Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

The Filth and the Fury, Julien Temple, 2000


 Από τις πιο ξεχωριστές μουσικές ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ. «Η Γοητεία της Οργής», όπως είναι ο ελληνικός τίτλος του "Filth and the Fury", είναι πιθανώς το πιο αντιπροσωπευτικό ντοκιμαντέρ που έγινε για το κίνημα της Punk, το οποίο διέγραψε τη δική του πορεία στο χώρο της Rock αλλά και της μουσικής σκηνής γενικότερα. Από τον Βρετανό σκηνοθέτη Julien Temple και το 2000.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Η 26μηνη ιστορία του πιο γνωστού punk συγκροτήματος, των Sex Pistols, μέσα από αφηγήσεις των ίδιων των μελών, αλλά και ανθρώπων που έζησαν από κοντά την πολυτάραχη πορεία του.

 Η ιστορία των Sex Pistols, της απόλυτης punk μπάντας που ξεκίνησε από το μηδέν, στοχεύοντας στο τίποτα και στη διαδρομή κατέκτησε τα πάντα... Η καταγραφή της ιστορίας της μουσικής μέσα από ένα ντοκιμαντέρ δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πέρα από τη γνώση και την έρευνα, χρειάζεται ισχυρό απόθεμα οράματος και πάθους για το αντικείμενο που θα καταπιαστεί κανείς. Ο Βρεττανός σκηνοθέτης Τζούλιαν Τέμπλ (Absolute Begginers) φανατικός οπαδός του rock n roll και του punk κινήματος και απόλυτος γνώστης των παρασκηνίων, γυρίζει το απόλυτο ντοκιμαντέρ για την πορεία των Sex Pistols και σκαλίζει την Ιστορία με σεβασμό, περιέργεια και μεγάλη αγάπη για το punk και τους ανθρώπους που κινήθηκαν μέσα και γύρω από αυτό. 

  Τα πράγματα είναι απλά. Γουστάρεις την Punk; Τότε θα λατρεύεις τους Sex Pistols. Ακόμη όμως κι αν το συγκεκριμένο μουσικό είδος σε αφήνει αδιάφορο, δεν μπορείς παρά να αναγνωρίσεις στο πρόσωπο των Sex Pistols τον κύριο εκπρόσωπο αυτού του ανατρεπτικού κινήματος.


 Γιατί η Πανκ ήταν, πριν και πέρα από οτιδήποτε άλλο, κίνημα. Και ως επί το πλείστον, τέτοια κινήματα γεννώνται είτε στη Μεγάλη Βρετανία είτε στην Αμερική. Στην περίπτωσή μας, έχουμε να κάνουμε με μία μπάντα, που ξεκίνησε στην Αγγλία, το 1976, με αφετηρία την αντίδραση των πολιτικοκοινωνικών γεγονότων της εποχής, αλλά και του τέλματος στο οποίο είχε επέλθει η ακμάζουσα στα 60s Ροκ μουσική.


 Είμαστε στα μέσα των 70s και στην Αγγλία αντιμετωπίζουν μεγάλα προβλήματα, κυρίως με τον πληθωρισμό, τις αποκρατικοποιήσεις και την ανεργία, ενώ βλέπουν τα πολιτεύματα (ειδικά επί Θάτσερ) να γυρίζουν την πλάτη στους πολίτες. Σα να μην έφταναν αυτά, η Ροκ μουσική, που την περασμένη δεκαετία είχε διαγράψει εκπληκτική πορεία βγάζοντας σπουδαία συγκροτήματα και αστέρες - είδωλα, διανύει φθίνουσα πορεία, με τους νέους να βρίσκονται έτσι προ -κοινωνικού- αδιεξόδου.

 Ώσπου ξαφνικά ένα νέο και ιδιαίτερο μουσικό γκρουπ ξεπετάγεται ως αντίδραση στο παραπάνω απογοητευτικό σκηνικό. Είναι οι Sex Pistols με επικεφαλής τον Johnny Rotten και ψυχή τον Sid Vicious, ο οποίος δεν υπήρξε σπουδαίος μουσικός, κάθε άλλο, όμως αποτέλεσε μία εξέχουσα επαναστατική μορφή. Η punk χαρακτηρίζεται ως πιο σκληρή και άγρια από τη rock, ο τόνος και ο ρυθμός της μουσικής εξαντλητικά δυνατός, ενώ τα τραγούδια μιλούν για τη φτώχεια, την ανέχεια, την απογοήτευση και το αδιέξοδο των νέων ανθρώπων, την κενότητα συναισθημάτων και αξιών, την επιβολή τρόπων και γούστων από τους "ειδικούς", τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το βρώμικο ρόλο αυτών κ.ά.  
 Και όπως ήταν λογικό, το συγκρότημα αυτό απέκτησε -σταδιακά- φανατικούς οπαδούς, ενώ το κίνημα γενικά (με εκπροσώπους τους Jam, τους Clash, τους Stranglers κλπ) της νέας αυτής μουσικής εξαπλώθηκε ταχέως στη Βρετανία, την Αμερική και εν συνεχεία στην υπόλοιπη Ευρώπη, πραγματοποιώντας μία πολιτιστική επανάσταση και υιοθετώντας άτυπους κανόνες συμπεριφοράς, ντυσίματος κλπ.

 Βέβαια υπάρχει και η άλλη πλευρά, σχετικά με την ιστορία Sex Pistols, σύμφωνα με την οποία ο μάνατζερ του γκρουπ, Malcolm McLaren χρησιμοποίησε τα μέλη, στις πλάτες των οποίων έβγαλε πολλά εκατομμύρια δολάρια, ανοίγοντας παράλληλα το δρόμο για το marketing στη μουσική. Όχι πως δεν προϋπήρχε, καθώς μεγάλα ροκ συγκροτήματα όπως οι Rolling Stones είχαν μάνατζερς, όμως ο McLaren πήγε το πράγμα ένα βήμα παρακάτω...

 Προσωπικά λατρεύω τη Ροκ μουσική, όπως και τη Μέταλ, όμως η Πανκ δε με συγκίνησε ποτέ, δεν με ενθουσίασε ποτέ. Και συγκεκριμένα οι Sex Pistols, επιτρέψτε μου την «αυθαιρεσία», έγιναν αυτό που έγιναν από συγκυρία. Τα πιτσιρίκια (τότε) που ίδρυσαν το γκρουπ δήλωναν ότι ψάχνουν έναν τρόπο να βρουν χρήματα, για να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαΐ, να «φτιαχτούν» και να αγοράζουν κανά καινούριο δερμάτινο! Να σημειωθεί επιπροσθέτως ότι ο ηγέτης τους, Sid Vicious διακρινόταν για την απίστευτη αφέλειά του ενώ έχει μείνει μέχρι σήμερα το μότο του Live Fast Die Young, το οποίο έκανε και πράξη "φεύγοντας" νωρίς, για να "συναντήσει" την αγαπημένη του Nancy Spungen. Παράλληλα εμφανίσθηκε και ο πανούργος και απατεώνας μάνατζερ και... το νερό κύλισε στο αυλάκι.


 Όμως, όντας ή μη κανείς φαν των Sex Pistols, οφείλει να παραδεχτεί στην προσφορά τους στο χώρο της Ροκ μουσικής, την οποία εν μέρει ανανέωσαν, ενώ με το κίνημα της Πανκ έδωσαν μία πραγματική γροθιά στο πολιτικό κατεστημένο.


 Στο καθαρά κινηματογραφικό κομμάτι, ο Τζούλιαν Τεμπλ (του πήρε επτά χρόνια να ολοκληρώσει το φιλμ) δεν ήθελε να γυρίσει ακόμη ένα μουσικό ντοκιμαντέρ, αλλά αποπειράθηκε να αφηγηθεί μία ιστορία, για ένα θρυλικό μουσικό συγκρότημα, κρατώντας όσο μπορούσε μία αντικειμενική ματιά, κάτι που ίσως αποτρέψει πολλούς να παρακολουθήσουν την ταινία.


