Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γερμανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γερμανία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Der Tunnel, Roland Suso Richter, 2001

Der Tunnel 2001 

 Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, το «Τούνελ» αφηγείται την ιστορία κάποιων ανθρώπων, που με επικεφαλής τον Harry Melchior «δραπέτευσαν» απ' την ανατολική στη δυτική Γερμανία. Του 2001, σε σκηνοθεσία Roland Suso Richter, με τους: Heino Ferch, Nicolette Krebitz, Sebastian Koch, Alexandra Maria Lara, Claudia Michelsen.

 Η υπόθεση:
 Βασισμένη στην αληθινή ιστορία μιας ομάδας Ανατολικών  Βερολινέζων, οι οποίοι δραπέτευσαν προς τη Δύση. Ο Harry Melchior ήταν πρωταθλητής της κολύμβησης στην Ανατολική Γερμανία και παράλληλα ήρθε σε ρήξη με το Σύστημα εξαιτίας του οποίου έχει φυλακιστεί στο παρελθόν. Έτσι περνάει στη δυτική πλευρά και από 'κει οργανώνει τη διαφυγή τόσο της αδελφής του όσο και της οικογένειάς της. Η ιδέα του τούνελ γεννιέται, αλλά το πλάνο δε λειτουργεί ομαλά. Οι συμμετέχοντες αντιμετωπίζουν προβλήματα όχι μόνο με την υλικοτεχνική υποστήριξη του έργου τους, αλλά και με την προδοσία από τους... φίλους στην Ανατολή. Και πάντα, η αστυνομία της Ανατολικής Γερμανίας είναι πολύ κοντά στην ανακάλυψη του οικοπέδου.

 Ο Roland Suso Richter είναι γνωστός σκηνοθέτης τηλεοπτικών ταινιών, στη Γερμανία. Το Τούνελ αν και βγήκε τελικά στις αίθουσες και «κρατάει» κινηματογραφικά, ήταν παραγωγή τηλεοπτικών προθέσεων, καθώς παίχτηκε στη γερμανική τηλεόραση σε δύο μέρη, ενώ είχε συνολική διάρκεια 188' αντί των 150', της βερσιόν δηλαδή που βρήκαμε στην ταινία και των 167', της βερσιόν που βγήκε στις αμερικανικές αίθουσες.

 Η -αληθινή- ιστορία εξελίσσεται το 1961 προς 1962, όταν κάποιοι άνθρωποι που ζούσαν στο πρώην ανατολικό Βερολίνο, με επικεφαλής τον Χάρι Μέλχιορ «δραπέτευσαν» προς τη Δύση. Υπενθυμίζεται ότι εκείνη ακριβώς την περίοδο χτιζόταν το τείχος του Βερολίνου (13 Αυγούστου 1961), που χώριζε στα δύο μια ολόκληρη χώρα...

 Ο Μέλχιορ λοιπόν ήταν πρωταθλητής στην κολύμβηση, στο ανατολικό Βερολίνο κερδίζοντας εκτός των μεταλλίων και την καθολική αναγνώριση και καταξίωση. Αρνούμενος όμως να συνεργαστεί με τις Αρχές, είχε έρθει σε ρήξη με το Σύστημα, με αποτέλεσμα να εκτίσει ποινή φυλάκισης επειδή το 1953 είχε συμμετάσχει σε διαδηλώσεις εναντίον της κυβέρνησης των κομμουνιστών της Ανατολικής Γερμανίας. Αηδιασμένος αποφασίζει να φύγει για τη Δύση (με πλαστό διαβατήριο και μεταμφιεσμένος), μαζί με τους φίλους του Ματίζ (Sebastian Koch), Βικ (Mehmet Kurtulus) και Φρεντ (Felix Eitner), αλλά το μυαλό του είναι διαρκώς στην πολυαγαπημένη του αδερφή Λότε (Alexandra Maria Lara). Έτσι με μια ομάδα {(αποτελούμενη απ' τους φίλους, κάποιους εθελοντές που επίσης θέλουν να φέρουν μέλη των οικογενειών τους και τη νεαρή Φρίτζι (Nicolette Krebitz)} θα σκαρφιστούν την ιδέα του τούνελ, μέσω του οποίου θα φέρουν στη Δύση τα αγαπημένα τους πρόσωπα, που έμειναν πίσω στην ανατολική πλευρά. Ένα τούνελ μήκους περίπου 150 μέτρων, το οποίο από απλή σήραγγα καταλήγει σε μεγαλειώδη κατασκευή..

 Η ιδέα του τούνελ ανήκει φυσικά στον Μέλχιορ και γίνεται γνωστή πολύ νωρίς στην ταινία. Αυτό σημαίνει πως η δράση είναι μακράς διάρκειας και ιδιαίτερα έντονη. Με στοιχεία θρίλερ και κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, καθώς μεγάλο μέρος του φιλμ εκτυλίσσεται κάτω από τη γη, εντός τούνελ δηλαδή, παρακολουθούμε με αγωνία (αν και γνωρίζουμε την κατάληξη) τη φυγή μιας ομάδας ανθρώπων προς την ελευθερία. 

 Γιατί στην ουσία αυτό διαπραγματεύεται ο γερμανός σκηνοθέτης. Την «πτήση» προς την ελευθερία. Σίγουρα υπάρχει κάποιο πολιτικό σχόλιο, όμως ο Ρίχτερ δεν ενδιαφέρεται να κάνει (ακόμη μία) πολιτική καταγγελία. Εκείνο που τον εκφράζει είναι να αγκαλιάσει αυτούς τους ανθρώπους, τον αγώνα τους για το ύψιστο ιδανικό, αυτό της ελευθερίας και την αλληλεγγύη που αναπτύσσεται μεταξύ των. Στη διαδρομή τους βέβαια θα συναντήσουν πολλές δυσκολίες με χαρακτηριστικότερες την ίδια την κατασκευή του τούνελ, καθώς αλλιώς σχεδιάστηκε στο χαρτί και άλλα έβλεπαν σκάβοντας αργά, πολύ σκληρά και ενίοτε επικίνδυνα, τους βαλτούς απ' τη Στάζι πληροφοριοδότες (ρουφιάνοι) στο ανατολικό Βερολίνο, όπου πηγαινοέρχονταν για να επικοινωνούν με τους εκεί φίλους και φυσικά, με τον διοικητή του τμήματος παράνομης μετανάστευσης και όλον τον στρατό του ανατολικού Βερολίνου.

 Μία πολύ δυνατή ταινία, με υψηλή ένταση και ιδιαίτερα καλογυρισμένη, αν υπολογιστεί ότι οι αρχικές προθέσεις ήταν τηλεοπτικής λογικής. Νικήτρια πληθώρας βραβείων, από τα τηλεοπτικά βραβεία της Βαυαρίας μέχρι τα ~ της γερμανικής τηλεόρασης συνολικά και από τη Χρυσή Κάμερα Γερμανίας μέχρι το βραβείο Κοινού στο Μόντρεαλ και εκείνα του Κοινού και το Διεθνές στο Σεντ Λούις.

 Σίγουρα μες στις κορυφαίες ταινίες για το Τείχος του Βερολίνου και μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες και δυνατές ευρωπαϊκές ταινίες της περασμένης δεκαετίας.

 Βαθμολογία: 8/10

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

Cherry Blossoms, Doris Dörrie, 2008


 «Ανθισμένες Κερασιές», με αυθεντικό τίτλο Kirschbluten - Hanami η κορυφαία στιγμή της γερμανίδας σκηνοθέτιδας Doris Dörrie, το 2008. Μία συμπαραγωγή Γερμανίας, Ιαπωνίας, η τρυφερή αυτή ταινία με ευθεία αναφορά στον Όζου και κλείσιμο του ματιού στους Φελίνι, Κισλόφσκι, με συμμετοχή στο φεστιβάλ του Βερολίνου. Μια πραγματεία για το εφήμερο της ζωής, την αγάπη και το «τέλος». Σε σενάριο - σκηνοθεσία Doris Dörrie με τους: Elmar Wepper, Hannelore Elsner, Aya Irizuki, Maximilian Bruckner, Nadja Uhl, Birgit Minichmayr.

 Η υπόθεση:
 Μόνο η Τρούντι (Χανελόρε Έλσνερ) ξέρει πως ο άντρας της είναι ανίατα άρρωστος και ετοιμοθάνατος. Αποφασίζει να μην του το ανακοινώσει. Οι γιατροί της προτείνουν να κάνει ένα όμορφο ταξίδι μαζί του, να πραγματοποιήσουν κάτι που ονειρεύονται. Ο Ρούντι είναι ένας καλός, απλός, προβλέψιμος άντρας. Αγαπιούνται. Όταν η γυναίκα του τού προτείνει να πάνε στην Ιαπωνία, όπου ζει ο μικρός τους γιος, και να δουν από κοντά την κορυφή του Φουτζιγιάμα, εκείνος την βρίσκει υπερβολική. Τελικά, καταφέρνει να τον πείσει να ταξιδέψουν στο Βερολίνο όπου ζει ο μεγάλος τους γιος με την οικογένειά του και η κόρη τους. Εκεί καταλαβαίνουν ότι τα παιδιά τους είναι τόσο απασχολημένα με τις δικές τους ζωές, που δεν τους περισσεύει χρόνος για τους γονείς. 

 Η Doris Dörrie, σημαντική γερμανίδα σκηνοθέτιδα με πολύχρονη καριέρα πίσω απ' την κάμερα, εν έτει 2008 έφθασε στην πιο ώριμη στιγμή της χαρίζοντάς μας ένα πολύ όμορφο, τρυφερό και συγκινητικό φιλμ. Οι «Ανθισμένες Κερασιές» με εμφανή αναφορά στον σπουδαίο Γιασουχίρο Όζου και το υπέροχο «Ταξίδι στο Τόκιο» είναι μια εντυπωσιακά λιτή πραγματεία πάνω στο εφήμερο της ζωής, την αληθινή αγάπη και το προδιαγεγραμμένο φινάλε. Όλα αυτά με φόντο το σύγχρονο Τόκιο ως μεγαλούπολη - σύμβολο αποξένωσης των οικογενειών και αλλοτρίωσης των παραδοσιακών αξιών.

 Όλα ξεκινούν από μια διάγνωση. Αφορά σε ανίατη ασθένεια του Ρούντι, μη αναστρέψιμη μορφή καρκίνου, μόνο που τα μαντάτα λαμβάνει η σύζυγός του, Τρούντι. Η οποία, μετά κι από παρότρυνση των γιατρών, αποφασίζει να πραγματοποιήσουν οι δυο τους ένα μεγάλο ταξίδι, να επισκεφθούν μετά από χρόνια τα παιδιά τους, να φτάσουν μέχρι τη θάλασσα, να ζήσουν μια «περιπέτεια», λίγο πριν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, για το οποίο φυσικά ο Ρούντι δεν έχει ιδέα...

