Σάββατο 21 Μαΐου 2011

The Sting, George Roy Hill, 1973



 Μεταφορά από το άλλο μπλογκ με το πολυβραβευμένο «Κεντρί» του George Roy Hill:

  Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Χένρι Γκόντφορντ (Νούμαν) και ο Τζόνι Χούκερ (Ρέντφορντ) είναι δύο φιλόδοξοι κομπιναδόροι. Όταν όμως ο μαφιόζος Ντόιλ Λόνεγκαν (Ρομπερτ Σώ) σκοτώνει έναν από τους φίλους τους, οι δύο άντρες αποφασίζουν να εκδικηθούν με τη βοήθεια ανθρώπων του υποκόσμου.

 Οι Paul Newman και Robert Redford ξανασυνεργάζονται μετά τους "Δύο Ληστές" του 1969 και συνθέτουν ένα απολαυστικό δίδυμο στο «Κεντρί», την πολυβραβευμένη με 7 Oscar περιπέτεια που σκηνοθέτησε (και πάλι) ο George Roy Hill. Το ευφυές σενάριο του David S. Ward, το εκπληκτικό δίδυμο Newman - Redford, το όμορφο τραγούδι The Entertainer" του Marvin Hamlisch, το οποίο βραβεύτηκε με το βραβείο Oscar καλύτερης μουσικής επένδυσης (Scott Joplin), οι κομπίνες και οι στημένες παρτίδες πόκερ συνθέτουν το παζλ της υπέροχης και φρέσκιας αυτής, ύστερα από 36 χρόνια, ταινίας.
 Το «Κεντρί» χωρίζεται σε 7 μέρη (The Players, The Set-Up, The Hook, The Tale, The Wire, The Shut-Out, The Sting). Η δράση τοποθετείται στο Σικάγο την εποχή μετά το μεγάλο κραχ:

 Ο σκηνοθέτης Τζορτζ Ρόι Χιλ λειτουργεί έξυπνα αφήνοντας ελευθερία στις κινήσεις του πρωταγωνιστικού διδύμου. Θα τολμούσα μάλιστα να πω ότι ο Ρέντφορντ κλέβει την παράσταση από τον Νιούμαν. Και οι δύο σπουδαίοι σταρ δεν τον απογοητεύουν. Αντίθετα, μας ταξιδεύουν ευχάριστα στον (υπο)κόσμο της απάτης ενώ παράλληλα δίνουν νόημα στις έννοιες της φιλίας, της πίστης, της αφοσίωσης. Μια συναρπαστική περιπέτεια με διάχυτα κωμικά σημεία και δύο λαμπερούς σταρ. Σίγουρα(;) δεν είναι σινεμά υψηλών κινηματογραφικών επιδόσεων, αλλά είναι ότι πρέπει για διασκέδαση!

Βαθμολογία: 8/10

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Die Welle, Dennis Gansel, 2008




 «Το Κύμα» ("Die Welle"), η ταινία του Dennis Gansel και του 2008, που συζητήθηκε παγκοσμίως πολύ καιρό μετά την προβολή της, ενώ ξεπέρασε στο γερμανικό box office το έτερο πολύ αξιόλογο και καλύτερο ευρωπαϊκό φιλμ για το 2006 «Οι Ζωές των Άλλων». Με το διεθνή τίτλο "The Wave", η ταινία θέτει το ερώτημα: «μπορεί να ξαναγεννηθεί ο ναζισμός στη Γερμανία;». Μία σημαντική ευρωπαϊκή πρόταση για την περασμένη δεκαετία.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Όταν συνειδητοποιεί, ότι οι παραδοσιακές μέθοδοι διδασκαλίας της Ιστορίας, προκαλούν αφόρητη ανία στους μαθητές του, ένας νεαρός καθηγητής, προτείνει την εφαρμογή ενός ιδιότυπου πειράματος, που προβλέπει συγκρότηση μιας ελίτ με μυστικούς κώδικες, σκληρή πειθαρχία και υψηλούς στόχους. Οι μαθητές θα οδηγήσουν το πείραμα σε απόλυτη επιτυχία και, χωρίς να το καταλάβουν, θα αρχίσουν να υποκύπτουν στη διακριτική γοητεία του φασισμού.

  Βασισμένη σε αληθινά γεγονότα που διαδραματίστηκαν σε γυμνάσιο του Palo Alto της Καλιφόρνια το 1967 και τα οποία αποτυπώθηκαν αργότερα στο best seller μυθιστόρημα του Tod Strasser (καλλιτεχνικό όνομα Morton Rhue) με τίτλο “The Wave”, η ομώνυμη ταινία του Dennis Gansel εξετάζει το τρομακτικό ερώτημα αν και κατά πόσο είναι εύκολο να αναβιώσει ο φασισμός στη σημερινή αποπνέουσα απολιτίκ αίσθηση Γερμανία.

 Σε γερμανικό σχολείο λοιπόν το πείραμα ενός νεαρού καθηγητή ιστορίας με αναρχικό παρελθόν και προχωρημένες μεθόδους διδασκαλίας καταλήγει σε μακελειό. Ο Juergen Voegel (Rainer Wegner) αποφασίζει να υιοθετήσει μια "διαφορετική" μέθοδο διδασκαλίας της ιστορίας του Φασισμού, καλώντας τους μαθητές του να δημιουργήσουν μια κλειστή ομάδα με μυστικούς κώδικες, αυστηρή πειθαρχία και ομοιομορφία. Όλα δείχνουν να πηγαίνουν καλά μέχρι τη στιγμή που η κατάσταση ξεφεύγει από τον έλεγχό του και τα παιδιά γοητεύονται επικίνδυνα από την εξουσία που θεωρούν πως έχουν αποκτήσει.

 Και ο Γερμανός σκηνοθέτης μεταφέρει το βιβλίο στη μεγάλη οθόνη γιατί ενδιαφέρεται να δείξει πώς συμπεριφέρονται ατομικά ή μαζικά οι άνθρωποι υπό την ανάπτυξη περίεργων και ασυνήθιστων περιστάσεων.

 Μόλις ο καθηγητής ξεκινάει τη νέα μέθοδο διδασκαλίας του, οι μαθητές θα αντιδράσουν αμέσως. Όλοι θα συμφωνήσουν πως οι ναζί «είναι κακοί», ότι στη σημερινή Γερμανία «δεν μπορεί να αναβιώσει ο ναζισμός», ότι ακόμη ντρέπονται για το παρελθόν της χώρας τους κλπ. Όμως σιγά σιγά θα εγκλιματιστούν και θα «συμμορφωθούν» με το πείραμα, ενώ μέσα σε μόλις μία εβδομάδα (τόση είναι η διάρκειά του) θα παρασυρθούν από την κρυφή γοητεία που κρύβουν τα γκέμια της εξουσίας και θα έχουν μεταμορφωθεί -δίχως να το καταλάβουν- σε μικρούς ναζί, όντας έτοιμοι να ακολουθήσουν τον αρχηγό και καθοδηγητή τους στο όραμα της... εξάπλωσης και απόλυτης κυριαρχίας του γερμανικού έθνους απέναντι σε οποιονδήποτε εσωτερικό ή εξωτερικό εχθρό!

 Η κεντρική ιδέα του σκηνοθέτη είναι εξαιρετική, όμως δυστυχώς, δεν είναι τέτοια και η ταινία. Πρώτον, εξαιτίας του ναι μεν δυνατού, αλλά αναμενόμενου και διδακτικού φινάλε και δεύτερον, για κάποιες σεναριακές υπερβολές (που συνηθίζουν να χαρακτηρίζουν αρκετές ευρωπαϊκές παραγωγές), όπως το γεγονός της τεράστιας και ραγδαίας εξάπλωσης ενός απολυταρχικού καθεστώτος, το οποίο «χτίστηκε» και αναπτύχθηκε μέσα από τις μεγάλες σκέψεις και ιδέες ενός «ηγέτη» ακολουθούμενου από απλούς, καθημερινούς ανθρώπους (μαθητές). Σα να μας λέει ο σκηνοθέτης ότι όλοι κρύβουμε εντός μας έναν Χίτλερ και μπορούμε ανά πάσα στιγμή όχι μόνο να τον βγάλουμε στην επιφάνεια αλλά και να επιβληθούμε σε μία μάζα ανθρώπων. Ε, όχι δα!

