ιάπωνας σκηνοθέτης ακροβατεί μεταξύ κωμωδίας και δράματος και υπογράφει με μελαγχολία και λυρισμό την καλύτερη ταινία του, ενώ το γεγονός ότι δεν επιφυλάσσει κάποιο happy end για καμία απ' τις ιστορίες του, δεν μειώνει στο ελάχιστο τη μαγεία που βγάζουν στο θεατή οι "Κούκλες".

 Βαθμολογία: 8,5/10

Τετάρτη 16 Ιουνίου 2010

Tengoku to jigoku, Akira Kurosawa, 1963


 Μία ακόμη σπουδαία ταινία του τεράστιου Akira Kurosawa και του 1963. Μεταφρασμένο στα ελληνικά ως «Ο Δολοφόνος του Τόκυο», είναι γνωστό με τον αγγλικό τίτλο «High and Low», ενώ ο Ιαπωνικός τίτλος σημαίνει κατά λέξη «Παράδεισος και Κόλαση» γι' αυτό θα το βρείτε και ως «Heaven and Hell».
 Πρόκειται για μία σύγχρονη ταινία αφού ο κορυφαίος Ιάπωνας δημιουργός αφήνει πίσω τους Σαμουράι και καταπιάνεται με την μεταπολεμική πια Ιαπωνία κάνοντας ένα δυνατό αστυνομικό θρίλερ.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο βιομήχανος υποδηματοποιίας Γκόντο βρίσκεται στα πρόθυρα να κλείσει μια εμπορική συμφωνία που θα του επιτρέψει να πάρει τον πλήρη έλεγχο της επιχείρησης του, όταν πληροφορείται ότι έχει απαχθεί το παιδί του. Όμως οι απαγωγείς έχουν απαγάγει κατά λάθος το παιδί του σοφέρ του, θέτοντας στον Γκόντο ένα τεράστιο ηθικό δίλημμα αν θα πρέπει να πληρώσει τα λύτρα. Στο μεταξύ ο επιθεωρητής Τοκούρα στληνει ένα ανθρωποκυνηγητό στο Τόκιο για να βρει τα ίχνη και να συλλάβει τον απαγωγέα. Αριστουργηματική μεταφορά ενός μυθιστορηματος του Εντ ΜακΜπέιν (που ξανάγινε ταινία με τον Μελ Γκίμπσον με ολότελα διαφορετκό πνεύμα). Ο Κουροσάβα μας μεταφέρει ξανά στα καταγώγια και τους κακόφημους δρόμους του Τόκιο κάνοντας ταυτόχρονα ένα συναρπαστικό θρίλερ που βλέπουμε με κομμένη την ανάσα.

 Ο μέγας Κουροσάβα μετά τις τολμηρές αλλά επιτυχημένες διασκευές έργων των Σαίξπηρ, Ντοστογιέφσκι θα μεταφέρει στην Ιαπωνία το αστυνομικό μυθιστόρημα του Εντ ΜακΜπέιν King's Ransom και το αποτέλεσμα είναι και πάλι εντυπωσιακό!

 Η ταινία είναι χωρισμένη σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος η δράση εξελίσσεται εξ ολοκλήρου στην πολυτελή έπαυλη του ήρωά μας, του βιομήχανου Γκόντο, τον οποίο υποδύεται ο μόνιμος πρωταγωνιστής του Κουροσάβα, ο μοναδικός Toshiro Mifune. Η θεατρικών καταβολών σκηνοθεσία του Κουροσάβα είναι εκπληκτική, αν και καταναλώνει πολύ ώρα στην έπαυλη του ήρωα, κάτι που ίσως να κουράζει λίγο.

 Ο Γκόντο λοιπόν δέχεται ένα τηλεφώνημα και μαθαίνει ότι ο γιος του απήχθει και ο απαγωγέας του ζητά τρελά λύτρα. Αργότερα θα αποδειχθεί ότι ο απαγωγέας έκανε λάθος και αντί του υιού του απήγαγε τον φίλο του μικρού και παιδί του σωφέρ του Γκόντο. Και εδώ ο ήρωας μας θα αντιμετωπίσει το τρομαχτικό δίλημμα: Να πληρώσει ή όχι το υπέρογκο ποσό των λύτρων, το οποίο ναι μεν θα σώσει το παιδί αλλά παράλληλα θα τον οδηγήσει σε χρεοκωπία...

 Στο δεύτερο μέρος ο Κουροσάβα ορμάει στους δρόμους και με κύριο άξονα τις αστυνομικές έρευνες ως κοινωνικό σύνολο θα προσπαθήσει να ανακαλύψει τον απαγωγέα. Ο Γκόντο παραμένει εγκλωβισμένος στη βίλα του και τον εντοπισμό του δράστη θα αναλάβει η συλλογική προσπάθεια. Στο αστυνομικό μυθιστόρημα ο ήρωας παίρνει το νόμο στα χέρια του και προσπαθεί μόνος του να βρει τη λύση. Εδώ όμως ο Κουροσάβα κρατάει μόνο την ιδέα της απαγωγής του λάθους παιδιού με το ακόλουθο δίλημμα αλλα αφήνει τον ήρωα να περιμένει τις κινήσεις της αστυνομίας, του νόμου, της ομαδικής προσπάθειας.

 Και βέβαια με την εξόρμηση αυτή στους δρόμους βλέπουμε και το Τόκυο του '60 και την επίθεση του σκηνοθέτη στον ταξικό διαχωρισμό με την πολυτελή βίλα στο ψηλό μέρος της πόλης από τη μία και τα φτωχά καταγώγια και τα βρωμσόκακα στα χαμηλά από την άλλη... Οι πλούσιοι και οι φτωχοί. Οι έχοντες και οι μη έχοντες. Ο παράδεισος και η κόλαση...

