Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

Straw dogs, Sam Peckinpah, 1971



 Μεταφορά από το άλλο blog, με την ταινία "Straw dogs" του Sam Peckinpah:

 «Αδέσποτα σκυλιά» ή "αχυρένια σκυλιά" όπως μεταφράζεται ορθότερα ο τίτλος της ταινίας του Πέκινπα, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Γκόρντον Γουίλιαμς "Η πολιορκία της φάρμας του Τρέντσερ".

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Ντέιβιντ Σάμνερ(Dustin Hoffman) είναι ένας ήσυχος μαθηματικός που επέστρεψε με τη γυναίκα του (Susan George) στη γενέτειρά της, την Κορνουάλη, αγροτική επαρχεία της Αγγλίας. Το ζευγάρι μετακόμισε εκεί στην προσπάθεια να απομακρυνθεί από τη βία της Αμερικής χωρίς όμως να μπορέσει να ξεφύγει από αυτή. Ο Ντέιβιντ προσλαμβάνει ντόπιους εργάτες για να επιδιορθώσουν τον αχυρώνα του. Όταν κάποια στιγμή οι άντρες αρχίζουν να παρενοχλούν το ζευγάρι, εκείνος δεν κάνει κάτι για να τους σταματήσει. Η ενόχληση συνεχίζεται και εντείνεται, με τον Ντέιβιντ να την αγνοεί παθητικά. Το αποτέλεσμα είναι, ο ήρεμος και ήπιος σε τρόπους Ντέιβιντ, να επιτεθεί εναντίων τους με κτηνώδη τρόπο για να προστάτευσε το σπίτι και τη ζωή του..

 Το μεγάλο, σκληρό, πεσιμιστικό και τρομακτικά βίαιο αριστούργημα του τεράστιου, αντισυμβατικού Σαμ Πέκινπα εμπεριέχει σκηνές ωμής βίας που σοκάρουν, ενώ σημείο αναφοράς αποτελεί ο περιβόητος βιασμός της Έυμη, που είχε ξεσηκώσει κάθε φεμινιστικό κίνημα.
 Η ερμηνεία του Ντάστιν Χόφμαν είναι τεράστιου βεληνεκούς. Ερμηνεύει τόσο μα τόσο πειστικά αρχικά τον φιλήσυχο και εκνευριστικά ευγενικό καθηγητή, όσο και μετά τη βίαιη, αναμενόμενη (και δικαιολογημένη) αντίδρασή του.

 Δύο χρόνια μετά την αριστουργηματική «Άγρια Συμμορία» ο "Bloody Sam", παρατσούκλι του σκηνοθέτη, σοκάρει ξανά, αλλά παράλληλα μας χαρίζει μία από τις σπουδαιότερες ταινίες των '70s.

 Βαθμολογία: 8,5/10

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

The 39 Steps, Alfred Hitchcock, 1935


 «Τα 39 Σκαλοπάτια» είναι από τις διασημότερες και καλύτερες ταινίες του Alfred Hitchcock, όσον αφορά στην αγγλική περίοδο. Μία αριστουργηματική περιπέτεια κατασκοπείας, από εκείνες που τόσο ξεχωριστά σκάρωνε ο σπουδαίος αυτός κινηματογραφικός δάσκαλος και μια υπέροχη σάτιρα. Βρετανικής παραγωγής, φυσικά, του 1935, βασισμένο στο μυθιστόρημα του John Buchan, συγγραφέα ιδιαιτέρως αρεστό στον Χίτσκοκ.

 Η υπόθεση της ταινίας:

 Ο Καναδός Ρίτσαρντ Χάνεϊ επισκέπτεται την Αγγλία. Σε ένα μιούζικ χολ του Λονδίνου, παρακολουθεί μια παράσταση με την επίδειξη ενός παράξενου ανθρώπου, που έχει φωτογραφική μνήμη. Ξαφνικά όμως ακούγονται πυροβολισμοί και επικρατεί πανικός στο θέατρο. Μέσα στην αναστάτωση γνωρίζει μια όμορφη κοπέλα, την Αναμπέλα, η οποία ζητά τη βοήθειά του. Ο Ρίτσαρντ την παίρνει μαζί του στο διαμέρισμά του και εκείνη του αποκαλύπτει ότι είναι κατάσκοπος και έχει ανακαλύψει στοιχεία που θα ξεσκεπάσουν μια μεγάλη υπόθεση κατασκοπίας ενάντια στην Αγγλία. Και του αναφέρει τα μυστηριώδη «39 σκαλοπάτια». Πριν προλάβει όμως ο Ρίτσαρντ να μάθει περισσότερα, η Αναμπέλα βρίσκεται μαχαιρωμένη στο διαμέρισμά του και ο Ρίτσαρντ φεύγει σαν τον κλέφτη. Αργότερα, μαθαίνει ότι η αστυνομία τον θεωρεί βασικό ύποπτο για τον φόνο της Αναμπέλα και έχει εξαπολύσει κυνηγητό εναντίον του!
 Ο Ρίτσαρντ, με την αστυνομία στο κατόπι του, παίρνει το τρένο για τη Σκωτία, προσπαθώντας να βρει την «εγκέφαλο» της κατασκοπικής συνωμοσίας, που σύμφωνα με τα λίγα στοιχεία που έμαθε από την Ανναμπέλα, βρίσκεται εκεί… Στη διαδρομή γνωρίζει όμως και μια όμορφη νέα γυναίκα, την Πάμελα, και οι μοίρες τους διασταυρώνονται σε αυτή την απίστευτη υπόθεση μυστηρίου και κυνηγητού…

 Ο Χίτσκοκ μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη τα λογοτεχνικά «39 Σκαλοπάτια» υπέγραψε, μαζί με την «Εξαφάνιση της Κυρίας», την κορυφαία ταινία του στην Αγγλία (έπεται «Ο Άνθρωπος που ήξερε πολλά») και ήταν εκείνη, η οποία μάλιστα με την τεράστια εμπορική επιτυχία που γνώρισε έδωσε στον Χιτς το εισιτήριο για το Χόλιγουντ. Και μια επιτυχία που «ανάγκασε» το δημιουργό να μεταφέρει το ύφος του φιλμ σε ένα μεγάλο μέρος της μετέπειτα φιλμογραφίας του.