 Ωστόσο τα προβλήματα μόλις άρχισαν για το ηλικιωμένο ζεύγος. Μόλις γεμάτοι χαρά και προσμονή αντικρύσουν τα παιδιά τους στο Βερολίνο, θα αντιληφθούν πως στις ζωές τους και τη γεμάτη υποχρεώσεις καθημερινότητά τους δεν υπάρχει χώρος για εκείνους. Παγιδευμένοι στη σύγχρονη καθημερινότητα της ασφυκτικής μεγαλούπολης αλλά κι εγκλωβισμένοι στις ψευδαισθήσεις της προσωπικής τους ζωής νιώθουν πλέον εντελώς ξένοι κι αποκομμένοι απ' τους ανθρώπους που τους μεγάλωσαν. Με εμφανή απογοήτευση μετά την αποδόμηση της οικογένειας οι ηλικιωμένοι γονείς θα συνεχίσουν το ταξίδι τους. Επόμενος σταθμός η θάλασσα, στη Βαλτική. Όμως εκεί, το εφήμερο της ζωής κρύβει μια αναπάντεχη, σκληρή δοκιμασία. Μία ανατροπή που θα φέρει τα πάντα τούμπα στον Ρούντι, ο οποίος, όντας ήρεμος, μοναχικός και βρίσκοντας σε ολόκληρη τη ζωή του την ευτυχία στην απλή καθημερινή συντροφιά της Τρούντι, θα πρέπει ευρισκόμενος στο Τόκιο πια, να αλλάξει, έστω στο βαθμό που μπορεί, τόσο για τον ίδιο, για να εξερευνήσει ουσιαστικά τον εαυτό του πάνω στο φινάλε της διαδρομής του, αλλά κυρίως, για τη μνήμη της αγαπημένης του γυναίκας.
 Εκεί μάλιστα, αποκομμένος κι απ' τον άλλο γιο θα βρει συντροφιά στο πρόσωπο μιας νεαρής Γιαπωνέζας, την υποδύεται η γλυκύτατη Aya Irizuki (σα χαρακτήρας θυμίζει την Gulietta Masina απ' το La Strada του Fellini), η οποία θα τον μυήσει στα μυστικά του Butoh, ένα μοντέρνο ντόπιο χορό που λάτρευε και είχε απωθημένο η Τρούντι. Μαζί, με ένα χάσμα να τους χωρίζει, από διαφορά ηλικίας μέχρι συνήθεις και συμπεριφορά, θα μοιραστούν ένα σωρό πράγματα και συναισθήματα και θα έρθουν κοντά, έστω κι αν οριακά καταφέρνουν να συνεννοηθούν, χάρη στην αγάπη τους για τη ζωή αλλά και βοηθούμενοι από τη μνήμη προς ένα αγαπημένο πρόσωπο έκαστος.

 Ξεκινώντας απ' το σενάριο, αυτή η απλότητα κερδίζει μεμιάς το θεατή, καθώς τα στόρι ξετυλίγεται με τη γνωστή γερμανική λιτότητα, όμως κάθε σεκάνς και κάθε διάλογος είναι πέρα για πέρα ουσιαστικά πετυχαίνοντας μάλιστα τον σκοπό της Dörrie, που είναι όχι να εκμαιεύσει τη συγκίνηση αλλά να αγγίξει την ψυχή ακόμη και του πλέον ώριμου ή ψυχρού θεατή.
 Άλλωστε το σενάριο με το λιτό ύφος, τους συμβολισμούς και τις ανατροπές αποτελεί το ατού αυτού του φιλμ, μιας και η σκηνοθεσία κυμαίνεται σε μέτρια επίπεδα. Όλα τα λεφτά λοιπόν, το στόρι.
 Στη συνέχεια έχουμε έναν υπέροχο Elmar Wepper, ο οποίος ερμηνεύει με απαράμιλλη εκφραστικότητα και γλυκύτητα τον ήσυχο, παγιδευμένο στην ρουτίνα του Ρούντι, ο οποίος στο φινάλε αφήνει επιτέλους εαυτόν να εκφραστεί, σταματάει να αυτοκαταπιέζεται και βγάζει από μέσα του όλη την κρυμμένη χάρη και ομορφιά χαρίζοντας ίσως έτσι το σημαντικότερο δώρο στον ίδιον. Να ανθίσει δηλαδή, σαν τις κερασιές..

* Οι ανθισμένες κερασιές είναι σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής στην Ιαπωνία. Πρόκειται για την έναρξη της άνοιξης, όπου φυσικά ανθίζουν τα δέντρα και τα λουλούδια και συμβολίζουν τη γέννηση της ίδιας της ζωής. Συγκεκριμένα το άνθος της κερασιάς έχει τη συμβολική σημασία του εφήμερου και παροδικού της ζωής. Η εποχή αυτή ονομάζεται "hanami" και σημαίνει «κοίτα τα λουλούδια», δηλαδή αυτή την ιδιαίτερη ποικιλία κερασιάς της χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011

Angst essen Seele auf, Rainer Werner Fassbinder, 1974


 «Ο Φόβος τρώει τα Σωθικά» ("Fear eats the Soul"), από τον Rainer Werner Fassbinder («Λόλα», «Λιλί Μαρλέν», «Τα Πικρά Δάκρυα της Πέτρα φον Καντ», «Μπερλίν Αλεξάντερπλατζ», «Ο Γάμος της Μαρία Μπράουν», «Βερόνικα Φος») και το 1974. Μία όμορφη ταινία, για μία μεσήλικη χήρα από τη Γερμανία που ερωτεύεται και τελικά παντρεύεται έναν κατά 20 χρόνια μικρότερό της Μαροκινό μετανάστη και τη ρατσιστική αντιμετώπιση που ακολούθως θα δεχθεί το ζευγάρι από τη γερμανική κοινωνία των '70s.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Η χήρα Emmi Kurowski, μια μεσόκοπη, καθόλου γοητευτική καθαρίστρια τσακισμένη από τη ζωή, γνωρίζεται τυχαία με το Μαροκινό εργάτη Ali. Σύντομα αναπτύσσεται ανάμεσα τους μια μεγάλη αγάπη που τους οδηγεί μέχρι το γάμο παρά τη διαφορά ηλικίας, την ξένη καταγωγή του άνδρα και την ισχυρή αντίδραση των παιδιών της Έμι, των γειτόνων και των συναδέλφων της. Στην αρχή η κακοβουλία των άλλων τους φέρνει πιο κοντά. Όταν όμως ο περίγυρος αρχίζει να αποδέχεται το ιδιόμορφο ζευγάρι, η σχέση τους κλονίζεται. Ο Φασμπίντερ κάνει με την ταινία ένα συγκλονιστικό κοινωνικό μελόδραμα, που σε αφοπλίζει με την ανθρωπιά του και τη δύναμη των δραματικών συγκρούσεών του. Η μεγάλη ηθοποιός Μπριγκίτε Μίρα, που ο Φασμπίντερ επανέφερε στην οθόνη ύστερα από πολλά χρόνια απουσίας, δίνει μια συγκλονιστική ερμηνεία.

 Ο Rainer Werner Fassbinder, αυτός ο αντισυμβατικός αλλά γενικά «δύσκολος» σκηνοθέτης υπογράφει εδώ μία από τις πιο βατές ταινίες του, κάνοντας αιχμηρή -και μάλιστα διπλή- κριτική απέναντι στη ρατσιστική, ξενοφοβική γερμανική κοινωνία της δεκαετίας του 1970.
 Μία πολύ απλή αλλά πέρα για πέρα ανθρώπινη και ζεστή ταινία, από τον εκκεντρικό και πρωτοπόρο Γερμανό δημιουργό, χάρις στον οποίο θα μπορούσε να δημιουργηθεί το κίνημα του "γερμανικού νεορεαλισμού", το οποίο και θα αποτυπωνόταν πλήρως σε αυτό το φιλμ.

 Ας αφήσουμε όμως στην άκρη το τι "θα" γινόταν και ας επικεντρωθούμε στα της ταινίας..

 Η Έμι λοιπόν (εκπληκτική η Μπριγκίτε Μίρα), μία γερμανίδα χήρα, μοναχική, μεσόκοπη, φανερά γερασμένη και κουρασμένη από τις κακουχίες και τις ατυχίες της ζωής και ο Άλι (καλός ο Ελ Εντί Μπεν Σαλέμ), ένας νεαρός μαροκινός μετανάστης και εξίσου μοναχικός αναπτύσσουν αμοιβαία αισθήματα συμπάθειας από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους. Βασικό κοινό στοιχείο η έλλειψη αγάπης που διακρίνει και τους δύο. Η αρχική συμπάθεια δεν θα αργήσει να μετατραπεί σε ερωτική έλξη και εν τέλει στα ιερά δεσμά του γάμου και μαζί θα ξεκινήσει ο γολγοθάς του «παράταιρου» ζευγαριού, καθώς από τη μία οι γείτονες της Έμι και από την άλλη οι φίλοι του Άλι παίρνουν εξ αρχής με στραβό μάτι αυτήν τη σχέση.

 Βλέπετε, ένας γάμος με αρκετά μεγάλη διαφορά ηλικίας (πάνω από 10, σχεδόν 20 χρόνια) ήταν φοβερό ταμπού στη Γερμανία εκείνα τα χρόνια. Και ερχόταν ως αποτελειωτικό χτύπημα στο... αρχικό σοκ που δεχόταν η τότε οπισθοδρομική κοινωνία στο άκουσμα μιας σχέσης με φυλετική ανισότητα. Πολύ απλά, δεν γινόταν αποδεκτός ένας αλλοδαπός μετανάστης..

 Μεγάλη μαγκιά του Φασμπίντερ εδώ, καθώς εντάσσει στην ίδια ταινία δύο διαφορετικές πτυχές του ίδιου βίαιου και σκληρού κοινωνικού φαινομένου που ονομάζεται ρατσισμός.