 Το γνωστό στυλ του Κουροσάβα είναι έξοχο κι εδώ, η σκηνοθεσία του Ακίρα εκπληκτική, η ερμηνεία του Μιφούνε αξέχαστη για μία ακόμη φορά, η ένταση κι η αγωνία διάχυτες, η κοινωνική κριτική εύστοχη και το φινάλε υπέροχο. Ο Γκόντο τετ α τετ με τον απαγωγέα που έχει συλληφθεί και βρίσκεται στη φυλακή θα είναι πολύ ήρεμος και συμπονετικός απέναντι στον δράστη περιμένοντας υπομονετικά να μάθει τα κίνητρα που τον οδήγησαν στο να κάνει κάτι τέτοιο καθώς και τα συναισθήματα που νιώθει...

 Πολύ μεγάλη ταινία, στέκεται επάξια δίπλα στα κορυφαία αριστουργήματα του σπουδαίου Ιάπωνα κινηματογραφιστή.

 Βαθμολογία: 8,5/10

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Chicken Heart, Hiroshi Shimizu, 2002


 «Chicken Heart» από τον Ιάπωνα σκηνοθέτη Hiroshi Shimizu και το 2002, παραγωγής της εταιρείας του σπουδαίου, πολυτάλαντου καλλιτέχνη Takeshi Kitano, της Office Kitano.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Τρεις άνδρες συναντιόνται κάθε βράδυ στο αγαπημένο τους στέκι, για να μοιραστούν την ανυπόφορη μοναξιά τους και την μίζερη τύχη τους. Κανένας από αυτούς στην πραγματικότητα δεν πιστεύει ότι το μέλλον κρύβει ένα χαμόγελο, μια καλύτερη τύχη.
Σπρωγμένοι από συγγενείς και φίλους, που θέλουν να του δώσουν κουράγιο, οι τρεις άνδρες αφήνουν να κυλάει ο καιρός χωρίς να κάνουν τίποτα. Ο πιο νεαρός έχει βρει ένα πρωτότυπο τρόπο να βγάζει τα προς το ζην. Έτσι κάθε βράδυ προσφέρει σε μεθυσμένους επιχειρηματίες μια ασυνήθιστη υπηρεσία. 

 Για 2000 γεν τους δίνει την ευκαιρία, να τον σπάσουν στο ξύλο, χρησιμοποιώντας τον σαν ανθρώπινο σάκο του μποξ. Ο τριάντα και κάτι Μαρού, πουλάει καπέλα, στην υπό διάλυση οικογενειακή επιχείρηση. Μέσα σε μια στιγμή απελπισίας, προσπαθώντας να αλλάξει καριέρα, αρχίζει να πουλάει τούφες μαλλιών σε φαλακρούς, που συναντάει στον δρόμο. Κι ο Ασάντα η πιο μυστηριώδης φιγούρα από όλη την παρέα, αγοράζει ένα παμπάλαιο πλοιάριο και ονειρεύεται να σαλπάρει σε μακρινές θάλασσες στα πέρατα του κόσμου. Αυτοαποκαλούνται αντικομφορμιστές που έπεσαν με εκκωφαντικό θόρυβο στο ρινγκ της άγριας καθημερινότητας μιας βάναυσης πόλης.

  Ο μέγας Takeshi Kitano λοιπόν κρύβεται πίσω από αυτήν την εξόχως ενδιαφέρουσα ταινία του Hiroshi Shimizu. Ο οποίος Shimizu δεν είναι κανένας τυχαίος, καθώς υπήρξε επί χρόνια μαθητής του Κιτάνο και βοηθός του. Συγκεκριμένα υπήρξε βοηθός σκηνοθέτη σε τέσσερις ταινίες του Κιτάνο, τις: Kizzu ritân, Hana-bi, Kikujirô no natsu και Brother!

 Με το «Chicken Heart» υπογράφει την μόλις δεύτερη δική του ταινία, έχοντας προηγηθεί το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με το «Ikinai».
 Δικό του είναι και το αρκετά ενδιαφέρον σενάριο, που αναφέρεται σε τρεις άνδρες με πολλά όνειρα και φιλοδοξίες, που στην πραγματικότητα δεν είναι ικανοί να πραγματοποιήσουν. Εξ ου και ο πραγματικά ευφυής τίτλος, που ερμηνεύει επακριβώς το νόημα που θέλει να περάσει ο Shimizu για τους ήρωές του. Άντρες με δύναμη, όνειρα αλλά καρδιά κότας!

 Παραγωγής της Office Kitano λοιπόν και όντας επί χρόνια μαθητής και βοηθός του Κιτάνο, ο Σιμίζου έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τον σημαντικό δάσκαλό του. Με όπλο το πολύ καλό μαύρο χιούμορ του "Beat" Takeshi, ο Σιμίζου αναπτύσσει πολύ όμορφα ένα δυνατό, σοβαρό θέμα για τις φιλοδοξίες ονειροπόλων ανδρών.
 Ο 20 και κάτι Ιβάνο προσφέρεται, με αντάλλαγμα λίγα χρήματα, ως ανθρώπινος σάκος του μποξ σε μεθυσμένους επιχειρηματίες που ψάχνουν κάτι να ξεσπάσουν από τα βάσανα και τα άγχη τους.
 Ο 30 και κάτι Μαρού πουλάει αρχικά καπέλα, για να συνεχίσει στην πορεία να ψάχνει στυς δρόμους για φαλακρούς και να τους πουλάει εμφυτεύσεις μαλλιών.
 Τέλος, ο 50 και κάτι Σάντα ο πιο ονειροπόλος της παρέας φτιάχνει μόνος ένα παλιό καΐκι, με το οποίο θέλει να πραγματοποιήσει το μεγάλο του όνειρο. Να κάνει τον γύρο του κόσμου.
 Οι τρεις φίλοι μαζεύονται κάθε βράδυ στο αγαπημένο τους στέκι, κουβεντιάζοντας για την καθημερινή, ρουτινιάρικη και άχαρη ζωή τους και προσπαθώντας να ρίξουν γυναίκες, με ελάχιστη έως μηδαμινή επιτυχία.

 Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών είναι καλές και η σκηνοθεσία του Shimizu πολύ δυνατή. Δεν ξέρω αν έχει βάλει και το χεράκι του ο Kitano, αλλά έτσι κι αλλιώς οι επιρροές γύρω από την γενικότερη αισθητική του Takeshi είναι περισσότερο από εμφανείς.

 Οι φανς του Κιτάνο θα την εκτιμήσουν δεόντως!

 Βαθμολογία: 6/10

Κυριακή 18 Απριλίου 2010

Ikiru, Akira Kurosawa, 1952


 «Ο Καταδικασμένος», όπως είναι -εντελώς λανθασμένα- ο ελληνικός τίτλος αυτής της αριστουργηματικής ταινίας του κορυφαίου Ιάπωνα σκηνοθέτη, Akira Kurosawa και του 1952. Η ταινία περιγράφει τους τελευταίους μήνες της ζωής ενός γραφειοκρατικού υπάλληλου, του Βατανάμπε, ο οποίος μαθαίνει πως πάσχει από καρκίνο...
 Δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στα μεγάλα αριστουργήματα του τεράστιου αυτού κινηματογραφιστή («Rashomon», «Ran», «Throne of Blood», «Kagemusha», μεταξύ άλλων), ωστόσο θεματικά το «Ikiru» νομίζω ότι ίσως αποτελεί την πιο αισιόδοξη και συγκινητική ταινία του Kurosawa και παράλληλα την αγαπημένη του ίδιου του μέγα δημιουργού.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Η δονκιχωτική εκστρατεία ενός μέσου διοικητικού υπαλλήλου, που μαθαίνει πως πρόκειται να πεθάνει, για τη δημιουργία ενός πάρκου. Ikiru, όμως στα ιαπωνικά δεν έχει σχέση με καταδίκη, καθώς σημαίνει αναζωογονώ. Ένα χαμηλών σκηνοθετικά τόνων,αλλά με έντονο συναισθηματισμό, ψυχολογικό δράμα που αν και γυρίστηκε πριν από 50 περίπου χρόνια θίγει μερικά πολύ ευαίσθητα θέματα που παραμένουν επίκαιρα.

 Η ελληνική απόδοση του «Ikiru», όπως ανέφερα στον πρόλογο είναι απολύτως λανθασμένη. Γιατί "ikiru" σημαίνει "να ζεις". Άρα λοιπόν, το «Ikiru» δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να μεταφραστεί «Ο Καταδικασμένος», αφού και το νόημα της ταινίας κάθε άλλο παρά πεσιμιστικό είναι. Ο ήρωάς μας θα μάθει πως έχει καρκίνο (και θεωρητικά θα τον «καταδικάσει»), αλλά ουσιαστικά αυτό θα τον ωθήσει στο να ζήσει επιτέλους τη ζωή του, αφού μέχρι τότε και σύμφωνα με την ζωή που (δεν) έκανε, έμοιαζε να ήταν ζωντανός νεκρός!

 Σε ασπρόμαυρο φόντο και με έναν εκπληκτικό Takashi Shimura, που από το βλέμμα του μόνο, μέχρι τις εκφράσεις και το περπάτημά του πείθει στο ρόλο του ετοιμοθάνατου υπαλλήλου Βατανάμπε, ο Κουροσάβα κάνει με το κλασικό πια «Ikiru» την πιο αισιόδοξη και συγκινητική για πολλούς ταινία του.
 Ο Βατανάμπε λοιπόν, ένας γραφειοκρατικός υπάλληλος, χήρος και πολύ ήσυχος άνθρωπος, θα πληροφορηθεί πως πάσχει από καρκίνο και του απομένουν μερικοί (απροσδιόριστο ως προς την ακρίβεια) μήνες ζωής.
 Έχοντας το γνώθι σ' αυτόν, ξέρει πολύ καλά πως η μέχρι τώρα ζωή του ήταν «άδεια» από εύθυμες καταστάσεις, έντονες στιγμές, συναισθήματα, προσωπική διασκέδαση, έρωτες... Η πρώτη του σκέψη, αυθόρμητα, θα είναι να προλάβει στο διάστημα που του απομένει να καλύψει το πολύ μεγάλο κενό τόσων χρόνων και να εκπληρώσει στο βαθμό που μπορεί κάποιες επιθυμίες του που μοιάζουν χαμένες... Και παράλληλα θα τον απασχολήσουν διάφορα φιλοσοφικής φύσης ερωτήματα.