 Το μυστικό της επιτυχίας αυτής οφείλεται στη θεματική της ταινίας, η οποία βέβαια εμπεριέχει όλα εκείνα τα στοιχεία μέσα από τα οποία γνωρίσαμε και αγαπήσαμε τον κορυφαίο σκηνοθέτη: ένας αθώος που καταδιώκεται χωρίς καν να έχει μάθει τον ακριβή λόγο, μυστήριο, ίντριγκες, σεξουαλικά υπονοούμενα, ερωτικοί καβγάδες, μετάδοση ενοχής, σύμπλεγμα ευνουχισμού, δολοφονίες, λεπτό χιούμορ, και φυσικά, σασπένς. Κυρίως όμως στρέφεται γύρω από το κλασικό χιτσκοκικό μοτίβο του κυνηγημένου μεν αθώου δε άντρα, ο οποίος από παρεξήγηση κατηγορείται ως δολοφόνος και πρέπει μόνος να φτάσει στη λύση του μυστηρίου. Παράλληλα όντας νέος και γοητευτικός επιδίδεται και στο κυνήγι του έρωτα..

 Από μία παρεξήγηση άλλωστε ξετυλίγεται ένα κουβάρι γεγονότων, ατυχών και μη, στην ίδια τη ζωή και ο Χίτσκοκ τη χρησιμοποιεί ως αφετηρία για να αρχίσει να ξετυλίγει τα κουβάρια στις ιστορίες των ταινιών του. Έτσι κι εδώ, ο ήρωας εξαιτίας μιας παρεξήγησης θα ενοχοποιηθεί από το Νόμο, ο οποίος και θα τον καταδιώξει, ενώ θα τοποθετηθεί στο επίκεντρο μιας διεθνούς συνωμοσίας.

 Και ο σπουδαίος κινηματογραφιστής ουσιαστικά καθιερώνει την έννοια του σασπένς στο σινεμά, ενώ με τον δικό του, μοναδικό τρόπο «τρέχει» τα γεγονότα και τη δράση με γρήγορους ρυθμούς, ενώ βέβαια δε δίνει ξεκάθαρες απαντήσεις όταν το τοπίο θολώνει, προς αποφυγή πιθανής κωλυσιεργίας και για να κρατάει την ένταση και την αγωνία αμείωτες, όσο κορυφώνεται το μυστήριο. Παράλληλα διαποτίζει το φιλμ με λεπτό, έξοχο χιούμορ, το οποίο και αλαφραίνει την ιστορία, ενώ αξέχαστες έχουν μείνει αρκετές σεκάνς του φιλμ, που αμέσως έγιναν κλασικές.

 Ο Ρόμπερτ Ντόνατ υποδύεται έξοχα τον πρωταγωνιστή και παράλληλα και κλιμακωτά με την εξέλιξη του στόρι άλλους πέντε ρόλους!

 Το εκπληκτικό είναι ότι ο Χίτσκοκ διασκεύασε σε τέτοιο βαθμό το διάσημο ομώνυμο μυθιστόρημα, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να μη θυμίζει στο ελάχιστο την αρχική προέλευση του κειμένου, τουλάχιστον όσον αφορά στην -ανύπαρκτη- αναφορά του Χιτς στα σκαλοπάτια! Έτσι και αφού με την εξέλιξη της πλοκής ξεχάστηκε(!) ο τίτλος αναγκάστηκε ο Άγγλος σκηνοθέτης να τον επαναφέρει πετώντας απλώς μια σχετική «ατάκα» προς το τέλος. Απίστευτος! Ακόμη, πρόσθεσε ένα γυναικείο χαρακτήρα, που δεν υπήρχε στο βιβλίο και που έντυσε ακόμη πιο περίπλοκα το στόρι.

 Πάντως ο John Buchan έμεινε ευχαριστημένος από τη μεταφορά του έργου του στη μεγάλη οθόνη και, αφού είδε την ταινία, δήλωσε ότι η υπόθεση ήταν καλύτερη από το βιβλίο του.

 Το ερώτημα που παραμένει, είναι τί σήμαιναν τα 39 Σκαλοπάτια στις τρεις διαφορετικές ταινίες, που γυρίστηκαν βασισμένες στο λογοτεχνικό κείμενο. Στο βιβλίο είναι ξεκάθαρο ότι πρόκειται για τον αριθμό των σκαλοπατιών που οδηγούν από το ύψωμα όπου βρισκόταν το άντρο των κατασκόπων κάτω στη θάλασσα. Ο Hitchock παρέβλεψε αυτό το στοιχείο και χρησιμοποίησε τον τίτλο του έργου ως ψευδώνυμο της ομάδας των κατασκόπων (στο βιβλίο ονομάζονταν “Black Stone”), ενώ στην ταινία του 1978 (την τελευταία χρονολογικά, μετά τη μεσαία του '59) ο τίτλος παραπέμπει στα 39 σκαλοπάτια του Big Ben.

  Τα «39 Σκαλοπάτια» παρά τα όποια μειονεκτήματα, κυρίως εξαιτίας της ηλικίας και της «κοιλιάς» που κάνει η αφήγηση, εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να έχουν την ικανότητα να διατηρούν υψηλά το σασπένς και γιατί όχι, να καθηλώνουν το θεατή. Και σίγουρα παραμένουν μέσα στις κορυφαίες και σημαντικότερες βρετανικές ταινίες όλων των εποχών.

 Βαθμολογία: 8/10

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

L' uomo delle stelle, Giuseppe Tornatore, 1995


 «Ο άνθρωπος των αστεριών» είναι μεταφρασμένη στα ελληνικά, ως "The Star Maker" (αγγλικός τίτλος) όμως είναι ευρέως γνωστή, αυτή εδώ η ταινία του Giuseppe Tornatore, Ιταλού σκηνοθέτη του μαγευτικού και πολύ αγαπημένου "Cinema Paradiso" και των πολύ καλών "The Legend of 1900", "Malena", "A pure Formality".