 Τα προβλήματα πάντως του «αλλόκοτου» ζεύγους δεν σταματούν στις επικρίσεις και την απόρριψη του κοινωνικού τους περίγυρου αλλά ούτε και στα κοινωνικά ταμπού, τα οποία είναι και οι δύο έτοιμοι να συνθλίψουν. Αντιθέτως, γίνονται ακόμη περισσότερα όταν στο ήδη υπάρχον πρεσάρισμα προστίθενται οι εσωτερικές συγκρούσεις.
 Η αίφνης αμοιβαία συμπάθεια και η γρήγορη ερωτική σπίθα που ανάβει από τις πρώτες κιόλας συναντήσεις της Έμι με τον Άλι, θα παραμεριστούν όταν οι δυο τους έρθουν πολύ κοντά και γνωριστούν καλύτερα, με αποτέλεσμα να βγουν στη φόρα ολοκληρωμένοι οι χαρακτήρες τους, οι οποίοι δεν είναι τόσο όμοιοι όσο -τουλάχιστον- θα πίστευαν..

 Είναι όμως τόσο δυνατή αυτή η σπίθα, που όχι μόνο δε θα σβήσει αλλά το ερωτευμένο και αδίκως κατακριθέν και "αδειασμένο" ζευγάρι θα κάνει τα πάντα για να φουντώσει και να γίνει φλόγα, που θα κάψει κάθε ρατσιστικό κατάλοιπο μιας σάπιας και απάνθρωπης κοινωνίας.

 Μία πραγματικά πολύ όμορφη ταινία, που μιλάει για τί άλλο, για την αγάπη. Και το κάνει με τόσο «παράξενο» αλλά γλυκό τρόπο. Και για τη μοναξιά. Τη μοναξιά που νιώθει όποιος δεν έχει αγάπη και όποιος είναι "ξένος" (με ή χωρίς εισαγωγικά). Και για το φόβο. Το φόβο που νιώθει ο ξένος ότι θα μείνει μόνος. Και πώς αντιμετωπίζεται ο φόβος; Με την αγάπη φυσικά, τί άλλο;

 Ο πιο απλός Φασμπίντερ,  σε μία από τις καλύτερες ταινίες του, με την οποία κέρδισε το Βραβείο Κριτικών στις Κάννες του 1974.

 Βαθμολογία: 8/10

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Die Welle, Dennis Gansel, 2008




 «Το Κύμα» ("Die Welle"), η ταινία του Dennis Gansel και του 2008, που συζητήθηκε παγκοσμίως πολύ καιρό μετά την προβολή της, ενώ ξεπέρασε στο γερμανικό box office το έτερο πολύ αξιόλογο και καλύτερο ευρωπαϊκό φιλμ για το 2006 «Οι Ζωές των Άλλων». Με το διεθνή τίτλο "The Wave", η ταινία θέτει το ερώτημα: «μπορεί να ξαναγεννηθεί ο ναζισμός στη Γερμανία;». Μία σημαντική ευρωπαϊκή πρόταση για την περασμένη δεκαετία.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Όταν συνειδητοποιεί, ότι οι παραδοσιακές μέθοδοι διδασκαλίας της Ιστορίας, προκαλούν αφόρητη ανία στους μαθητές του, ένας νεαρός καθηγητής, προτείνει την εφαρμογή ενός ιδιότυπου πειράματος, που προβλέπει συγκρότηση μιας ελίτ με μυστικούς κώδικες, σκληρή πειθαρχία και υψηλούς στόχους. Οι μαθητές θα οδηγήσουν το πείραμα σε απόλυτη επιτυχία και, χωρίς να το καταλάβουν, θα αρχίσουν να υποκύπτουν στη διακριτική γοητεία του φασισμού.

  Βασισμένη σε αληθινά γεγονότα που διαδραματίστηκαν σε γυμνάσιο του Palo Alto της Καλιφόρνια το 1967 και τα οποία αποτυπώθηκαν αργότερα στο best seller μυθιστόρημα του Tod Strasser (καλλιτεχνικό όνομα Morton Rhue) με τίτλο “The Wave”, η ομώνυμη ταινία του Dennis Gansel εξετάζει το τρομακτικό ερώτημα αν και κατά πόσο είναι εύκολο να αναβιώσει ο φασισμός στη σημερινή αποπνέουσα απολιτίκ αίσθηση Γερμανία.

 Σε γερμανικό σχολείο λοιπόν το πείραμα ενός νεαρού καθηγητή ιστορίας με αναρχικό παρελθόν και προχωρημένες μεθόδους διδασκαλίας καταλήγει σε μακελειό. Ο Juergen Voegel (Rainer Wegner) αποφασίζει να υιοθετήσει μια "διαφορετική" μέθοδο διδασκαλίας της ιστορίας του Φασισμού, καλώντας τους μαθητές του να δημιουργήσουν μια κλειστή ομάδα με μυστικούς κώδικες, αυστηρή πειθαρχία και ομοιομορφία. Όλα δείχνουν να πηγαίνουν καλά μέχρι τη στιγμή που η κατάσταση ξεφεύγει από τον έλεγχό του και τα παιδιά γοητεύονται επικίνδυνα από την εξουσία που θεωρούν πως έχουν αποκτήσει.

 Και ο Γερμανός σκηνοθέτης μεταφέρει το βιβλίο στη μεγάλη οθόνη γιατί ενδιαφέρεται να δείξει πώς συμπεριφέρονται ατομικά ή μαζικά οι άνθρωποι υπό την ανάπτυξη περίεργων και ασυνήθιστων περιστάσεων.

 Μόλις ο καθηγητής ξεκινάει τη νέα μέθοδο διδασκαλίας του, οι μαθητές θα αντιδράσουν αμέσως. Όλοι θα συμφωνήσουν πως οι ναζί «είναι κακοί», ότι στη σημερινή Γερμανία «δεν μπορεί να αναβιώσει ο ναζισμός», ότι ακόμη ντρέπονται για το παρελθόν της χώρας τους κλπ. Όμως σιγά σιγά θα εγκλιματιστούν και θα «συμμορφωθούν» με το πείραμα, ενώ μέσα σε μόλις μία εβδομάδα (τόση είναι η διάρκειά του) θα παρασυρθούν από την κρυφή γοητεία που κρύβουν τα γκέμια της εξουσίας και θα έχουν μεταμορφωθεί -δίχως να το καταλάβουν- σε μικρούς ναζί, όντας έτοιμοι να ακολουθήσουν τον αρχηγό και καθοδηγητή τους στο όραμα της... εξάπλωσης και απόλυτης κυριαρχίας του γερμανικού έθνους απέναντι σε οποιονδήποτε εσωτερικό ή εξωτερικό εχθρό!

 Η κεντρική ιδέα του σκηνοθέτη είναι εξαιρετική, όμως δυστυχώς, δεν είναι τέτοια και η ταινία. Πρώτον, εξαιτίας του ναι μεν δυνατού, αλλά αναμενόμενου και διδακτικού φινάλε και δεύτερον, για κάποιες σεναριακές υπερβολές (που συνηθίζουν να χαρακτηρίζουν αρκετές ευρωπαϊκές παραγωγές), όπως το γεγονός της τεράστιας και ραγδαίας εξάπλωσης ενός απολυταρχικού καθεστώτος, το οποίο «χτίστηκε» και αναπτύχθηκε μέσα από τις μεγάλες σκέψεις και ιδέες ενός «ηγέτη» ακολουθούμενου από απλούς, καθημερινούς ανθρώπους (μαθητές). Σα να μας λέει ο σκηνοθέτης ότι όλοι κρύβουμε εντός μας έναν Χίτλερ και μπορούμε ανά πάσα στιγμή όχι μόνο να τον βγάλουμε στην επιφάνεια αλλά και να επιβληθούμε σε μία μάζα ανθρώπων. Ε, όχι δα!

 Ο καθηγητής πιστός στις παράξενες αλλά πρωτοποριακές(;) μεθόδους που χρησιμοποιεί στις τάξεις του θα μεταγγίσει το δηλητήριο του φασισμού στους αρχικά προβληματισμένους αλλά γρήγορα υποκύψαντες στην ομολογουμένως διακριτική γοητεία που υποβόσκει οιαδήποτε ισχυρή κοινωνική ενότητα (μονάδα), η οποία διαλύει κάθε ατομικότητα και αναδεικνύει όλα εκείνα τα στοιχεία μιας ομάδας, μαθητές του.

 Το παιχνίδι ρόλων που στήνει ο Βέγκνερ, κρατώντας εκείνον του ηγέτη για τον ίδιο θα πάρει διαστάσεις που δεν θα μπορούσε να προβλέψει. Στην αρχή θα χαρεί που οι μαθητές του ακολούθησαν την «ιδέα» του και τα πρώτα δείγματα της ομαδικής ταυτότητας (ονομάζουν τη μικρή τους κοινωνία «Το Κύμα», ντύνονται ομοιόμορφα, υιοθετούν έναν κοινό χαιρετισμό και ένα σήμα που υποδηλώνει την ταυτότητά τους, συμπεριφέρονται σαν ίσοι προς ίσους, σαν μία μεγάλη οικογένεια) μοιάζουν αθώα...

 Μόνο η Κάρο θα «επαναστατήσει» θεωρώντας βλακεία το «Κύμα» και θα περιθωριοποιηθεί μόλις αρνηθεί να φορέσει το ίδιο με τους συμμαθητές της λευκό πουκάμισο. Όμως ακόμη και η νεαρή επαναστάτρια δεν θα μπορέσει να σταματήσει το φαινόμενο αυτό που σαν κύμα καταπίνει τους πάντες στο πέρασμά του. Το οποίο κύμα είναι η τάξη, είναι το σχολείο και αυτό με τη σειρά του είναι η τοπική κοινωνία, όλη η Γερμανία και η συνέχεια γνωστή: η άρια φυλή και... ολόκληρος ο κόσμος!

 Τα μαθήματα πολιτικής σκέψης από τον Γκάνσελ εξαιρετικά, το σενάριο πολύ καλό αλλά με πολλές αφέλειες και υπερβολές, οι ερμηνείες έξοχες στο σύνολό τους, όπως και η σκηνοθεσία και η φωτογραφία, το φινάλε πολύ δυνατό αλλά αναμενόμενο και διδακτικό.