 Ο καθηγητής πιστός στις παράξενες αλλά πρωτοποριακές(;) μεθόδους που χρησιμοποιεί στις τάξεις του θα μεταγγίσει το δηλητήριο του φασισμού στους αρχικά προβληματισμένους αλλά γρήγορα υποκύψαντες στην ομολογουμένως διακριτική γοητεία που υποβόσκει οιαδήποτε ισχυρή κοινωνική ενότητα (μονάδα), η οποία διαλύει κάθε ατομικότητα και αναδεικνύει όλα εκείνα τα στοιχεία μιας ομάδας, μαθητές του.

 Το παιχνίδι ρόλων που στήνει ο Βέγκνερ, κρατώντας εκείνον του ηγέτη για τον ίδιο θα πάρει διαστάσεις που δεν θα μπορούσε να προβλέψει. Στην αρχή θα χαρεί που οι μαθητές του ακολούθησαν την «ιδέα» του και τα πρώτα δείγματα της ομαδικής ταυτότητας (ονομάζουν τη μικρή τους κοινωνία «Το Κύμα», ντύνονται ομοιόμορφα, υιοθετούν έναν κοινό χαιρετισμό και ένα σήμα που υποδηλώνει την ταυτότητά τους, συμπεριφέρονται σαν ίσοι προς ίσους, σαν μία μεγάλη οικογένεια) μοιάζουν αθώα...

 Μόνο η Κάρο θα «επαναστατήσει» θεωρώντας βλακεία το «Κύμα» και θα περιθωριοποιηθεί μόλις αρνηθεί να φορέσει το ίδιο με τους συμμαθητές της λευκό πουκάμισο. Όμως ακόμη και η νεαρή επαναστάτρια δεν θα μπορέσει να σταματήσει το φαινόμενο αυτό που σαν κύμα καταπίνει τους πάντες στο πέρασμά του. Το οποίο κύμα είναι η τάξη, είναι το σχολείο και αυτό με τη σειρά του είναι η τοπική κοινωνία, όλη η Γερμανία και η συνέχεια γνωστή: η άρια φυλή και... ολόκληρος ο κόσμος!

 Τα μαθήματα πολιτικής σκέψης από τον Γκάνσελ εξαιρετικά, το σενάριο πολύ καλό αλλά με πολλές αφέλειες και υπερβολές, οι ερμηνείες έξοχες στο σύνολό τους, όπως και η σκηνοθεσία και η φωτογραφία, το φινάλε πολύ δυνατό αλλά αναμενόμενο και διδακτικό.

 Μία τοποθέτηση του ίδιου του σκηνοθέτη:
 «Έδειχνα ανέκαθεν ειδικό ενδιαφέρον για την ιστορία της Ναζιστικής Γερμανίας. Για το αν θα μπορεί να υπάρξει φασισμός ξανά, για το πώς λειτουργεί το φασιστικό σύστημα, το πώς μπορεί να εκτροχιαστούν οι άνθρωποι από το δρόμο τους. Ήταν κάτι που πάντα με συνάρπαζε. Υποθέτω πως αυτό έχει να κάνει και με την ιστορία της οικογένειάς μου. Ο παππούς μου ήταν αξιωματικός του Τρίτου Ράιχ, κάτι για το οποίο ο πατέρας μου, αλλά και οι δύο θείοι μου, συνάντησαν πολλά και διάφορα προβλήματα στη ζωή τους. Όταν ήμουν νέος συχνά αναρωτιόμουν για το τι θα έκανα αν θα βρισκόμουν σε μια κατάσταση σαν κι αυτή του παρελθόντος. Στο "Wave" η ερώτησή μου είναι το πώς θα μπορούσε να δουλεύει σήμερα ο φασισμός. Θα ήταν πιθανός σήμερα; Θα μπορούσε να ξανασυμβεί αυτό το πράγμα, εδώ και τώρα, σε ένα συνηθισμένο σχολείο στη Γερμανία;... Και πάλι, όταν ήμουν νέος πάντα ευχόμουν να υπήρχε κάτι με το οποίο θα μπορούσα να ταυτιστώ. Ζήλευα τους γονείς μου που έζησαν τη δεκαετία του '60 και το φοιτητικό κίνημα, όπου οι άνθρωποι είχαν ένα είδος κοινού στόχου, προσπαθώντας να αλλάξουν το κόσμο και να κάνουν τη διαφορά. Εγώ μεγάλωσε στη δεκαετία του '80 και του '90, όταν πια υπήρχαν χιλιάδες πολιτικά ρεύματα και ομάδες, αλλά καμιά πραγματική κατεύθυνση. Δεν μπορούσα να ενθουσιαστώ με τίποτα. Κι αυτό μου έλειπε. Αυτό νομίζω πως λείπει και από τα παιδιά σήμερα. Εννοώ, δεν μπορούμε να ορίζουμε τους εαυτούς μας μόνο μέσα από τη μουσική και το ντύσιμο. Νομίζω πως οι άνθρωποι έχουν μια βαθιά ανάγκη για την ουσία, μια ανάγκη που γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη. Η τάση για τον ατομικισμό και την ιδιώτευση, τη διάσπαση της κοινωνίας σε μικρές ομάδες, δεν μπορεί να συνεχιστεί για πάντα. Σε κάποιο σημείο θα βρεθεί ένα τεράστιο κενό. Και τότε ο κίνδυνος θα είναι ότι κάποιος «-ισμός» θα ξεπεταχτεί και θα θελήσει να γεμίσει αυτό το κενό».


 Βαθμολογία: 6,5/10

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

Touch of Evil, Orson Welles, 1958



 Αντιγραφή από το άλλο μπλογκ με το αριστουργηματικό "Touch of Evil" του Orson Welles:

 «Το άγγιγμα του κακού» είναι ένα εκπληκτικό, σαιξπηρικών αναφορών, φιλμ νουάρ. Ο Όρσον Γουέλς σκηνοθετεί αριστουργηματικά και ενσαρκώνει ιδανικά τον διεφθαρμένο αστυνομικό Κουίνλαν, τον διφορούμενο ηθικά και εκπληκτικό ερμηνευτικά χαρακτήρα της ταινίας. Μιας εκπληκτικής ταινίας γύρω απ΄την αέναη μάχη του καλού (Βάργκας, τον υποδύεται ο Charlton Heston) με το κακό (Κουίνλαν, τον υποδύεται φυσικά ο Welles).
Αλλά κυρίως, το "Touch of Evil" αναλύει τους κώδικες της εξουσίας, της δικαιοσύνης και της ηθικής, όπως η τελευταία διαγράφεται μέσα από τις πράξεις των χαρακτήρων.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ένας κυβερνητικός πράκτορας του Μεξικού, που βρίσκεται με τη νεαρή Αμερικανίδα σύζυγό του στα σύνορα της χώρας για το μήνα του μέλιτος, έρχεται αντιμέτωπος με διεφθαρμένους αστυνομικούς, πολιτικούς-πιόνια, μοιραίες γυναίκες και ανθρώπους του υποκόσμου όταν οι άνθρωποι ενός βαρόνου των ναρκωτικών επιχειρούν να τρομάξουν τη σύζυγό του ώστε να τον αφήσει ήσυχο...