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Τζο «Ντοτόρε» Μορέτι γυρνάει από χωριό σε χωριό με μια κάμερα κάνοντας δοκιμαστικά για στούντιο της Ρώμης. Όμως, ο «Ντοτόρε» είναι απατεώνας και χρεώνει κάτι λίγα για κάθε δοκιμαστικό υποσχόμενος καριέρα στο σινεμά. Μια από τις πελάτισσες, η Μπεάτα, θα τον ερωτευτεί και η κατάληξη θα είναι τραγική.

 Στην χρυσή εποχή του κινηματογράφου, όλοι ονειρεύονται να γίνουν αστέρι. Ένας άντρας υπόσχεται να κάνει όλα τα όνειρα αληθινά…

 Πάνω στο φαινομενικά απλό αυτό concept είναι βασισμένο το σενάριο, υπογεγραμμένο από τον Tornatore μαζί με τον Fabio Rinaudo.

 Βρισκόμαστε λοιπόν στις αρχές της δεκαετίας του 1950, όπου ο Τζόε Μορέλι, μικροαπατεώνας από τη Ρώμη, γυρίζει με το αυτοκίνητό του στην ύπαιθρο της Σικελίας και "χτυπάει" κορόιδα. Συγκεκριμένα απευθύνεται στους ανυποψίαστους και αγράμματους ανθρώπους του ιταλικού Νότου και τάζει λαμπρή καριέρα στο σινεμά παρουσιάζοντας εαυτόν ως εκπρόσωπος μεγάλων κινηματογραφικών στούντιο και παίρνοντας 1500 λιρέτες από τον καθένα για ένα δοκιμαστικό.

 Ο Sergio Castellitto, σε ένα από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του, υποδύεται τον "Ντοτόρε" Μορέλι, τον πρωτευουσιάνο απατεωνίσκο, που δημιουργεί φρούδες ελπίδες και ψεύτικα όνειρα στους κατοίκους των φτωχογειτονιών της Σικελίας. Σε ανθρώπους που απλώς, αγαπούν το σινεμά και το μόνο που επιθυμούν είναι να λυτρωθούν από τη μιζέρια και την ανέχεια του Νότου. Κάτι που θα προσπαθήσουν να πετύχουν με οποιοδήποτε κόστος ονειροπολώντας τα μεγαλεία που τους υποσχέθηκε ο "Δόκτωρ Απάτη".

 Είναι όμως (ο Μορέλι) καλοκάγαθος άνθρωπος και η κάμερά του μπορεί και βγάζει την ειλικρινή πλευρά των ανθρώπων, όπως για παράδειγμα τα τραύματα ενός στρατιώτη, τη διαμαρτυρία μιας γυναίκας που τη θεωρούσαν πόρνη, ενός αστυνομικού που λατρεύει την ποίηση...

  Είναι η εποχή που το σινεμά ακμάζει μεν, αλλά το παραμερίζει κάπως η τηλεόραση. Ακόμη το φιλμ περιέχει βιογραφικά στοιχεία μιας και ο Τορνατόρε γεννήθηκε στη Σικελία, την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής παρουσιάζει έξοχα και με έντονη νοσταλγία ο σκηνοθέτης.

 Η κωμικοδραματική ηθογραφία αναπτύσσεται έξοχα από τον Τορνατόρε, ενώ τόσο η υπέροχη μουσική του μετρ Ένιο Μορικόνε όσο και η πανέμορφη φωτογραφία του Ντάντε Σπινέτι προσδίδουν μεγαλύτερη αξία στην ταινία.

 Ένα γλυκόπικρο φιλμ, αφιερωμένο στη μεγάλη αγάπη του σκηνοθέτη, το Σινεμά.

 Στο αξέχαστο «Σινεμά ο Παράδεισος» ο Τορνατόρε ύμνησε το σινεμά, τον έρωτα και εν τέλει τη ζωή. Εδώ, κάνει το ίδιο, μόνο που ντύνει στο στόρι με τον δραματικό μανδύα της απόγνωσης, απόρροια του έρωτα της Μπεάτα προς το Μορέλι, με το σχετικά προβλέψιμο αλλά σε κάθε περίπτωση σκληρό, σπαρακτικό φινάλε..

 Η ταινία κέρδισε πάρα πολλά βραβεία (ειδικά ιταλικά) με σημαντικότερο το ειδικό βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ της Βενετίας, ενώ ήταν υποψήφια και για Oscar καλύτερου ξενόγλωσσου φιλμ.

 Βαθμολογία: 7/10

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

Uncle Boonmee Who Can Recall His Past Lives, Apichatpong Weerasethakul, 2010


 Ο "θείος" από την Ταϊλάνδη με το απίθανο όνομα Απίτσατπονγκ Ουερασεθακούλ(!) θριαμβεύει στις Κάννες με το "Lung Boonmee Raluek Chat" (αυθεντικός τίτλος) κερδίζοντας το Χρυσό Φοίνικα παρακαλώ (με πρόεδρο βέβαια τον κορυφαίο παραμυθά, Τιμ Μπάρτον), στο διαγωνισμό του 2010. Ένα φιλμ ήρεμο, αφαιρετικό, υπνωτικό, υποβλητικό.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Υποφέροντας από οξεία νεφρική ανεπάρκεια, ο θείος Μπούνμι αποφασίζει να περάσει τις τελευταίες του μέρες περιτριγυρισμένος από τα αγαπημένα του πρόσωπα στην εξοχή. Κατά έναν περίεργο τρόπο, το φάντασμα της εκλιπούσης συζύγου του εμφανίζεται για να τον φροντίσει, ενώ ο από καιρό εξαφανισμένος γιος του επιστρέφει με μη ανθρώπινη μορφή. Καθώς αναλογίζεται τι προκάλεσε την αρρώστια του, ο Μπούνμι ξεκινά με την οικογένειά του ένα οδοιπορικό μέσα στη ζούγκλα, με προορισμό μια μυστηριώδη σπηλιά – γενέτειρα της πρώτης του ενσάρκωσης...