 Στα μπόνους της σημαντικής αυτής ταινίας του Τεμπλ, μια σπάνια και όμορφη συνέντευξη του σκηνοθέτη με τον Σιντ Βίσιους, λίγο πριν τον θάνατο του μπασίστα του συγκροτήματος!


 Βαθμολογία: 7/10

Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

Βίος και Πολιτεία, Νίκος Περάκης, 1987


 Ίσως η καλύτερη στιγμή του αξιόλογου Έλληνα σκηνοθέτη Νίκου Περάκη. Μία ωραία κωμωδία και πολύ εύστοχη σάτιρα, που παραμένει «φρέσκια» απευθυνόμενη ακόμη και στο σήμερα, 24 ολόκληρα χρόνια αφού γυρίστηκε η ταινία. Παίζουν: Γιώργος Κιμούλης, Γιώργος Κοτανίδης, Άλκης Παναγιωτίδης, Δημήτρης Καλλιβωκάς, Παύλος Κοντογιαννίδης, Δημήτρης Πουλικάκος, Βάνα Μπάρμπα, Άννα Μακράκη, Γιώργος Νινιός κ.ά.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Την ημέρα του τελικού του Παγκόσμιου Κυπέλλου, στην οποία θα παίξει η Εθνική Ελλάδας, ο Μιχάλης Καραμάνος(Γιώργος Κιμούλης), ένας εργαζόμενος του ΟΤΕ, συνδέει τον υπολογιστή του διευθυντή του με έναν εκρηκτικό μηχανισμό. Απειλεί ότι θα ανατινάξει το κτίριο αν δεν του επιτρέψουν να εμφανισθεί στην τηλεόραση πριν από τη μετάδοση του ποδοσφαιρικού αγώνα για να καταγγείλει όλα εκείνα τα στραβά που καταπιέζουν τον Έλληνα πολίτη. Στην προσπάθεια τους να ματαιώσουν τα σχέδια του, συγκεντρώνουν τους παλιούς στρατιώτες του, αναζητώντας κάποια ενοχοποιητικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι συμμετέχουν στην τρομοκρατική οργάνωση  Σ.Π (Συνταγματική Πάλη),  μέλος της οποίας δηλώνει ο Καραμάνος. Τα πάντα περνούν από την πυρά της σάτιρας, αποκαλύπτοντας τη σύγχρονη κοινωνική κρίση και σύγκρουση των ιδεολογιών.

 Ο Νίκος Περάκης με το «Μπόμπα και Παγκανίνι» (1974) μας συστήνει την κωμική φλέβα του. Στα 1978-1979 αναλαμβάνει την καλλιτεχνική διεύθυνση στο «Ταμπούρλο» (Die Blechtrommel) του Φόλκερ Σλέντορφ, με τον οποίο θα ξανασυνεργαστεί στον «Ταξιδιώτη» (Homo Faber, 1991).
 Ο Γερμανός σκηνοθέτης θα τον βοηθήσει στην επόμενη σκηνοθετική του απόπειρα, τη διεθνή παραγωγή «Ιδού η Μήλος, ιδού και το πήδημα» (Milo-Milo, 1979), η οποία όμως διακρίνεται μόνο για... το κρυόκωλο χιούμορ της.
 Ωστόσο λίγο αργότερα έρχεται και η πρώτη αμιγώς (σοβαρή) ελληνική σάτιρα, με το «Άρπα Colla», το 1982.

 Για να φτάσουμε σιγά σιγά στο «Βίος και Πολιτεία». Της οποίας η σάτιρα έχει στόχο... ποιο άλλο; Το ελληνικό κράτος, που (από τότε) είναι μπουρδέλο, μπάχαλο, υπό διάλυση!
 Και ο Περάκης δε χάνει την ευκαιρία να ρίξει μία σοβαρού ύφους σατιρική ματιά σε κάθε πτυχή αυτού του υπό παράλυση κρατικού συστήματος. Από τα κόμματα και τους πολιτικούς, μέχρι τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών και την αστυνομία, τους επιχειρηματίες και την τηλεόραση!


 Ο φαινομενικά ή και πραγματικά αληθινός και σίγουρα αστείος κόσμος του Νίκου Περάκη ξεδιπλώνεται εδώ, παραστατικά και πειστικά, με ακρίβεια και σαφήνεια. Και βέβαια αναδεικνύεται έξοχα από το πολύ δυνατό σενάριο (δια χειρός, επίσης, Περάκη), ατού του οποίου αποτελούν οι εξαιρετικές ατάκες, που εκτοξεύονται πολύ εύστοχα και δυναμικά από το σπουδαίο cast, όπως ακριβώς εκτοξεύει τα βέλη της σάτιράς του ο έμπειρος Έλληνας σκηνοθέτης!

 Ο οποίος (Νίκος Περάκης), θέλει εν τέλει να (μας) επιστήσει την προσοχή, σα να λέει «να η νέα χούντα, μία πολιτική ηγεσία, η οποία επιβάλλεται εμμέσως στους πολίτες, τους ελέγχει και τους λογοκρίνει», με αφορμή τη μεγάλη ανάγκη του «αγανακτισμένου» πρωταγωνιστή να βγει ζωντανά στην τηλεόραση, για να μπορέσει επιτέλους να ακουστεί...

 Το «Βίος και Πολιτεία» είναι πιθανώς το καλύτερο ελληνικό σατιρικό φιλμ που γυρίστηκε ποτέ, ενώ και γενικότερα πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες στιγμές του εγχώριου κινηματογράφου.
 Και μπορεί να έγινε πολύς λόγος για κωμωδία, σάτιρα, γέλιο, τρομερές ατάκες, αλλά τα μηνύματα που περνάει αυτή η ταινία κάθε άλλο παρά αστεία είναι...

 Βαθμολογία: 7/10

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Il Grande Silenzio, Sergio Corbucci, 1968


 Με τον φανταστικό (προϊόν μεγάλης φαντασίας) ελληνικό τίτλο «Ο Εκδικητής του Διαβόλου» ("Great Silence" ο αγγλικός), αυτό εδώ το σπουδαίο γουέστερν, από τα εξέχοντα των ιταλικών Spaghetti, του Sergio Corbucci και του 1968.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Μια έγχρωμη γυναίκα προσλαμβάνει ένα μουγκό κυνηγό επικυρηγμένων να εκδικηθεί για τον θάνατο του άντρα της μια συμμορία κυνηγών επικυρηγμένων, στη μεγάλη χιονοθύελλα του 1899.
Ένα χιονισμένο και βαρύ τοπίο, ένας σιωπηλός πιστολέρο κι ένας τρελός φονιάς. Στο τέλος ο νόμος θριαμβεύει. Ένα ασυνήθιστο αλλά και υπέροχο δίδυμο συνθέτουν ο Jean-Louis Trintignant και ο Klaus Kinski.
 
 Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα δείγματα του περίφημου Spaghetti ή Italo-western. Συνήθως όταν γίνεται αναφορά σε αυτό το κινηματογραφικό είδος, το μυαλό των περισσοτέρων πηγαίνει στον σπουδαίο Σέρτζιο Λεόνε (Sergio Leone), όμως και ο Σέρτζιο Κορμπούτσι έχει γυρίσει πολλά ενδιαφέροντα γουέστερν, με αυτό εδώ να συγκαταλέγεται σίγουρα στις κορυφαίες δουλειές του.