 Θα αρχίσει να σπαταλάει τις οικονομίες του αποκλειστικά για διασκέδαση, θα ερωτευθεί ένα νεαρό κορίτσι και για πρώτη φορά θα δείχνει να απολαμβάνει και να ευχαριστιέται πραγματικά αυτό που λέμε «ζωή».
 Σύντομα όμως θα συνειδητοποιήσει ότι άλλο είναι αυτό που επιθυμεί. Θα σταματήσει να διασκεδάζει και να κάνει πράγματα για τον εαυτό του και θα αποφασίσει να βοηθήσει τους συνανθρώπους του. Συγκεκριμένα θα δουλέψει για να συνεισφέρει οικονομικά στη δημιουργία μιας παιδικής χαράς προσφέροντας έτσι κοινωνικό έργο αλλά και χαρά σε τόσους συνανθρώπους του...
 Και μετά θα πεθάνει, προσδίδοντας με τον θάνατό του νόημα στους συναδέλφους του, όπως ακριβώς και το -μικρό- υπόλοιπο της ζωής του θα αποκτήσει νόημα για τον ίδιο...

 Και ο Κουροσάβα θυμίζοντάς μας τον Αριστοτέλη μας μιλάει για τις κοινωνικές πράξεις και αξίες και φυσικά τον άνθρωπο ως κύριο εκφραστή τους. Ενώ θα παίξει και με το χωρο-χρόνο και την σχετικότητα της αλήθειας (όπως έκανε στο Rashomon) όταν μετά τον θάνατο του Βατανάμπε, οι συνάδελφοί του θα συγκεντρωθούν για να τον τιμήσουν και ο καθένας θα παρουσιάσει την δική του εκδοχή και άποψη για τον αποθανόντα και την ζωή του, προφανώς κρυμμένοι πίσω απ' τις δικές τους ατέλειες.

 Και σκηνοθετικά βεβαίως θα αριστεύσει. Με μεγάλη χρήση των πλάνων-σεκάνς, εξαιρετική αυτή των φλας μπακ, έξοχο μοντάζ, μη γραμμική, οικονομική αφήγηση και επιρροές από διάφορα κινηματογραφικά είδη (ιδιαίτερα έντονος ο γερμανικός εξπρεσιονισμός) ο Κουροσάβα με σοβαρότητα και δίχως να κυνηγάει το μελό θα μας προσφέρει την πιο άρτια παρουσίαση του πλουσιοτάτου δραματουργικού του έργου.

 Η ανακοίνωση του θανάτου ως μέσο ώθησης για την ζωή και η καταδικασθείσα ασθένεια ως τρομερή κινητήρια δύναμη για ζωντάνια και προσωπική ευτυχία.

 Βαθμολογία: 10/10

Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

The Life of Oharu, Kenji Mizoguchi, 1952


 "Η Ζωή της Οχάρου" στα ελληνικά ("Saikaku Ichidai Onna" ο πρωτότυπος τίτλος), από τον πολύ σπουδαίο Ιάπωνα σκηνοθέτη Kenji Mizoguchi και το 1952. Σε σχέση με τα γνωστότερα αριστουργήματα του Μιζογκούτσι (Σταυρωμένοι Εραστές, Ουγκέτσου Μονογκατάρι, Επιστάτης Σάνσο) η Ζωή της Οχάρου είναι αδίκως υποτιμημένη, καθώς πολλά χρόνια μετά την προβολή της αναγνωρίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην Ευρώπη, αν και ήταν η ταινία που προσέδωσε στον Μιζογκούτσι παγκόσμια φήμη κερδίζοντας τον Χρυσό Λέοντα στο φεστιβάλ της Βενετίας, ενώ είναι και η πιο ισορροπημένη του και επίσης αποτελεί και την αγαπημένη ταινία του Ιάπωνα δημιουργού!

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Μία πενηντάχρονη πόρνη, αδυνατώντας πλέον να θέλξει άντρες, αφήνει τις αναμνήσεις της θλιβερής της ζωής να την πλημμυρίσουν. Η Οχάρου, όταν ήταν νέα, στην αυτοκρατορική αυλή ερωτεύτηκε και έγινε η ερωμένη ενός άντρα πολύ πέραν της κοινωνικής της τάξης: ενός Σαμουράι. Όταν η σχέση τους αποκαλύφθηκε, η Οχάρου και η οικογένειά της εξορίστηκαν. Η ζωή της από τότε, δεν ήταν παρά μια συνεχής εναλλαγή θλίψης και ταπείνωσης.

 Η Οχάρου λοιπόν είναι η όμορφη καμαριέρα μιας πριγκίπισσας στο αρχαίο Κιότο. Ο Κατσουμοσάκε ένας χαμηλόβαθμος Σαμουράι την ερωτεύεται και την οδηγεί σε ένα πανδοχείο όπου περνούν μαζί τη νύχτα. Η αστυνομία που ψάχνει για πόρνες και απόκληρους τους συλλαμβάνει και μολονότι η Οχάρου είναι αθώα καταδικάζονται ότι έχουν παράνομες ερωτικές σχέσεις. Η Οχάρου και οι γονείς της εξορίζονται από την πόλη και ο Κατσουμουσάκε αποκεφαλίζεται. Στην εξορία που ζει η Οχάρου η ομορφιά της δεν περνάει απαρατήρητη. Έτσι ο Σασάγια ένας πλούσιος έμπορος θέλοντας να προσφέρει εξυπηρέτηση στον τοπικό φεουδάρχη του γνωρίζει την Οχάρου σαν μια ερωμένη που πιθανόν να του χάριζε τον διάδοχο που λαχταρούσε. Ο άρχοντας εγκρίνει την Οχάρου που γρήγορα του χαρίζει ένα αγοράκι. Όμως μετά τη γέννηση του παιδιού, φαίνεται ότι δεν είναι απαραίτητη πλέον και το ζηλόφθονο χαρέμι του την διώχνει. Ο Πατέρας της Οχάρου που σχεδίαζε να ζήσει μια άνετη και ήσυχη ζωή με τη βοήθεια του άρχοντα, ξαφνιάζεται με την επιστροφή της και γρήγορα την εξωθεί στο να γίνει εταίρα πολυτελείας...