 Η ταινία ξεκινάει με ένα αξεπέραστης εικαστικής ομορφιάς μονοπλάνο διάρκειας περίπου 5 λεπτών. Εξελίσσεται ξετυλίγοντας το κουβάρι των χαρακτήρων αλλά κυρίως του "κακού", καθώς ενδιαφέρεται να ψάξει στο εσωτερικό των ηρώων, να ρίξει φως στις απόκρυφες έννοιες και πράξεις της ηθικής και της δικαιοσύνης και ολοκληρώνεται με την αυτοκαταστροφή στην οποία οδηγείται -με βάση τη δική του ιδεολογία- ο διεφθαρμένος χαρακτήρας του Γουέλς.
 Καθ΄όλη τη διάρκεια της, ο Γουέλς σκηνοθετεί με απίστευτη μαεστρία, καλύπτοντας τις όποιες σεναριακές αφέλειες, αποδεικνύοντας για πολλοστή φορά ότι βρισκόταν πάρα πολλά χρόνια μπροστά απ΄την εποχή του!
 Σε μικρό ρόλο-έκπληξη εμφανίζεται η Μάρλεν Ντίντριχ, ξεδιπλώνοντας τη γοητεία της παρά τα 60 της σχεδόν χρόνια!

Βαθμολογία: 8/10

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Straw Dog (Nora inu), Akira Kurosawa, 1949


 Ο «Λυσσασμένος Σκύλος», με τον αγγλικό τίτλο "Straw Dog" και αυθεντικό ιαπωνικό "Nora inu" είναι από τα πρώτα φιλμ του διασημότερου και σπουδαιότερου κινηματογραφιστή της Ασίας, Ακίρα Κουροσάβα (Akira Kurosawa). Συγκεκριμένα πρόκειται για το ένατο κατά σειρά φιλμ αλλά το πρώτο αριστούργημα του κορυφαίου Ιάπωνα σκηνοθέτη.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Μουρακάμι, ένας νέος στο σώμα αστυνομικός, χάνει το όπλο του σε λεωφορείο του Τόκυο και ταπεινωμένος θέτει την παραίτηση του στον επιθεωρητή Σάτο, η οποία δεν γίνεται δεκτή.
Το κλεμμένο όπλο χρησιμοποιείται σε φόνο και ο Μουρακάμι αναζητά με λυσσασμένη μανία τον κάτοχο του στη μαύρη αγορά και τα καταγώγια του Τόκιο, για να ανακαλύψει στο τέλος ότι δεν πρόκειται για ένα «λυσσασμένο σκυλί» που δεν μπορεί να συγκρατήσει τα φονικά του ένστικτα, αλλά για μια αδερφή ψυχή, έναν συμπολεμιστή του, ο οποίος απλώς πήρε διαφορετικό δρόμο από τον ίδιο.
Ο Κουροσάβα, επηρεασμένος από τον Σιμενόν, τον Ζιλ Ντασέν (Γυμνή Πόλη) και το νεορεαλισμό (η 8 ½ λεπτών σεκάνς στη μαύρη αγορά κινηματογραφήθηκε όλη στα κρυφά), έθεσε σε λειτουργία ένα νέο είδος, το ιαπωνικό φιλμ νουάρ, υπογράφοντας το πρώτο αριστούργημα της καριέρας του.


 Μπορεί να μην είναι από τις γνωστότερες στο ευρύ κοινό ταινίες του Κουροσάβα, κυρίως εξαιτίας της χρονολογίας που γυρίστηκε (1949), ωστόσο πρόκειται για το πρώτο αριστούργημα του Ιάπωνα, αλλά και από τα πρώτα φιλμ νουάρ εκτός Αμερικής.

 Ο Τοσίρο Μιφούνε σε ηλικία 29 ετών πρωταγωνιστεί, στην τρίτη του εδώ (από τις 16 συνολικά) συνεργασία με τον Κουροσάβα μετά τις ταινίες "Drunken Angel" και "Quiet Duel", υποδυόμενος τον Μουρακάμι, ένα «ψαρωμένο» αστυνομικό ντετέκτιβ, ο οποίος θα ψάξει με λύσσα να βρει τον κλέφτη που βούτηξε το υπηρεσιακό του όπλο και το χρησιμοποίησε για φόνο. Τελικά όταν φτάσει στην αλήθεια, θα ανακαλύψει ότι δεν επρόκειτο για κάποιον "λυσσασμένο σκύλο" που ληστεύει και σκοτώνει κατά συρροήν, αλλά για ένα συμπολεμιστή του που απλώς χάραξε διαφορετική πορεία από τον ίδιο.

 Τη δική του πορεία χαράζει και το μοιραίο αντικείμενο της ιστορίας, το περίστροφο. Αρχικά θα κλαπεί από τον αστυνομικό και εν συνεχεία θα χρησιμοποιηθεί για μία σειρά από φόνους, ενώ ο δράστης θα ταλαντευτεί αν πρέπει να το επιστρέψει(!) ή να το εξαφανίσει. Η απειρία του, καθότι δεν πρόκειται για οργανωμένο εγκληματία, θα μπλέξει τα πράγματα και θα δώσει την ευκαιρία στο Μουρακάμι να τον πλησιάσει αναζητώντας τον στις λαϊκές συνοικίες του Τόκυο και τελικά να τον ανακαλύψει. Μέχρι να φτάσει όμως σε εκείνον, θα γνωρίσει την ειρωνεία και το χλευασμό των συναδέλφων του, ενώ θα αγγίξει τα όρια της τρέλας. Θα τον κατακλύσουν οι ενοχές για την κατάσταση του ηλικιωμένου Σάτο (Τακάσι Σιμούρα), του ανωτέρου του, ο οποίος δίνει μάχη για τη ζωή του.

 Το δίδυμο Σιμούρα - Μιφούνε δένει πολύ όμορφα και ο Κουροσάβα σκηνοθετεί εκπληκτικά δημιουργώντας εξαιρετική ατμόσφαιρα, παρουσιάζοντας την εικόνα της μεταπολεμικής Ιαπωνίας που προσπαθεί να ξαναστηριχθεί στα πόδια της μέσα από δύσκολες καταστάσεις (μαύρη αγορά, γραφειοκρατία, συμμορίες, πορνεία) και χαρίζοντας στην κινηματογραφική ιστορία ένα σπουδαίο νουάρ, καινοτομώντας, καθώς είναι το πρώτο προερχόμενο από την Ασία.


 Το "Stray Dog" είναι η ιστορία ενός νέου ντετέκτιβ που κυνηγάει την ίδια του τη σκιά. Ξεχωρίζει πάνω απ' όλα για την εκπληκτική του ατμόσφαιρα, ενώ ο κορυφαίος Ιάπωνας σκηνοθέτης κάνει ένα πανανθρώπινο πορτρέτο για την καθ' υπέρβαση συμπεριφορά του ήρωά του.

 Βαθμολογία: 8,5/10

Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Lock, Stock and two smoking Barrels, Guy Ritchie, 1998


 Η ξέφρενη κωμωδία του Γκάι Ρίτσι (Guy Ritchie) στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο το 1998, με τον "πετσοκομένο" ελληνικό τίτλο «Δύο Καπνισμένες Κάνες».

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Τέσσερις φίλοι απ' το Λονδίνο, ο Mπαίηκον, ο Σόουπ, ο Tομ και ο Έντι, μαζεύουν όλα τους τα χρήματα και τα δίνουν στον Έντι, για να τα παίξει στα χαρτιά με τον Xάρυ, έναν παραγωγό πορνό ταινιών με σκοπό να τον μαδήσει. H παρτίδα όμως καταλήγει άσχημα και ο Έντι χάνει μισό εκατομμύριο λίρες, τις οποίες θα πρέπει να πληρώσει μέσα σε μια εβδομάδα αλλιώς, μετά τη λήξη της προθεσμίας πληρωμής του χρέους κάθε μέρα που θα περνά θα του κόβεται και ένα δάχτυλο. H εναλλακτική λύση, για να μη χάσει τα δάχτυλά του, είναι να παραχωρήσει ο πατέρας του (Sting) στον Xάρυ την ιδιοκτησία του μπαρ που έχει στην κατοχή του, πληρώνοντας μ' αυτόν τον τρόπο το χρέος του γιου του. Eν τω μεταξύ, ο πατέρας του Έντι που έχει μια ιδιαίτερη αδυναμία και είναι συλλέκτης παλιών όπλων, στέλνει δύο μπράβους του να κλέψουν δύο σπάνια όπλα μεγάλης αξίας από το σπίτι ενός αριστοκράτη.