 Μία τοποθέτηση του ίδιου του σκηνοθέτη:
 «Έδειχνα ανέκαθεν ειδικό ενδιαφέρον για την ιστορία της Ναζιστικής Γερμανίας. Για το αν θα μπορεί να υπάρξει φασισμός ξανά, για το πώς λειτουργεί το φασιστικό σύστημα, το πώς μπορεί να εκτροχιαστούν οι άνθρωποι από το δρόμο τους. Ήταν κάτι που πάντα με συνάρπαζε. Υποθέτω πως αυτό έχει να κάνει και με την ιστορία της οικογένειάς μου. Ο παππούς μου ήταν αξιωματικός του Τρίτου Ράιχ, κάτι για το οποίο ο πατέρας μου, αλλά και οι δύο θείοι μου, συνάντησαν πολλά και διάφορα προβλήματα στη ζωή τους. Όταν ήμουν νέος συχνά αναρωτιόμουν για το τι θα έκανα αν θα βρισκόμουν σε μια κατάσταση σαν κι αυτή του παρελθόντος. Στο "Wave" η ερώτησή μου είναι το πώς θα μπορούσε να δουλεύει σήμερα ο φασισμός. Θα ήταν πιθανός σήμερα; Θα μπορούσε να ξανασυμβεί αυτό το πράγμα, εδώ και τώρα, σε ένα συνηθισμένο σχολείο στη Γερμανία;... Και πάλι, όταν ήμουν νέος πάντα ευχόμουν να υπήρχε κάτι με το οποίο θα μπορούσα να ταυτιστώ. Ζήλευα τους γονείς μου που έζησαν τη δεκαετία του '60 και το φοιτητικό κίνημα, όπου οι άνθρωποι είχαν ένα είδος κοινού στόχου, προσπαθώντας να αλλάξουν το κόσμο και να κάνουν τη διαφορά. Εγώ μεγάλωσε στη δεκαετία του '80 και του '90, όταν πια υπήρχαν χιλιάδες πολιτικά ρεύματα και ομάδες, αλλά καμιά πραγματική κατεύθυνση. Δεν μπορούσα να ενθουσιαστώ με τίποτα. Κι αυτό μου έλειπε. Αυτό νομίζω πως λείπει και από τα παιδιά σήμερα. Εννοώ, δεν μπορούμε να ορίζουμε τους εαυτούς μας μόνο μέσα από τη μουσική και το ντύσιμο. Νομίζω πως οι άνθρωποι έχουν μια βαθιά ανάγκη για την ουσία, μια ανάγκη που γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη. Η τάση για τον ατομικισμό και την ιδιώτευση, τη διάσπαση της κοινωνίας σε μικρές ομάδες, δεν μπορεί να συνεχιστεί για πάντα. Σε κάποιο σημείο θα βρεθεί ένα τεράστιο κενό. Και τότε ο κίνδυνος θα είναι ότι κάποιος «-ισμός» θα ξεπεταχτεί και θα θελήσει να γεμίσει αυτό το κενό».


 Βαθμολογία: 6,5/10

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Der Amerikanische Freund, Wim Wenders, 1977


 Γερμανογαλλική ταινία του σπουδαίου Γερμανού σκηνοθέτη Βιμ Βέντερς (Wim Wenders) και του 1977, στην πιο ιδιαίτερη διασκευή του δημοφιλούς μυθιστορήματος της Πατρίσια Χάισμιθ «Ripley' s Game» και θέμα μία συγκινητική ιστορία για την αντρική φιλία.


 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Τομ Ρίπλεϊ είναι ένας Αμερικανός, που ζει στην Ευρώπη. Ο Ρίπλεϊ συνεργάζεται με έναν πλαστογράφο έργων τέχνης στο Αμβούργο, αποκτώντας έτσι σχέσεις με ανθρώπους του υποκόσμου. Ένας από αυτούς, ο Ραούλ Μινό, τον πλησιάζει μια μέρα και του προτείνει μια διαφορετική δουλειά. Όχι το συνηθισμένο εμπόριο πλαστών έργων, στο οποίο ειδικευόταν ο Ρίπλεϊ, αλλά τη δολοφονία ενός άντρα! Του ζητά λοιπόν να γίνει εκτελεστής και να σκοτώσει έναν μαφιόζο εχθρό του. Ο Ρίπλεϊ καταστρώνει τότε ένα σατανικό σχέδιο: σκέφτεται να μπλέξει στην υπόθεση τον Τζόναθαν Ζίμερμαν, έναν ήρεμο οικογενειάρχη και τεχνίτη κορνίζας, που γνωρίζει τυχαία σε μια δημοπρασία. Όταν ο Ρίπλεϊ μαθαίνει ότι ο Τζόναθαν είναι βαριά άρρωστος, παραποιεί τα ιατρικά στοιχεία ώστε να δείχνουν ότι δεν έχει καθόλου χρόνο ζωής, για τον πείσει να διαπράξει φόνο. Ο Τζόναθαν ανακαλύπτει μια εντελώς καινούργια πτυχή του εαυτού του και δελεάζεται από το μεγάλο χρηματικό ποσό που του προσφέρει ο Μινό για να εξασφαλίσει την οικογένειά του. Και, μη γνωρίζοντας τίποτα για την ανάμειξη του Ρίπλεϊ σε αυτή τη δολοπλοκία, γίνεται σιγά σιγά φίλος με τον Ρίπλεϊ, σε μια περίεργη όσο και μοιραία φιλία και για τους δύο...

 Επίκεντρο της ταινίας η θανατερή (με ή χωρίς εισαγωγικά) φιλία δύο αντρών. Ο ένας είναι καταδικασμένος σε θάνατο εξαιτίας ανίατης ασθένειας από την οποία έχει προσβεβληθεί και ο άλλος καταδικάζει τον πρώτο ακόμη περισσότερο, αφού τον χρησιμοποιεί σε ένα ύπουλο σχέδιο, όμως στην πορεία θα γίνει ο φύλακας άγγελός του, ο Αμερικανός φίλος του.

 Καθ' όλη τη διάρκεια του φιλμ γινόμαστε κοινωνοί της μεγάλης αγωνίας, του έντονου φόβου, της διαρκούς φθοράς και εν τέλει της φιλίας, που θα αναπτυχθεί ανάμεσα στους δύο εντελώς διαφορετικούς άντρες, που έχουν σα μοναδικό κοινό σημείο το υπαρξιακό αδιέξοδο.

 Ο Βιμ Βέντερς, στην καλύτερη δεκαετία του (αυτή των '70s) κινηματογραφεί με τη δική του, ξεχωριστή ματιά το ιδιαίτερο μυθιστόρημα της Πατρίσια Χάισμιθ και δημιουργώντας μία γκανγκστερική νουάρ ατμόσφαιρα αποτίει φόρο τιμής στο αμερικανικό σινεμά, ενώ περιγράφει έξοχα και συγκινητικά την ιστορία μίας αντρικής φιλίας, που αναπτύσσεται κάτω από πολύ περίεργες συνθήκες. Όλα αυτά υπό το πρίσμα της γνώριμης δεξιοτεχνικής με σινεφίλ προεκτάσεις σκηνοθεσίας του σπουδαίου Γερμανού. Οι αργοί ρυθμοί αναδύουν την όμορφη ατμόσφαιρα, στη διαμόρφωση της οποίας συντελούν η υπέροχη φωτογραφία, η ωραία μουσική και το φανταστικό χρώμα.

 Επί της ουσίας ο Βέντερς χρησιμοποιεί τη διάσημη αστυνομική υπόθεση του βιβλίου της Χάισμιθ μόνον ως αφετηρία στην ταινία του, καθώς στη συνέχεια επικεντρώνεται στον κεντρικό ήρωα σκιαγραφώντας το προσωπικό του, υπαρξιακό δράμα. Το οποίο τονίζεται μέσα από τη μαεστρική σκηνοθεσία του Γερμανού, τη σκηνογραφία, τους κλειστούς χώρους, τις μεγαλουπόλεις (όπου μέσα από την παρουσίαση της Γερμανίας, της Γαλλίας και των ΗΠΑ ο Βέντερς κάνει πολιτικό σχόλιο για τις σχέσεις Αμερικής-Ευρώπης μετά τον Β' Π.Π) κ.ά.

 Ο Μπρούνο Γκανζ δίνει μία πολύ δυνατή ερμηνεία στον κεντρικό ρόλο, καθώς εξωτερικεύει έξοχα την τραγικότητα του ήρωα που υποδύεται. Πολύ καλός είναι και ο Ντένις Χόπερ. Ωστόσο, με τους αργούς ρυθμούς χάνεται κάπου στο δεύτερο μισό το όλο εγχείρημα, ενώ σου αφήνει μία γεύση απογοήτευσης, καθώς είχε το υλικό για να αναδείξει ένα αριστούργημα, κάτι που δυστυχώς δεν πέτυχε. Να τονιστεί ότι η δράση είναι περιορισμένη και αυτό ηθελημένα από το Βέντερς, ο οποίος επιθυμεί να κινηματογραφήσει αφαιρετικά τη δομή του αστυνομικού μυθιστορήματος προς όφελος της μελέτης και παρουσίασης των αποτελεσμάτων των πράξεων αυτής.

 Επτά σκηνοθέτες παρελαύνουν στην ταινία, δείχνοντας ακόμη έναν τρόπο που ο Βέντερς αποτίει φόρο τιμής στον ίδιο τον κινηματογράφο, κάτι που κάνει εξ ολοκλήρου με την «Κατάσταση των πραγμάτων».

 Ο «Αμερικανός Φίλος» είναι σίγουρα μία πολύ καλή ταινία, αλλά απέχει από τα μεγάλα αριστουργήματα του Βέντερς, «Παρίσι, Τέξας» και «Τα φτερά του Έρωτα».

 
 Βαθμολογία: 8/10

Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

Der Blaue Engel, Josef von Sternberg, 1930


 «The Blue Angel» ο αγγλικός τίτλος, «Γαλάζιος Άγγελος» ο ελληνικός, αυτής της πολύ σημαντικής ταινίας, του πιο φημισμένου προχιτλερικού φιλμ και ενός εκ των πρώτων του ομιλούντος κινηματογράφου, από τον Αυστριακό σκηνοθέτη Josef von Sternberg, ο οποίος μας συστήνει εδώ έναν μύθο του κινηματογράφου, την Marlene Dietrich.
Ήδη καθιερωμένος στην Αμερική, ο Στέρνμπεργκ αποδέχτηκε μια πρόσκληση της Γερμανικής Εταιρείας Παραγωγής UFA να γυρίσει μια από τις πρώτες ομιλούσες ταινίες του γερμανικού κινηματογράφου, τον «Γαλάζιο Άγγελο». Αναζητώντας τη συμπρωταγωνίστρια της ταινίας, ανακάλυψε ο ίδιος την Ντίντριχ: «Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα πως η γυναίκα αυτή θα σημάδευε τη ζωή μου», είχε γράψει ο ίδιος, ο οποίος έγινε ο μέντορας της Ντίντριχ και μαζί γύρισαν 7 ταινίες.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Η ταινία αυτή είναι μια αλληγορία για την πτώση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, όπου το ηθικό και ψυχολογικό κατρακύλισμα του πρωταγωνιστή της ταινίας, ο οποίος είναι καθηγητής (στυλοβάτης του κοινωνικού κατεστημένου), συνδυάζεται μ' αυτό της Γερμανίας. Με μεγάλη σκληρότητα ο Στέρνμπεργκ παρακολουθεί τον ξεπεσμό του πρωταγωνιστή του. Παρ' όλο που η ταινία αυτή ανέδειξε τη Μάρλεν Ντίτριχ σε μεγάλο αστέρι, η εκπληκτική ερμηνεία του Εμίλ Γιάνιγκς είναι αυτή που ξεχωρίζει στην ταινία, με κορύφωση τη σεκάνς του τέλους.