 Ξεχωρίζει για πολλούς λόγους, όπως για τα υπέροχα πάλλευκα, χιονισμένα τοπία (ανατροπή των συνηθισμένων τοποθεσιών των western), για το εξαιρετικό δίδυμο Τρεντινιάν - Κίνσκι, στο μοναδικό γουέστερν για το Γάλλο (υποδέχεται τον Silence, υπερασπιστή των αδυνάτων, που ακολουθεί το δικό του "νόμο") και το Γερμανό σε έναν απ' τους καλύτερους ρόλους τους (υποδύεται το Loco, μανιώδη κυνηγό επικυρηγμένων, που ακολουθεί κατά γράμμα το Νόμο), την εξαιρετική θεματική, που επικεντρώνεται στη σύγκρουση φτωχών - πλούσιων, στην εκπληκτική μουσική του μοναδικού Ennio Morricone και στο ανατρεπτικό, απαισιόδοξο και αμφιλεγόμενο αλλά στο πνεύμα της επιβολής του νόμου (τα όρια του οποίου είναι ασαφή και δυσδιάκριτα), φινάλε. Με το τέλος και τη "δικαιοσύνη" που απονέμει ο Κορμπούτσι, γκρεμίζεται εξ ολοκλήρου από τον Ιταλό κάθε σύμβαση με τα κλασικά γουέστερν, όπου είχαμε μάθει στην επικράτηση του "καλού" έναντι του "κακού", τουλάχιστον έτσι όπως εκπροσωπούνταν από τους ήρωες και παρουσιάζονταν στα μάτια μας.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

Babel, 2006, Alejandro González Iñárritu


 Ο πολύ σημαντικός και άκρως αναγνωρίσιμος Μεξικανός σκηνοθέτης Alejandro González Iñárritu μαζί με τον εξαιρετικό σεναριογράφο και μόνιμο συνεργάτη του, Guillermo Arriaga αποτελούν ένα εξαιρετικά πετυχημένο κινηματογραφικό δίδυμο. Εδώ (και μετά από το εξαιρετικό "21 Grams"), με τη «Βαβέλ» δημιουργούν ένα εντυπωσιακό μωσαϊκό καταστάσεων, χρωμάτων και πολιτισμών, υποσχόμενοι μία πέρα για πέρα ενδιαφέρουσα κινηματογραφική εμπειρία!
  
 Η υπόθεση της ταινίας:
 Τέσσερις ιστορίες ξετυλίγονται μέσα από ένα κουβάρι καταστάσεων με όχι κατ' ανάγκη ευδιάκριτα σημεία επαφής μεταξύ τους, οι οποίες πραγματεύονται τη δυσκολία συνεννόησης ανάμεσα στους ανθρώπους που έρχονται από διαφορετικούς κόσμους και που οι τροχιές τους τέμνονται τυχαία προκαλώντας τραγωδίες. Μια σύμπτωση φαινομενικά ασήμαντη 'ενώνει' τους πρωταγωνιστές σε μια αφήγηση ιδιαίτερη, μη γραμμική. Το μοτίβο θάνατος - ενοχή επαναλαμβάνεται διαρκώς όπως και η έννοια της ευθραυστότητας της ζωής. Η ταινία  "Babel" είναι καθηλωτική για την απόλυτη γεωμετρία που διακρίνει τη δραματουργία του σεναρίου (Guillermo Arriaga), τη σκηνοθετική ικανότητα του Inarritu, την εντυπωσιακή φωτογραφία, την εξαιρετική ερμηνεία του Brad Pitt και τη μουσική επένδυση εμπνευσμένη από τον Gustavo Alfredo Santaolalla ο οποίος συνοδεύει με απαράμιλλο τρόπο το πολύχρωμο, πολυπολιτισμικό μωσαϊκό της Βαβέλ.

 Οι τέσσερις ιστορίες που ενώνονται εντυπωσιακά για να φτιάξουν το παζλ της σπονδυλωτής Βαβέλ έχουν ως εξής: Μία κωφάλαλη Γιαπωνέζα που δε διατηρεί και τις καλύτερες σχέσεις με τον πατέρα της, αρχίζει να εκβιάζει την πρώτη της ολοκληρωμένη σεξουαλική εμπειρία. Δύο Μαροκινοί ανήλικοι πιάνουν για πρώτη φορά όπλο στα χέρια τους για κυνηγετικούς σκοπούς προς τέρψιν του πατέρα τους. Το όπλο όμως αυτό θα τα οδηγήσει σε ένα μοιραίο συμβάν. Ένας Αμερικανός τουρίστας (Brad Pitt) αγνοώντας τις ενστάσεις της συζύγου του (Cate Blanchett) για την παρουσία τους στο Μαρόκο, θα έχουν ένα ατύχημα που θα θέσει σε θανάσιμο κίνδυνο τη ζωή της γυναίκας. Στο μεταξύ, η Μεξικανή κουβερνάντα των παιδιών του ζεύγους που διαμένει παράνομα στις Η.Π.Α. προκειμένου να παρασταθεί στο γάμο του γιου της στο Μεξικό θα πάρει μαζί της τα παιδιά κρυφά από τους γονείς τους.

 Το όνομα της ταινίας, «Βαβέλ» (παραπέμπει σε μία Βαβέλ πολιτισμών, γλωσσών, κόσμων, νοοτροπιών, εθίμων, ανθρώπων) είναι τόσο «ηχηρό», που ανεβάζει κι άλλο τον πήχη των προσδοκιών, ο οποίος αναμφίβολα είναι ήδη ψηλά από τα σπουδαία ονόματα σε σκηνοθεσία-σενάριο (Iñárritu-Arriaga), cast (Brad Pitt, Cate Blanchett αλλά και Gael Garcia Bernal), μουσική σύνθεση (Gustavo Santaolalla). Στην ερώτηση αν τελικά τα καταφέρνει με το τελικό αποτέλεσμα να δικαιώσει τις προσδοκίες, η απάντηση είναι ότι ακόμη κι αν δεν το κάνει αυτό, αν μη τι άλλο δεν απογοητεύει!

 Να ξεκινήσω όμως από το (μοναδικό ευτυχώς) αρνητικό του κατά τα άλλα υπέροχου φιλμ του Ινιάριτου. Κανείς δε νομίζω να αμφισβητεί τη δυναμική του σεναρίου με τις ιδιαίτερα ξεχωριστές διαφορετικές ιστορίες. Ωστόσο μπορεί η ανάπτυξη της καθεμιάς ξεχωριστά να είναι γοητευτικά δαιδαλώδης, όμως ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η περίφημη "ένωση" αυτών, στην κατάληξη της ταινίας, προϋποθέτει μεγάλη φαντασία από τον θεατή, για να δεχτεί ότι αυτή (η ένωση των ιστοριών) γίνεται με άρτιο τρόπο. Βρήκα σημεία από ορισμένες ιστορίες ιδιαίτερα τραβηγμένα (σχεδόν απίθανα), αν αναλογιστεί κανείς ότι συνδέονται πρόσωπα και καταστάσεις από όλον τον κόσμο(!) και όχι, έστω, από μία ήπειρο (που και πάλι θα γεννούνταν ερωτηματικά, ως προς την νοηματική σαφήνεια της μεταξύ τους σύνδεσης). Για αυτόν το λόγο δε δύναμαι να χαρακτηρίσω ευρηματικό το σενάριο, καθώς ακόμη κι ένα μικρό παιδί με αμέτρητα αποθέματα φαντασίας θα μπορούσε να αναπτύξει κάτι -ανάλογης τρέλας- τόσο δαιδαλώδες.

 Από κει και πέρα, η υπερπαραγωγή αυτή είναι γυρισμένη σε τρεις ηπείρους, ενώ όπως προαναφέρθηκε, το καστ είναι έξοχο, με τον Μπραντ Πιτ να είναι εξαιρετικός, στην πιο ώριμη ερμηνεία της καριέρας του και την Κέιτ Μπλάνσετ πάρα πολύ καλή όπως πάντα.