 H συνέχεια είναι ένα οδοιπορικό γεμάτο από περιπετειώδεις εκπλήξεις και απρόβλεπτες καταστάσεις όπου ο Έντι και η παρέα του μπλέκονται σε μια ιστορία με υπόγειες διαδρομές, ναρκωτικά, κομμένα δάχτυλα, καταδιώξεις, απαγωγές, παλιά όπλα, πορνοπαραγωγούς και ανθρώπους του υποκόσμου. Tο "Lock, Stock and Two Smoking Barrels" είναι μια παράξενη και γοητευτική γκαγκστερική ταινία, γυρισμένη στην άγρια πλευρά της πόλης, με κωμικά στοιχεία και ανατρεπτικό χιούμορ.

 Ο "σύζυγος της Μαντόνα" (έτσι ήταν γνωστός πριν γυρίσει την ταινία ο Γκάι Ρίτσι) με την επιτυχία που γνώρισε αυτό το φιλμ απέκτησε παγκόσμια αναγνώριση και φήμη, ενώ παράλληλα μας χάρισε μία από τις ωραιότερες μαύρες κωμωδίες της δεκαετίας.


 Και μπορεί να πρόκειται για γκανγκστερική κωμωδία, ωστόσο πολλοί είναι εκείνοι που κατατάσσουν το φιλμ στην κατηγορία ταινιών με χαρτιά. Όχι άστοχα, αν λάβουμε υπόψιν την παρτίδα πόκερ εξαιτίας της οποίας γινόμαστε μάρτυρες στο κουβάρι των αλλόκοτων καταστάσεων που ξετυλίγεται κατόπιν.
 Συγκεκριμένα ο «περπατημένος» και γοητευτικός Έντι πηγαίνει στο μεγαλύτερο παιχνίδι χαρτιών της ζωής του με τα λεφτά που έχει μαζέψει ο ίδιος και οι φίλοι του. Όμως το παιχνίδι είναι στημένο και έτσι ο Έντι καταλήγει να χρωστάει μισό εκατομμύριο στο βασιλιά του πορνό και γενικά κακό τύπο Χάτσετ Χάρι. Ο Έντι έχει μια βδομάδα για να βρει το ποσό πριν αρχίσει να χάνει τα δάχτυλα του, εκτός αν πείσει τον πατέρα του να παραδώσει ως αντάλλαγμα το αγαπημένο του μπαρ. Ίσως όμως ο Έντι και οι φίλοι του να μπορέσουν να βρουν ένα καλύτερο σχέδιο. Οι τέσσερις τους θα επιμείνουν σ΄αυτό ακόμα και όταν ξεσπάσει όλη η κόλαση γύρω τους.

 Ο Guy Ritchie αν και έχει κάνει λίγες ταινίες, μετρημένες στα δάχτυλα των δύο χεριών, θεωρείται δικαίως εις εκ των καλύτερων Βρετανών σκηνοθετών. Με το ιδιαίτερο προσωπικό του στυλ έχει αποκτήσει το δικό του κοινό θεατών.
Εδώ, σε ηλικία 30 ετών και στο ντεμπούτο του, μετά τη μικρού μήκους "The Hard Case", που λειτούργησε σαν prequel των «Καπνισμένων Κανών», ο ταλαντούχος κινηματογραφιστής συστήνεται με ένα άκρως πρωτοποριακό σενάριο (το υπογράφει ο ίδιος πέραν της σκηνοθεσίας) που εξέπληξε κριτικούς και θεατές και ιδιαίτερα τους λάτρεις του βρετανικού στυλ, από τις παραδόσεις και τις ιδιαιτερότητες μέχρι το χιούμορ κλπ.

 Μεγάλη δύναμη που στηρίζει το όλο εγχείρημα ο Ρίτσι αντλεί από την εξαιρετική μουσική, η οποία προεξάρχοντος του "Hundred Mile High City" των Ocean Color Scene είναι εξαιρετική. Οι ηθοποιοί εξαιρετικοί και μάλιστα δίχως κάποιο λαμπρό όνομα στο καστ (ένα μικρό ρόλο έχει ο αστέρας της Rock, Sting υποδυόμενος τον πατέρα ενός εκ των παιδιών), η ατμόσφαιρα των 90s αναδύεται υπέροχα για τυχόν νοσταλγούς (εδώ μεγάλο μερίδιο επιτυχίας αναλογεί στην καταπληκτική φωτογραφία), η πλοκή παίρνει απίστευτες, τρελές διαστάσεις (ατελείωτα κυνηγητά, βία, δολοφονίες, εκβιασμοί, ναρκωτικά, λονδρέζικος υπόκοσμος, γκάφες, ανατροπές), οι βιτριολικές ατάκες την ενισχύουν ακόμη περισσότερο, το βρετανικό χιούμορ έξοχο, ο κυνισμός διάχυτος, ενώ η δράση είναι ασταμάτητη!

 Παράλληλα ο... δαιμόνιος Ρίτσι χρησιμοποιεί αρκετά tricks, για να εμπλουτίσει ακόμη καλύτερα, να διανθίσει το πόνημά του, με κυριότερο το still image ("παγωμένη εικόνα": τεχνική με την οποία μπορεί ο θεατής να αντιληφθεί, να απορροφήσει την ουσία του θέματος ή τα συναισθήματα των χαρακτήρων που εσκεμμένα «παγώνουν») αλλά και τα "κλασικά" slow motion.

 Κι αν η ταινία πηγαίνει πολύ καλά έρχεται ένα ακόμη καλύτερο φινάλε, που δεν είναι "αμερικανιά" αλλά ούτε και διδακτικό, απλώς κατάλληλο.
Προτείνω ανεπιφύλακτα τις «Δύο Καπνισμένες Κάνες», ως την καλύτερη δουλειά ενός σκηνοθέτη που έδειξε το ταλέντο του αλλά δυστυχώς στη συνέχεια κινήθηκε στη μετριότητα, αλλά και ως μία θαυμάσια μαύρη κωμωδία, από τις καλύτερες του είδους εδώ και πολλά χρόνια. Ωστόσο θα απέτρεπα να την παρακολουθήσει κάποιος που δεν του αρέσει οτιδήποτε βρετανικό: από τις συνήθειες και -κυρίως- το χιούμορ μέχρι την απίστευτη προφορά και τη γενικότερη ατμόσφαιρα. Από την άλλη όσοι είναι πιο οικείοι με την ιστορία και/ή την παράδοση της Αγγλίας, της Σκωτίας και της Ιρλανδίας θεωρώ πως σχεδόν σίγουρα θα ενθουσιαστούν!

 Βαθμολογία: 8/10

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Ζυλ Ντασέν, 1957


 "Celui Qui Doit Mourir" είναι ο πρωτότυπος γαλλικός τίτλος ("He who must die" ο διεθνής) της σπάνιας μεταφοράς στη μεγάλη οθόνη -από τον Ζυλ Ντασέν (Jules Dassin)- του σπουδαίου μυθιστορήματος του Νίκου Καζαντζάκη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». «Απαγορευμένη», με τολμηρή κινηματογράφηση αλλά και τόσο μπροστά από την εποχή της η ταινία αυτή του Γάλλου σκηνοθέτη ήταν αποτέλεσμα του μεγάλου έρωτα του Ντασέν με την αξέχαστη Μελίνα Μερκούρη.
  
 Η υπόθεση της ταινίας:
 Κρήτη 1920. Μια ομάδα ξεριζωμένων φτάνει στο χωριό που έχουν έθιμο να κάνουν την αναπαράσταση των παθών κάθε Μεγάλη Εβδομάδα με ήρωες κατοίκους του χωριού. Υπάρχει ο Χριστός, υπάρχει ο Ιούδας όπως κι η Μαγδαληνή. Μόνο που στον μικρόκοσμο της Ελληνικής εσχατιάς, οι ρόλοι μπερδεύονται με την πραγματικότητα για να ξεπηδήσει μια πανανθρώπινη αλληγορία για την ανάγκη μας να κρατηθούμε από κατασκευασμένα σύμβολα ξεχνώντας την ουσία της ύπαρξής μας.