 Ο «Γαλάζιος Άγγελος» λοιπόν ήταν το πρώτο και μοναδικό φιλμ που γύρισε ο Sternberg στη Γερμανία. Παρά τις προτάσεις που είχε από τους συνεργάτες του, ο Αυστριακός σκηνοθέτης επέμεινε να δώσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην Marlene Dietrich, με την ιστορία φυσικά να τον δικαιώνει απόλυτα!
 Μπορεί να γεννήθηκε ένας κινηματογραφικός μύθος, ωστόσο ερμηνευτικά στέκεται επάξια δίπλα στην Dietrich ο Emil Jannings, υποδυόμενος τον καθηγητή Ιμανουέλ Ρατ.

 Ο Ιμανουέλ είναι ένας σχολαστικός και συντηρητικός καθηγητής στο πανεπιστήμιο, ο οποίος σε μία προσπάθεια να διαπιστώσει ποιοι από τους μαθητές του συχνάζουν στο καμπαρέ "Γαλάζιος Άγγελος", το επισκέπτεται και γνωρίζει την σαγηνευτική Lola Lola τραγουδίστρια και χορεύτρια. Όμως θα παγιδευτεί από τα θέλγητρα της και εν τέλει θα παραδοθεί στην ακαταμάχητη γοητεία και σεξουαλικότητά της, θα την παντρευτεί και θα διασχίσει μαζί της όλο τον δυσβάσταχτο δρόμο προς την προσωπική εξαθλίωση, την απώλεια και του τελευταίου ίχνους αξιοπρέπειας και αυτοσεβασμού, για να καταλήξει ένα ακόμη πιόνι, μία διαλυμένη και ανήμπορη μαριονέτα στα χέρια της μοιραίας γυναίκας -είναι η πρώτη ταινία που θέτει τον χαρακτήρα της femme fatale στο σινεμά-, ένα ακόμη μέλος του προσωπικού της θιάσου.
 Η δε Lola, στην αρχή θα δείχνει πλήρη αδιαφορία απέναντι στον καθηγητή, θα τον περιφρονεί, σιγά σιγά θα αρχίσει να δείχνει λίγο ενδιαφέρον, θα παίζει μαζί του, θα τον κοροϊδεύει, μέχρι να τον κάνει απόλυτο υποχείριό της και να τον οδηγήσει στην καταστροφή. Πρώτα στον ανθρώπινο εξευτελισμό και εν τέλει στον θάνατο...

 Εκπληκτική είναι και η σκηνοθεσία του Sternberg. Στην μόλις 2η ομιλούσα ταινία του, κάνει χρήση των εκτός σκηνής φυσικών ήχων με σκοπό ένα ακόμη καλύτερο ακουστικό αποτέλεσμα. Επίσης οι χαμηλοί φωτισμοί, οι σκιές, το κιαρόσκουρο (απόδοση των μορφών μέσω μιας ισσοροπημένης αντίθεσης ανάμεσα στο φως και στις σκοτεινές περιοχές. Μία τεχνική, που δημιουργεί αποτελεσματικά μία ψευδαίσθηση του βάθους και του χώρου γύρω από τις κυρίαρχες φιγούρες σε μία σύνθεση), το σκοτεινό περιβάλλον και η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα είναι στοιχεία, απομεινάρια θα έλεγα, που χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης από τους δασκάλους του γερμανικού εξπρεσιονισμού.

 Ακόμη, το αυστηρό σχολείο από τη μία και το καμπαρέ από την άλλη συμβολίζουν δύο αρχές, την
τάξη και την αταξία, την καταστολή και την ελευθερία στην επιλογή, αντίστοιχα.

 Ενώ επίσης ο Στέρνμπεργκ θα θέσει και ορισμένα δύσκολα ερωτήματα, όπως εάν ο καθηγητής έχει ευθύνη για την αυτοκαταστροφή του ή όχι, αν δηλαδή ευθύνεται για τις πράξεις και τις επιλογές του, οι οποίες πηγάζουν από την στερημένη σεξουαλικά και συναισθηματικά ζωή του, ή αν είναι άμοιρος των ευθυνών του και ανήμπορος να προβάλει οποιαδήποτε αντίσταση. Και για το εάν η καμπαρετζού είναι τελικά πόρνη ή όχι, εάν φτάνει μέχρι τον γάμο για να κρύψει το πρόσωπο της πόρνης ή επειδή αναγνωρίζει στον δύσμοιρο καθηγητή τον πρώτο άνθρωπο που την σεβάστηκε ως προσωπικότητα...

 Τέλος, η Marlene Dietrich ως Lola Lola τραγουδάει το "Falling in love again" ("Ich bin von Kopf bis Fuss aug Liebe Einestellt") και καθηλώνει τους τότε απανταχού θεατές.

 Βαθμολογία: 8/10

Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

Lola Rennt, Tom Tykwer, 1998


 "Τρέξε Λόλα, τρέξε" είναι ο ελληνικός τίτλος αυτής της πολυβραβευμένης και αγαπημένης στη χώρα μας γερμανικής ταινίας - έκπληξη ("Run Lola, run" ο διεθνής τίτλος) από τον Tom Tykwer και το 1998. Συχνά αναφέρεται ως μία εκ των σημαντικότερων γερμανικών ταινιών και κατά τη γνώμη μου όχι άδικα.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Η Λόλα είναι εδώ και ένα χρόνο μαζί με τον φίλο της Μανί. Εκείνος οργανώνει μία δουλειά που θα περιλαμβάνει μία ύποπτη συναλλαγή, κατά την οποία θα πρέπει να παραδώσει στον αρχηγό μιας συμμορίας 100.000 μάρκα. Η φίλη του η Λόλα αργεί στο ραντεβού τους και αυτός αναγκάζεται να πάει με τρένο στον προορισμό του. Στο τρένο όμως θα ξεχάσει την τσάντα με τα χρήματα. Έτσι πρέπει μέσα σε 20 λεπτά να βρει 100.000 αλλιώς θα πεθάνει. Η Λόλα θα τον βοηθήσει τρέχοντας και προσπαθόντας να βρει τα χρήματα.
Στην ταινία παρουσιάζονται τρεις διαφορετικές εκδοχές για το τι έγινε με την Λόλα να τρέχει σαν τρελή από την μία άκρη της πόλης στην άλλη προσπαθόντας να βρει τον πατέρα της για να πάρει τα χρήματα. Μέσα σε αυτήν την κατάσταση βλέπουμε τις σχέσεις της με τον πατέρα της, την αγάπη της για τον Μανί και τα δηλλήματα στα οποία μπαίνει ένας άνθρωπος σε τέτοιες καταστάσεις όποιυ πρέπει να δράσει γρήγορα και αποτελεσματικά..


 Ο Tom Tykwer σκαρφίζεται και μας παρουσιάζει τα 80 πιο καταιγιστικά λεπτά σε κινηματογραφική δημιουργία.
Ο αγώνας διαρκεί 90 λεπτά. Και η μπάλα είναι στρογγυλή”, είχε πει κάποτε ο Josef Sepp Herberger, προπονητής της Εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου της Γερμανίας που είχε οδηγήσει τη Nationalmannschaft στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, και είναι η φράση με την οποία ξεκινάει η ταινία.
 Η Lola (Franka Potente) σε τηλεφωνική επικοινωνία με το φίλο της, Manni (Moritz Bleibtreu) θα της ζητηθεί να βρει 100.000 γερμανικά μάρκα μέσα σε 20 λεπτά, τα οποία χρήματα θέλει ο Manni να παραδώσει σε έναν τύπο. Τα χρήματα είναι υπερβολικά πολλά (περί τα 51.130 €) και ο χρόνος υπερβολικά λίγος. Έτσι η Lola με το που κλείσει το τηλέφωνο αρχίζει να τρέχει... και να τρέχει... και να τρέχει...

 Και κάπου εδώ, με το 20λεπτο να τελειώνει πολύ γρήγορα, με τη συμπλήρωση μισής ώρας όπου η ταινία δείχνει να ολοκληρώνεται, ο Tykwer κάνει το μεγάλο τρικ. Ένα τρικ που αποτελεί και το μεγάλο στοίχημα του σκηνοθέτη αλλά και την πρωτοπορία της ταινίας. Η ιστορία θα επαναληφθεί ακόμη δύο φορές, όμως θα έχουμε τρεις διαφορετικές εκδοχές!
 Ουσιαστικά θα πρόκειται πάντοτε για την ίδια ιστορία με τρεις όμως διαφορετικές εξελίξεις!
 Το μόνο κοινό στοιχείο και στις τρεις θα είναι το γεγονός ότι η Λόλα θα τρέχει...!

 Η Λόλα λοιπόν θα είναι εκείνη που ρυθμίζει τα γεγονότα. Στην προσπάθεια που καταβάλει να βοηθήσει τον φίλο της έχοντας ως μεγάλο αντίπαλο το χρόνο, η πρωταγωνίστρια όπως θα φανεί μέσα απ' τις διαφορετικές εκδοχές της ιστορίας, εάν αργήσει έστω και ένα δευτερόλεπτο να φτάσει κάπου, ή εάν φτάσει κατά ένα δεύτερο νωρίτερα κάτι διαφορετικό θα συμβεί. Ή τα άτομα με τα οποία θα έρθει σε επαφή κατά το απίστευτο τρέξιμό της, θα έχουν διαφορετική τύχη κάθε φορά. Ακόμη και άσχετοι μεταξύ τους άνθρωποι θα επηρεαστούν αλυσιδωτά σαν μία συνέχεια μίας μόνο πράξης της Λόλας. Η ηρωίδα μας δηλαδή ανάλογα με τον συγχρονισμό της επηρεάζει είτε την ίδια της τη ζωή είτε των συνανθρώπων της. Εκπληκτικό!
 Και φυσικά οι ρυθμοί με τους οποίους εξελίσσεται η τριπλή ιστορία δεν θα μπορούσαν παρά να είναι φρενήρεις, ιλιγγιώδεις. Ίσως σε πολλούς να φάνηκε υπερβολική κατά σημεία η σκηνοθεσία του Τίκβερ και όχι άδικα, αλλά οι ρυθμοί είναι τέτοιοι που νομίζω πως επιβάλλουν ένα αντίστοιχο, ταχύτατο τέμπο.
 Και για να πάει με τους ρυθμούς αυτούς ο σκηνοθέτης, σκαρφίζεται ένα σωρό αλχημίες και μεθόδους κινηματογράφισης: από τον τεμαχισμό της οθόνης σε πολλά πλάνα, τις διάφορες γωνίες λήψης, μερικές ακίνητες εικόνες, μέχρι και τη χρήση animation(!), αργής κίνησης, ωραίων μπιτάτων μουσικών κομματιών και φυσικά τη συμμετοχή της Franka Potente, η οποία πείθει και με το παραπάνω στον απαιτητικό ρόλο της, για να καταφέρει τελικά να διατηρήσει τον θεατή σε εγρήγορση και να κρατήσει την ένταση και την αγωνία μέχρι και το οριστικό φινάλε της ταινίας. 