 Η απώλεια, κάθε μορφής, είναι το κοινό στοιχείο σε όλες τις ιστορίες. Η απώλεια της ζωής, η απώλεια της οικογένειας, η ξενιτιά, το σπάσιμο των ανθρώπινων δεσμών και τέλος, ο θάνατος. Άλλωστε με αυτήν την ταινία ο Ινιάριτου ολοκληρώνει μια άτυπη τριλογία αφιερωμένη στην απώλεια, που εκφράζεται με το θάνατο, το νεκρό χρόνο και την απουσία («Χαμένες αγάπες» και «21 γραμμάρια» οι άλλες δύο).

 Τέλος, η κριτική της «Βαβέλ» μέσω των έμμεσων αλλά σαφέστατων και δυνατών πολιτικών σχολίων έχει τη βάση της στο σύγχρονο δυτικό κόσμο, την υψηλού βαθμού ξενοφοβίας των Αμερικανών, που αποτυπώνεται στις συμπεριφορές τους απέναντι στους τουρίστες, την τρομοκρατία φυσικά, αλλά και τις ταξικές διαφορές, τους κοινωνικούς διαχωρισμούς και αποκλίσεις.

  Η «Βαβέλ» ήταν υποψήφια για 7 Oscar, με κυριότερες υποψηφιότητες αυτές της καλύτερης ταινίας, σκηνοθέτη, σεναρίου και μουσικής, αποσπώντας τελικά το Όσκαρ καλύτερης μουσικής, ενώ είχε και πάμπολλες διακρίσεις σε διάφορα φεστιβάλ, όπου σαφώς ξεχωρίζει ο Χρυσός Φοίνικας των Καννών, καλύτερης σκηνοθεσίας στον Iñárritu.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

On the Waterfront, Elia Kazan, 1954



 Αντιγραφή από το άλλο μπλογκ με ένα από τα κορυφαία αριστουργήματα του Elia Kazan, "The Waterfront":

 "Το Λιμάνι της Αγωνίας" είναι μία κλασική, πολυβραβευμένη ταινία από τον Ελληνικών ριζών (Ηλίας Καζαντζόγλου το αληθινό του όνομα) Αμερικανό σκηνοθέτη Elia Kazan και το 1954.
Το σενάριο του Schulberg (σε συνεργασία με τον Kazan) βασίστηκε σε πραγματικά γεγονότα, όπως αυτά παρουσιάστηκαν σε μια σειρά από άρθρα του δημοσιογράφου Malcolm Johnson, με τίτλο "Έγκλημα στο λιμάνι".
 Τα άρθρα αυτά, που κέρδισαν και το βραβείο Πούλιτζερ, είχαν δημοσιευτεί σε εικοσιτέσσερις συνέχειες στην εφημερίδα "New York Sun" και αποκάλυψαν τη διαφθορά, τον χρηματισμό και τα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών των γκάνγκστερ που είχαν τον έλεγχο του συνδικάτου των λιμενεργατών της Nέας Yόρκης.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ένας πρώην πυγμάχος, φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, κάνει διάφορα θελήματα για λογαριασμό των συνδικάτων. Όταν συνειδητοποιεί ότι ο συνδικαλιστικός του φορέας έχει αλωθεί από το οργανωμένο έγκλημα και εκμεταλλεύεται τους λιμενεργάτες, αποφασίζει να εμφανιστεί στην αρμόδια κρατική επιτροπή και να πει την αλήθεια.


 Η ταινία ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών από μερίδα του πνευματικού κόσμου της Αμερικής, οι οποίοι θεώρησαν ότι ο γνωστός για τις σχέσεις του με τους μηχανισμούς του μακαρθισμού σκηνοθέτης πλήττει σκόπιμα τα σωματεία λιμενεργατών, παρουσιάζοντας τους επικεφαλής ως γκάνγκστερ και προτρέποντας τα μέλη να τους "καρφώνουν" στις επιτροπές. Ίσως και να μην είχαν άδικο..




 Ο αξέχαστος Marlon Brando γράφει ιστορία ως Terry Malloy. Επιστρέφει σπίτι του μετά από μία αποτυχημένη πορεία στο χώρο του Boxing. Ο αδελφός του Charley, μεγάλη ερμηνεία και από τον Rod Steiger, είναι το δεξί χέρι του διεφθαρμένου Αρχιγκάνγκστερ Johny Friendly και επικεφαλής του συνδικάτου του Λιμανιού. Ο Μπράντο λοιπόν θα τεθεί υπό την προστασία του John Friendly και όλοι οι εργάτες θα τον αντιπαθούν αλλά και θα τον σέβονται -από φόβο όμως-. Χωρίς ουσιαστικά να το πάρει χαμπάρι, θα γίνει μέλος της συμμορίας και θα καταλήξει συνεργός σε έγκλημα που θα προκύψει από εκφοβισμό προς έναν εργάτη προκειμένου να μην τους "καρφώσει". Αυτό ήταν!
 Ο μέγας Μπράντο ξεκινά μία περιπλάνηση προς την αναζήτηση της αλήθειας με σκοπό να ξεσκεπάσει τον Αρχιγκάνγκστερ και να διαλύσει τη συμμορία. Στην προσπάθειά του αυτή θα τεθεί αντιμέτωπος με πολλούς. Θα προσπαθήσει λοιπόν να αποδείξει σε όλους μα κυρίως και πρωτίστως στον εαυτό του ότι δεν είναι "αλήτης", "προδότης" και "φονιάς", όπως χαρακτηριστικά έχει ονομαστεί.
 Σύμμαχοι του Μπράντο, η αδελφή του θύματος, Edie Doyle (Eva Marie Saint), την οποία και θα ερωτευθεί, και ο παππάς (μεγάλη ερμηνεία και από τον Karl Malden).
 Στο τέλος, μετά από τις εσωτερικές και εξωτερικές συγκρούσεις που θα δεχτεί και όταν οι τύχες ολόκληρης της κοινωνίας βασίζονται πάνω του, θα τα καταφέρει να φτάσει στη λύτρωση μέσα από ένα δυνατό φινάλε.
 

 Ασπρόμαυρο φυσικά, με έξοχη φωτογραφία, όμορφους φυσικούς χώρους όπου έγιναν τα γυρίσματα, πολύ δυνατές ερμηνείες στο σύνολό τους, σημαντικούς συμβολισμούς και νοήματα, εξαιρετική σκηνοθεσία απ' τον Καζάν, αξέχαστη εμφάνιση απ' τον Μάρλον Μπράντο. Σίγουρα το φιλμ θα ήταν διαφορετικό με οποιονδήποτε άλλο πέραν του Μπράντο, στον οποίο το "On the Waterfront" αλλά και ο ίδιος ο Καζάν χρωστάνε πολλά!
 Μοναδικό "αρνητικό" σημείο της ταινίας, το γεγονός ότι κρίθηκε ως -και φυσικά είναι- αμφιλεγόμενη. Αλλά κι αυτό μονάχα ως προς τις προθέσεις της, γιατί η κάμερα του Kazan και οι ερμηνείες επισκίασαν κάθε "δυσάρεστη" πτυχή της.

 Στο "On the Waterfront" πρωτοεμφανίστηκαν οι Εύα Μαρί Σεντ, Μάρτιν Μπάλσαμ και Πατ Χινγκλ.

 Η ταινία απέσπασε 8 βραβεία Όσκαρ (υποψήφια για 12 συνολικά): καλύτερης ταινίας (στον παραγωγό Σαμ Σπίγκελ), σκηνοθεσίας (στον Ελία Καζάν), σεναρίου (στον Μπαντ Σούλμπεργκ), φωτογραφίας (στον Μπόρις Κάουφμαν), καλλιτεχνικής διεύθυνσης (στον Ρίτσαρντ Ντέι), καλύτερου μοντάζ (στον Τζιν Μίλφορντ), αντρικής ερμηνείας (στον Μάρλον Μπράντο), και δεύτερης γυναικείας ερμηνείας (στην Εύα Μαρί Σεντ).