 Ο Μιζογκούτσι, αυτός ο πραγματικά μοντερνιστής δημιουργός του ιαπωνικού σινεμά, βασισμένος στο μυθιστόρημα του Σαϊκάκου Κοτσόκου Ιτσιντάι Όνα η ζωή μιας γυναίκας ελευθερίων ηθών και μη ξεφεύγοντας από το ύφος του συγγραφέα κάνει μια δραματική ταινία πάθους και βρίσκει ιδανική συγκυρία για να ασκήσει δριμύτατη κριτική στη Μεσαιωνική ιαπωνική κοινωνία.
 Με διάρκεια που ξεπερνάει τις 2 ώρες, ρεαλιστική αφήγηση, όμορφα χαρακτηριστικά και κοστούμια της εποχής και υπέροχα μακρόσυρτα πλάνα, ο Μιζογκούτσι μας παρουσιάζει τη ζωή της Οχάρου όπου τα βάσανα δεν έχουν τελειωμό για την ομώνυμη πρωταγωνίστρια, ενώ και οι απανωτοί εξευτελισμοί θα συμπληρώσουν αυτό το τραγικό πορτρέτο μιας γυναίκας που ναι μεν μπορεί να παραβίασε το νόμο, αλλά που όμως εξαιτίας ενός μόνο ανθρώπινου λάθους (κι ας είναι ευγενούς καταγωγής) είναι καταδικασμένη εξαιτίας της απίστευτα αυστηρής νομοθεσίας να το πληρώνει για μια ολόκληρη ζωή..
 Ο ίδιος ο Μιζογκούτσι είχε συναντήσει σε μικρή ηλικία ένα μέρος της τραγικότητας της Οχάρου στα πρόσωπα των δύο του αδερφών και της μητέρας του. Η μεγάλη του αδερφή είχε πουληθεί για γκέισα, ενώ η άλλη μαζί με τη μητέρα του κακομεταχειρίζονταν από τον πατέρα του.

Η Οχάρου (την υποδύεται μία συγκλονιστική Κινίγιο Τανάκα, η μούσα του Μιζογκούτσι) αφού της δολοφονήσουν τον μεγάλο της έρωτα (τον υποδύεται ο Toshiro Mifune στον μοναδικό του ρόλο σε φιλμ του Μιζογκούτσι!) θα αρχίσει να περιπλανιέται αδίκως, ψάχνοντας απεγνωσμένα λίγη χαρά.
 Μαζί με το κουρασμένο και ταλαιπωρημένο σώμα της "σέρνει" και την αλλαβάστρινη ομορφιά της που τραβάει τους άνδρες τον έναν μετά τον άλλο. Σε κάποιους θα ενδώσει ερωτικά, αλλά με κανέναν δεν θα δείξει να το ευχαριστιέται.
 Αφού θα περιπλανιέται για καιρό μέσα στη δυστυχία και την κακοτυχία, κάποια στιγμή η μητέρα της θα την ειδοποιήσει πως τη ζήτησε ο πατέρας του παιδιού της και άρχοντας φεουδάρχης πλέον. Η Οχάρου θα χαμογελάσει μετά από πολύ καιρό μιας και θα σκεφτεί ότι μπορεί να ξαναδεί το παιδί της. Όμως ο άρχοντας θα την διατάξει να εξαφανιστεί απ' την πόλη για να μη βγει προς τα έξω η απαίσια και ντροπιαστική ζωή της..
 Και η ηρωίδα μας θα κινήσει για το τελευταίο στάδιο του ταξιδιού της. Ξεπερνώντας τα τελευταία εμπόδια θα κατορθώσει να φτάσει σε ένα μοναστήρι. Και εκεί πια θα βρει την ηρεμία της. Εκεί θα βρει ότι δεν μπόρεσε όλα αυτά τα χρόνια κυνηγώντας την επίγεια χαρά.

 Και ο Μιζογκούτσι σκηνοθετεί μία από τις πιο άρτια δομημένες ταινίες του όπου ο θυμός για την κακομεταχείριση της γυναίκας στην τότε ιαπωνική κοινωνία ισορροπεί εκπληκτικά με την άψογη αίσθηση του σκηνοθέτη για εκείνη την περίοδο. Και ενώ θεματικά το φιλμ θα μπορούσε να είναι ένα κοινό μελόδραμα ο τεράστιος αυτός κινηματογραφιστής καταρρίπτει κάθε τέτοια υποψία με έναν απίθανο χειρισμό της κάμερας, αλλά και βοηθούμενος από τη συγκλονιστική ερμηνεία της Κινίγο Τανάκα, για να αφηγηθεί τελικά μία σκοτεινή, δραματική ιστορία και να κάνει μία από τις πιο φεμινιστικές ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ!

Μία υπέροχη απεικόνιση από τον Μιζογκούτσι για τη γυναικεία δουλεία και την υποβάθμιση στη Μεσαιωνική Ιαπωνία του 17ου αιώνα.

 Βαθμολογία: 8,5/10

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

A Snake Of June, Shinya Tsukamoto, 2002


 "Το Φίδι του Ιουνίου" ο ελληνικός τίτλος ("Rokugatsu no hebi" ο πρωτότυπος), είναι μία ταινία - έκπληξη από την Ιαπωνία και το 2002. Του σημαντικού σκηνοθέτη Shinya Tsukamoto, που από μικρή ηλικία είχε δείξει εντυπωσιακά δείγματα γραφής, από τις μικρού μήκους ταινίες του κιόλας, για να θεωρείται πλέον ο νούμερο ένα cult Ιάπωνας κινηματογραφιστής!