 Το κορυφαίο αριστούργημα του Καζαντζάκη στην πιο ιδιαίτερη μεταφορά του στον κινηματογράφο από τον Ζυλ Ντασέν το 1957 (έτος θανάτου του σπουδαίου συγγραφέα) αποτελεί μία εξαιρετική πρόταση για τις μέρες του Πάσχα.

 Σα να κινηματογραφείται από Έλληνα σκηνοθέτη και όχι από Γάλλο (τόσο καλά μας ήξερε από τότε ο μεγάλος φιλέλληνας Ντασέν) το φιλμ καταγράφει όμορφα και εξονυχιστικά τη μικρή, σε αναβρασμό και υποταγμένη στον τουρκικό ζυγό ελληνική κοινωνία της Λυκόβρυσης στην Κρήτη (1922) και αναδεικνύει στο έπακρο τους ντόπιους χαρακτήρες, τις ελληνικές συνήθειες, τα έθιμα της επαρχίας, την ιδιοσυγκρασία του τόπου. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία τονίζει την ηλιόλουστη κριτική αύρα, οι ξένοι ηθοποιοί ερμηνεύουν άκρως "ελληνικά" και η Μελίνα υπέροχη όπως πάντα, ακτινοβολεί, ερωτευμένη με το σκηνοθέτη εδώ και μέλλουσα γυναίκα του. Γνωρίστηκαν ένα χρόνο πριν στις Κάννες (1955), όπου η Μελίνα είχε βρεθεί για τη θρυλική «Στέλλα» του Κακογιάννη και ο Ντασέν για το αριστουργηματικό «Ριφιφί», ενώ ο Γάλλος αυτοεξόριστος από τις ΗΠΑ εξαιτίας του "Μακαρθισμού" μόλις ξεκίνησε να κινηματογραφεί την "ελληνική" του περίοδο, με θέματα που αντλούσε από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη ελληνική εποχή και έχουν να κάνουν με την πολιτική, τους αγώνες απελευθέρωσης, τη δικτατορία και συνδυάζονται με τις ανθρώπινες σχέσεις, τον έρωτα, τα κοινωνικοπολιτικά δικαιώματα.

 Βρισκόμαστε, για να επιστρέψω στα της ταινίας, στην Ελλάδα των αρχών του 1920. Μόλις συντελέστηκε η μικρασιατική καταστροφή. Σε ένα πλούσιο χωριό, ο ιερέας μοιράζει ρόλους για την αναπαράσταση των Παθών του Ιησού Χριστού. Εντελώς αναπάντεχα έρχονται πρόσφυγες στην περιοχή. Και μαζί τους έρχεται ό,τι αυτό συνεπάγεται. Το χωριό αναστατώνεται. Ο ιερέας διαδίδει ότι έχουν χολέρα. Η καθεστηκυία τάξη αρχίζει να ανατρέπεται. Μπροστάρης στην επανάσταση αυτή ο Μανωλιός (ένας πολύ καλός Pierre Vaneck), που έχει πάρει το ρόλο του Ιησού. Στο πλάι του η δυναμική πόρνη Κατερίνα-Μαρία Μαγδαλινή (Μερκούρη).

 Ο «Τζούλι» δεν μεταφέρει επακριβώς το μυθιστόρημα και πώς θα μπορούσε άλλωστε, όμως μένει πιστός στο πνεύμα του μέγα Καζαντζάκη. Κόβει αρκετούς χαρακτήρες όπως και κάποια γεγονότα, ενώ τροποποιεί και το φινάλε, παρουσιάζοντας επί της οθόνης ένα πιο επαναστατικό εν αντιθέσει με το πιο θρησκευτικό του συγγραφέα (στο βιβλίο οι πρόσφυγες της Σαρακήνας εγκαταλείπουν τη Λυκόβρυση αναζητώντας νέα γη). Κι ας κατηγορήθηκε (ο Καζαντζάκης) ως αντιχριστιανός και αιρετικός. Κι ας απειλήθηκε με αφορισμό από την Ιερά Σύνοδο κι ας αφορίστηκε από την εκκλησία (ντροπή και αίσχος). Ο Κρητίκαρος υπήρξε πιο Χριστιανός από όλους τους υβριστές και πολέμιούς του. Απλώς, στο εκπληκτικό βιβλίο του παραθέτει την αναμφισβήτητη διαφορά που έχει ο χριστιανισμός (και κάθε θρησκεία βέβαια) από τη θεωρία στην πράξη (άλλα λέει και άλλα πράττει εν ολίγοις), εξαπολύοντας δριμύ επίθεση στον πλούσιο και βολεμένο Παπα-Γρηγόρη που τον εκπροσωπεί (τον χριστιανισμό) και συγκρούεται αδίκως με τον πεινασμένο και ταλαιπωρημένο αλλά πάντα Χριστιανό, Παπα-Φώτη.

 Η σύγκρουση δύο κόσμων, οι προύχοντες Έλληνες από τη μία και οι ξεκληρισμένοι από τους Τούρκους, επίσης Έλληνες από την άλλη. Και στη μέση ο Τούρκος αγάς, καλοπερνάει, βλέπει τους Έλληνες να σφάζονται και σπάει πλάκα. Οι εκ διαμέτρου αντίθετοι κόσμοι των πλουσίων με τους φτωχούς, του κακού με το καλό, του άδικου με το δίκαιο, του ανήθικου με το ηθικό και του αληθινού με το ψεύτικο. Και ο Ντασέν ξεσκίζει όλη την υποκρισία που κρύβεται πίσω από τα ωραία λόγια, τα μαύρα ράσα και τη θεωρία του χριστιανικού τρόπου ζωής. Τέτοιοι άνθρωποι, υποταγμένοι ψυχή τε και σώματι στο Χριστό δεν θα σταματήσουν πουθενά και ορμώμενοι από την οργή που θα ριζωθεί μέσα τους από τον... ιερέα δεν θα διστάσουν να φτάσουν στη δολοφονία ενός συνανθρώπου τους και μάλιστα του «νέου» Ιησού Χριστού.
 Τραγική ειρωνεία και συνάμα άκρως θλιβερή, απάνθρωπη και ολότελα ξεδιάντροπη πραγματικότητα.

 Μισό αιώνα μετά και το έργο αυτό είναι το ίδιο πρωτοποριακό, συναρπαστικό, επαναστατικό. Και ο "δικός μας" Τζούλι πιο Έλληνας από τους δήθεν Ελληνάρες.
 Ένας ύμνος στην ατομική, κοινωνική και εθνική ελευθερία (απελευθέρωση από οιαδήποτε δεσμά), ένα επαναστατικό δοκίμιο που χρησιμοποιεί το μύθο του Χριστού για να μιλήσει για ό,τι καταπνίγει την ελευθερία σε ατομικό και/ή κοινωνικό επίπεδο.

  Διακρίσεις της ταινίας: Φεστιβάλ Κανών 1957- Ειδική Μνεία Βραβείο OCIC Ζυλ Ντασέν -Υποψηφιότητα για Χρυσό Φοίνικα, Βραβεία BAFTA 1958- Υποψηφιότητα για καλύτερη ταινία.

 Βαθμολογία: 8,5/10

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Dark Habits (Εntre tinieblas), Pedro Almodovar, 1983



 Ως «Αμαρτωλές Καλόγριες» είναι γνωστή στην Ελλάδα αυτή η ταινία ("Εntre tinieblas" ο αυθεντικός τίτλος) του Pedro Almodovar και του 1983.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Η ασεβής και σαρκαστική κωμωδία του βραβευμένου με Όσκαρ σκηνοθέτη Πέδρο Αλμοδόβαρ επικεντρώνεται στη Γιολάντα, τραγουδίστρια σε νυχτερινό κλαμπ και ναρκομανή. Όταν ο φίλος της πεθαίνει απρόοπτα από υπερβολική δόση, αποφασίζει ότι θα ήταν καλύτερα να κρυφτεί από το να αντιμετωπίσει τους αστυνομικούς που την καταδιώκουν για να την ανακρίνουν. Καταλήγει σε ένα μοναστήρι που ειδικεύεται στο να σώζει γυναίκες από το δρόμο. Όμως αυτό δεν είναι ένα συνηθισμένο σύνολο από καλόγριες… 
 Στις ‘φευγάτες’’ αδερφές περιλαμβάνονται μια ηρωινομανής ηγουμένη που είναι ερωτευμένη με τη Γιολάντα, μια συγγραφέας διηγημάτων ελαφρού πορνό και μία που εκτρέφει τίγρεις στην πίσω αυλή. Όταν οι μοναχές αντιμετωπίζουν την πιθανότητα να κλείσει η μονή, αποφασίζουν να οργανώσουν ένα τρικούβερτο πάρτι με πρωταγωνίστρια τη Γιολάντα, ώστε να πείσουν τον ευεργέτη τους να μην τις εγκαταλείψει.