 Μία κλασική ταινία από τα 50s. Με το America America οι δύο καλύτερες του Καζάν, ενώ ο Μάρλον Μπράντο ως Τέρι Μαλόι μας δίνει ότι καλύτερο μετά τον Δον Κορλεόνε στον Νονό!

 Γιατί πώς να το κάνουμε ρε παιδιά, μεγάλος προδότης ο Καζάν (η γνωστή ιστορία, όπου κατέδωσε 8 συναδέλφους και συντρόφους του στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών επί Μακαρθισμού), αλλά και πολύ μεγάλος σκηνοθέτης!
 
 Βαθμολογία: 9,5/10

Σάββατο 21 Μαΐου 2011

The Sting, George Roy Hill, 1973



 Μεταφορά από το άλλο μπλογκ με το πολυβραβευμένο «Κεντρί» του George Roy Hill:

  Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Χένρι Γκόντφορντ (Νούμαν) και ο Τζόνι Χούκερ (Ρέντφορντ) είναι δύο φιλόδοξοι κομπιναδόροι. Όταν όμως ο μαφιόζος Ντόιλ Λόνεγκαν (Ρομπερτ Σώ) σκοτώνει έναν από τους φίλους τους, οι δύο άντρες αποφασίζουν να εκδικηθούν με τη βοήθεια ανθρώπων του υποκόσμου.

 Οι Paul Newman και Robert Redford ξανασυνεργάζονται μετά τους "Δύο Ληστές" του 1969 και συνθέτουν ένα απολαυστικό δίδυμο στο «Κεντρί», την πολυβραβευμένη με 7 Oscar περιπέτεια που σκηνοθέτησε (και πάλι) ο George Roy Hill. Το ευφυές σενάριο του David S. Ward, το εκπληκτικό δίδυμο Newman - Redford, το όμορφο τραγούδι The Entertainer" του Marvin Hamlisch, το οποίο βραβεύτηκε με το βραβείο Oscar καλύτερης μουσικής επένδυσης (Scott Joplin), οι κομπίνες και οι στημένες παρτίδες πόκερ συνθέτουν το παζλ της υπέροχης και φρέσκιας αυτής, ύστερα από 36 χρόνια, ταινίας.
 Το «Κεντρί» χωρίζεται σε 7 μέρη (The Players, The Set-Up, The Hook, The Tale, The Wire, The Shut-Out, The Sting). Η δράση τοποθετείται στο Σικάγο την εποχή μετά το μεγάλο κραχ:

 Ο σκηνοθέτης Τζορτζ Ρόι Χιλ λειτουργεί έξυπνα αφήνοντας ελευθερία στις κινήσεις του πρωταγωνιστικού διδύμου. Θα τολμούσα μάλιστα να πω ότι ο Ρέντφορντ κλέβει την παράσταση από τον Νιούμαν. Και οι δύο σπουδαίοι σταρ δεν τον απογοητεύουν. Αντίθετα, μας ταξιδεύουν ευχάριστα στον (υπο)κόσμο της απάτης ενώ παράλληλα δίνουν νόημα στις έννοιες της φιλίας, της πίστης, της αφοσίωσης. Μια συναρπαστική περιπέτεια με διάχυτα κωμικά σημεία και δύο λαμπερούς σταρ. Σίγουρα(;) δεν είναι σινεμά υψηλών κινηματογραφικών επιδόσεων, αλλά είναι ότι πρέπει για διασκέδαση!

Βαθμολογία: 8/10

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Die Welle, Dennis Gansel, 2008




 «Το Κύμα» ("Die Welle"), η ταινία του Dennis Gansel και του 2008, που συζητήθηκε παγκοσμίως πολύ καιρό μετά την προβολή της, ενώ ξεπέρασε στο γερμανικό box office το έτερο πολύ αξιόλογο και καλύτερο ευρωπαϊκό φιλμ για το 2006 «Οι Ζωές των Άλλων». Με το διεθνή τίτλο "The Wave", η ταινία θέτει το ερώτημα: «μπορεί να ξαναγεννηθεί ο ναζισμός στη Γερμανία;». Μία σημαντική ευρωπαϊκή πρόταση για την περασμένη δεκαετία.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Όταν συνειδητοποιεί, ότι οι παραδοσιακές μέθοδοι διδασκαλίας της Ιστορίας, προκαλούν αφόρητη ανία στους μαθητές του, ένας νεαρός καθηγητής, προτείνει την εφαρμογή ενός ιδιότυπου πειράματος, που προβλέπει συγκρότηση μιας ελίτ με μυστικούς κώδικες, σκληρή πειθαρχία και υψηλούς στόχους. Οι μαθητές θα οδηγήσουν το πείραμα σε απόλυτη επιτυχία και, χωρίς να το καταλάβουν, θα αρχίσουν να υποκύπτουν στη διακριτική γοητεία του φασισμού.

  Βασισμένη σε αληθινά γεγονότα που διαδραματίστηκαν σε γυμνάσιο του Palo Alto της Καλιφόρνια το 1967 και τα οποία αποτυπώθηκαν αργότερα στο best seller μυθιστόρημα του Tod Strasser (καλλιτεχνικό όνομα Morton Rhue) με τίτλο “The Wave”, η ομώνυμη ταινία του Dennis Gansel εξετάζει το τρομακτικό ερώτημα αν και κατά πόσο είναι εύκολο να αναβιώσει ο φασισμός στη σημερινή αποπνέουσα απολιτίκ αίσθηση Γερμανία.

 Σε γερμανικό σχολείο λοιπόν το πείραμα ενός νεαρού καθηγητή ιστορίας με αναρχικό παρελθόν και προχωρημένες μεθόδους διδασκαλίας καταλήγει σε μακελειό. Ο Juergen Voegel (Rainer Wegner) αποφασίζει να υιοθετήσει μια "διαφορετική" μέθοδο διδασκαλίας της ιστορίας του Φασισμού, καλώντας τους μαθητές του να δημιουργήσουν μια κλειστή ομάδα με μυστικούς κώδικες, αυστηρή πειθαρχία και ομοιομορφία. Όλα δείχνουν να πηγαίνουν καλά μέχρι τη στιγμή που η κατάσταση ξεφεύγει από τον έλεγχό του και τα παιδιά γοητεύονται επικίνδυνα από την εξουσία που θεωρούν πως έχουν αποκτήσει.

 Και ο Γερμανός σκηνοθέτης μεταφέρει το βιβλίο στη μεγάλη οθόνη γιατί ενδιαφέρεται να δείξει πώς συμπεριφέρονται ατομικά ή μαζικά οι άνθρωποι υπό την ανάπτυξη περίεργων και ασυνήθιστων περιστάσεων.

 Μόλις ο καθηγητής ξεκινάει τη νέα μέθοδο διδασκαλίας του, οι μαθητές θα αντιδράσουν αμέσως. Όλοι θα συμφωνήσουν πως οι ναζί «είναι κακοί», ότι στη σημερινή Γερμανία «δεν μπορεί να αναβιώσει ο ναζισμός», ότι ακόμη ντρέπονται για το παρελθόν της χώρας τους κλπ. Όμως σιγά σιγά θα εγκλιματιστούν και θα «συμμορφωθούν» με το πείραμα, ενώ μέσα σε μόλις μία εβδομάδα (τόση είναι η διάρκειά του) θα παρασυρθούν από την κρυφή γοητεία που κρύβουν τα γκέμια της εξουσίας και θα έχουν μεταμορφωθεί -δίχως να το καταλάβουν- σε μικρούς ναζί, όντας έτοιμοι να ακολουθήσουν τον αρχηγό και καθοδηγητή τους στο όραμα της... εξάπλωσης και απόλυτης κυριαρχίας του γερμανικού έθνους απέναντι σε οποιονδήποτε εσωτερικό ή εξωτερικό εχθρό!

