banner

image

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Kraftidioten, Hans Petter Moland, 2015


Από τις πλέον ευχάριστες εκπλήξεις της κινηματογραφικής σεζόν! Μία ιστορία εκδίκησης με αναμεμιγμένα στοιχεία θρίλερ και μαύρης κωμωδίας. Από την Σκανδιναβία και συγκεκριμένα τη Νορβηγία. Σε σκηνοθεσία Hans Petter Moland, σενάριο Kim Fupz Aakeson, με τους: Stellan Skarsgard, Kristofer Hivju, Bruno Ganz, Birgitte Hjort Sorensen, Pal Sverre Hagen, Tobias Santelmann Jakob Oftebro.

 Υπόθεση:
 Χειμώνας στη Νορβηγία. Ο εσωστρεφής και εργατικός Nils (Stellan Skarsgard) οδηγεί το εκχιονιστικό του διατηρώντας τους δρόμους καθαρούς και τα βουνά προσβάσιμα στo αφιλόξενο παγωμένο τοπίο, όπου ζει. Έχει μόλις ανακηρυχθεί ο πολίτης της χρονιάς για τον ζήλο του, όταν ενημερώνεται ότι ο γιος του πέθανε από υπερβολική δόση ηρωίνης. Αρνείται όμως να αποδεχτεί την επίσημη εκδοχή του θανάτου του γιου του και ξεκινά μια μυστική έρευνα που τον οδηγεί στους δολοφόνους του παιδιού του. Μια σειρά από αναπάντεχα γεγονότα τον μετατρέπουν σε αδίστακτο ήρωα του υποκόσμου, ενώ η ταυτότητα του παραμένει άγνωστη...

 Ο αξιόλογος νορβηγός σκηνοθέτης (και σεναριογράφος) Hans Petter Moland ("Aberdeen", "The Beautiful Country", "A Somewhat Gentle Man") δημιουργεί ένα γοητευτικό κινηματογραφικό σύμπαν, προσφέροντάς μας μία από τις πιο ευχάριστες ταινίες της σεζόν.
Ο ελληνικός τίτλος «Με Σειρά Εξαφάνισης» ακολουθεί τον αντίστοιχο αγγλικό "In Order of Disappearance", ενώ ο αυθεντικός νορβηγικός ("Πανηλίθιοι") κλείνει το μάτι στον Τριέρ, αγαπημένος ηθοποιός του οποίου (όπως και του Μόλαντ) είναι ο Σκάρσγκαρντ!

 Ο Σκάρσγκαρντ λοιπόν υποδύεται εδώ τον Νιλς (στιβαρή ερμηνεία από έναν σταθερά αξιόλογο ηθοποιό), έναν ιδιαίτερα ήρεμο και εργατικό άνθρωπο, ο οποίος ζει στο Μπεϊτονστόλεν (η κωμόπολη που έγιναν τα γυρίσματα της ταινίας, μαζί με κάποια στην πρωτεύουσα Όσλο), είναι παντρεμένος με την Γκοντρούν κι έχει έναν γιο, τον Ίνγκβαρ, που λείπει για σπουδές στο Όσλο. Είναι 45 ετών και δηλώνει ευτυχισμένος, εργάζεται ως οδηγός εκχιονιστικού μηχανήματος, υπεύθυνος να διατηρεί καθαρό τον δρόμο της περιοχής του. Πρόσφατα ανακηρύχτηκε πολίτης της χρονιάς(!) στο Μπεϊτονστόλεν και περιμένει τη σύνταξη του και μερικά εγγόνια, πάντα κοιτώντας με ασφαλή τρόπο τη ζωή. Τότε, όμως, λαμβάνει ένα τηλεφώνημα που του γνωστοποιεί ότι ο γιος του πέθανε από υπερβολική δόση ηρωίνης. Η θλίψη του μετατρέπεται σε οργή για εκδίκηση και ο Νιλς βρίσκεται ξάφνου στο μέσο ενός πολέμου εμπόρων ναρκωτικών, στον οποίο ο «κόμης» μάχεται την αντίπαλη σερβική μαφία. Ο ειδυλλιακός παράδεισος του Μπεϊτονστόλεν έχει πλέον μετατραπεί σε εμπόλεμη ζώνη...

 Με μια πρώτη ματιά εικάζει κανείς πως πρόκειται για μία ακόμη ιστορία εκδίκησης. Ο πατέρας, σε αντίθεση με τη μάνα που δέχεται μοιρολατρικά το ανακοινωθέν για την αιτία θανάτου του γιου της (ναρκωτικά), δεν το πιστεύει ποτέ παρά είναι βέβαιος πως το παιδί του δολοφονήθηκε και αποφασισμένος να βρει και να τιμωρήσει τους ενόχους, παίρνοντας ουσιαστικά το νόμο στα χέρια του, αφού οι εκκλήσεις του για ενασχόληση των αρχών με την υπόθεση δεν εισακούονται.
Σωστά. Είναι μία ακόμη ιστορία εκδίκησης. Μόνο που ο Μόλαντ μας την αφηγείται εντελώς διαφορετικά από τα τετριμμένα. Και αν ο τίτλος παραπέμπει στον Τριέρ, όλο το φιλμ και μόλις πέσουν οι τίτλοι τέλους σίγουρα θα σκεφτείς τους αδερφούς Κοέν (καταρχάς το Φάργκο και μόνο για το χιονισμένο τοπίο δράσης) και τον Ταραντίνο -μεταξύ άλλων-.
Είναι αυτό το εξαίρετο μαύρο χιούμορ αλλά και η ευαισθησία και αισιοδοξία που αποπνέει, για τους πρώτους, και η ακραία βία, για τον δεύτερο!
Οι με σειρά εξαφάνισης λοιπόν, για να γυρίσουμε στον τίτλο, είναι τα πτώματα που αφήνει πίσω του ο πατέρας τιμωρός (ο μόνος δραματικός χαρακτήρας, μαζί με τη μάνα, όλοι οι υπόλοιποι είναι καθαρά κωμικοί) στον αιματοβαμμένο δρόμο της εκδίκησης. Το ξεκαρδιστικό εύρημα με τις απανωτές νεκρολογίες για τον καθένα είναι επαναλαμβανόμενα αστείο!
Έχοντας ως σύμμαχο μια πανέμορφη φωτογραφία, ο Μόλαντ, με εξαίρετη κινηματογραφική ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό στοιχείο και το δραματικό υπόβαθρο της ιστορίας, στήνει το περιπετειώδες εκδικητικό στόρι στα πάλλευκα νορβηγικά τοπία (δημιουργούν μαγευτικά εικαστικά πλάνα), τα οποία ο Νιλς «βάφει» κόκκινα, αλλά φροντίζει πάντα να καθαρίζει με τί αλλο, το εκχιονιστικό του μηχάνημα. Μέχρι να φτάσει στο τέλος της διαδρομής, όπου τον περιμένουν οι δύο «επικεφαλής» του νορβηγικού καρτέλ ναρκωτικών, ο «Κόμης», ένας νεόπλουτος, βετζετέριαν(!), βίαιος, ψυχοπαθής γκάνγκστερ (εντελώς καρικατούρα ο ρόλος του Χάγκεν) και ο σέρβος αρχιμαφιόζος Πάπα (απολαυστικός ο πολύπειρος Μπρούνο Γκανζ), αμφότεροι επικίνδυνοι και φανατισμένοι, για την τελική μονομαχία.
Όσο εξελίσσεται η πλοκή του πνευματώδους σεναρίου και μέχρι το απόλυτα «κοενικό» φινάλε, τόσο ο θεατής έχει αφήσει πίσω του το αγωνιώδες ξεκίνημα του φιλμ (εισαγωγή που παραπέμπει σε βαρύ οικογενειακό δράμα) και παρασύρεται σε μια ξέφρενη φονική μαύρη κωμωδία καταστάσεων με κλιμακούμενη ένταση, αρκετή ειρωνεία, διάχυτο λυρισμό, το παράλογο να αιωρείται (και πάλι Κοέν), «παιχνίδι» με τους θεατές, πολιτικά και κοινωνικά σχόλια (ρατσιστικά στερεότυπα), κάποιους πραγματικά εξαιρετικούς και αιχμηρούς διαλόγους, (αυτο)σαρκασμό, κριτική στο «τέλειο (πάλλευκο) σκανδιναβικό κοινωνικό μοντέλο», την... αιώνια κόντρα εντός της Σκανδιναβίας (Νορβηγία με Σουηδία) αλλά και γενικά Βόρειων-Νότιων και της Ευρώπης (ισχυροί-ανίσχυροι).