 Η ταινία μπορεί να περνά και κοινωνικά μηνύματα, μιλάει για το χρόνο, την τύχη, τη θεωρία του χάους κλπ., αλλά προσωπικά έχω την αίσθηση πως ο Tykwer περισσότερο στοχεύει στην ικανοποίηση του θεατή, στον οποίο προσφέρει ένα ευχάριστο και αρκετά διασκεδαστικό φιλμ.

 Η ταινία σάρωσε τα βραβεία στη Γερμανία, ενώ είχε διακρίσεις και σε αρκετά διεθνή φεστιβάλ, με αποκορύφωμα την υποψηφιότητα για το Χρυσό Λέοντα στη Βενετία.

 Και εγώ νομίζω πως το "Lola Rennt" είναι μία από τις καλύτερες στιγμές του Ευρωπαϊκού σινεμά εδώ και πολλά χρόνια.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

Fitzcarraldo, Werner Herzog, 1982


 "Φιτζκαράλντο", από τον εξαιρετικό Γερμανό Werner Herzog. Αποτελεί ίσως την κορυφαία στιγμή αυτού του "παράξενου", αλλά σημαντικότατου, τελειομανούς, ευφυούς σκηνοθέτη ("Woyzeck", "The Enigma of Kaspar Hauser", "Aguirre, Wrath of God", "Nosferatu", "Fata Morgana"). Το έργο του κινείται γύρω από το δίπτυχο άνθρωπος / φύση και μεταφράζεται σε ταινίες σπάνιας ομορφιάς (με ήρωες που οδηγούνται από πάθη και συνήθως ξεπερνούν τα ανθρώπινα όρια), καθώς και σε θαυμάσια ντοκιμαντέρ.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Ιρλανδός επιχειρηματίας Φιτζκαράλντο, ζει στις αρχές του αιώνα στο Ικίτος του Αμαζόνιου. Παθιασμένος με την Όπερα έχει σα μοναδικό του όνειρο να κτίσει ένα θέατρο μέσα στη ζούγκλα και να φέρει εκεί το διάσημο Καρούζο να τραγουδήσει. Όμως οι μέχρι τώρα δουλειές του ήταν αποτυχημένες και για να βρει τα αναγκαία χρήματα, αγοράζει ένα ποταμόπλοιο κι επιχειρεί να φθάσει σε μια απρόσιτη περιοχή του Αμαζόνιου. Ο Φιτζκαράλντο, που έχει την όψη ενός τρελού ξανθού Άγγελου ή Δαίμονα, εκμεταλλεύεται έναν τοπικό μύθο και πείθει τους ινδιάνους ότι είναι πνεύμα. Το καράβι είναι ακινητοποιημένο, για να συνεχιστεί όμως το ταξίδι πρέπει να ανοίξουν δρόμο μέσα από τη ζούγκλα, να περάσουν ένα βουνό και να κουβαλήσουν το καράβι σε μια παράλληλη όχθη του ποταμού, όπου τα νερά είναι ακίνδυνα. Έτσι αρχίζει μία μεγάλη περιπέτεια, ένας τιτάνιος αγώνας ενάντια στη φύση, καθώς παρακολουθούμε το απρόσμενο θέαμα ενός καραβιού να διασχίζει τη ζούγκλα!
 Werner Herzog και Klaus Kinski συνεργάζονται για μία ακόμη φορά και το αποτέλεσμα είναι -και εδώ- εκπληκτικό. Οι δύο "τρελάρες" λοιπόν αποτελούν ένα απ' τα σπουδαιότερα ζευγάρια σκηνοθέτη - μούσας (ή... μούσου εν προκειμένω!) και για πολλοστή φορά μαγεύουν κοινό και κριτικούς.

 Το "Φιτζκαράλντο" έφυγε με το βραβείο σκηνοθεσίας απ' τις Κάννες το 1982, ενώ πήρε και το βραβείο Σαν Σεμπαστιάν ένα χρόνο αργότερα.

 Ταινία-θρύλος. Για πολλούς λόγους. Θα μπορούσε κανείς να μείνει στην τρομερή σκηνοθεσία του Herzog και στην αξεπέραστη, θρυλική ερμηνεία του Kinski. Μια ερμηνεία όπου δίχως υπερβολή, χαρακτηρισμοί όπως, "σπουδαία", "εξαιρετική", "τεράστια", μοιάζουν και, πιστέψτε με, είναι μικροί για να την περιγράψουν. Και εδώ, ο "ψυχάκιας" Κίνσκι (το βλέμα του τρελού το έχει όπως και να το κάνουμε!) δίνει μια ερμηνεία πέρα από κάθε κριτική!

 Ωστόσο, πέρα απ' το θρυλικό δίδυμο των Herzog-Kinski, "θρύλος" χαρακτηρίστηκε η ταινία αυτή και για τα γυρίσματα. Για τις υπέροχης σύλληψης σκηνές που παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα στην κυριολεξία, αφού τα πάντα είναι αληθινά, ότι βλέπουμε συμβαίνει καταμεσής του Αμαζονίου, χωρίς μοντάζ, χωρίς το παραμικρό εφέ. Πρωτοποριακή τόλμη, απίστευτο θράσος, και η απόλυτη μαγεία απ' τον δαιμόνιο Γερμανό κινηματογραφιστή!

 Γιατί ο σκηνοθέτης συμμερίζεται απόλυτα κάποιες απ' τις εμμονές και την παραφροσύνη του ήρωά του. Και γι’ αυτό και δεν δίστασε να σύρει ένα ολόκληρο πλοίο στην κορυφή ενός βουνού, να επιλέξει μια άκρως επικίνδυνη εξωτική τοποθεσία για σκηνικό, να φτάσει σε οριακό σημείο την ψυχοπάθεια του χαρισματικού ηθοποιού του και να γεννήσει από το απόλυτο χάος μια εποποιία της τρέλας και της συντριβής στην καρδιά της ζούγκλας του Αμαζονίου!

  Απ' το καλοκαίρι του 1969, ο Χέρτζοκ μαζί με το επιτελείο του, τους τεχνικούς και φυσικά τους ηθοποιούς εγκαταστάθηκε στην... ζούγκλα του Αμαζονίου. Και φυσικά τα προβλήματα ήταν πάρα πολλά. Καταρχήν η απίστευτη ζέστη με τις αρκετά ψηλές θερμοκρασίες και την υγρασία. Και μετά ακολούθησε μία φυσική καταστροφή, που είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή του κινηματογραφικού συνεργείου. Και σα να μην έφταναν όλα αυτά για τον άτυχο σκηνοθέτη, ήρθε και ο τρελοχαρακτήρας του Κίνσκι για να τρομοκρατήσει κυριολεκτικά τους πάντες με μία αλλόκοτη συμπεριφορά, φωνές και βρισιές, ενώ απαιτούσε απίθανα και τρελά πράγματα. Μάλιστα, είχαν τσακωθεί άσχημα με τον Χέρτζοκ και ο Κίνσκι, επικαλούμενος ότι ο Χέρτζοκ δεν είναι ικανός να σκηνοθετήσει ως έπρεπε το μεγαλείο του(!), είχε απειλήσει ότι θα σταματήσει τα γυρίσματα και θα φύγει, με τον σκηνοθέτη να τον απειλεί με τη σειρά του ότι θα... του ρίξει με το όπλο που είχε μαζί του και το οποίο ήταν γεμάτο!

 Απίθανα πράγματα δηλαδή. Ευτυχώς δηλαδή που μετά την φυσική καταστροφή, επήλθε μακρά περίοδος ξηρασίας και επέτρεψε τουλάχιστον την κανονική ροή των γυρισμάτων, με την ένταση που προερχόταν από την τρέλα του κατά τα άλλα πολύ σπουδαίου ηθοποιού να υποχωρεί και τελικά το αποτέλεσμα να είναι ακριβώς αυτό για το οποίο μπορούμε να γράφουμε διθυράμβους μέχρι και σήμερα και φυσικά να το παρακολουθούμε, παρά τις δυόμιση -και παραπάνω- ώρες του ξανά και ξανά με την ίδια αγωνία κάθε φορά και την απορρόφηση των μοναδικών εικόνων μιας εικαστικής τελειότητας, απ' τα βάθη της ζούγκλας του Αμαζονίου. Και βέβαια, παράλληλα με τα υπέροχα, άγριας ομορφιάς τοπία, να χαζεύουμε και τον θεότρελο, Φιτζκαράλντο/Κίνσκι.

 Η κορυφαία στιγμή του Werner Herzog για εμένα, κυρίως για την εκπληκτική αναπαράσταση των γυρισμάτων που έγιναν στην ζούγκλα, κάτω από άθλιες, απάνθρωπες συνθήκες. Τρομερή, σκληρή ματιά του Γερμανού πάνω στις φιλοδοξίες και τα όνειρα, που πριν προλάβουν να χαθούν, θα έχουν παρασύρει στο διάβα τους και αυτόυς που τα κάνουν.
 Απολαυστικό, σκληρά αλληγορικό, άριστα σκηνοθετημένο, με θρυλική ερμηνεία από τον Kinski.

Ένα σπουδαίο κινηματογραφικό επίτευγμα, ένα πραγματικό έπος!

 Βαθμολογία: 9,5/10

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010

Die bitteren Tränen der Petra von Kant, Rainer Werner Fassbinder, 1972


 "Τα πικρά Δάκρυα της Πέτρα φον Καντ", είναι η κατά λέξη μετάφραση στα ελληνικά, αυτής εδώ της σπουδαίας ταινίας του Rainer Werner Fassbinder, του καταξιωμένου Γερμανού σκηνοθέτη, και του 1972. Απ' τα σπουδαιότερα φιλμ του βασικότερου εκφραστή του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου, ενός κινηματογραφιστή, όπου ο έρωτας και οι άνθρωποι παίζουν αποτελούν τα δύο στοιχεία που επικρατούν στην πλειονότητα των ταινιών που γύρισε. 40+1 ταινίες σε 13 χρόνια και ενώ πέθανε μόλις 37 χρονών!!