 Η κεντρική ιδέα του σκηνοθέτη είναι εξαιρετική, όμως δυστυχώς, δεν είναι τέτοια και η ταινία. Πρώτον, εξαιτίας του ναι μεν δυνατού, αλλά αναμενόμενου και διδακτικού φινάλε και δεύτερον, για κάποιες σεναριακές υπερβολές (που συνηθίζουν να χαρακτηρίζουν αρκετές ευρωπαϊκές παραγωγές), όπως το γεγονός της τεράστιας και ραγδαίας εξάπλωσης ενός απολυταρχικού καθεστώτος, το οποίο «χτίστηκε» και αναπτύχθηκε μέσα από τις μεγάλες σκέψεις και ιδέες ενός «ηγέτη» ακολουθούμενου από απλούς, καθημερινούς ανθρώπους (μαθητές). Σα να μας λέει ο σκηνοθέτης ότι όλοι κρύβουμε εντός μας έναν Χίτλερ και μπορούμε ανά πάσα στιγμή όχι μόνο να τον βγάλουμε στην επιφάνεια αλλά και να επιβληθούμε σε μία μάζα ανθρώπων. Ε, όχι δα!

 Ο καθηγητής πιστός στις παράξενες αλλά πρωτοποριακές(;) μεθόδους που χρησιμοποιεί στις τάξεις του θα μεταγγίσει το δηλητήριο του φασισμού στους αρχικά προβληματισμένους αλλά γρήγορα υποκύψαντες στην ομολογουμένως διακριτική γοητεία που υποβόσκει οιαδήποτε ισχυρή κοινωνική ενότητα (μονάδα), η οποία διαλύει κάθε ατομικότητα και αναδεικνύει όλα εκείνα τα στοιχεία μιας ομάδας, μαθητές του.

 Το παιχνίδι ρόλων που στήνει ο Βέγκνερ, κρατώντας εκείνον του ηγέτη για τον ίδιο θα πάρει διαστάσεις που δεν θα μπορούσε να προβλέψει. Στην αρχή θα χαρεί που οι μαθητές του ακολούθησαν την «ιδέα» του και τα πρώτα δείγματα της ομαδικής ταυτότητας (ονομάζουν τη μικρή τους κοινωνία «Το Κύμα», ντύνονται ομοιόμορφα, υιοθετούν έναν κοινό χαιρετισμό και ένα σήμα που υποδηλώνει την ταυτότητά τους, συμπεριφέρονται σαν ίσοι προς ίσους, σαν μία μεγάλη οικογένεια) μοιάζουν αθώα...

 Μόνο η Κάρο θα «επαναστατήσει» θεωρώντας βλακεία το «Κύμα» και θα περιθωριοποιηθεί μόλις αρνηθεί να φορέσει το ίδιο με τους συμμαθητές της λευκό πουκάμισο. Όμως ακόμη και η νεαρή επαναστάτρια δεν θα μπορέσει να σταματήσει το φαινόμενο αυτό που σαν κύμα καταπίνει τους πάντες στο πέρασμά του. Το οποίο κύμα είναι η τάξη, είναι το σχολείο και αυτό με τη σειρά του είναι η τοπική κοινωνία, όλη η Γερμανία και η συνέχεια γνωστή: η άρια φυλή και... ολόκληρος ο κόσμος!

 Τα μαθήματα πολιτικής σκέψης από τον Γκάνσελ εξαιρετικά, το σενάριο πολύ καλό αλλά με πολλές αφέλειες και υπερβολές, οι ερμηνείες έξοχες στο σύνολό τους, όπως και η σκηνοθεσία και η φωτογραφία, το φινάλε πολύ δυνατό αλλά αναμενόμενο και διδακτικό.

 Μία τοποθέτηση του ίδιου του σκηνοθέτη:
 «Έδειχνα ανέκαθεν ειδικό ενδιαφέρον για την ιστορία της Ναζιστικής Γερμανίας. Για το αν θα μπορεί να υπάρξει φασισμός ξανά, για το πώς λειτουργεί το φασιστικό σύστημα, το πώς μπορεί να εκτροχιαστούν οι άνθρωποι από το δρόμο τους. Ήταν κάτι που πάντα με συνάρπαζε. Υποθέτω πως αυτό έχει να κάνει και με την ιστορία της οικογένειάς μου. Ο παππούς μου ήταν αξιωματικός του Τρίτου Ράιχ, κάτι για το οποίο ο πατέρας μου, αλλά και οι δύο θείοι μου, συνάντησαν πολλά και διάφορα προβλήματα στη ζωή τους. Όταν ήμουν νέος συχνά αναρωτιόμουν για το τι θα έκανα αν θα βρισκόμουν σε μια κατάσταση σαν κι αυτή του παρελθόντος. Στο "Wave" η ερώτησή μου είναι το πώς θα μπορούσε να δουλεύει σήμερα ο φασισμός. Θα ήταν πιθανός σήμερα; Θα μπορούσε να ξανασυμβεί αυτό το πράγμα, εδώ και τώρα, σε ένα συνηθισμένο σχολείο στη Γερμανία;... Και πάλι, όταν ήμουν νέος πάντα ευχόμουν να υπήρχε κάτι με το οποίο θα μπορούσα να ταυτιστώ. Ζήλευα τους γονείς μου που έζησαν τη δεκαετία του '60 και το φοιτητικό κίνημα, όπου οι άνθρωποι είχαν ένα είδος κοινού στόχου, προσπαθώντας να αλλάξουν το κόσμο και να κάνουν τη διαφορά. Εγώ μεγάλωσε στη δεκαετία του '80 και του '90, όταν πια υπήρχαν χιλιάδες πολιτικά ρεύματα και ομάδες, αλλά καμιά πραγματική κατεύθυνση. Δεν μπορούσα να ενθουσιαστώ με τίποτα. Κι αυτό μου έλειπε. Αυτό νομίζω πως λείπει και από τα παιδιά σήμερα. Εννοώ, δεν μπορούμε να ορίζουμε τους εαυτούς μας μόνο μέσα από τη μουσική και το ντύσιμο. Νομίζω πως οι άνθρωποι έχουν μια βαθιά ανάγκη για την ουσία, μια ανάγκη που γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη. Η τάση για τον ατομικισμό και την ιδιώτευση, τη διάσπαση της κοινωνίας σε μικρές ομάδες, δεν μπορεί να συνεχιστεί για πάντα. Σε κάποιο σημείο θα βρεθεί ένα τεράστιο κενό. Και τότε ο κίνδυνος θα είναι ότι κάποιος «-ισμός» θα ξεπεταχτεί και θα θελήσει να γεμίσει αυτό το κενό».


 Βαθμολογία: 6,5/10

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

Touch of Evil, Orson Welles, 1958



 Αντιγραφή από το άλλο μπλογκ με το αριστουργηματικό "Touch of Evil" του Orson Welles:

 «Το άγγιγμα του κακού» είναι ένα εκπληκτικό, σαιξπηρικών αναφορών, φιλμ νουάρ. Ο Όρσον Γουέλς σκηνοθετεί αριστουργηματικά και ενσαρκώνει ιδανικά τον διεφθαρμένο αστυνομικό Κουίνλαν, τον διφορούμενο ηθικά και εκπληκτικό ερμηνευτικά χαρακτήρα της ταινίας. Μιας εκπληκτικής ταινίας γύρω απ΄την αέναη μάχη του καλού (Βάργκας, τον υποδύεται ο Charlton Heston) με το κακό (Κουίνλαν, τον υποδύεται φυσικά ο Welles).
Αλλά κυρίως, το "Touch of Evil" αναλύει τους κώδικες της εξουσίας, της δικαιοσύνης και της ηθικής, όπως η τελευταία διαγράφεται μέσα από τις πράξεις των χαρακτήρων.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ένας κυβερνητικός πράκτορας του Μεξικού, που βρίσκεται με τη νεαρή Αμερικανίδα σύζυγό του στα σύνορα της χώρας για το μήνα του μέλιτος, έρχεται αντιμέτωπος με διεφθαρμένους αστυνομικούς, πολιτικούς-πιόνια, μοιραίες γυναίκες και ανθρώπους του υποκόσμου όταν οι άνθρωποι ενός βαρόνου των ναρκωτικών επιχειρούν να τρομάξουν τη σύζυγό του ώστε να τον αφήσει ήσυχο...