 Μία πραγματική κινηματογραφική έκπληξη, αναμφισβήτητα από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες των τελευταίων μηνών και οπωσδήποτε μία ακόμη απόδειξη του ανεβασμένου εσχάτως σκανδιναβικού σινεμά (η Δανή Σουζάνε Μπιέρ μόνο έχει κάνει καλή δουλειά).

 Βαθμολογία: 7/10

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

La Danza de la Realidad, Alejandro Jodorowsky, 2013

 

 «Ο Χορός της Πραγματικότητας» ("The Dance of Reality") είναι η κινηματογραφική εμπειρία που αποκομίσαμε στο πλαίσιο του 26ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού κινηματογράφου, που διεξάγεται αυτές τις μέρες στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος καθώς και στο Capitol Cinema, ενώ από την Πέμπτη 21/11 μπαίνει στο χορό και το Ιντεάλ, με αρκετές ευρωπαϊκές πρεμιέρες. Σε σενάριο, παραγωγή και σκηνοθεσία Alejandro Jodorowsky φυσικά, με τους: Brontis Jodorowsky, Pamela Flores, Jeremias Herskovtis, Cristobal Jodorowsky, Adan Jodorowsky.

 Ο Alejandro Jodorowsky λοιπόν επιστρέφει μετά από 23 ολόκληρα χρόνια(!) στη μεγάλη οθόνη, για να παρουσιάσει την καθ' ομολογίαν πλέον αυτοβιογραφική ταινία του και μόλις 7η σε 45 χρόνια πορείας, εκθέτοντας ανελέητα εαυτόν, οικογένεια, τόπο καταγωγής και κυρίως τα νεανικά προεφηβικά του χρόνια, τα οποία τον σημάδευσαν βάναυσα. Μια τολμηρή πράξη που, κυρίως από έναν 84χρονο, ασυζητητί θέλει πολλά κότσια, muchos cojones!
 Γράφοντας παλαιότερα κριτική για το Santa Sangre, είχα αναφερθεί στη μεγαλομανία και το ναρκισσισμό του Χιλιανού με αφορμή την περίφημη δήλωσή του: «Οι περισσότεροι σκηνοθέτες κάνουν ταινίες με τα μάτια τους. Εγώ τις κάνω με τα αρχίδια μου». Ε λοιπόν, αυτή η ταινία είναι πέρα για πέρα «αρχιδάτη»!

 Δεν είναι λίγο πράγμα να κάνει κανείς αυτό που αποτολμά ο Χιλιανός. Να εκτείθεται δηλαδή δημοσίως με τέτοιον τρόπο, να ξεγυμνώνεται ψυχικά, ψυχολογικά, ηθικά, πνευματικά, βιωματικά εμπρός των θεατών, κατά τη διάρκεια μιας βαθιάς σε επίπεδο και ουσία, σουρεαλιστικά πραγματικής εξομολόγησης, που αφορά στην πρώτη δεκαετία της ζωής του, την οποία πέρασε στην Τοκοπίγια, μια παράκτια πόλη της Χιλής όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, πριν φύγει για το Σαντιάγο για σπουδές και από κει για το Παρίσι για περαιτέρω σπουδές αλλά και επαγγελματική σταδιοδρομία.

 Όλα βγαίνουν στη φορά, εξαρχής. Ο μικρός Γιοντορόφσκι αντιμετωπίζεται εχθρικά, περιθωριακά, χλευαστικά και σεξιστικά από τους συνομήλικους συμμαθητές του, ενώ παράλληλα βρίσκεται έρμαιο υπό το ζυγό και το έλεος του ακραία αυταρχικού, φανατικά άθεου, βαθιά συντηρητικού, μέλος του Κ.Κ, υποκριτή πατέρα του, ο οποίος με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ασκώντας του πότε ψυχολογική και πότε σωματική βία τον υποβάλλει σε ένα σωρό μαρτύρια ή, για τον ίδιο, διαπαιδαγωγικά μαθήματα. Μοναδικό στήριγμα του Αλεχαντρίτο, όπως τον αποκαλεί εκείνη, η ήρεμη, με βαθιά θρησκευτική αλλά περισσότερο εσωτερική πίστη και τεράστια αποθέματα αγάπης μητέρα του, η οποία παρουσιάζεται λίγο πολύ σαν «αγία» από τον δημιουργό και την υποδύεται γνωστή σοπράνο τραγουδώντας καθόλη τη διάρκεια του φιλμ!

 Από κει και πέρα διάχυτοι και ιδιαίτερα απλοί και σαφείς είναι οι συμβολισμοί του Χιλιανού, με τα αντιπολεμικά και αντιφασιστικά του μηνύματα, την αναρχία, την ειρωνεία και το διασυρμό της θρησκείας, το χλευασμό του κομμουνισμού, την αποτίναξη των φαντασμάτων του παρελθόντος και κυρίως του Στάλιν κλπ., ενώ όμορφα πλαισιώνονται από άλλες αγάπες του Γιοντορόφσκι, όπως οι κλόουν και οι μίμοι, αμφότερα επαγγέλματα που ακολούθησε κάποια στιγμή στη ζωή του.