 Ο ταλαντούχος σκηνοθέτης από την Ταϊλάνδη είναι εξ αρχής σαφής και ειλικρινής απέναντι στο κοινό, το οποίο και καλεί να τον ακολουθήσει στο δίχως αντίρρηση μαγευτικό ταξίδι στην παραμυθένια ιστορία της ανατολίτικης χώρας του και να αφεθεί ολοκληρωτικά στην θεσπέσια εμπειρία που του προσφέρει, χωρίς να κουράζει τις σκέψεις του σε αναλυτικά και ερμηνευτικά μονοπάτια γύρω από το -κατά σημεία κουραστικό και επιτηδευμένο- φιλμ.

 Ο θείος Μπούνμι, το βασικό πρόσωπο της ταινίας, γνωρίζει ότι του απομένουν λίγες μέρες (αυτής της) ζωής και παρέα με τους κοντινούς του ανθρώπους αλλά και τις "περίεργες" επισκέψεις της νεκρής συζύγου του και του από παλιά χαμένου γιου του, φέρνει εις μνήμην τις προηγούμενες ζωές του. Και ο Ουερασεθακούλ με κύρια θεματική τον ανιμισμό (δόγμα που μελετά και υποστηρίζει ότι τα πράγματα έχουν ψυχή) μας ταξιδεύει στους μύθους της Ταϊλάνδης μέσα από τις ατελείωτες ζούγκλες και με όχημα τις εξωκοσμικές αναζητήσεις του ανθρώπου και συγκεκριμένα τη μετενσάρκωση και τους νεκροζώντανους οργανισμούς.

 Το σενάριο, το οποίο υπογράφει επίσης ο Ουερασεθακούλ, είναι μια ιδέα από το βιβλίο ενός μοναχού με τίτλο «A man who can recall past lives» και απίθανες εμπειρίες του γερο-Μπούνμι και άλλων ανθρώπων, αρχικά έλεγε ξεκάθαρα ποιες ήταν και ποιες όχι οι προηγούμενες ζωές του Μπούνμι. Όμως τελικά ο σκηνοθέτης αποφάσισε να εκπλήξει το κοινό και να αφήσει τη φαντασία του καθενός να βρει(;) τις απαντήσεις!
 Εκ πρώτης σκέψεως θα πει κανείς ότι ο θείος Μπούνμι ήταν ο ταύρος, στην αρχή της ταινίας, ο μοναχός, ο στρατιώτης, ο γορίλας, η πριγκίπισσα στη συνέχεια, ομοίως το γατόψαρο στην φανταστική αυτή σκηνή ή ακόμη, όπως σημειώνει κι ο σκηνοθέτης, κάποιο ζωύφιο, μέλισσα κλπ. Και γιατί όχι ο χαμένος γιος (Πίθηκος) ή η γυναίκα (Φάντασμα) του θείου.

 Με αυτόν τον τρόπο αλλά και τις εντυπωσιακές, γεμάτες συμβολισμούς εικόνες ο Ταϊλανδός διεγείρει τη φαντασία ενώ παράλληλα "παίζει" με τους λαϊκούς μύθους, τη μετενσάρκωση, τα πνεύματα και τα νεκροζώντανα πλάσματα.

 Μία δυνατή οπτική εμπειρία, ένα μαγευτικό νατουραλιστικό ταξίδι στα βάθη της Ταϊλάνδης, με γνώμονα τη μυθολογία και τις θεωρίες μετενσάρκωσης και ανιμισμού, σαν παραμύθι. Ονειρικό, λυρικό, ποιητικό, εκθαμβωτικό. Ο πλέον special Φοίνικας των Καννών τα τελευταία χρόνια. Κινηματογραφική εμπειρία, δίχως συμβατές νόρμες, βαθιά σινεφιλική από τις λίγες!

 Προσοχή όμως! Τα όσα ακούγονται δεξιά κι αριστερά περί Ταρκόφκσι είναι -το λιγότερο- άστοχα. Αυτό βέβαια δεν ακυρώνει τους διάχυτους συμβολισμούς και τις μαγευτικές εικόνες της φύσης, που προσφέρει αυτό το έτσι κι αλλιώς ξεχωριστό φιλμ, το οποίο όμως δεν θέτει ερωτήματα και δε βασανίζει τη σκέψη του θεατή με προτροπές για υπεραναλύσεις, κάτι που κακώς προσπαθούν από μόνοι τους να κάνουν αρκετοί κριτικοί στη χώρα μας.
 Δείτε το και απλώς αφεθείτε στη μαγεία ενός ακόμη ταλαντούχου Ανατολίτη σκηνοθέτη.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

Santa Sangre, Alejandro Jodorowsky, 1989


 Ο σουρεαλιστικός, ψυχεδελικός και αρρωστημένος κόσμος του Χιλιανού πολύπλευρου καλλιτέχνη Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι (Alejandro / Alexandro Jodorowsky) απλώνεται -και- στο "Santa Sangre", που στα ελληνικά έμεινε «Σάντα Σάνγκρε» ενώ θα το βρείτε και ως "Holy Blood" (αγγλικός τίτλος), στην όχι τόσο εγκεφαλική αλλά σίγουρα πιο βατή ταινία της φιλμογραφίας του.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ένας νεαρός άντρας μπαίνει σε ψυχιατρική κλινική. Μέσω φλάσμπακ, μαθαίνουμε ότι έχει παιδικά τραύματα, από τότε που αυτός και η οικογένειά του δουλεύανε σε τσίρκο. Τότε ο πατέρας του έκοψε τα χέρια της μητέρας του, φανατική αρχηγό της αιρετικής εκκλησίας του Santa Sangre, και μετά αυτοκτόνησε. Τώρα ο νεαρός δραπετεύει και βρίσκει την μητέρα του, που δεν έχει χέρια, και ενάντια στη θέλησή του, αντικαθιστά τα χέρια της, και μαζί ξεκινούν μια εκστρατεία φόνου και εκδίκησης.

 Η ιστορία ενός νεαρού που σκοτώνει από κληροδότημα της χωρίς χέρια(!) μητέρας του ξεκινάει ως θρίλερ τρόμου και εξελίσσεται σε σπλάτερ (η βία ασταμάτητη και το αίμα άφθονο), για να καθιερωθεί ως το απόλυτο cult φιλμικό δημιούργημα του εκκεντρικού και αυστηρά σινεφιλικού Alejandro Jodorowsky.