Η υπόθεση της ταινίας:
Η ιστορία της Πέτρα φον Καντ διαδραματίζεται στο φανταχτερά στολισμένο διαμέρισμά της στη Βρέμη. Αλαζονική, καυστική, εγωκεντρική, κακομεταχειρίζεται διαρκώς την βοηθό της Μερλένε. Ξαφνικά μπαίνει στην ζωή της ένα 23χρονο μοντέλο. Η Πέτρα την ερωτεύεται αμέσως. Ο τρόπος που αντιμετωπίζει τις ερωτικές, αλλά και συνολικά τις σχέσεις της, είναι ξεκάθαρα «ιδιοκτησιακός». Φέρεται στους ανθρώπους σαν να της ανήκουν. Επιθυμεί, αποκτά και απολαμβάνει, χωρίς να ασχοληθεί ιδιαίτερα με τις επιθυμίες των άλλων. Οταν έρθει η ώρα που θα αισθανθεί κάτι, που θα αγαπήσει ειλικρινά, θα αποτύχει και θα μείνει μόνη. Τότε θα νιώσει πώς είναι να σε πληρώνουν με το ίδιο νόμισμα...

 Ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ λοιπόν, ο μέγας αυτός ανθρωπιστής, με τα "Πικρά Δάκρυα της Πέτρα φον Καντ" κάνει έναν ύμνο στον έρωτα.
Ο Φασμπίντερ έγραψε το κλειστοφοβικό αυτό δράμα στη διάρκεια ενός 11ωρου αεροπορικού ταξιδιού από το Βερολίνο στο Λος Άντζελες. Τόσο ενθουσιάστηκε που βιάστηκε να γυρίσει γρήγορα πίσω και να το κάνει ταινία σε 10 μόνο ημέρες γυρισμάτων. Αν και τα πρόσωπα βασίζονται σε ανδρικούς χαρακτήρες ο ίδιος είχε την φαεινή ιδέα να τα αναθέσει σε γυναίκες γιατί "είναι πιο απελευθερωμένες στις συναισθηματικές αλήθειες και πιο ανοιχτές στις ανάγκες ενός μελοδράματος υψηλών αισθητικών αξιών".

  Το σενάριο της ταινίας, δια χειρός Φασμπίντερ, δεν λέει πολλά. Γιατί σημασία έχουν τα υπόλοιπα.
 Οι χαρακτήρες, το θεατρικό στήσιμο (πρόκειται για κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου θεατρικού έργου του ίδιου του Φασμπίντερ!), τα αισθήματα, τα πάθη, οι εμμονές, και ακόμη τα χρώματα, η σεξουαλικότητα, οι κοινωνικές συνθήκες, οι ρόλοι των φύλων, η οικογένεια, η εξουσία, οι όποιοι θεσμοί.

 Η βασική ηρωίδα λοιπόν του φιλμ, η Πέτρα φον Καντ είναι σκληρή και άκαρδη γυναίκα, αλαζονική και εγωμανής, με πολύ άσχημο και κυνικό χαρακτήρα και δεσποτική με τους ανθρώπους που συναναστρέφεται και ειδικά απέναντι στην υπηρέτρια και γραμματέα της. Εντελώς ξαφνικά θα νιώσει τον έρωτα στο πρόσωπο ενός νεαρού μοντέλου. Σιγά σιγά θα αλλάζει χαρακτήρα. Ο έρωτας θα την μαλακώσει. Και η Πέτρα θα παραδοθεί άνευ όρων στα αισθήματα της για την νεαρή γυναίκα. Αλλά δεν θα καταφέρει να την κάνει να την αγαπήσει. Και θα νιώσει για πρώτη φορά στη ζωή της ότι δεν έχει το πάνω χέρι. Θα βρεθεί στη θέση όλων εκείνων που μέχρι τότε βασάνιζε και κακομεταχειριζόταν. Θα καταλάβει πώς είναι να αδικείσαι, να νιώθεις προδομένος, να ταπεινώνεσαι. Και μόνη της πια, μετά την αποχώρηση της Μερλένε, θα καταρρεύσει...

 Γιατί ο έρωτας, μας λέει ο σπουδαίος και αμφιλεγόμενος κινηματογραφιστής, είναι εκείνο το ανθρώπινο συναίσθημα που είναι ικανό να φέρει τα πάνω κάτω. Είναι εκείνος που θα κάνει την Πέτρα φον Καντ να μεταλλαχθεί σε έναν άλλο, εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Και συγκεκριμένα, από εγωπαθή, εξουσιαστική και κυνηγό, σε ταπεινωμένη, εξουσιαζόμενη και θήραμα...

 Με αργούς ρυθμούς, διάρκειας δύο ωρών, εξελίσσεται κατ' αποκλειστικότητα μέσα στο δωμάτιο της Πέτρα φον Καντ. Μπορεί κατά σημεία να κουράζει, να είναι "βαριά" και ίσως οι πολύ δυνατές ερμηνείες να είναι απόρροια μιας "στημένης" προσπάθειας για επιδιωκώμενο αποτέλεσμα, ωστόσο συνολικά, τα "Πικρά Δάκρυα" είναι μία εξαιρετική ταινία, που μιλάει για κάθε μορφής θεσμούς, κοινωνικούς, ταξικούς, οικογενειακούς, για αισθήματα, πάθη, πόθους, εμμονές, διαστροφές, και που φυσικά εξυμνεί τον έρωτα, το συναίσθημα που, ανεξαρτήτως φύλλου, ξυπνά έντονα πάθη και που ευθύνεται για αντιστροφή των ρόλων και μετάλλαξη των συναισθημάτων!

 Βαθμολογία: 7,5/10

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

Gegen die Wand, Fatih Akin, 2004


 "Μαζί Ποτέ" είναι ο μεταφρασμένος ελληνικός τίτλος ("Απέναντι στον τοίχο" η κατά λέξη μετάφραση) αυτής της ταινίας ("Head On" ο αγγλικός τίτλος) ενός ανερχόμενου και ιδιαίτερα ταλαντούχου σκηνοθέτη, του Fatih Akin (Soul Kitchen, The Edge οf Heaven), του Τούρκου σκηνοθέτη, που γεννήθηκε στο Αμβούργο, και του 2004. Χρυσή άρκτος στο φεστιβάλ Βερολίνου το 2004!

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Στο σύγχρονο Αμβούργο μια Τουρκάλα παντρεύεται τυπικά έναν αλκοολικό ομοεθνή της, προκειμένου να ξεφύγει από το αυστηρό περιβάλλον της οικογένειάς της. Όμως, ο λευκός αυτός γάμος μετατρέπεται σταδιακά σε σχέση πάθους και ζήλιας.
 O Καχίτ και η Σιμπέλ λοιπόν, Γερμανοί με ρίζες από την Τουρκία οργανώνουν ένα λευκό γάμο προκειμένου να καταφέρει η Σιμπέλ να αποδράσει από το ασφυκτικό περιβάλλον της παραδοσιακής οικογένειας της. Η συμφωνία είναι απλή: θα μοιράζονται μόνο το ίδιο διαμέρισμα και ο καθένας θα κάνει τη ζωή του. Πώς μπορείς όμως να εμποδίσεις τον έρωτα όταν τελικά είναι το ίδιο δύσκολο με το να προσπαθείς να εμποδίσεις τη ζωή; Κινηματογραφώντας μια πορεία από το θάνατο μέχρι τη ζωή, ο Φατίχ Ακίν ανακαλύπτει μαζί με τους ήρωες του τα όρια της ανθρώπινης αντοχής, δίνει χώρο στο πάθος και τις αδυναμίες, κλείνει κάθε συζήτηση γύρω από το χάσμα των γενεών και παραδίδει το πρώτο μετά-μοντέρνο love story αυτής της δεκαετίας. Χρυσή Αρκτος στο Φεστιβάλ του Βερολίνου 2004.

 Το πρώτο μεταμοντέρνο love story λοιπόν της περασμένης δεκαετίας και ίσως ένα εντυπωσιακό φιλμ εκ πρώτης άποψης. Σε δεύτερη ανάγνωση ωστόσο, πολλοί "είδαν" έναν φλύαρο εντυπωσιασμό ενός ταλαντούχου και κουλτουριάρη μεν, "απατεώνα" δε, σκηνοθέτη.

 Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι λοιπόν φαινομενικά έχει σαν μοναδικό κοινό την Τούρκικη καταγωγή τους. Στην πορεία όμως θα ανακαλυφθεί ένα μυστικό που έχει να κάνει με το δεύτερο κοινό στοιχείο. Και οι δύο είχαν στο παρελθόν από μία απόπειρα αυτοκτονίας!
 Ο Καχίτ, 40άρης, αλκοολικός, μετά από πτώση που προκάλεσε ο ίδιος με το αυτοκίνητό του σε έναν τοίχο κατέληξε στο ψυχιατρείο. Η Σιμπέλ απ' την άλλη, 20άρα, είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει κόβοντας τις φλέβες τις, μην αντέχοντας το αυστηρό και αυταρχικό οικογενειακό της περιβάλλον.
 Θα συναντηθούν στο ψυχιατρείο. Η Σιμπέλ θα προτείνει στο Τσαντ να πραγματοποιήσουν έναν "ψεύτικο" γάμο, για να μπορέσει επιτέλους να φύγει απ' το σπίτι της και να απαλλαχθεί από ένα περιβάλλον που δεν αντέχει. Ο Καχίτ στην αρχή θα διστάσει, αλλά θα πειστεί. Θα παντρευτούν, θα μένουν στο ίδιο σπίτι και ο καθένας θα "κάνει τη ζωή του". Η Σιμπέλ θα βλέπει πολλούς άνδρες και ο Καχίτ την πρώην γυναίκα του. Μέχρις εδώ καλά...
 Γιατί τα πάντα θα αλλάξουν όταν θα αρχίσουν να ερωτεύονται. Τα πράγματα θα πάρουν μία απροσδόκητη τροπή με ολότελα τραγικές συνέπειες. Με αποκορύφωμα, το βίαιο φονικό που θα διαπράξει ο Καχίτ σε μία έξαρση ζήλιας, με θύμα τον μνηστήρα της Σιμπέλ, κάτι που θα οδηγήσει τον Καχίτ στη φυλακή και τη Σιμπέλ πίσω στην Τουρκία, με την σκέψη της ωστόσο να μην μπορεί να ξεφύγει απ' τον Καχίτ...