 Ευφάνταστο και σπουδαίο εύρημα είναι η εξιστόρηση των γεγονότων από τον ίδιο τον Γιοντορόφσκι, στον «ειδικό ρόλο» σαν καλή νεράιδα του πιτσιρικά, που ως έμπειρος πια αλλά και ως κάποιος που δεν τον γνωρίζει ενώ ούτε και ο μικρός τον ξέρει ακόμη, τον καθοδηγεί σε κάθε του κίνηση, τον συμβουλεύει, τον αποτρέπει από το να προβεί σε μοιραίες πράξεις, τον συμπονεί, τον στηρίζει...

 Το σύμπαν που δημιουργεί ο πολυδιάστατος καλλιτέχνης είναι -όπως σε κάθε ταινία του βέβαια- μοναδικά εντυπωσιακό, πολυεπίπεδο, βαθιά ποιητικό, μαγικό, σουρεαλιστικά αληθινό. Άλλωστε μπορεί να κάνουμε λόγο για αυτοβιογραφία, όμως αυτό δε σημαίνει ότι όσα βλέπουμε στο πανί έγιναν με ακρίβεια... καρέ. Αντίθετα οι εικόνες που χρησιμοποιεί ο Χιλιανός, συχνά γεμάτες μεταφορές, αλληγορίες και σουρεάλ στοιχεία, αναδεικνύουν την πολυτάραχη νεανική του ζωή μέσα από το πρίσμα του ίδιου του Γιοντορόφσκι, ο οποίος θεωρεί πως η πραγματικότητα δεν -μπορεί να- είναι υποκειμενική αλλά μάλλον μια χορογραφία βασισμένη στη φαντασία μας. Στην άποψή του αυτή, σε συνδυασμό με τη φράση «έχοντας αποσπαστεί από τον εξαπατημένο μου εαυτό, αναζητούσα απεγνωσμένα ένα μονοπάτι κι ένα νόημα στη ζωή» συνοψίζεται ολόκληρο το βιογραφικό πρότζεκτ της ταραχώδους ζωής του Γιοντορόφκσι, ενώ κάπως έτσι προέκυψε κι ο τίτλος της ταινίας...

 Μία ιστορική κατάθεση ψυχής, ένα αυτοβιογραφικό μεγαλείο και μία κινηματογραφική εμπειρία από έναν αγέρωχο, ανεξάρτητο και ανεξάντλητο δημιουργό.

 Βαθμολογία: 8/10

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

The Abominable Dr. Phibes, Robert Fuest, 1971

 

 Ταινία τρόμου με έντονα στοιχεία μαύρης κωμωδίας από έναν σκηνοθέτη πολλών τηλεοπτικών σειρών και ταινιών και μόλις 8 κινηματογραφικών, εκ των οποίων οι 2 ήταν «Ο Σατανικός Δρ. Φάιμπς» και η συνέχειά του ένα χρόνο αργότερα, όχι πάντως το ίδιο πετυχημένη με το φιλμ του 1971. Σε σκηνοθεσία Robert Fuest, σενάριο James Whiton, William Goldstein, με τους: Vincent Price, Joseph Cotten, Virginia North, Peter Jefrey, Hugh Griffith, Terry-Thomas, Derek Godfrey, Norman Jones κ.ά..

 Υπόθεση:
 Ο Δρ Φάιμπς, θεολόγος και μουσικός, σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα τρέχοντας στο νοσοκομείο όπου η γυναίκα του Βικτόρια εγχειρίζεται από ομάδα εννέα γιατρών με επικεφαλής τον Δρ Βεσάλιους. Δυστυχώς, η Βικτόρια πεθαίνει κατά τη διάρκεια της εγχείρισης και το ζεύγος Φάιμπς θάβεται. Μερικά χρόνια αργότερα, οι εννέα γιατροί ένας ένας αρχίζουν να δολοφονούνται με παράξενες μεθόδους. Ο Επιθεωρητής Τράουτ, με βάση ένα στοιχείο από τον φόνο ενός από τους γιατρούς, αποκαλύπτει πως οι τρόποι που οι γιατροί δολοφονούνται είναι όμοιος με τις δέκα πληγές της Αιγύπτου. Εκείνος και ο Δρ Βεσάλιους αρχίζουν να υποπτεύονται πως πίσω από τους φόνους είναι ο Δρ Φάιμπς, αλλά είναι νεκρός. Έτσι τουλάχιστον πιστεύεται, μέχρι που ανακαλύπτεται άδειο το φέρετρο του γιατρού...


 Περί ταινίας τρόμου πρόκειται και μάλιστα από τις καλές του είδους, διανθισμένη με στοιχεία μαύρης κωμωδίας, μπόλικο μυστήριο, υπέροχη ρεαλιστική ατμόσφαιρα αλλά και έξοχα εμπνευσμένους και εκτελεσμένους φόνους, από έναν "τηλεοπτικό" σκηνοθέτη.
Γνωστό και ως "The Curse of Dr. Phibes", το φιλμ αποτελεί την καλύτερη στιγμή του Βρετανού Robert Fuest, ο οποίος μάλιστα έφυγε από τη ζωή την άνοιξη του 2012.
Μια αφοσιωμένη αγάπη το κίνητρο πίσω από τις ιεροτελεστικά εκτελεσμένες δολοφονίες, στο πλαίσιο της εκδίκησης του συζύγου για τη νεκρή γυναίκα του με αιτιότητα 9 ιατρών. Κάθε δολοφονία είναι ιδιαίτερη περίεργη και... θρησκευτικά ενορχηστρωμένη (μουσικός εκκλησιαστικού οργάνου και θεολόγος ο Άντον Φάιμπς) από τον δόκτορα και ένα μουγκό βοηθό, θυμίζοντας τις Βιβλικές πληγές (νυχτερίδες, μέλισσες, βάτραχοι, αρουραίοι, ακρίδες κλπ.).
Ο σύζυγος όμως θεωρείται επίσης νεκρός, αφού είναι γνωστό πως μόλις πληροφορήθηκε για το θάνατο της λατρεμένης του γυναίκας σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό. Έτσι η θεωρία εκδίκησης του επιθεωρητή Trout πέφτει στο κενό, μέχρι ωστόσο αποφασίσουν να ανοίξουν τον οικογενειακό τάφο...
Ο θεατής βέβαια γνωρίζει από πολύ νωρίς ότι πίσω από τους θανάτους των ιατρών βρίσκεται ο σύζυγος εκδικητής και αυτό δεν έχει σημασία για την πλοκή του έργου, καθώς εκείνο που μετράει είναι περισσότερο το κίνητρο, το οποίο και αναπτύσσεται σταδιακά κατά την εξέλιξη, παράλληλα με τις εύστοχες ανατροπές και αποκαλύψεις.