 Η ταινία ξεκινάει με ένα αξεπέραστης εικαστικής ομορφιάς μονοπλάνο διάρκειας περίπου 5 λεπτών. Εξελίσσεται ξετυλίγοντας το κουβάρι των χαρακτήρων αλλά κυρίως του "κακού", καθώς ενδιαφέρεται να ψάξει στο εσωτερικό των ηρώων, να ρίξει φως στις απόκρυφες έννοιες και πράξεις της ηθικής και της δικαιοσύνης και ολοκληρώνεται με την αυτοκαταστροφή στην οποία οδηγείται -με βάση τη δική του ιδεολογία- ο διεφθαρμένος χαρακτήρας του Γουέλς.
 Καθ΄όλη τη διάρκεια της, ο Γουέλς σκηνοθετεί με απίστευτη μαεστρία, καλύπτοντας τις όποιες σεναριακές αφέλειες, αποδεικνύοντας για πολλοστή φορά ότι βρισκόταν πάρα πολλά χρόνια μπροστά απ΄την εποχή του!
 Σε μικρό ρόλο-έκπληξη εμφανίζεται η Μάρλεν Ντίντριχ, ξεδιπλώνοντας τη γοητεία της παρά τα 60 της σχεδόν χρόνια!

Βαθμολογία: 8/10

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Straw Dog (Nora inu), Akira Kurosawa, 1949


 Ο «Λυσσασμένος Σκύλος», με τον αγγλικό τίτλο "Straw Dog" και αυθεντικό ιαπωνικό "Nora inu" είναι από τα πρώτα φιλμ του διασημότερου και σπουδαιότερου κινηματογραφιστή της Ασίας, Ακίρα Κουροσάβα (Akira Kurosawa). Συγκεκριμένα πρόκειται για το ένατο κατά σειρά φιλμ αλλά το πρώτο αριστούργημα του κορυφαίου Ιάπωνα σκηνοθέτη.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Μουρακάμι, ένας νέος στο σώμα αστυνομικός, χάνει το όπλο του σε λεωφορείο του Τόκυο και ταπεινωμένος θέτει την παραίτηση του στον επιθεωρητή Σάτο, η οποία δεν γίνεται δεκτή.
Το κλεμμένο όπλο χρησιμοποιείται σε φόνο και ο Μουρακάμι αναζητά με λυσσασμένη μανία τον κάτοχο του στη μαύρη αγορά και τα καταγώγια του Τόκιο, για να ανακαλύψει στο τέλος ότι δεν πρόκειται για ένα «λυσσασμένο σκυλί» που δεν μπορεί να συγκρατήσει τα φονικά του ένστικτα, αλλά για μια αδερφή ψυχή, έναν συμπολεμιστή του, ο οποίος απλώς πήρε διαφορετικό δρόμο από τον ίδιο.
Ο Κουροσάβα, επηρεασμένος από τον Σιμενόν, τον Ζιλ Ντασέν (Γυμνή Πόλη) και το νεορεαλισμό (η 8 ½ λεπτών σεκάνς στη μαύρη αγορά κινηματογραφήθηκε όλη στα κρυφά), έθεσε σε λειτουργία ένα νέο είδος, το ιαπωνικό φιλμ νουάρ, υπογράφοντας το πρώτο αριστούργημα της καριέρας του.


 Μπορεί να μην είναι από τις γνωστότερες στο ευρύ κοινό ταινίες του Κουροσάβα, κυρίως εξαιτίας της χρονολογίας που γυρίστηκε (1949), ωστόσο πρόκειται για το πρώτο αριστούργημα του Ιάπωνα, αλλά και από τα πρώτα φιλμ νουάρ εκτός Αμερικής.

 Ο Τοσίρο Μιφούνε σε ηλικία 29 ετών πρωταγωνιστεί, στην τρίτη του εδώ (από τις 16 συνολικά) συνεργασία με τον Κουροσάβα μετά τις ταινίες "Drunken Angel" και "Quiet Duel", υποδυόμενος τον Μουρακάμι, ένα «ψαρωμένο» αστυνομικό ντετέκτιβ, ο οποίος θα ψάξει με λύσσα να βρει τον κλέφτη που βούτηξε το υπηρεσιακό του όπλο και το χρησιμοποίησε για φόνο. Τελικά όταν φτάσει στην αλήθεια, θα ανακαλύψει ότι δεν επρόκειτο για κάποιον "λυσσασμένο σκύλο" που ληστεύει και σκοτώνει κατά συρροήν, αλλά για ένα συμπολεμιστή του που απλώς χάραξε διαφορετική πορεία από τον ίδιο.

 Τη δική του πορεία χαράζει και το μοιραίο αντικείμενο της ιστορίας, το περίστροφο. Αρχικά θα κλαπεί από τον αστυνομικό και εν συνεχεία θα χρησιμοποιηθεί για μία σειρά από φόνους, ενώ ο δράστης θα ταλαντευτεί αν πρέπει να το επιστρέψει(!) ή να το εξαφανίσει. Η απειρία του, καθότι δεν πρόκειται για οργανωμένο εγκληματία, θα μπλέξει τα πράγματα και θα δώσει την ευκαιρία στο Μουρακάμι να τον πλησιάσει αναζητώντας τον στις λαϊκές συνοικίες του Τόκυο και τελικά να τον ανακαλύψει. Μέχρι να φτάσει όμως σε εκείνον, θα γνωρίσει την ειρωνεία και το χλευασμό των συναδέλφων του, ενώ θα αγγίξει τα όρια της τρέλας. Θα τον κατακλύσουν οι ενοχές για την κατάσταση του ηλικιωμένου Σάτο (Τακάσι Σιμούρα), του ανωτέρου του, ο οποίος δίνει μάχη για τη ζωή του.

 Το δίδυμο Σιμούρα - Μιφούνε δένει πολύ όμορφα και ο Κουροσάβα σκηνοθετεί εκπληκτικά δημιουργώντας εξαιρετική ατμόσφαιρα, παρουσιάζοντας την εικόνα της μεταπολεμικής Ιαπωνίας που προσπαθεί να ξαναστηριχθεί στα πόδια της μέσα από δύσκολες καταστάσεις (μαύρη αγορά, γραφειοκρατία, συμμορίες, πορνεία) και χαρίζοντας στην κινηματογραφική ιστορία ένα σπουδαίο νουάρ, καινοτομώντας, καθώς είναι το πρώτο προερχόμενο από την Ασία.


 Το "Stray Dog" είναι η ιστορία ενός νέου ντετέκτιβ που κυνηγάει την ίδια του τη σκιά. Ξεχωρίζει πάνω απ' όλα για την εκπληκτική του ατμόσφαιρα, ενώ ο κορυφαίος Ιάπωνας σκηνοθέτης κάνει ένα πανανθρώπινο πορτρέτο για την καθ' υπέρβαση συμπεριφορά του ήρωά του.

 Βαθμολογία: 8,5/10

Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Lock, Stock and two smoking Barrels, Guy Ritchie, 1998


 Η ξέφρενη κωμωδία του Γκάι Ρίτσι (Guy Ritchie) στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο το 1998, με τον "πετσοκομένο" ελληνικό τίτλο «Δύο Καπνισμένες Κάνες».