 Όμως τα φιλμ του Χιλιανού δεν κατηγοριοποιούνται καθώς δεν ακολουθούν συνηθισμένη δομή και ανάπτυξη, δεν υπακούν σε κινηματογραφικούς κανόνες και νόρμες, αλλά αντίθετα αποτελούν ένα ολότελα διαφορετικό σύμπαν: απ' τη μία αλλόκοτο, βίαιο, αιματηρό, προκλητικό, νοσηρό, δυσκολοχώνευτο και από την άλλη ιδιαίτερο, ψυχολογικό, εντυπωσιακό, εγκεφαλικό, σουρεαλιστικό, ατμοσφαιρικό, γοητευτικό.


 Ένα σύμπαν, με το οποίο ήρθαμε για πρώτη φορά σε επαφή στο "Fando and Lis", όπου ο σκηνοθέτης έβαλε το στίγμα του για τη συνέχεια, ενώ αργότερα απολαύσαμε το αριστουργηματικό σουρεαλιστικό γουέστερν "El Topo", του 1971, για να ακολουθήσει το παρανοϊκό "Holy Mountain", πριν το "Santa Sangre", το 1989.

 Τα παραπάνω επιβεβαιώνει ο ίδιος ο σκηνοθέτης με την περίφημη ατάκα του «Οι περισσότεροι σκηνοθέτες κάνουν ταινίες με τα μάτια τους. Εγώ τις κάνω με τα αρχίδια μου», επιδεικνύοντας ισχυρή δόση μεγαλομανίας και ναρκισσισμού.


 Εδώ συγκεκριμένα, στην ομολογουμένως πιο βατή ταινία του, ο Χιλιανός αναπτύσσει μία αλληγορία. Ξεκάθαρα το "Santa Sangre" αναπαριστά στο σύνολό του τον εσωτερικό κόσμο, το "εντός" του πρωταγωνιστή, τον οποίο υποδύεται αρχικά ο μεγάλος γιος (Axel Jodorowsky) και εν συνεχεία ο μικρότερος (Adan) του σκηνοθέτη!


 Σε δεύτερη όμως ανάγνωση παρατηρούμε διάχυτους συμβολισμούς σε ολόκληρο το φιλμ. Μέσα από τους οποίος ο Γιοντορόφσκι απλώνει τις σκέψεις του, μοιράζεται τα συναισθήματά του, τοποθετείται επί των θεμάτων που τον απασχολούν.


 Περνώντας στο story του "Santa Sangre" θα ήθελα μονάχα να σημειώσω ότι πηγή έμπνευσης και μόνο για τον Γιοντορόφσκι αποτέλεσε η αληθινή ιστορία ενός Μεξικανού serial killer, ονόματι Gregorio Cárdenas. Δηλαδή ο αθεόφοβος απλώς εμπνεύστηκε από μία λίγο πολύ συνηθισμένη ιστορία (καταναλώνοντας βεβαίως άπειρες ψυχοτρόπες ουσίες) για να κάνει τη συγκεκριμένη ταινία. Δεν βασίστηκε σε αληθινά γεγονότα και δεν περιγράφει αληθινά γεγονότα!

 Περαιτέρω ανάλυση του σεναρίου (το υπογράφει ο ίδιος ο Jodorowsky) όχι μόνο δεν είναι αναγκαία αλλά δεν υπάρχει κάτι να προσθέσεις παρά να αφεθείς στο μαγευτικό κόσμο του Σάντα Σάνγκρε, αλλά και να αντιπαραθέσεις τις δικές σου απόψεις στα θέματα που τόσο εύστοχα και συμβολικά ανοίγει διάπλατα ο Γιοντορόφσκι.

 Δείτε το (μπορεί να είναι "περίεργο" αλλά καθόλου επιδεικτικό και "δήθεν") και ταξιδέψτε στον παραισθησιογόνο και μαγευτικό κόσμου του Χιλιανού, με τις πανέμορφες εικόνες, τους πάμπολλους συμβολισμούς, τα σουρεαλιστικά στοιχεία, τις σινεφιλικές ματιές, τις έξοχες ερμηνείες, τις εκ βαθέων αναζητήσεις, την έξαψη της φαντασίας και τη μοναδική αισθητική απεικόνιση.

 Βαθμολογία: 8/10

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

Los Ojos de Julia, Guillem Morales, 2010


 Ο Guillermo del Toro επιβλέπει και παρουσιάζει αυτό εδώ το ατμοσφαιρικό θρίλερ, ένα ακόμη από την Ισπανία, που είναι με διαφορά η κορυφαία σε αυτό το κινηματογραφικό είδος. Του 2010, σε σκηνοθεσία Guillem Morales, ο οποίος υπογράφει εδώ μόλις τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, μετά από κάποιες μικρού μήκους αλλά και το ντεμπούτο με το "El habitante incierto", το 2004.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Η Julia, μια γυναίκα που χάνει σταδιακά την όρασή της, βρίσκει τη δίδυμη αδερφή της, Sara, κρεμασμένη στο υπόγειο του σπιτιού της. Η Sara είχε ήδη τυφλωθεί από την ίδια αρρώστια. Όλα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η νεαρή γυναίκα αυτοκτόνησε, αλλά η Julia αποφασίζει να ερευνήσει την υπόθεση, μιας και διαισθάνεται πως πρόκειται για δολοφονία. Έτσι μπαίνει σε ένα σκοτεινό κόσμο, που μοιάζει να κρύβει μια μυστηριώδη παρουσία. Καθώς η Julia ξεκινά να τοποθετεί τα στοιχεία το ένα δίπλα στο άλλο ξετυλίγει το κουβάρι της τρομακτικής αλήθειας. Όμως η όρασή της χειροτερεύει, ενώ παράλληλα γύρω της συμβαίνουν διάφορα ανεξήγητα και ανατριχιαστικά γεγονότα.