 Μεγάλο ατού για τον σκηνοθέτη και συνολικά για το φιλμ, που έρχεται να ενισχύσει την άποψή μου περί κακώς χαρακτηριζόμενου ως b-movie, αποτελούν οι πολύ καλές ερμηνείες. Ο "καθιερωμένος τρομακτικός" των ταινιών τρόμου Vincent Price είναι όπως πάντα απολαυστικός, ενώ χωρίς καν να ανοίξει το στόμα του(!) δίνει μια έξοχη δραματική ερμηνεία, πλαισιωμένος ερμηνευτικά από τον έτερο μεγάλο ηθοποιό Joseph Cotten, στο ρόλο του Dr. Vecalious, χειρουργό και «δολοφόνο» της συζύγου του Phibes.
Αλλά και οι κωμικοί ρόλοι από τους Peter Jefrey, Hugh Griffith και Terry-Thomas είναι εξίσου άξιοι αναφοράς, συμπληρώνοντας έτσι ένα «φουλ» αξιοσημείωτων ερμηνειών.

 Μία ανεξήγητα παραγνωρισμένη ταινία, αφού κακώς έχει μείνει συνειδητά μεν λανθασμένα δε, ως "ένα καλό b-movie", πιθανώς βέβαια εξαιτίας του σκηνοθέτη, της υπόθεσης ή ακόμη και του τίτλου. Όμως κάποια καλογυρισμένα πλάνα, ειδικά οι σκηνές ιεροτελεστικής εκτέλεσης των φαντασικών σε σύλληψη φόνων, το σενάριο, που δεν κάνει κοιλιά και βέβαια οι εξαιρετικές ερμηνείες δεν αφήνουν κανένα παράθυρο αμφισβήτησης της ποιότητας του φιλμ. Αξίζει!

 Βαθμολογία: 7,5/10

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Νύχτες Πρεμιέρας: Short Term 12, Destin Cretton, 2013

 

 Μπαίνοντας στο ΠΣΚ που σηματοδοτεί το τελευταίο τριήμερο των Νυχτών Πρεμιέρας, ας διαλέξουμε σιγά σιγά τις ταινίες εκείνες που ξεχώρισαν από το φετινό, 19ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας.
 Τo Short Term 12 λοιπόν ήταν σίγουρα από τις κορυφαίες στιγμές του φεστιβάλ. Ερχόμενο από τον ανεξάρτητο αμερικανικό κινηματογράφο, αυτό το δράμα του Destin Daniel Cretton κέρδισε τις εντυπώσεις και τα βραβεία στο Φεστιβάλ του SXSW, ενώ βάζει ήδη υποψηφιότητα για μια εκ των κορυφαίων ταινιών της σεζόν. 
Σε σκηνοθεσία και σενάριο Destin Daniel Cretton, με τους: Brie Larson, John Gallagher, Jr. Kaitlyn Dever, Stephanie Beatriz, Rami Malek, Keith Stanfield, Alex Calloway, Kevin Hernandez.

 Η υπόθεση:
 Νεαρή υπεύθυνη σε κέντρο φιλοξενίας παιδιών με προβλήματα συμπεριφοράς ταυτίζεται με την ιστορία ενός κοριτσιού, καθώς ταυτόχρονα οι δικοί της δαίμονες αφυπνίζονται. Βραβείο Καλύτερης Ταινίας και Κοινού στο Φεστιβάλ του SXSW για αυτή τη συγκλονιστική σπουδή μιας βαθιά πληγωμένης ενηλικίωσης.

 Με τις δύο άνωθεν προτάσεις μας «συστήθηκε» η ταινία στο πλαίσιο της επίσημης παρουσίασής της στις 19ες Νύχτες Πρεμιέρας και ομολογουμένως οι προτάσεις αυτές ήταν αρκούντως παραινετικές για να δει κανείς το φιλμ. Και όποιος εν τέλει το έπραξε, μόνο κερδισμένος βγήκε..

 Η Γκρέις και ο Μέισον, ένα νεαρό ζευγάρι, εργάζονται ως σύμβουλοι σε ίδρυμα όπου φιλοξενούνται παιδιά και έφηβοι με ανάρμοστη κοινωνική συμπεριφορά. Όταν στο κέντρο εμφανίζεται η Τζέιντεν, ένα χαρισματικό και ιδιαίτερα ταλαιπωρημένο ψυχολογικά κορίτσι, η Γκρέις ταυτίζεται με τους πόνους ενός παιδιού που οφείλει αρχικά να προστατέψει, ενώ παράλληλα αφυπνίζονται οι προσωπικοί δαίμονες του σκοτεινού παρελθόντος της.

 Η Brie Larson, την οποία θα δούμε ξανά στις Νύχτες Πρεμιέρας, στο "Don Jon", χωρίς να δίνει την ερμηνεία της χρονιάς ή έστω να αποτελεί ερμηνευτική αποκάλυψη (όπως πράγματι είναι ο νεοεμφανιζόμενος Keith Stanfield στο ρόλο του νεαρού ράπερ Μάρκους) δείχνει σημάδια ταχέως εξελισσόμενης ηθοποιού, καθώς στο ρόλο της Γκρέις οφείλεται εν πολλοίς η έκρηξη συναισθημάτων που γεννά το φιλμ, μιας και από τη δική της οπτική γωνία μαθαίνουμε τα τεκταινόμενα στο ίδρυμα.
Η ίδια, θύμα σωματικής βίας και σεξουαλικής κακοποίησης από τον πατέρα της, προσπαθεί πια -και ενώ ο άνθρωπος που της κατέστρεψε τα παιδικά χρόνια βρίσκεται στη φυλακή- να μεταλαμπαδεύσει όλα τα αποθέματα αγάπης και στοργής σε κακοποιημένα ή περιορισμένης νόησης ανήλικα παιδιά, όντας ταυτόχρονα σκληρή και γλυκιά, δυναμική και ευάλωτη, παθιασμένη και φοβισμένη, αφοσιωμένη στη δουλειά της και μητρική απέναντι σε κάθε ένα από τα μη προνομιούχα παιδιά. Παράλληλα, εξαιτίας του προσωπικού της Γολγοθά είναι παγιδευμένη σε μία φαινομενικά τέλεια σχέση, αφού ο φίλος και συνάδελφός της, Μέισον, την λατρεύει κυριολεκτικά.
Όλα στη ζωή της θα πάρουν νέα τροπή άμα τη εμφανίσει της νεαρής «γλωσσοκοπάνας» και ατίθασης αλλά εξίσου χαρισματικής Τζέιντεν, με την οποία η Γκρέις θα έρθει πολύ κοντά, μέσα από ένα ταξίδι αυτογνωσίας, ψυχολογικής ταύτισης και ελπίδας... Μάλιστα μέσα από την ιστορία της Τζέιντεν θα μάθουμε και εκείνη της Γκρέις.