 Η υπόθεση της ταινίας:
Μια σεξουαλικά στερημένη υπάλληλος (από τον μεγαλύτερο της σύζυγο) σε τηλεφωνική γραμμή ψυχολογικής υποστήριξης, πέφτει θύμα παρακολούθησης από ένα άγνωστο. Αυτός την φωτογραφίζει να αυνανίζεται και στην συνέχεια την οδηγεί σε σεξουαλική αφύπνιση.


 Είναι Ιούνιος, η εποχή των βροχών στην Ιαπωνία. Η ηρωίδα μας, η Ρίνγκο, εργάζεται σε ένα κέντρο τηλεφωνικής υποστήριξης ατόμων που αντιμετωπίζουν ψυχολογικά προβλήματα. Θα προσελκύσει το ενδιαφέρον ενός αγνώστου, που στο παρελθόν είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει και που τώρα βρίσκει στο πρόσωπο της κοπέλας ένα ενδιαφέρον "θέμα" για να ικανοποιήσει τις φαντασιώσεις του. Εκβιάζοντας την, στέλνοντας της συγκεκριμένα τολμηρές φωτογραφίες από απόλυτα προσωπικές της στιγμές, επιθυμεί να της "προσφέρει" μία διαφορετική καθημερινότητα, πιο έντονη και ενδιαφέρουσα από τη βαρετή ρουτίνα του έγγαμου βίου της, ενώ ο απώτερος στόχος του, είναι να την οδηγήσει στην σεξουαλική της απελευθέρωση. Πριν καν καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει, ή ποιος είναι ο μυστυριώδης εκβιαστής, η Ρίνγκο θα ξεχυθεί στους υγρούς δρόμους της μεγαλούπολης και μέσω τηλεφωνικών επαφών με τον τελευταίο, θα αναγκαστεί να υπακούει στις διαστροφικές επιθυμίες του, μέσω της σεξουαλικής της αυτογνωσίας...

 Οι ερμηνείες είναι πολύ δυνατές, που από κάποιους χαρακτηρίζονται ως υπερβολικές, ή και υστερικές... Και η σκηνοθεσία του Tsukamoto είναι επίσης πολύ καλή, με ορισμένα πλάνα να είναι πραγματικά εντυπωσιακά! Επίσης, στο Tsukamoto ανήκουν το σενάριο, η φωτογραφία (ασπρόμαυρη κινηματογράφιση, αλλά τυπωμένη σε έγχρωμο φιλμ, που αποδίδει αυτό το ψυχρό μπλε χρώμα) αλλά και το μοντάζ της ταινίας. Τέλος, η εκπληκτική ατμόσφαιρα αλλά και το ιδανικό ταίριασμα του cult στοιχείου με την ερωτική έξαρση από τον σκηνοθέτη συνθέτουν το "Φίδι του Ιουνίου".

 Μία αισθησιακή περιπλάνηση στην σεξουαλική αυτογνωσία, οι πιο αμόμακροι και σκοτεινοί φόβοι απ' τη μία και οι βαθύτερες, καταπιεσμένες σεξουαλικές επιθυμίες απ' την άλλη, καθώς και το μανιώδες κυνήγι παρουσίασης του ερωτισμού από τον σκηνοθέτη θέτουν και στο "Φίδι του Ιουνίου" τα όρια της πορνογραφίας.


 Ειδικό βραβείο επιτροπής στο φεστιβάλ των Καννών.


 Βαθμολογία: 6,5/10

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

Seppuku, Masaki Kobayashi, 1962



 Από τον αγαπημένο Ιαπωνικό κινηματογράφο και το 1962 προέρχεται αυτό το αριστουργηματικό φιλμ με τίτλο "Χαρακίρι" (Seppuku ή Hara kiri). Επειδή ο σπουδαιότερος κινηματογραφιστής της χώρας του ανατέλλοντος ηλίου είναι ο μέγιστος Akira Kurosawa, και μαζί με τους Ozu, Mizoguchi αποτελούν το "μαγικό τρίο" του Ιαπωνικού Σινεμά, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν άλλοι σημαντικοί Ιάπωνες σκηνοθέτες. Σε επόμενα post μου μάλιστα θα αναφερθώ εκτενέστερα.
 Εδώ, ο σκηνοθέτης ονομάζεται Masaki Kobayashi και με το "Χαρακίρι" μας χαρίζει μία σπουδαία, αριστουργηματική ταινία για τους Σαμουράι.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Στη φεδουαρχική Ιαπωνία του 17ου αιώνα, ένας περιπλανώμενος σαμουράι πηγαίνει στον οίκο ενός μεγάλου αφέντη της περιοχής για βρει την κατάλληλη τοποθεσία ώστε να πράξει το τελετουργικό για το χαρακίρι. 
 Εκεί μαθαίνει την ιστορία του γαμπρού του που οδηγήθηκε από τρεις πολεμιστές σε ατιμωτική αυτοκτονία με σπαθί φτιαγμένο από μπαμπού. Λίγο πριν πράξει αυτός χαρακίρι, διηγείται την ιστορία και συμπληρώνει την ιστορία με την εκδίκηση που έχει ήδη πάρει το δρόμο της..