 «Τα μάτια της Χούλια», όπως είναι σωστά και ΟΧΙ Τζούλια, μιας και το ισπανικό "j" - "χότα" προφέρεται ΠΑΝΤΑ "χ". Μοναδική περίπτωση να ακούγεται κάτι μεταξύ "χ" και "γι", αλλά ΠΟΤΕ "τζ" είναι να το ακούσετε από "βλάχους" Ισπανούς. Anyway, πάμε παρακάτω...

 Ο αναμφισβήτητα ταλαντούχος Guillermo del Toro βρίσκεται πίσω από το φιλμ αυτό και είναι σχεδόν βέβαιο ότι ευθύνεται ως ένα βαθμό και για τη σκηνοθεσία. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο βλέπουμε το πρώην μοντέλο Belen Rueda, την οποία είχαμε γνωρίσει στο πολύ δυνατό "Mar Adentro" και απολαύσαμε στο έξοχο"El Orfanato", επίσης σε παρουσίαση del Toro.

 Και εδώ, όπως και σε κάθε ισπανικό θρίλερ, συνδυάζεται υπέροχα το πραγματικό με το φανταστικό, το μυστήριο είναι διάχυτο, ενώ ο ψυχολογικός τρόμος αναδύεται μέσα από δυνατά σκηνοθετημένες σεκάνς απόλυτης θριλερικής ατμοσφαιρικής και αντίστοιχου ύφους, που εμπεριέχουν υψηλή ένταση, πλούσια και ποικίλα συναισθήματα, ακόμη και σουρεαλιστικά στοιχεία. Συνολικά λοιπόν η σκηνοθεσία είναι υψηλού επιπέδου, η σκοτεινή και υποβλητική ατμόσφαιρα άρτια και ο χειρισμός του προβλήματος της πρωταγωνίστριας (η σταδιακά υποχωρείσασα όραση) από τον Guillem Morales, ο οποίος «παίζει» με την κάμερα και το φωτισμό εναλλάσσοντας ιδανικά το φως με το σκοτάδι, πανέξυπνος. Ιδιαίτερο τόνο, τέλος, προσθέτουν ορισμένες σινεφιλικές ματιές.

 Ωστόσο η ταινία, που φαίνεται ότι έχει εμπορικές βλέψεις, χάνει το στοίχημα της «έκπληξης», αφού οι σεναριακές αφέλειες, οι δυσκολοχώνευτες συμπτώσεις και το ευκόλως προβλέψιμο προς το φινάλε μονοπάτι μέσω της -επιτρέψτε μου αστείας κλιμάκωσης- προδίδουν τις σκέψεις της κατά τα άλλα εντυπωσιακής παραγωγής.

 Βαθμολογία: 6/10

Σάββατο 27 Αυγούστου 2011

Kind Hearts and Coronets, Robert Hamer, 1949


 Με τον ελληνικό τίτλο «Ο 13ος κληρονόμος», το "Kind Hearts and Coronets" είναι μία ξέφρενη βρετανική μαύρη κωμωδία από τα στούντιο παραγωγής Ealing, σε σκηνοθεσία Robert Hamer, του 1949.


 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ένας μακρινός και φτωχός συγγενής του Δούκα του Ντασκόιν σχεδιάζει να κληρονομήσει τον τίτλο, αλλά έρχεται ένατος στην διαδοχή. Πολύ απλά, πρέπει να σκοτώσει τους υπόλοιπους!

 Πρόκειται για μία από τις πρώτες ταινίες των Ealing Studios, τα οποία ανήκαν στη διάσημη -για την πρωτοτυπία της- ομώνυμη εταιρεία παραγωγής ταινιών και τηλεοπτικών προγραμμάτων κυρίως στις δεκαετίες των '40s και '50s, με έδρα το δυτικό Λονδίνο και έχουν αφήσει σημαντική παρακαταθήκη στην ιστορία του κινηματογράφου με αρκετές κλασικές ταινίες, όπως η παρουσιαζόμενη, το "Ladykillers" του 1955 (το αυθεντικό, πολύ πριν γυρίσουν το μέτριο remake οι Κόεν) κ.ά..

 Εδώ, παρακολουθούμε μία εκπληκτική κωμωδία,η οποία αν και έχει ως κύρια θεματική έναν κατά συρροή δολοφόνο, εντούτοις βγάζει πολύ γέλιο, κάτι που οφείλεται ως επί το πλείστον στον σπουδαίο, αν και μόλις στην τρίτη του κινηματογραφική παρουσία, Alec Guinness, ο οποίος υποδύεται με εξαιρετική δεινότητα και τους οκτώ κληρονόμους (μεταξύ των οποίων μια γυναίκα!), στηριζόμενος βέβαια και στο εξαιρετικό μοντάζ. Πάντως, η αλήθεια είναι ότι ο Hamer δεν είχε κατά νου εξ αρχής να αναθέσει στον αναμφισβήτητα ταλαντούχο Guinness το εγχείρημα αυτό, απλώς ο ηθοποιός ξετρελάθηκε με το σενάριο και ζήτησε ο ίδιος να υποδυθεί όλους τους ρόλους των Ντασκόιν!

 Ο Dennis Price -λίγες ώρες πριν οδηγηθεί στην κρεμάλα- αφηγείται (γράφει γρήγορα τα απομνημονεύματά του) την ιστορία του άπληστου νεαρού Ντασκόιν, ο οποίος θα κάνει τα πάντα για να γίνει ο επόμενος Δούκας της οικογένειας αλλά και για να πάρει εκδίκηση για τον ίδιο και την μητέρα του (είχε κλεφτεί με τενόρο) που είναι τα δύο ανεπιθύμητα μέλη των Ντασκόιν. Κι όταν λέμε τα πάντα, εννοούμε... να βγάλει από τη μέση τους κληρονόμους που «προηγούνται» αυτού, αφού αυτός είναι και ο πιο «ασφαλής» τρόπος για να τα καταφέρει. Δεν σκοπεύει όμως «απλώς» να τους δολοφονήσει, αλλά να τους προσφέρει ένα θάνατο ισάξιο του ονόματος και της κοινωνικής θέσης τους, τιμητικό, θεαματικό, «αξέχαστο»!