  Με τον κυριολεκτικά παραπλανητικό τίτλο «Αμαρτωλές Καλόγριες», που θυμίζει περισσότερο ταινία πορνό αποδίδεται στα ελληνικά το εν λόγω σατυρικό φιλμ του Αλμοδόβαρ.

  Η Γιολάντα λοιπόν, για να περάσουμε στο στόρι αυτής της ξέφρενης κωμωδίας, καταζητείται απ' την αστυνομία μετά το θάνατο του εραστή της. Βρίσκει καταφύγιο σ' ένα παράξενο τάγμα καλογριών, που δέχεται κάθε είδους αμαρτωλή ψυχή. Το απαρτίζουν: η Αδελφή Καταραμένη, που ανατρέφει μια τίγρη, η Αδελφή Αρουραίος, που γράφει κρυφά πορνογραφήματα, η Αδελφή Oχιά, που ράβει φανταχτερά εκκλησιαστικά ενδύματα και είναι ερωτευμένη με τον εφημέριο του μοναστηριού, η Αδελφή Κοπριά, που έχει μανία με τη μαγειρική και βλέπει οράματα με ή χωρίς τη βοήθεια παραισθησιογόνων, και, τέλος, η ηγουμένη, που είναι εθισμένη στην ηρωίνη. Το μοναστήρι βρίσκεται στα πρόθυρα της πτώχευσης από τότε που η προστάτιδά του σταμάτησε να το επιχορηγεί...

 Από το σενάριο καταλαβαίνει κανείς τη διάθεση που έχει ο Αλμοδόβαρ να σπάσει πλάκα. Γιατί αυτό ακριβώς κάνει εδώ ο Ισπανός σκηνοθέτης!
 Τοποθετώντας στο στόχαστρο της σάτιρας τη θρησκεία, μία από τις αγαπημένες του θεματικές ενότητες, που τον απασχολεί σχεδόν σε κάθε ταινία του, οπλίζει με κάθε απίθανη και παράλογη «αμαρτωλή» σκέψη και εκτελεί ανελέητα τις καλόγριες και τις γυναικείες μονές, αδιαφορώντας για τα αναμενόμενα(;) αρνητικά και/ή εχθρικά σχόλια που θα εισπράξει από τους «πιστούς». Ακόμη ερευνά (με σατυρικό ύφος πάντα) την καταπιεσμένη γυναικεία σεξουαλικότητα, ακόμη ένα θέμα που τον αφορά και με το οποίο «παίζει» κατά κόρον στη φιλμογραφία του.

 Η μόλις τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του «τρομερού παιδιού» του ισπανικού σινεμά είναι εκείνη που τον έκανε ευρέως γνωστό. Τα σημαντικά γυναικεία ονόματα του ισπανικού κινηματογράφου δίνουν καλές ερμηνείες (Marisa Paredes, Carmen Maura), με την Cristina Pascual σίγουρα να ξεχωρίζει στον πιο αβανταδόρικο ρόλο της καριέρας της.

 Η κιτς παρουσίαση των πραγματικά εξωφρενικών καταστάσεων που λαμβάνουν χώρα στο μοναστήρι από τον Αλμοδόβαρ όχι μόνο δεν ενοχλεί αλλά θα έλεγα ότι παρακολουθείται με ενδιαφέρον.

 Κλασικός Αλμοδόβαρ, κοινωνική και θρησκευτική σάτιρα, κιτς ύφος που οδηγεί σε σουρεάλ καταστάσεις, πρόκληση, γυναικεία ψυχολογία και σεξουαλικότητα. Όχι τίποτα σπουδαίο αλλά ό,τι πρέπει για τους φανς του Ισπανού!

 Βαθμολογία: 6/10

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

[Rec], Jaume Balagueró, 2007


Αυθεντικός τρόμος από την Ισπανία και το 2007. Ότι πρέπει για τους λάτρεις του είδους (Science Fiction, Fantasy & Horror) από την αυθεντία του είδους (Ισπανία)!


 Η υπόθεση της ταινίας:
 Δύο ρεπόρτερ τοπικού καναλιού ακολουθούν μια ομάδα πυροσβεστών στη βραδινή τους βάρδια. Στόχος της live εκπομπής είναι να καταγράψει τις συνθήκες εργασίας των πυροσβεστών και τις καταστάσεις υψηλού κινδύνου που αντιμετωπίζουν στη δουλειά τους.
 Στην πρώτη κλήση που δέχονται, οι πυροσβέστες πρέπει να σώσουν μια ηλικιωμένη γυναίκα που βρίσκεται παγιδευμένη στο διαμέρισμά της. Όμως κατά τη διάρκεια της επιχείρησης κάτι πηγαίνει τραγικά στραβά… Αυτό που αρχικά έμοιαζε μια απλή επιχείρηση ρουτίνας γρήγορα μετατρέπεται σε εφιάλτη. Παγιδευμένοι μέσα στο κτίριο, οι πυροσβέστες και το τηλεοπτικό συνεργείο έρχονται αντιμέτωποι με μια άγνωστη και θανάσιμη απειλή. Κάτι μοχθηρό και δυσοίωνο εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα σε όλο το κτίριο.
 Οι κανόνες αντιστρέφονται. Τώρα το μόνο που έχει σημασία είναι να κρυφτείς, να επιβιώσεις, να βρεις απεγνωσμένα έναν τρόπο διαφυγής…
Και να μην σταματήσεις να καταγράφεις. Μέχρι την τελευταία στιγμή. Ό,τι κι αν συμβεί.

  Η ταινία ακολουθεί μια Ισπανίδα ρεπόρτερ της τηλεόρασης μέσα από το φακό του κάμεραμαν Pablo. Κατά τη διάρκεια του ρεπορτάζ σε ένα τοπικό πυροσβεστικό σταθμό στη Βαρκελώνη οι πυροσβέστες δέχονται κλήση από ένα κοντινό διαμέρισμα για μια παγιδευμένη γυναίκα. Όταν φτάνουν βλέπουν τους ενοίκους της πολυκατοικίας ανάστατους. Αυτό που θα ακολουθήσει είναι μια νύχτα που δεν θα ξεχάσει κανένας τους. Έξοδος διαφυγής καμία και το χειρότερο είναι ότι οι ένοικοι είναι μολυσμένοι από έναν άγνωστο και μεταδοτικό ιό, που τους μεταλλάσσει σε αιμοδιψή ζόμπι. Ταινία τρόμου που σίγουρα τρομάζει και η κινηματογράφησή της εντυπωσιάζει.


 Οι Ισπανοί έχουν αποδείξει περίτρανα ότι είναι μάστορες στα θρίλερ τρόμου. Πολύ πρόσφατες αποδείξεις το εντυπωσιακά ατμοσφαιρικό «Οι Άλλοι» του Alejandro Amenabar και το πολύ δυνατό "Ορφανοτροφείο" του  Juan Antonio Bayona και του 2007, την ίδια χρονιά που παίχτηκε το "[Rec]". Και μπορεί να μην ξεπερνάει σε ατμόσφαιρα τον Αμενάμπαρ ούτε να πιάνει τα στάνταρντς της ταινίας του Μπαγιόνα, αλλά μας χαρίζει ένα από τα πιο κλειστοφοβικά τρομακτικά φιλμ -τουλάχιστον- της δεκαετίας.