 Ο σκηνοθέτης Destin Cretton μας είχε συστηθεί λιγότερους από 12 μήνες πριν με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του "I am not a Hipster", ενώ αξίζει να αναφερθεί πως την ιδέα για το νέο του φιλμ την πήρε από ένα ομότιτλο μικρού μήκους... δικό του από το 2008!
Με το Short Term 12... μεγάλης διάρκειας λοιπόν, δημιουργεί ένα έντονο, εκρηκτικό σε συναισθήματα φιλμ, που κερδίζει μεμιάς τον θεατή. Αυτό το πετυχαίνει καταρχάς χρησιμοποιώντας αρκετό χιούμορ, αφενός για να «σπάσει» τη δραματικότητα του θέματος και αφετέρου για να δείξει ότι με το καλό χιούμορ μπορούμε να βρούμε διέξοδο, έστω προσωρινά, από καταστάσεις ιδιαίτερα δύσκολες ή και ακραίες ακόμη. Ακόμη, ο Cretton χρησιμοποιεί κι άλλα εύστοχα τρικς με απώτερο σκοπό να μην εκμαιεύσει τη συγκίνηση, κάτι που προσωπικά αποδέχομαι ως άκρως θετικό σε ταινίες που εκ των πραγμάτων θα σε κάνουν -έστω και τμηματικά- να βουρκώσεις, όπως είναι οι «εκμυστηρεύσεις» των ψυχολογικών τραυμάτων από τους ανήλικους, μέσα από ζωγραφιές (Μέιντεν) ή τραγούδι (Μάρκους) και βέβαια μπόλικο παιχνίδι ή ορισμένες στιγμές χαλάρωσης για εκπαιδευτές και τροφίμους.

 Με αφοπλιστική ειλικρίνεια τόσο ο σκηνοθέτης όσο και το φιλμ γενικά, μας εξιστορούν μια απριόρι «σκοτεινή» και συγκινητική ιστορία, αποφεύγουν όμως έξυπνα το μελοδραματισμό και κλείνουν ανέλπιστα αλλά όχι αταίριαστα ευχάριστα με μια τεράστια χαραμάδα ελπίδας και αισιοδοξίας, με βάση τί άλλο; το χιούμορ!

 Πληθώρα βραβείων και διακρίσεων, για μία από τις κορυφαίες ταινίες της σεζόν... που μόλις ξεκίνησε!

 Βαθμολογία: 8/10

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Tacones Lejanos, Pedro Almodovar, 1991

 
 
 Μία από τις όχι κορυφαίες ταινίες στην ώριμη ωστόσο δεκαετία του Pedro Almodovar, τα «Ψηλά Τακούνια» είναι μία ξέφρενη κωμωδία, που σε κάθε περίπτωση δεν απογοητεύει τους οπαδούς του «τρελού» Ισπανού. 
Σε σενάριο και σκηνοθεσία Almodovar, με τους: Victoria Abril, Marisa Paredes, Miguel Bosé.
 
 Η υπόθεση:
 Η διάσημη τραγουδίστρια Becky Del Paramo (Marisa Paredes) επισκέπτεται μετά από 15 χρόνια απουσίας την κόρη της (Victoria Abril) για να ανακαλύψει ότι είναι παντρεμένη με έναν πρώην δεσμό της. Η δολοφονία του συζύγου (Miguel Bosé) θα αναστατώσει τις ζωές τους στρέφοντας τις υποψίες επάνω τους
 
 Ένα ιδιαιτέρως... φονικό τρίγωνο θα δημιουργηθεί, όταν μια διάσημη τραγουδίστρια και ηθοποιός επιστρέφει μετά από πολύχρονη πορεία στο εξωτερικό στη Μαδρίτη, για να επανασυνδεθεί με την κόρη της. Πολύ σύντομα θα επέλθει η σύγκρουση, με αφορμές την εγκατάλειψη της κόρης στην τρυφερή ηλικία των 13 ετών από μια μάνα που ενδιαφερόταν μόνο για την καλλιτεχνική της ανέλιξη αλλά και το γεγονός ότι πλέον, η πρώτη είναι παντρεμένη με έναν πρώην γκόμενο της τελευταίας.

 Αυτή είναι μόλις η αρχή μια ξέφρενης αλμοδοβαρικής ταινίας, στο γνώριμο στιλ του ισπανού σκηνοθέτη, με το ανάλογο χιούμορ, πολύ και όμορφο τραγούδι, εικαστική πανσπερμία και πολλά στοιχεία από το παρελθόν του ιδιαίτερου αλμοδοβαρικού σύμπαντος.
 
 Στην πορεία τα πράγματα θα μπλεχτούν ακόμη περισσότερο, όταν ο σύζυγος της κόρης βρεθεί νεκρός και φυσικά, οι υποψίες θα πέσουν σε μάνα-κόρη. Ακολουθεί ο κακός... αλμοδοβαρικός χαμός μέχρι το έντονο δραματικά φινάλε και ο υπέροχος σκηνοθετικός... φόρος τιμής στον τίτλο του φιλμ.

 Πέρα από όλα όμως, ξεχωρίζουν οι συνολικά έξοχες πρωταγωνιστικές ερμηνείες (με λιγότερο καλή την Victoria Abril), ακολουθούμενες από 2-3 πραγματικές σπουδαίες σεκάνς, μία εκ των οποίων και εκείνη στο φινάλε.
 
 Το... τρελό αγόρι της Ισπανίας και ανατόμος της γυναικείας ψυχολογίας, καταπιάνεται με τί άλλο, τις αγαπημένες του γυναίκες. Τοποθετεί λοιπόν στο επίκεντρο της ιστορίας του μάνα και κόρη, που έχουν να ιδωθούν 15 χρόνια και έρχονται σε σύγκρουση εξαιτίας ενός άντρα. Η σχέση τους θα δοκιμαστεί έντονα, όμως η επανασύνδεση θα έρθει μέσα από ένα λυτρωτικά επώδυνο τρόπο.
 