 Ο Masaki Kobayashi λοιπόν με το "Seppuku" ασκεί δριμύ κατηγορώ στο φεουδαρχικό σύστημα της Ιαπωνίας του 17ου αιώνα αλλά και συγκεκριμένα στον "κώδικα τιμής" των Σαμουράι.
 Ένας Σαμουράι Ρόνιν* θα φτάσει στην αυλή ενός φεουδάρχη και τον εκληπαρεί να του δώσει ελεημοσύνη. Ο "άρχοντας" όμως θα ξεγελάσει τον φτωχό Σαμουράι και θα τον αναγκάσει να κάνει χαρακίρι. Ο Ρόνιν Σαμουράι θαρραλέος ως είναι, θα υποστεί ολόκληρο το βάναυσο και εξευτελιστικό τελετουργικό του "χαρακίρι" και τουλάχιστον στο τέλος θα παρακαλέσει να αποκεφαλιστεί "τιμητικά" όπως ορίζει ο κώδικας των Σαμουράι. Αλλά ούτε και τότε θα εισακουστεί και ο φεουδάρχης χωρίς να δείξει έλεος θα δώσει εντολή για έναν αποτρόπαιο και βασανιστικό θάνατο...

( * Στην Ιαπωνία, γύρω στα 1630 πολλοί Σαμουράι, λόγω της ειρήνης που επικράτησε ανάμεσα στα Σογκουνάτα, είχαν μείνει άνεργοι, στερήθηκαν τον κώδικα τιμής τους και έφτασαν στην επαιτεία για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην.
Έγιναν Ρόνιν.)
 Το σχέδιο εκδίκησης όμως έχει τεθεί σε λειτουργία. Ο... κανονικός Σαμουράι θα καταφτάσει στο φέουδο ζητώντας (παριστάνοντας ότι ζητάει) ελεημοσύνη. Ο Σαμουράι Ρόνιν που μόλις πριν από λίγο δολοφονήθηκε αποτρόπαια, ήταν ο άνδρας της μοναχοκόρης του!
 Θα καταφέρει να ξεγελάσει τους πάντες, να μην παραδώσει το σπαθί του και να αφηγηθεί με μοναδικό τρόπο την ιστορία του. Οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί. Δεν κάνει πια ο φεουδάρχης-αφέντης-σαδιστής ότι θέλει, αλλά τον απόλυτο έλεγχο τον έχει ο ήρωάς μας (τον υποδύεται ένας εκπληκτικός Nakadai Tatsuya!), μέχρι να οδηγηθούμε με εκπληκτική σκηνοθετική μαεστρία απ' τον Κομπαγιάσι στην τελευταία πράξη της ταινίας, που αποτελεί ένα πραγματικό υπερθέαμα!
 Ο ήρωά μας ξεσπάει. Και θα παρασύρει τα πάντα και τους πάντες στο διάβα του. Ή καλύτερα, στην κατά μέτωπο επίθεση που εξαπολύει κατά πάντων! Αποφασισμένος να αποτινάξει τον ζυγό της καταπίεσης, της αδικίας, της δουλείας, της καταπάτησης, του εξευτελισμού, σηκώνει το σπαθί ψηλά και, στην κυριολεξία, μόνος εναντίων όλων θα γράψει τον επίλογο της τραγωδίας. Ένας επίλογος που φυσικά είναι προδιαγεγραμένος και που θέλει τον Σαμουράι -σύμβολο του ηρωισμού- να πεθαίνει. Αλλά να πεθαίνει με τρομερά τίμιο τρόπο, με το κεφάλι ψηλά και αφού πρώτα κατέλυσε και ξέσκισε κάθε σύμβολο και θεσμό ενός συστήματος ολότελα σάπιου.

  Απομυθοποίηση του κώδικα των Σαμουράι από τον Κομπαγιάσει, έναν μαρξιστή σκηνοθέτη που ξεσκίζει οποιαδήποτε συστήματα και παραδόσεις που υποστηρίζουν απαράδεκτους, μισάνθρωπους θεσμούς και κώδικες καθώς και τις κοινωνικές τάξεις που τα συντηρούν και δημιουργεί ένα θρυλικό αντιπολεμικό έπος. 

 Μία απ' τις σπουδαιότερες ταινίες στην ιστορία του Ιαπωνικού κινηματογράφου.

 Βαθμολογία: 9,5/10

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Rashomon, Akira Kurosawa, 1950

 

 Το Rashomon του Akira Kurosawa, του σημαντικοτέρου ίσως Ιάπωνα σκηνοθετη είναι ένα αριστουργηματικό φιλμ, που μπορεί να μην έτυχε της αποδοχής και απήχησης ταινιών όπως "The Seven Samurai", "Ran", "Throne of Blood", "Yojimbo", αλλά προσωπικά δε νομίζω ότι υστερεί συγκρίσει με αυτές. Απεναντίας, του χάρισε το βραβείο Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας και το "Χρυσό Λιοντάρι" στο φεστιβάλ Βενετίας, ενώ ήταν το φιλμ που του προσέδωσε παγκόσμια καταξίωση!


  Η υπόθεση της ταινίας:
 Στην Ιαπωνία του 12ου αιώνα, μια γυναίκα βιάζεται και ο σύζυγός της δολοφονείται από τον πασίγνωστο ληστή Ταγιομαρού. Ο δράστης σύντομα συλλαμβάνεται αλλά η κατάθεσή του, είναι εντελώς διαφορετική από την κατάθεση του θύματος. Ένας αυτόπτης μάρτυρας που βρήκε το πτώμα του άντρα, καλείται για να δώσει φως στην υπόθεση αλλά περιπλέκει περισσότερο την κατάσταση καθώς η κατάθεση του είναι επίσης διαφορετική από τις υπόλοιπες... Μια ταινία πάνω στην αβεβαιότητα, την αμφιβολία, και την ανησυχία που προκαλούν όλα αυτά τα συναισθήματα. Κρύβει όλους τους φιλοσοφικούς και ψυχολογικούς αρμονικούς ήχους που θα χαρακτηρίζουν από εκεί και έπειτα την κινηματογραφική πορεία του σκηνοθέτη. Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ της Bενετίας και Οσκαρ ξένης ταινίας, και εκπληκτική ερμηνεία από τον Μιφούνε.