 Η σκηνοθεσία του Μπαλαγερό -ο οποίος κινηματογραφεί με την κάμερα σε διαρκή κίνηση- είναι αρκετά δεξιοτεχνική και προσθέτει ακόμη μεγαλύτερη ένταση (η οποία αυξάνεται αδιαλείπτως) στην ήδη κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, η αίσθηση της οποίας αναπτύσσεται με μεγάλη επιτυχία, κάνοντάς την ασφυκτική και προκαλώντας άγχος και πίεση στο θεατή! Στα συν και ο εξαιρετικός ήχος, τα διάφορα σκηνοθετικά τρικ, τα σκηνικά, το ρεαλιστικό αίμα και οι άκρως πειστικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών.
 
 Βέβαια το πρώτο 20λεπτο κυλάει εκνευριστικά νωχελικά. Ωστόσο με το που πατιέται το "rec" στην κάμερα, αυτομάτως ξεκινάει η κατάδυση στον ανελέητο τρόμο. Τα μάτια σου είναι διαρκώς καρφωμένα στην ταινία και τίποτα δεν μπορεί να σου αποσπάσει την προσοχή καθώς περιμένεις κάθε στιγμή «να συμβεί το οτιδήποτε». Και φυσικά δεν απογοητεύεσαι, κάθε άλλο. Μέχρι που φτάνουμε στο τέλος της ταινίας. Το οποίο, αν και καθόλου απρόσμενο και δικαιολογημένα απαισιόδοξο, είναι εν μέρει σοκαριστικό, ολότελα τρομακτικό και οπωσδήποτε μέσα στα πιο δυνατά και αξέχαστα φινάλε ever!

 Και φυσικά ο Μπαλαγερό πέρα από ένα δυνατό θρίλερ, ασκεί κριτική στους δημοσιογράφους και την «τρέλα» που έχουν με το κυνήγι και τη βεβιασμένη επιδίωξη της «είδησης», θέτοντας ευθέως το ερώτημα «ρεπορτάζ ή επιβίωση;», με την Ισπανίδα ρεπόρτερ Άντζελα να μην αντιμετωπίζει καν δίλημμα, εξακολουθώντας να τραβάει με την κάμερα τις σφαγές και το λουτρό αίματος που λαμβάνει χώρα μπροστά της και που θέτει σε κίνδυνο άπαντες, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας, απαντώντας έτσι στο ρητορικό ερώτημα - επίθεση του σκηνοθέτη προς τους «αιμοδιψείς» σχετικά με την εύρεση και καταγραφή είδησης δημοσιογράφους.

 Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο 64ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας και στη συνέχεια συμμετείχε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο. Βραβεύτηκε με το Silver Scream Award στο Φεστιβάλ Φανταστικού Κινηματογράφου του Άμστερνταμ, με 3 βραβεία Goya (Καλύτερης Νέας Ηθοποιού για τη Μανουέλα Βελάσκο, Καλύτερου Μοντάζ και Καλύτερων Ειδικών Εφέ) και με 5 βραβεία στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Καταλονίας Sitges.

 Οι Ισπανοί με το "[Rec]" ξανακάνουν το θαύμα τους! Από τις καλύτερες ταινίες τρόμου εδώ και πολλά χρόνια και αυτό το λέει ο γράφων, ο οποίος δε συνηθίζει να παρακολουθεί ταινίες με ζόμπι. Οι φαν του είδους σίγουρα θα ενθουσιαστούν, οι αμύητοι όμως καλύτερα να μείνουν μακρυά..

 Βαθμολογία: 7,5/10

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Der Amerikanische Freund, Wim Wenders, 1977


 Γερμανογαλλική ταινία του σπουδαίου Γερμανού σκηνοθέτη Βιμ Βέντερς (Wim Wenders) και του 1977, στην πιο ιδιαίτερη διασκευή του δημοφιλούς μυθιστορήματος της Πατρίσια Χάισμιθ «Ripley' s Game» και θέμα μία συγκινητική ιστορία για την αντρική φιλία.


 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Τομ Ρίπλεϊ είναι ένας Αμερικανός, που ζει στην Ευρώπη. Ο Ρίπλεϊ συνεργάζεται με έναν πλαστογράφο έργων τέχνης στο Αμβούργο, αποκτώντας έτσι σχέσεις με ανθρώπους του υποκόσμου. Ένας από αυτούς, ο Ραούλ Μινό, τον πλησιάζει μια μέρα και του προτείνει μια διαφορετική δουλειά. Όχι το συνηθισμένο εμπόριο πλαστών έργων, στο οποίο ειδικευόταν ο Ρίπλεϊ, αλλά τη δολοφονία ενός άντρα! Του ζητά λοιπόν να γίνει εκτελεστής και να σκοτώσει έναν μαφιόζο εχθρό του. Ο Ρίπλεϊ καταστρώνει τότε ένα σατανικό σχέδιο: σκέφτεται να μπλέξει στην υπόθεση τον Τζόναθαν Ζίμερμαν, έναν ήρεμο οικογενειάρχη και τεχνίτη κορνίζας, που γνωρίζει τυχαία σε μια δημοπρασία. Όταν ο Ρίπλεϊ μαθαίνει ότι ο Τζόναθαν είναι βαριά άρρωστος, παραποιεί τα ιατρικά στοιχεία ώστε να δείχνουν ότι δεν έχει καθόλου χρόνο ζωής, για τον πείσει να διαπράξει φόνο. Ο Τζόναθαν ανακαλύπτει μια εντελώς καινούργια πτυχή του εαυτού του και δελεάζεται από το μεγάλο χρηματικό ποσό που του προσφέρει ο Μινό για να εξασφαλίσει την οικογένειά του. Και, μη γνωρίζοντας τίποτα για την ανάμειξη του Ρίπλεϊ σε αυτή τη δολοπλοκία, γίνεται σιγά σιγά φίλος με τον Ρίπλεϊ, σε μια περίεργη όσο και μοιραία φιλία και για τους δύο...

 Επίκεντρο της ταινίας η θανατερή (με ή χωρίς εισαγωγικά) φιλία δύο αντρών. Ο ένας είναι καταδικασμένος σε θάνατο εξαιτίας ανίατης ασθένειας από την οποία έχει προσβεβληθεί και ο άλλος καταδικάζει τον πρώτο ακόμη περισσότερο, αφού τον χρησιμοποιεί σε ένα ύπουλο σχέδιο, όμως στην πορεία θα γίνει ο φύλακας άγγελός του, ο Αμερικανός φίλος του.

 Καθ' όλη τη διάρκεια του φιλμ γινόμαστε κοινωνοί της μεγάλης αγωνίας, του έντονου φόβου, της διαρκούς φθοράς και εν τέλει της φιλίας, που θα αναπτυχθεί ανάμεσα στους δύο εντελώς διαφορετικούς άντρες, που έχουν σα μοναδικό κοινό σημείο το υπαρξιακό αδιέξοδο.

 Ο Βιμ Βέντερς, στην καλύτερη δεκαετία του (αυτή των '70s) κινηματογραφεί με τη δική του, ξεχωριστή ματιά το ιδιαίτερο μυθιστόρημα της Πατρίσια Χάισμιθ και δημιουργώντας μία γκανγκστερική νουάρ ατμόσφαιρα αποτίει φόρο τιμής στο αμερικανικό σινεμά, ενώ περιγράφει έξοχα και συγκινητικά την ιστορία μίας αντρικής φιλίας, που αναπτύσσεται κάτω από πολύ περίεργες συνθήκες. Όλα αυτά υπό το πρίσμα της γνώριμης δεξιοτεχνικής με σινεφίλ προεκτάσεις σκηνοθεσίας του σπουδαίου Γερμανού. Οι αργοί ρυθμοί αναδύουν την όμορφη ατμόσφαιρα, στη διαμόρφωση της οποίας συντελούν η υπέροχη φωτογραφία, η ωραία μουσική και το φανταστικό χρώμα.