 Δεν ξέρω βέβαια κατά πόσο το κωμικό στοιχείο -αναφαίρετο κομμάτι της αλμοδοβαρικής παλέτας- ενισχύει και/ή συμπληρώνει τη δραματουργική εξέλιξη της ιστορίας. Άποψη πολλών ότι με βάση το σενάριο, θα μπορούσε να αποφευχθεί, για να τονιστούν καλύτερα οι δραματικές στιγμές. Ίσως κι ο ίδιος ο Αλμοδόβαρ να μην ήταν σίγουρος για το ποια στροφή ήθελε να πάρει το στόρι του (κωμική / δραματική). Αλλά, καλύτερα, ας αποφασίσουν για αυτό οι οπαδοί του ισπανού σκηνοθέτη.
 
 Η ατμόσφαιρα πάντως που στήνει ο Αλμοδόβαρ είναι εντυπωσιακή, οι ερμηνείες όπως προαναφέρθηκε άψογες, προεξάρχουσας της σταθερά πολύ καλής Marisa Paredes, ενώ οι υπέροχες μουσικές μαζί με τα πανέμορφα χρώματα ντύνουν με έναν ποικιλόμορφο μανδύα την ιστορία. Δε λείπουν βέβαια τόσο οι γνώριμες παρανοϊκές καταστάσεις που στήνει ο Ισπανός όσο και η ιδιότυπη αφήγηση που τον συντροφεύει στο σύνολο του έργου του.

 Βέβαια η ταινία δε συγκαταλέγεται στα αριστουργήματά του, καθώς υπολείπεται των άλλων πέντε κορυφαίων ταινιών του. Κατά χρονολογική -όχι αξιολογική- σειρά: Καυτή Σάρκα (1997), Όλα για τη Μητέρα μου (1999), Μίλα της (2002), Κακή Εκπαίδευση (2004), Γύρνα Πίσω (2006).
 
 Βραβείο Σεζάρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας και υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα στην ίδια κατηγορία, για αυτή την «έξαλλη» ταινία από την πρώιμη περίοδο του ισπανού σκηνοθέτη.

 Βαθμολογία: 6/10

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Cezare deve morire, Paolo e Vittorio Taviani, 2012

 

 Το τελευταίο αριστούργημα των αδερφών Ταβιάνι, «Ο Καίσαρας Πρέπει να Πεθάνει» είναι ένα ντοκιμαντέρ μυθοπλασίας, που μεταφέρει το διάσημο σαιξπηρικό έργο «Ιούλιος Καίσαρας» σε φυλακές υψίστης ασφαλείας της Ρώμης. Σε σενάριο-σκηνοθεσία Paolo, Vittorio Taviani, με τους: Salvatore Striano, Cosimo Rega, Giovanni Arcuri, Antonio Frasca, Juan Dario Bonetti, Vincenzo Gallo, Rosario Majorana, Francesco De Masi, Francesco Carusone, Maurilio Giaffreda.

 Η υπόθεση:
 Η κάμερα των Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι εισχωρεί στη φυλακή Ρεμπίμπια, στα προάστια της Ρώμης και καταγράφει την οντισιόν, τις κουβέντες και τη διανομή των ρόλων, τις προετοιμασίες, και εντέλει το ανέβασμα της παράστασης «Ιούλιος Καίσαρας», με πρωταγωνιστές πραγματικούς κρατουμένους των φυλακών. Η ταινία αποτελεί μια μεταφορά όλο συμβολισμούς, ένα πείραμα, το παιχνίδι της αναμόρφωσης, ή καλύτερα τον άκρως ιδιαίτερο τρόπο προσέγγισης της ελευθερίας, με φόντο το περιβάλλον των φυλακών...

 Διανύοντας την 9η(!) δεκαετία της ζωής τους οι σπουδαίοι Ιταλοί, που ανέκαθεν δούλευαν μαζί, εμπνεύστηκαν τη δημιουργία αυτού του φιλμ από μία επίσκεψή τους στη φυλακή Υψίστης Ασφαλείας, Rebibbia, στην πρωτεύουσα της Ιταλίας. 
 Εκεί, παρακολούθησαν μία εκδήλωση όπου οι κρατούμενοι ανέβασαν αποσπάσματα από την αριστουργηματική «Κόλαση» του Dante. Τα αδέρφια έφυγαν, αλλά επιστρέφοντας λίγο αργότερα στη φυλακή, ρώτησαν τον επικεφαλής της καλλιτεχνικής αναμόρφωσης αλλά και τους κρατούμενους εάν θα ήθελαν να ανεβάσουν τον «Ιούλιο Καίσαρα» του Shakespeare. Ενθουσιασμένοι αμφότεροι, απάντησαν θετικά, ανυπομονώντας μάλιστα για το ξεκίνημα των γυρισμάτων!

 Κάπως έτσι φθάνουμε στη δημιουργία του "Cezare deve morrire". Η παράσταση «Ιούλιος Καίσαρας» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ έχει μόλις τελειώσει εν μέσω ενθουσιασμού και θερμότατων επιδοκιμασιών. Τα φώτα σβήνουν και οι ηθοποιοί επιστρέφουν στα κελιά τους... Πρόκειται βεβαίως για βαρυποινίτες, που κρατούνται στη φυλακή υψίστης ασφαλείας Rebibbia, λίγο έξω από τη Ρώμη. Οι περισσότεροι εκτίουν ποινή ισόβιας κάθειρξης εξαιτίας των διασυνδέσεων με την Καμόρα, την ιταλική Μαφία. Ορισμένοι άλλοι για διακίνηση ναρκωτικών, ενώ κάποιοι λίγοι για ανθρωποκτονία από πρόθεση.

 Και οι υπερήλικες Ταβιάνι ορμούν με νεανική τόλμη, δυναμισμό και φαντασία στις φυλακές Ρεμπίμπια, για να σκηνοθετήσουν βαρυποινίτες, οι οποίοι με τη βοήθεια της παγκόσμιας γλώσσας του Σαίξπηρ μελετούν πολύ και ανακαλύπτουν την ελπίδα αλλά και οτιδήποτε εμπεριέχουν οι χαρακτήρες που υποδύονται στο δρόμο προς το ανέβασμα της παράστασης. Αντιμετωπίζοντας το όλο εγχείρημα ως παιχνίδι, απελευθερώνονται, ξεχνούν προς στιγμήν ότι είναι φυλακισμένοι και κυριεύονται από συναισθήματα ευφορίας, πίστης, αγωνίας, φόβου, τα οποία τους συντροφεύουν κατά τις νυχτερινές ώρες, όπου αδυνατούν να κοιμηθούν μπροστά στη λαχτάρα της πρωινής πρόβας.  