 Μία δραματική ταινία, που όμως διαθέτει και ορισμένα κωμικά σημεία σε ένα ταιριαστό "μίγμα" από τον Τούρκο σκηνοθέτη. Εξαιρετική και η "ξεκάρφωτη" μουσική επένδυση, ενώ πολύ δυνατές είναι οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Να σημειωθεί εδώ, ότι ο ίδιος ο Ακίν επέλεξε την Sibel Kekilli για τον πρωταγωνιστικό ρόλο κυριολεκτικά απ' τον... δρόμο, αφού αυτή είναι η πρώτη της εμφάνιση σε κανονική ταινία, καθώς μεχρι προσφάτως πρωταγωνιστούσε σε Τούρκικες πορνοταινίες!
 Σε κάθε περίπτωση πάντως, οι ερμηνείες στο "Μαζί Ποτέ" ξεπερνούν οποιοδήποτε άλλο καλό στοιχείο της ταινίας: σκηνοθεσία, σενάριο, φωτογραφία, μουσική.

 Και φυσικά, μέσα απ' την ταινία, ο Φατίχ Ακίν θα διεισδύσει στα βάθη των θεσμών της Τούρκικης οικογένειας, θα μας δώσει μια άποψη για τη σημερινή Γερμανία, αλλά και θα κατακρίνει τον εθνικισμό των συμπατριωτών του, καθώς και τις σχέσεις της χώρας του με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Σιμπέλ ως σύμβολο της σημερινής Τουρκάλας, καταπιεσμένη από ένα αυταρχικό οικογενειακό περιβάλλον και υποχείριο του άντρα. Ο Καχίτ, χαμένος στον κόσμο του και τα δικά του αδιέξοδα, καταφεύγει στα ναρκωτικά και μέσα απ' τον "λευκό" γάμο θα βρει ένα νόημα στη ζωή του.

 Οι δε, σινεφιλικές αναφορές είναι διάχυτες, αφού πάρα πολλοί βρήκαν κοινά σημεία με διάφορες Ευρωπαϊκές ταινίες και αρκετούς συναδέλφους του, σκηνοθέτες (Φασσμπίντερ, Τρίερ, Βέντερς, μεταξύ κι άλλων!).

 Ένα συγκλονιστικό ερωτικό δράμα απ' τον Ακίν, διαφορετικό απ' τα τετριμμένα, το "Gegen die Wand" αποτελεί μία ενδιαφέρουσα Ευρωπαϊκή πρόταση και μας χαρίζει το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του Τούρκου σκηνοθέτη.

 Χρυσή άρκτος στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 2004, βραβείο FIPRESCI 2004, δύο Ευρωπαϊκά βραβεία κινηματογράφου, καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας, 2004 και αρκετές άλλες βραβεύσεις.

 Βαθμολογία: 6/10

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009

Good Bye Lenin!, Wolfgang Becker, 2003



 To "Good Bye Lenin!" ("79qm DDR" ο Γερμανικός τίτλος) είναι μία έξοχη, δραματικών καταβολών σάτιρα από την Γερμανία, του 2003. Πρόκειται για ένα φιλμ που ξεχώρισε για το ευφυέστατο σενάριο και την μίξη χιουμοριστικών και δραματικών στιγμών. Του προσδόθηκε μέχρι και ο τίτλος της "νοσταλγίας" και όντως φαίνονται μες στην ταινία στοιχεία που αναπολούν παλαιότερες εποχές..

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Βρισκόμαστε λίγο πριν την πτώση του τείχους του Βερολίνου, το φθινόπωρο του 1989. Η οικογένεια Kerner προσπαθεί να τα φέρει βόλτα μετά την «απόδραση» του πατέρα στη Δύση. Τις ιστορικές ημέρες που τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν, η μαμά Kerner παθαίνει καρδιακή προσβολή και πέφτει σε κώμα. Όταν ξυπνά μερικούς μήνες αργότερα, το τείχος έχει πέσει και το Ανατολικό Βερολίνο έχει ήδη αλλάξει ριζικά. Ο γιος της, ο Alex, προσπαθεί να αποφύγει κάθε σοκ που μπορεί να προκαλέσει χειρότερο κακό στη μητέρα του. Επειδή πάντοτε το Κομουνιστικό Κόμμα ήταν η ζωή της, αποφασίζει να μην της αναφέρει τίποτα και να αναπαραστήσει τον αλλοτινό κόσμο της Λαϊκής Δημοκρατίας, μέσα στα όρια του δωματίου της...

Το σενάριο (του συγγραφέα Μπερντ Λάιχτενμπεργκ μαζί με τον σκηνοθέτη) δείχνει και είναι πολύ δυνατό και πέρα για πέρα ιδιοφυές. Και ο σκηνοθέτης, Wolfgang Becker το αξιοποιεί στο έπακρο. Χτίζει με αυτό ένα υπέροχο mix κωμωδίας και δράματος, αποσπά καλές ερμηνείες από τους ηθοποιούς του, κυρίως απ' τους πρωταγωνιστές γιο-μάνα (Daniel Brühl και Katrin Saß) ενώ και η μουσική είναι εξαιρετική (ο Yann Tiersen "ζωγραφίζει" μουσικά για μία κόμη φορά).

 Η μαμά λοιπόν πέφτει σε κώμα ύστερα από μία επεισοδιακή διαδήλωση και ο γιατρός προειδοποιεί ότι δεχόμενη ένα νέο σοκ θα μπορούσε να αποδειχτεί μοιραίο... Έτσι λοιπόν και ενώ το Τείχος του Βερολίνου έπεσε το 1989, λίγους μήνες μετά ο γιος θα το "ξαναχτίσει" έχοντας στο νου του τα λόγια του γιατρού και θέλοντας φυσικά να προστατεύσει την μητέρα του. 8 μήνες μετά την πτώση, η μάνα θα επανέλθει απ' το κώμα και μαζί της θα επανέλθει και η -πριν την πτώση- ζωή της οικογένειας, τουλάχιστον μέσα στο δωμάτιο της. Κάτι για το οποίο έχουν φροντίζει τα παιδιά της, δημιουργώντας έναν ψεύτικο μικρόκοσμο που απέχει παρασάγκας απ' τον τρομακτικό, αληθινό, έξω κόσμο. Ο σύζυγος, τους είχει παρατήσει για την "Δύση", αλλά θα επιστρέψει ύστερα από παρέμβαση του γιου για να συμμετάσχει και εκείνος στο οικογενειακό δράμα.
 Γιατί στο δράμα στοχεύει περισσότερο ο σκηνοθέτης, δίνοντας μεγάλη βάση στα συναισθήματα των πρωταγωνιστών και τα οποία αλλάζουν στο άψε σβήσε!
 Απ' τα χαμόγελα και τις πλάκες στα δάκρυα, απ' τη χαρά στην λύπη και τη στενοχώρια.
Ίσως κάπου εδώ να υπεισέρχεται το νοσταλγικό στοιχείο, αφού οι αναμνήσεις δεν σταματούν να παρελαύνουν στην οθόνη, δημιουργώντας περισσότερο έναν ρεαλισμό καθώς πρόκειται για αληθινά γεγονότα, παρά για κάποια ιστορία με υπερβολικά στοιχεία.
 Η μητέρα λοιπόν αρχίζει και ζητάει αγαπημένα -απ' το παρελθόν- πράγματα, είτε φαγητά και ποτά είτε αντικείμενα. Και ο γιος που διακατέχεται από ανεξάντλητη εφευρετικότητα τρέχει και ψάχνει σε παλιά εργοστάσια και μαγαζιά να της φέρει, για παράδειγμα, τις αγαπημένες της πίκλες! Επίσης θα της βάλει στο... βίντεο κασέτες με μαγνητοσκοπημένες εκπομπές και δελτία ειδήσεων που προβάλλουν τις θέσεις του Κομουνισμού.
 Παράλληλα προσπαθεί να εξηγήσει στην μητέρα του "ανεξήγητα" πράγματα που συμβαίνουν, όπως το περίφημο τεράστιο πανό της Coca Cola, τα δυτικά αυτοκίνητα, τον δυτικό ραδιοφωνικό σταθμό και γενικά όλες οι δυτικές διαφημίσεις και προϊόντα που βλέπει στο δρόμο, στην τηλεόραση και ακούει στο ραδιόφωνο.
Αλλά κι ακόμη όταν ο γιος θα αναγκαστεί να της μιλήσει για την πτώση του Τείχους, θα της παρουσιάσει ένα σκηνοθετημένο βίντεο που υποστηρίζει ότι το Τείχος κατέρρευσε από την εξέγερση των δυτικών που συρρέουν κατά χιλιάδες στον σοσιαλιστικό παράδεισο. Κι έτσι, η μητέρα του ποτέ δεν θα μάθει την αλήθεια. Θα πεθάνει εφησυχασμένη έχοντας την ψευδαίσθηση ότι το καθεστώς ζει και δεν το απειλεί τίποτα και κανένας...

  Ο Becker δεν παίρνει θέση σε όλο αυτό. Δεν "διαλέγει" Ανατολή ή Δύση, δεν προτιμά έναν τρόπο ζωής (απ' τους δύο). Κάνει όμως τη μεγαλύτερη μαγκιά. Για τον Becker, ο ιδανικός κόσμος είναι ένας κόσμος συναποτελούμενος από Ανατολικά και Δυτικά στοιχεία. Τα καλύτερα απ' τους μεν και τους δε. Έτσι είναι!
 Για να φτάσουμε στην σπουδαιότερη σεκάνς του φιλμ, εκείνη που βλέπουμε το άγαλμα του Λένιν να ίπταται στον ουρανό, πάνω απ' την πόλη του Βερολίνου, κρεμασμένο απ' το ελικόπτερο!
 Οπωσδήποτε πολύ μεγάλη σκηνή, πλούσια σε εικαστική ομορφιά, διάχυτη με συμβολισμούς.


 Το Goodbye Lenin αποτελεί την μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία στη Γερμανία τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα προβλήθηκε σε 30 Ευρωπαϊκές χώρες και αγαπήθηκε απ' τη μεγάλη πλειονότητα του κοινού. Επίσης, τιμήθηκε και με οκτώ βραβεία της Γερμανικής Ακαδημίας κινηματογράφου, πολλά βραβεία Bafta, ενώ προτάθηκε και για Χρυσή Σφαίρα.

Σίγουρα μέσα στις καλύτερες της δεκαετίας. Αξίζει να το (ξανα)δείτε.
Διαμάντι για τη μουσική συλλογή αποτελεί το εξαιρετικό soundrack του Tiersen.

Βαθμολογία: 9/10