 Το σενάριο είναι πανέξυπνο και θα έλεγα ότι η σκηνοθεσία του Hamer δεν υστερεί. Τουναντίον, προσθέτει δυναμική στην ανάπτυξη της ιστορίας και δημιουργεί μία εξαιρετική σάτιρα περί την εδουαρδιανή βρετανική κοινωνία, που αναδύεται με χιούμορ, στυλ, κυνισμό και σνομπισμό. Αν στα παραπάνω προστεθεί το καταπληκτικό βρετανικό χιούμορ, το οποίο «στολίζει» εξόχως και άκρως κωμικά την ιστορία ενός κατά συρροήν δολοφόνου, ευθύς αμέσως έχουμε μία από τις καλύτερες αγγλικές ταινίες όλων των εποχών, που δικαίως έχει εξασφαλίσει τη θέση της στο top 100 του βρετανικού κινηματογράφου!

 Βαθμολογία: 8/10

Κυριακή 21 Αυγούστου 2011

Venus Noire, Abdellatif Kechiche, 2010


 Η συγκλονιστική ιστορία της Saartjie Baartman, μιας νοτιοαφρικανής που βρέθηκε με τη βία στην Ευρώπη από τον λευκό «αφέντη» της και που, επειδή γεννήθηκε με ιδιαίτερες και ασυνήθιστες σωματικές αναλογίες, έγινε διάσημη ως θέαμα ως άλλος «άνθρωπος ελέφαντας» στην καλή κοινωνία του 19ου αιώνα στο Παρίσι.
 Από τον αξιόλογο Γαλλοτυνήσιο σκηνοθέτη Abdellatif Kechiche («Κους κους με Φρέσκο Ψάρι») και το 2010.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Παρίσι , 1817. Βασιλική Ακαδημία Ιατρικής. "Δεν έχω δει ποτέ ανθρώπινο κρανίο που να μοιάζει τόσο πολύ με το κρανίο ενός πιθήκου», λέει ο ανατόμος Ζορζ Κουβιέ βλέποντας το γύψινο καλούπι του σώματος της Σάαρτζι Μπάρτμαν. Οι συνάδελφοι του χειροκροτούν. Τη Σάαρτζι έφερε με τη βία από την πατρίδα της, τη Νότια Αφρική, το «αφεντικό» της ο Σεζάρ, ο οποίος την επιδείκνυε ως πρωτοφανές δημόσιο θέαμα εξαιτίας των υπερμεγεθών και ιδιαίτερων σωματικών αναλογιών της, στο Λονδίνο και αργότερα στο Παρίσι. Όταν ζητήθηκε από τη Σάαρτζι να γίνει αντικείμενο επιστημονικής έρευνας στη Βασιλική Ακαδημία Ιατρικής στο Παρίσι, εκείνη δε δέχθηκε με αποτέλεσμα ο Σεζάρ να την πουλήσει σε έναν παρουσιαστή άγριων θηρίων, ο οποίος άρχισε να την περιφέρει σε ερωτικές συγκεντρώσεις αριστοκρατών, μέχρι να καταλήξει τελικά σε πορνείο. Αυτή η «Hottentot Αφροδίτη» που ταπεινώθηκε, εξευτελίστηκε και έγινε αντικείμενο ακραίας εκμετάλλευσης, έγινε σύμβολο για τους καταπιεσμένους και τους φτωχούς και βρήκε λύτρωση πολλά χρόνια μετά το θάνατό της.

 Ο Αμντελατίφ Κεσίς έτυχε υψηλής αναγνώρισης και εμπορικής επιτυχίας στη χώρα μας (και όχι μόνο) το 2007, με το ενδιαφέρον φιλμ "La Grain Et La Mulet", που αποδόθηκε στα ελληνικά «Κους κους με Φρέσκο Ψάρι». Εδώ, με τη «Μαύρη Αφροδίτη» καταπιάνεται με μία αληθινή δραματική ιστορία, αυτήν της Σάαρτζι Μπάρτμαν, την οποία παρακολουθεί με ευαισθησία και σεβασμό και δημιουργεί τον «Άνθρωπο Ελέφαντα» της Γαλλίας. Βέβαια, η ομοιότητα με την ταινία του σπουδαίου Ντέιβιντ Λιντς αρχίζει και τελειώνει στο θίξιμο της ανθρώπινης εκμετάλλευσης.

 Τα σημαντικότερα γεγονότα στη ζωή της «Μαύρης Αφροδίτης», που εμπεριέχονται στην ταινία:
 Η Σάαρτζι γεννήθηκε στα 1970 στη Νότια Αφρική. Από μικρή πουλήθηκε από την οικογένειά της για σκλάβα στον Πιέτερ Σεζάρ, έμπορο του Κέιπ Τάουν. Βρήκε καταφύγιο στο αλκοόλ και αργότερα διαπίστωσε ότι πάσχει από στεατοπυγία (διογκωμένους γλουτούς) και μακρονυμφία (ασυνήθιστα μεγάλα γεννητικά όργανα), συνήθη γενετικά χαρακτηριστικά των γυναικών της φυλής της. Γέννησε ένα παιδί, το οποίο πέθανε, ενώ ο πατέρας του την παράτησε. Και τότε ο Σεζάρ, την πείθει ότι μπορεί να κάνει μια περιουσία, αν εκμεταλλευτεί τα φυσικά της προσόντα. Η Σάαρτζι φτάνει στην Αγγλία ως σκλάβα του Σεζάρ και του Ντούνλοπ, χειρουργού από τη Σκωτία και συνεργάτη του Σεζάρ. Τα δύο αφεντικά την περιφέρουν σε πανηγύρια σαν ατραξιόν τσίρκου, με το όνομα «Αφροδίτη των Οτεντότων», κερδίζοντας το κοινό του Λονδίνου. Τα "show" όμως θα αποτελέσουν σημείο κριτικής για τον Τύπο, με αποτέλεσμα η Αφρικανική Ένωση να σύρει το Σεζάρ στα δικαστήρια. Εκεί, η φοβισμένη και «μιλημένη» Σάαρτζι θα ανακοινώσει ότι είναι ηθοποιός και δεν αναγκάζεται να λαμβάνει μέρος στα σόου. Παρ' όλα όλοι μαζί θα φύγουν από το Λονδίνο για το Παρίσι. Εκεί, ο νέος «αφέντης» της πια, Riaux, θηριοδαμαστής, θα την «προσφέρει» στα μέλη της υψηλής κοινωνίας της Πόλης του Φωτός. Λίγους μήνες μετά η «Μαύρη Αφροδίτη» γίνεται η ατραξιόν της επιστημονικής κοινότητας και ιδιαίτερα ενός διακεκριμένου ανατόμου του 19ου αιώνα, Georges Cuvier. Ο Riaux δίνει άδεια στον Cuvier να εξετάσει τη Σάρα (έτσι βαφτίστηκε πριν φύγει από το Λονδίνο) για τρεις μέρες στο τμήμα ανατομίας που βρισκόταν στον βοτανικό κήπο της Τουλούζης με το όνομα Jardin des Plantes. Η Σάρα αρνείται να δείξει τα γεννητικά της όργανα παρά την πίεση των επιστημόνων. Στη συνέχεια θα επέλθει το «διαζύγιο» με τον Ρίο και η Σάρα θα εμπλακεί στην πορνεία, ενώ μετά από ένα δύσκολο χειμώνα στο Παρίσι, αρρωσταίνει και πεθαίνει εξαιτίας μιας πνευμονίας και διαφόρων αφροδίσιων νοσημάτων.