 Το εκπληκτικό σενάριο δια χειρός Akira Kurosawa, Shinobu Hashimoto, είναι από μια νουβέλα του Ryunosuke Akutagawa. Ο Toshiro Mifune δίνει και εδώ μία εκπληκτική ερμηνεία.

  Φαινομενικά και με πρώτη ανάγνωση πρόκειται για ένα αστυνομικό θρίλερ, με την δολοφονία ενός αριστοκράτη, το βιασμό της γυναίκας του, μάρτυρες, υπόπτους κλπ.. Ο σπουδαίος όμως Ιάπωνας σκηνοθέτης δεν μένει εκεί. Αντίθετα, μας παρουσιάζει το φόνο και το βιασμό ως αφορμές για να μας οδηγήσει σε ένα υπέροχο φιλοσοφικό ταξίδι. Τα ερωτήματα που θέτει είναι αμέτρητα και ο θεατής παρασύρεται άνευ όρων στην πανέμορφη -αν και σε ασπρόμαυρο φόντο- μαγεία που προσφέρει ο Κουροσάβα.
 Ένα δοκίμιο επί της ουσίας για την αλήθεια, το ψέμα και τη λεπτή διαχωριστική γραμμή που υπάρχει ανάμεσά τους. Τί είναι αλήθεια λοιπόν και τί ψέμα, έννοιες όπως υποκειμενικότητα, διαφορετική εκδοχή, αμφισβήτηση, δυσπιστία, ανασφάλεια αποτελούν μέρη του κουβαριού που με μαεστρικό τρόπο ξεδιπλώνει ο Κουροσάβα επί της οθόνης.

 Τρία πρόσωπα λοιπόν, τρεις διαφορετικές εκδοχές πάνω στην ίδια ιστορία. Τρία διαφορετικά χωροχρονικά επίπεδα. Τρεις διαφορετικές οπτικές γωνίες. Τρεις ξεκάθαρα υποκειμενικές ιστορίες, γεμάτες αντιθέσεις... και αργότερα και μία τέταρτη.
 Η ιστορία είναι η ίδια. Τα γεγονότα τα ίδια. Η ατομικότητα όμως της υποκειμενικής προσέγγισης του κάθε μάρτυρα ποικίλλει. Σε αυτό συμβάλλουν διάφορα συναισθήματα, εμπειρίες, συμφέροντα, απόψεις, προσωπικότητες του καθενός.
  Ο Κουροσάβα χρησιμοποιεί με εκπληκτικό τρόπο τα flash backs για να αφηγηθεί τις τέσσερις διαφορετικές εκδοχές και συνολικά η σκηνοθεσία είναι εξαιρετική. Ποιος τελικά λέει την αλήθεια, εάν όντως κάποια απ' τις προσεγγίσεις είναι αληθινή... Κάπου εδώ μας κλείνει το μάτι ο Ιάπωνας σκηνοθέτης, αφού "Οι άνθρωποι δεν μπορούν να πουν την αλήθεια γιατί είναι άνθρωποι" όπως λέει χαρακτηριστικά εις εκ των μαρτύρων!
   

Ταινία σταθμός στην ιστορία του κινηματογράφου. Συχνά θα την βρείτε σε λίστες ανάμεσα με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Μια δημιουργία αποτελούμενη απ' τα υλικά που είναι φτιαγμένα τα αριστουργήματα.

Ο ίδιος ο Ακίρα Κουροσάβα είχε πει σχετικά με το σενάριο της ταινίας και τους χαρακτήρες:
«Τα ανθρώπινα όντα είναι ανίκανα να είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους όσον αφορά τους ίδιους τους τούς εαυτούς. Δεν μπορούν να μιλήσουν για τους εαυτούς τους χωρίς να τους εξωραΐσουν. Το σενάριο περιγράφει τέτοια ανθρώπινα όντα-είδη που δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς ψέματα που να τα κάνουν να νοιώθουν άνθρωποι καλύτεροι από όσο είναι. Δείχνει ακόμη αυτή την αμαρτωλή ανάγκη τους να κολακεύουν και να προσποιούνται ακόμη και μέσα από τον τάφο-ακόμη και ο χαρακτήρας που πεθαίνει δεν μπορεί να σταματήσει να λέει ψέματα όταν μιλάει μέσω του μέντιουμ στους ζωντανούς. Ο εγωισμός είναι μια αμαρτία που το ανθρώπινο ον κουβαλάει μαζί του εκ γενετής. Η λύτρωση από αυτή είναι το πιο δύσκολο πράγμα.»

 Δάσκαλος για ολόκληρο τον κινηματογράφο ο Kurosawa, πολλές ταινίες του διδάσκονται ως σεμινάρια σε σχολές κινηματογράφου -μεταξύ των οποίων και το Rashomon- ενώ πολλοί μεταγενέστεροι συνάδελφοί του πήραν πολλά στοιχεία απ' τις ταινίες και τον τρόπο κινηματογράφησης του σπουδαίου Ιάπωνα σκηνοθέτη. 

Βαθμολογία: 9,5/10