 Στις πρόβες πάλι, που θα ξεκινήσουν μετά από οντισιόν για τη διανομή των χαρακτήρων, θα μπουν για τα καλά στο πετσί των ρόλων που υποδύονται, σε βαθμό αδιανόητης ταύτισης, αλλά ταυτόχρονα δε θα απαγκιστρωθούν από τα δικά τους, εσωτερικά προβλήματα, εξαιτίας των οποίων ορισμένοι πιάνονται στα χέρια, λίγο πριν επέμβουν οι ψυχραιμότεροι και επαναφέρουν την -καλλιτεχνική- τάξη. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, οι τρόφιμοι θα αφήσουν στην άκρη τις διαφορές τους και θα ενωθούν για έναν ύψιστο σκοπό. Όχι, δε θα σκεφτούν στιγμή να αποδράσουν, αλλά να πετύχουν σε αυτό το υπέροχο καλλιτεχνικό εγχείρημα.

 Οι πρόβες εν τέλει, μετά από έξη μήνες, θα στεφθούν με επιτυχία κι εμείς θα παρακολουθήσουμε αρκετά αποσπάσματα του σαιξπηρικού έργου, από τις φιλοδοξίες του Καίσαρα μέχρι τη συνωμοσία του Βρούτου και από τη δολοφονία του Καίσαρα μέχρι τη «δίκη» του συνωμότη και δολοφόνου, την υπεράσπισή του από τον Κάσιο και την τελική μάχη στους Φιλίππους. Όλα όσα πραγματεύεται ο Βάρδος επί «σκηνής»: Εξουσία, φιλοδοξία, τυραννία, αυλοκόλακες, συνωμοσία, δολοφονία, βασανισμοί, φιλίες που μετατρέπονται σε έχθρες, προδοσίες, αναζήτηση της αλήθειας, ανάγκη για ελευθερία.
 Η παράσταση θα ανέβει και θα καταπλήξει τους παρευρισκόμενους θεατές, μεταξύ των οποίων άλλοι τρόφιμοι, φοιτητές, άνθρωποι του καλλιτεχνικού χώρου. Μετά το πέρας της παράστασης, όταν τα φώτα... και τα χρώματα (μόνο η παράσταση είναι γυρισμένη σε έγχρωμο, όλο το υπόλοιπο έργο σε ασπρόμαυρο, σε μία από τις πολλές ενδιαφέρουσες αντιθέσεις των Ταβιάνι, με το χρώμα να προσδίδει ρεαλισμό, το ασπρόμαυρο όχι) θα πέσουν, οι «ηθοποιοί» (παρεμπιπτόντως πολύ καλοί στους ρόλους τους ο Βρούτος και ο Κάσιος) θα επιστρέψουν στα κελιά τους, με τον Κάσιο να μονολογεί «Από τότε που ήρθα σε επαφή με την Τέχνη, το κελί μετατράπηκε σε φυλακή».

 Σαφέστατα το σπουδαίο σαιξπηρικό έργο αποκτά διαφορετική διάσταση ερμηνευμένο από έγκλειστους φυλακών, όπως φυσικά και από το «ιδιαίτερο» περιβάλλον μεταφοράς του. Ενώ τόσο ταιριαστά το προαύλιο της φυλακής θα μας «μεταφέρει» στην αρχαία ρωμαϊκή αγορά. 
 Και η κινηματογραφική ποίηση των Ταβιάνι συναντά την επίσης γνώριμη πολιτική φόρμα των αγέραστων δημιουργών, που εν αντιθέσει με τον Καίσαρα, δεν πρέπει να πεθάνουν ποτέ!

 Ο Καίσαρας πάντως, ήτοι κάθε μορφή τυραννίας, καταπιεστικής εξουσίας και κατεστημένου ΠΡΕΠΕΙ να πεθάνει, πολλώ δε μάλλον όταν στέκεται εμπόδιο στην Ελευθερία.

 Η Τέχνη προς αναζήτηση της προσωπικής και συλλογικής ελευθερίας, μέσα σε μόλις 76' έξοχου λυρισμού, ψήγματα νεορεαλισμού, ανείπωτης εικαστικής δύναμης και υπέροχα θλιμμένης μουσικής από τους Τζιουλιάνο Ταβιάνι και Καρμέλο Τράβια.

 «Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει» κέρδισε πέραν της Χρυσής Αρκούδας και το βραβείο της Οικουμενικής Επιτροπής του 62ου Φεστιβάλ Βερολίνου, όπως και σημαντικές διακρίσεις στα ιταλικά βραβεία.

 Βαθμολογία: 8/10

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Boy A, John Crowley, 2007

 

 Μια όμορφη ιστορία με κεντρικά θέματα το δικαίωμα μιας δεύτερης ευκαιρίας και τη συγχώρεση. Σε σκηνοθεσία John Crowley, σενάριο Mark O'Rowe, βασισμένο στην πολυβραβευμένη νουβέλα του Jonathan Trigell, με τους: Andrew Garfield, Peter Mullan, Katie, Lyons, Siobhan Finneran, Alfie Owen, κ.ά..

 Η υπόθεση:
 Βασισμένο στο πολυβραβευμένο ομώνυμο μυθιστόρημα του νεαρού Βρετανού συγγραφέα Τζόναθαν Τρίγκελ, το "Boy A" είναι μια τολμηρή και όμορφη ιστορία για τη φύση της συγχώρεσης και την αναζήτηση ταυτότητας. Πρωταγωνιστής είναι ο Τζακ, ένας 24χρονος νεαρός που έχει ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη φυλακή, για ένα έγκλημα που διέπραξε ως παιδί. Τώρα πρέπει να επανενταχθεί σε μια κοινωνία, για την οποία γνωρίζει ελάχιστα, πρέπει να αφήσει πίσω το παρελθόν και να διαμορφώσει μια νέα ταυτότητα, με νέους φίλους και μια νέα φιλενάδα. Δεν ξεφεύγεις όμως τόσο εύκολα από το παρελθόν. Θα καταφέρει ο Τζακ να λυτρωθεί από αυτό;

 Καταρχάς το εν λόγω φιλμ, λόγω σεναρίου (βασισμένο στο ομώνυμο πολυβραβευμένο μυθιστόρημα του βρετανού συγγραφέα Jonathan Trigell), επρόκειτο να γυριστεί για την τηλεόραση. Ωστόσο η οπτική του John Crowley (Intermission), που αφορά στην ουδέτερη προσέγγιση του παρελθόντος του πρωταγωνιστή, ώθησε τους παραγωγούς να το γυρίσουν για τη μεγάλη οθόνη. Και φυσικά, να δικαιωθούν από το αποτέλεσμα.