 Επί της ουσίας ο Βέντερς χρησιμοποιεί τη διάσημη αστυνομική υπόθεση του βιβλίου της Χάισμιθ μόνον ως αφετηρία στην ταινία του, καθώς στη συνέχεια επικεντρώνεται στον κεντρικό ήρωα σκιαγραφώντας το προσωπικό του, υπαρξιακό δράμα. Το οποίο τονίζεται μέσα από τη μαεστρική σκηνοθεσία του Γερμανού, τη σκηνογραφία, τους κλειστούς χώρους, τις μεγαλουπόλεις (όπου μέσα από την παρουσίαση της Γερμανίας, της Γαλλίας και των ΗΠΑ ο Βέντερς κάνει πολιτικό σχόλιο για τις σχέσεις Αμερικής-Ευρώπης μετά τον Β' Π.Π) κ.ά.

 Ο Μπρούνο Γκανζ δίνει μία πολύ δυνατή ερμηνεία στον κεντρικό ρόλο, καθώς εξωτερικεύει έξοχα την τραγικότητα του ήρωα που υποδύεται. Πολύ καλός είναι και ο Ντένις Χόπερ. Ωστόσο, με τους αργούς ρυθμούς χάνεται κάπου στο δεύτερο μισό το όλο εγχείρημα, ενώ σου αφήνει μία γεύση απογοήτευσης, καθώς είχε το υλικό για να αναδείξει ένα αριστούργημα, κάτι που δυστυχώς δεν πέτυχε. Να τονιστεί ότι η δράση είναι περιορισμένη και αυτό ηθελημένα από το Βέντερς, ο οποίος επιθυμεί να κινηματογραφήσει αφαιρετικά τη δομή του αστυνομικού μυθιστορήματος προς όφελος της μελέτης και παρουσίασης των αποτελεσμάτων των πράξεων αυτής.

 Επτά σκηνοθέτες παρελαύνουν στην ταινία, δείχνοντας ακόμη έναν τρόπο που ο Βέντερς αποτίει φόρο τιμής στον ίδιο τον κινηματογράφο, κάτι που κάνει εξ ολοκλήρου με την «Κατάσταση των πραγμάτων».

 Ο «Αμερικανός Φίλος» είναι σίγουρα μία πολύ καλή ταινία, αλλά απέχει από τα μεγάλα αριστουργήματα του Βέντερς, «Παρίσι, Τέξας» και «Τα φτερά του Έρωτα».

 
 Βαθμολογία: 8/10

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

Kokuhaku (Confessions), Tetsuya Nakashima, 2010

 "Confessions" με αυθεντικό τίτλο"Kokuhaku" και ελληνική απόδοση «Εξομολογήσεις» ήταν η πρόταση της Ιαπωνίας για την κατηγορία καλύτερης ξένης ταινίας στα Oscar του 2010, πριν οι υποψηφιότητες καταλήξουν σε πέντε από τις αρχικές εννιά. Προσωπικά αγνοούσα την ύπαρξη αυτής της εξαιρετικής ταινίας μέχρι που την είδα να την προτείνει ο φίλος και λάτρης του ασιατικού σινεμά Aldo.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Μια μητέρα, που πενθεί για τον χαμό της κόρης της, μεταμορφώνεται σε αιματηρή εκδικήτρια που σχεδιάζει να βρει τους δολοφόνους του παιδιού της.

 Ένα δυνατό ψυχολογικό θρίλερ για γερά νεύρα, μία ιστορία εκδίκησης της μητέρας - εκδικήτριας, η οποία βάζει σκοπό της ζωής της να εκδικηθεί για τον άδικο χαμό της κόρης της, που δολοφονήθηκε.

 Αυτή ήταν η ιαπωνική πρόταση για το Όσκαρ καλύτερης ταινίας του 2010 και ειλικρινά δεν καταλαβαίνω πώς «κόπηκε» από τις αρχικές υποψηφιότητες, για να προκριθούν τελικά κάτω του μετρίου ταινίες, με εξαίρεση τον δικό μας «Κυνόδοντα» και το δανέζικο "In a Better World", που τελικά καρπώθηκε τη διάκριση.

 Η νεαρή καθηγήτρια (Τακάκο Μάτσου) όπως αποκαλύπτεται νωρίς στο φιλμ έχει ανακαλύψει ποιοι κρύβονται πίσω από το θάνατο της μικρής της κόρης. Πρόκειται για δύο μαθητές της, οι οποίοι τη δολοφόνησαν χωρίς κάποιο ουσιαστικό κίνητρο, καλυμμένοι μάλιστα πίσω από το νόμο προστασίας ανηλίκων, κατά τον οποίο δεν ευθύνονται για τις πράξεις τους και επομένως δεν μπορούν να τιμωρηθούν. Τουλάχιστον όχι ποινικά, όχι μέσω της νόμιμης οδού, γιατί η μητέρα εκδικήτρια είναι αποφασισμένη να πάρει το νόμο στα χέρια της και να επιβάλει η ίδια την τιμωρία των δολοφόνων του παιδιού της. Έχοντας καταλήξει με απόλυτη βεβαιότητα στους δολοφόνους, μετά από διεξοδική μελέτη, μη θέλοντας να προδοθεί παραμένει ψύχραιμη εξακολουθώντας να κάνει μαθήματα μέχρι το τέλος της χρονιάς, κατόπιν αποσύρεται και θέτει σε λειτουργία ένα μεθοδικό και ευφυέστατο σχέδιο εκδίκησης.

  Ο Τετσούα Νακασίμα εξερευνά τους λόγους που ώθησαν δύο μικρά παιδιά στη δολοφονία, αλλά εστιάζει στις σχέσεις των δολοφόνων με τις δικές τους οικογένειες, σε μία πολύ σκοτεινή και διόλου αισιόδοξη ταινία, που χαρακτηρίστηκε ως μία από τις πιο «ενοχλητικές» του σύγχρονου ιαπωνικού κινηματογράφου. Χμμ, τελικά μάλλον καταλαβαίνω γιατί κόπηκε από τον θείο Όσκαρ!

 Ο Ιάπωνας σκηνοθέτης από τη αρχή μας προδιαθέτει για μία εξαιρετική εμπειρία. Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός λένε, πολύ σωστά, με το Νακασίμα να το επιβεβαιώνει από την πρώτη σεκάνς: η δασκάλα μέσα στη γεμάτη με μαθητές τάξη «παρεκκλίνει» από την παράδοση του μαθήματος, για να ανακοινώσει ότι ανάμεσά τους βρίσκονται οι δύο δολοφόνοι της κόρης της. Αυτό ήταν!

 Οι αντιδράσεις των... δραστών θα τους προδώσουν και θα τους αποκαλύψουν μπροστά στους εμβρόντητους συμμαθητές τους. Η συνέχεια τραγική για τους πρωταγωνιστές και συνάμα καθηλωτική για τους θεατές. Οι ανήλικοι δολοφόνοι θα αναπτύξουν ο καθένας τη δική του αυτοάμυνα απέναντι στις πράξεις του αλλά και τον περίγυρό του (συμμαθητές, οικογένεια, εαυτόν). Πάνω εκεί παίζει όλο το παιχνίδι ο Νακασίμα, ο οποίος λέει ξεκάθαρα ότι η παιδική βία, ακόμη και όταν ξεπεράσει τα όρια και φτάσει στην αφαίρεση ζωής, από ανηλίκους δεν προέρχεται από κρίση παραφροσύνης, τρέλας, ψυχολογικής κατάρρευσης, αλλά οφείλεται σε αίτια κοινωνικά, πολιτικά, οικογενειακά.

 Από κει και πέρα καλή χωρίς κάτι ιδιαίτερο η σκηνοθεσία, απολύτως ταιριαστή η φωτογραφία, όμως η ατμόσφαιρα της ταινίας είναι λίγο βαριά και ανά σημεία κουραστική, κάτι που ενδεχομένως αποθαρρύνει τους όχι τόσο μυημένους θεατές. Ωστόσο έρχεται ένα υπέροχο φινάλε, που ξεχειλίζει από λυρισμό και αποζημιώνει για τη μουνταμάρα που επικρατεί -σε μεγάλο βαθμό- στο φιλμ.

 Βαθμολογία: 7,5/10