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Τέσσερις φίλοι απ' το Λονδίνο, ο Mπαίηκον, ο Σόουπ, ο Tομ και ο Έντι, μαζεύουν όλα τους τα χρήματα και τα δίνουν στον Έντι, για να τα παίξει στα χαρτιά με τον Xάρυ, έναν παραγωγό πορνό ταινιών με σκοπό να τον μαδήσει. H παρτίδα όμως καταλήγει άσχημα και ο Έντι χάνει μισό εκατομμύριο λίρες, τις οποίες θα πρέπει να πληρώσει μέσα σε μια εβδομάδα αλλιώς, μετά τη λήξη της προθεσμίας πληρωμής του χρέους κάθε μέρα που θα περνά θα του κόβεται και ένα δάχτυλο. H εναλλακτική λύση, για να μη χάσει τα δάχτυλά του, είναι να παραχωρήσει ο πατέρας του (Sting) στον Xάρυ την ιδιοκτησία του μπαρ που έχει στην κατοχή του, πληρώνοντας μ' αυτόν τον τρόπο το χρέος του γιου του. Eν τω μεταξύ, ο πατέρας του Έντι που έχει μια ιδιαίτερη αδυναμία και είναι συλλέκτης παλιών όπλων, στέλνει δύο μπράβους του να κλέψουν δύο σπάνια όπλα μεγάλης αξίας από το σπίτι ενός αριστοκράτη.

 H συνέχεια είναι ένα οδοιπορικό γεμάτο από περιπετειώδεις εκπλήξεις και απρόβλεπτες καταστάσεις όπου ο Έντι και η παρέα του μπλέκονται σε μια ιστορία με υπόγειες διαδρομές, ναρκωτικά, κομμένα δάχτυλα, καταδιώξεις, απαγωγές, παλιά όπλα, πορνοπαραγωγούς και ανθρώπους του υποκόσμου. Tο "Lock, Stock and Two Smoking Barrels" είναι μια παράξενη και γοητευτική γκαγκστερική ταινία, γυρισμένη στην άγρια πλευρά της πόλης, με κωμικά στοιχεία και ανατρεπτικό χιούμορ.

 Ο "σύζυγος της Μαντόνα" (έτσι ήταν γνωστός πριν γυρίσει την ταινία ο Γκάι Ρίτσι) με την επιτυχία που γνώρισε αυτό το φιλμ απέκτησε παγκόσμια αναγνώριση και φήμη, ενώ παράλληλα μας χάρισε μία από τις ωραιότερες μαύρες κωμωδίες της δεκαετίας.


 Και μπορεί να πρόκειται για γκανγκστερική κωμωδία, ωστόσο πολλοί είναι εκείνοι που κατατάσσουν το φιλμ στην κατηγορία ταινιών με χαρτιά. Όχι άστοχα, αν λάβουμε υπόψιν την παρτίδα πόκερ εξαιτίας της οποίας γινόμαστε μάρτυρες στο κουβάρι των αλλόκοτων καταστάσεων που ξετυλίγεται κατόπιν.
 Συγκεκριμένα ο «περπατημένος» και γοητευτικός Έντι πηγαίνει στο μεγαλύτερο παιχνίδι χαρτιών της ζωής του με τα λεφτά που έχει μαζέψει ο ίδιος και οι φίλοι του. Όμως το παιχνίδι είναι στημένο και έτσι ο Έντι καταλήγει να χρωστάει μισό εκατομμύριο στο βασιλιά του πορνό και γενικά κακό τύπο Χάτσετ Χάρι. Ο Έντι έχει μια βδομάδα για να βρει το ποσό πριν αρχίσει να χάνει τα δάχτυλα του, εκτός αν πείσει τον πατέρα του να παραδώσει ως αντάλλαγμα το αγαπημένο του μπαρ. Ίσως όμως ο Έντι και οι φίλοι του να μπορέσουν να βρουν ένα καλύτερο σχέδιο. Οι τέσσερις τους θα επιμείνουν σ΄αυτό ακόμα και όταν ξεσπάσει όλη η κόλαση γύρω τους.

 Ο Guy Ritchie αν και έχει κάνει λίγες ταινίες, μετρημένες στα δάχτυλα των δύο χεριών, θεωρείται δικαίως εις εκ των καλύτερων Βρετανών σκηνοθετών. Με το ιδιαίτερο προσωπικό του στυλ έχει αποκτήσει το δικό του κοινό θεατών.
Εδώ, σε ηλικία 30 ετών και στο ντεμπούτο του, μετά τη μικρού μήκους "The Hard Case", που λειτούργησε σαν prequel των «Καπνισμένων Κανών», ο ταλαντούχος κινηματογραφιστής συστήνεται με ένα άκρως πρωτοποριακό σενάριο (το υπογράφει ο ίδιος πέραν της σκηνοθεσίας) που εξέπληξε κριτικούς και θεατές και ιδιαίτερα τους λάτρεις του βρετανικού στυλ, από τις παραδόσεις και τις ιδιαιτερότητες μέχρι το χιούμορ κλπ.

 Μεγάλη δύναμη που στηρίζει το όλο εγχείρημα ο Ρίτσι αντλεί από την εξαιρετική μουσική, η οποία προεξάρχοντος του "Hundred Mile High City" των Ocean Color Scene είναι εξαιρετική. Οι ηθοποιοί εξαιρετικοί και μάλιστα δίχως κάποιο λαμπρό όνομα στο καστ (ένα μικρό ρόλο έχει ο αστέρας της Rock, Sting υποδυόμενος τον πατέρα ενός εκ των παιδιών), η ατμόσφαιρα των 90s αναδύεται υπέροχα για τυχόν νοσταλγούς (εδώ μεγάλο μερίδιο επιτυχίας αναλογεί στην καταπληκτική φωτογραφία), η πλοκή παίρνει απίστευτες, τρελές διαστάσεις (ατελείωτα κυνηγητά, βία, δολοφονίες, εκβιασμοί, ναρκωτικά, λονδρέζικος υπόκοσμος, γκάφες, ανατροπές), οι βιτριολικές ατάκες την ενισχύουν ακόμη περισσότερο, το βρετανικό χιούμορ έξοχο, ο κυνισμός διάχυτος, ενώ η δράση είναι ασταμάτητη!

 Παράλληλα ο... δαιμόνιος Ρίτσι χρησιμοποιεί αρκετά tricks, για να εμπλουτίσει ακόμη καλύτερα, να διανθίσει το πόνημά του, με κυριότερο το still image ("παγωμένη εικόνα": τεχνική με την οποία μπορεί ο θεατής να αντιληφθεί, να απορροφήσει την ουσία του θέματος ή τα συναισθήματα των χαρακτήρων που εσκεμμένα «παγώνουν») αλλά και τα "κλασικά" slow motion.

 Κι αν η ταινία πηγαίνει πολύ καλά έρχεται ένα ακόμη καλύτερο φινάλε, που δεν είναι "αμερικανιά" αλλά ούτε και διδακτικό, απλώς κατάλληλο.
Προτείνω ανεπιφύλακτα τις «Δύο Καπνισμένες Κάνες», ως την καλύτερη δουλειά ενός σκηνοθέτη που έδειξε το ταλέντο του αλλά δυστυχώς στη συνέχεια κινήθηκε στη μετριότητα, αλλά και ως μία θαυμάσια μαύρη κωμωδία, από τις καλύτερες του είδους εδώ και πολλά χρόνια. Ωστόσο θα απέτρεπα να την παρακολουθήσει κάποιος που δεν του αρέσει οτιδήποτε βρετανικό: από τις συνήθειες και -κυρίως- το χιούμορ μέχρι την απίστευτη προφορά και τη γενικότερη ατμόσφαιρα. Από την άλλη όσοι είναι πιο οικείοι με την ιστορία και/ή την παράδοση της Αγγλίας, της Σκωτίας και της Ιρλανδίας θεωρώ πως σχεδόν σίγουρα θα ενθουσιαστούν!

 Βαθμολογία: 8/10