 Σε αυτήν λοιπόν τη low budget ταινία, με ύφος πλησίον του βρετανικού Free Cinema των '60s, θίγονται κυρίως τα ζητήματα της δεύτερης ευκαιρίας αλλά και της συγχώρεσης. Δεύτερη ευκαιρία σε έναν εγκληματία (εντός ή εκτός εισαγωγικών) να επανενταχθεί στην κοινωνία και συγχώρεση για το αμαρτωλό παρελθόν από τον κοινωνικό περίγυρο.
 Γράφω κυρίως, διότι ο Crowley ασχολείται και με τα αιμοβόρα ΜΜΕ στο ρόλο δικαστών-εισαγγελέων, με τις αδιάφορες μητέρες, την οικογενειακή εγκατάλειψη γενικά, τον εφηβικό και αγνό έρωτα, τις συμμορίες ανηλίκων, τη λεκτική, σωματική και σεξουαλική κακοποίηση, τα ναρκωτικά, την υποκρισία της κοινωνίας, την ευκολία με την οποία μικρά παιδιά προβαίνουν σε άνομες πράξεις, ακόμη και σε δολοφονία ζώων, τη μοναξιά, τη μετάνοια, την αναζήτηση νέας ταυτότητας και το θάψιμο του παρελθόντος, την εσωτερική κραυγή αγωνίας, το θάνατο...

 Η ιστορία ξεκινάει παρουσιάζοντας τον νεαρό Jack. Είναι το Αγόρι Α, μόνο που παλιά... δε λεγόταν Jack Barridge αλλά Eric Wilson. Ουσιαστικά του πήραν το όνομα για να του δώσουν τη ζωή...
 Στην ηλικία των 11 ετών διέπραξε μαζί με το φίλο του (ένα αντικοινωνικό, επιθετικό παιδί, θύμα σεξουαλικής κακοποίησης) ένα αποτρόπαιο έγκλημα (σκότωσαν ένα συνομήλικο κορίτσι), εξαιτίας του οποίου πέρασε τα προεφηβικά του χρόνια στη φυλακή, ενώ μόλις έχει αποφυλακιστεί, περίπου 15 χρόνια μετά και έφηβος πια και αυτό που θέλει είναι να ξανακερδίσει τη ζωή του, συμπληρώνοντας το κενό των χαμένων χρόνων. Όμως τα εμπόδια είναι πάρα πολλά, με αναγκαιότερο να διαγράψει την παλιά του ταυτότητα και να ξεκινήσει από το μηδέν, με άλλο όνομα. 
Έτσι τυχαία επιλέγει το Τζακ και με την πολύτιμη βοήθεια του Terry, κοινωνικού λειτουργού / δικαστικού επιμελητή προσπαθεί να ενσωματωθεί σε μια εντελώς αλλαγμένη κοινωνία.

 Σιγά σιγά, υπό τη σωστή καθοδήγηση του μέντορά του και την αρμόζουσα συμπεριφορά, ο έτσι κι αλλιώς συμπαθής, χαμηλών τόνων, καλοκάθαγος έφηβος θα ενσωματωθεί στην κοινωνία βρίσκοντας δουλειά, δημιουργώντας νέες φιλίες αλλά και ανακαλύπτοντας τον εφηβικό έρωτα, κάτι που δεν είχε την ευκαιρία να κάνει «τότε».

 Όμως γνωρίζει καλά ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποκρύψει για πάντα την παλιά του ταυτότητα και ώ, τι ειρωνεία, αυτό θα γίνει με αφορμή μια ηρωική πράξη. Όντας συνοδηγός στο φορτηγάκι του καλύτερού του φίλου και συναδέλφου, ο Τζακ ενστικτωδώς θα του φωνάξει να σταματήσει μόλις είδε ένα αυτοκίνητο εκτός πορείας κάπου μέσα στα χωράφια. Οι δυο τους θα τρέξουν και θα σώσουν εν τέλει ένα κοριτσάκι απεγκλωβίζοντάς το. Η ηρωική του πράξη θα γίνει γνωστή και δημοσιογράφοι θα εμφανιστούν στη δουλειά του για να του κάνουν αφιέρωμα. 
Οι ίδιοι δημοσιογράφοι που λίγο καιρό μετά θα ταυτοποιήσουν τον Τζακ με τον Έρικ και ουσιαστικά θα τον επαναφέρουν απότομα στην ωμή πραγματικότητα επιβεβαιώνοντας τους φόβους του, ότι δηλαδή δε θα μπορέσει ποτέ να «δραπετεύσει»...

 Ο Andrew Garfield (Λέοντες αντί Αμνών), στον πρώτο πρωταγωνιστικό ρόλο της καριέρας του, σε ηλικία μόλις 25 ετών, δίνει μία καθηλωτική ερμηνεία και αποτελεί έναν ισχυρό λόγο για να δει κανείς την ταινία. Η οποία ωστόσο έχει κι άλλα θετικά. Όπως αυτήν την ουδέτερη ματιά του σκηνοθέτη στο παρελθόν του Τζακ ή τον σταθερά αξιόλογο ερμηνευτικά Σκοτσέζο Peter Mullan αλλά και όλους τους δεύτερους ρόλους ή την έξοχη φωτογραφία και ακόμη, κάποια credits στο μοντάζ και ορισμένα ιδιαίτερα προσεγμένα πλάνα. 
Η αλήθεια βέβαια είναι ότι παρουσιάζει κενά στο σενάριο, με τον Κρόουλι να προσπαθεί μάταια να τα καλύψει με τα απανωτά flashbacks αλλά και μέσω μιας αναίτιας αγιοποίησης του ήρωα, κάτι που αποτελεί ένα (μεγάλο για πολλούς) μείον για μια θλιβερά όμορφη, σκληρή, έντονα συναισθηματική και αληθινά συγκινητική ταινία (ειδικά το φινάλε, όπου επιτέλους παρακολουθούμε την ψυχική κραυγή του ήρωα), που ναι μεν πραγματεύεται ένα γνώριμο και χιλιοειπωμένο θέμα, όμως είναι τόσο μα τόσο διαφορετική από κάθε άλλη ταινία του είδους.

 Τελικά δεύτερη ευκαιρία υπάρχει; Δυστυχώς, όχι! Όχι, εξαιτίας των προκαταλήψεων, των εισαγγελικών ΜΜΕ, των ανθρώπων που δεν έχουν μάθει να συγχωρούν αλλά αντίθετα ταμπελοποιούν εύκολα, των οπισθοδρομικών, υποκριτικών κοινωνιών.

 Το Boy A τιμήθηκε με βραβεία BAFTA για την ερμηνεία του Άντριου Γκάρφιλντ, τη σκηνοθεσία του Τζον Κρόουλι και το μοντάζ της Λουκία Ζουκέτι αλλά και με βραβείο Οικουμενικής Επιτροπής στο φεστιβάλ του Βερολίνου 2008.

 Βαθμολογία: 6,5/10