 Πέρα από το γεγονός ότι πρόκειται για αληθινή ιστορία που δε γίνεται να αφήσει αδιάφορο και ασυγκίνητο το θεατή, η «Μαύρη Αφροδίτη» παρουσιάζει ενδιαφέρον και από τη σκηνοθετική ματιά του ταλαντούχου Αμπτελατίφ Κεσίς. Ο Γαλλοτυνήσιος με την κάμερά του παρακολουθεί με ιδιαίτερη ευαισθησία την ιστορία της τραγικής πρωταγωνίστριας (την υποδύεται εκπληκτικά η ερασιτέχνις ηθοποιός Yahima Torres).
 Ως ξεχωριστός μπορεί να χαρακτηριστεί ο τρόπος απεικόνισης των παθών της γυναίκας από τον Κεσίς. Τόσο στην έναρξη της περιπέτειάς της στο Λονδίνο, όπου σα ζώο δεμένη στο κλουβί γίνεται αντικείμενο χλευασμού από τους φτωχούς και ως επί το πλείστον αγράμματους ντόπιους επισκέπτες όσο και στη συνέχεια, όταν αποτελεί το σκεύος ηδονής για τα σαδιστικά παιχνίδια και πραγματοποιεί παρά τη θέλησή της τις αρρωστημένες σεξουαλικές φαντασιώσεις της υποτιθέμενης υψηλής και πολιτισμένης κοινωνίας του Παρισίου.
 Συγκεκριμένα ο σκηνοθέτης με κοντινά πλάνα στα γεμάτα ηδονική ευχαρίστηση και ικανοποίηση μέσω της διαπόμπευσης πρόσωπα των θεατών αυτού του απαράδεκτου σόου ξεγυμνώνει τις μάσκες των μορφωμένων και ταξικά ιστάμενων από τη μία και απλών «ανθρώπων» από την άλλη, απέναντι στο εκτεθειμένο και ανεπανόρθωτα εξευτελισμένο «ζώο». Είναι ξεκάθαρο ποιον χαρακτηρίζει Ζώο ο Κεσίς.
 Ωστόσο η δική μου ένσταση έγκειται στην επαναλαμβανόμενη έκθεση -από το σκηνοθέτη- της ανθρώπινης διαπόμπευσης από τα Ζώα προς την ανυπεράσπιστη, οπλισμένη με στωική υπομονή και γεμάτη αξιοπρέπεια αγανακτηθείσα Σάρα. Η επιμονή του Γαλλοτυνήσιου να παρουσιάζει λεπτομερώς και κατ' εξακολούθηση τη φρίκη και τη βιαιότητα, θύμα της οποίας πέφτει η «Μαύρη Αφροδίτη» θα μπορούσε να περιοριστεί σε σημαντικό βαθμό, αφού ο θεατής αντιλαμβάνεται πλήρως το σκοπό κινηματογράφισης, χωρίς παράλληλα να μειωθεί η αξία του έργου. Ίσως αυτή να είναι και η μόνη αδυναμία (μαζί με τη διάρκεια - ξεπερνάει τις 2 1/2 ώρες) αυτού του δυναμικά ρεαλιστικού και αδυσώπητα σκληρού φιλμ.

 Ένα δυνατό κατηγορώ του Κεσίς στον πολύ συχνά απάνθρωπο χώρο του θεάματος.
  
 Ένα πολύ αξιόλογο σημείωμα του σκηνοθέτη:
 «Η επιστήμη της ψυχολογίας δεν επαρκεί για να εξηγήσει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Η Σάαρτζι είναι ένας μυστηριώδης χαρακτήρας, που μου τράβηξε την προσοχή από την πρώτη στιγμή. Στο τέλος της ημέρας, ποτέ δε μαθαίνουμε ποιες είναι πραγματικά οι προθέσεις της. Στη διάθεσή μας έχουμε μόνο γεγονότα κλειδιά για τη ζωή της? το ταξίδι της από τη Νότια Αφρική στην Αγγλία, τις παραστάσεις που δίνει, το δικαστήριο στο οποίο υποβλήθηκε υποχρεωτικά στο Λονδίνο, τη βάπτισή της και τον χρόνο που πέρασε ως αντικείμενο έρευνας των Γάλλων επιστημόνων. Όλα τα υπόλοιπα είναι ψήγματα πληροφοριών. Διάβασα όλη τη βιβλιογραφία γύρω από το όνομά της και σε όλα τα κείμενα υπάρχει υπερβολική ανάλυση και παραπληροφόρηση καθώς την παρουσιάζουν ως άβουλη σκλάβα, κάτι για το οποίο αμφιβάλλω, καθώς είχε την ευκαιρία εάν το ήθελε πραγματικά να διεκδικήσει την ελευθερία της . Αυτό που κέρδισε, πιστεύω, από εμένα η Σάαρτζι Μπάρτμαν, είναι σεβασμός. Μία εικόνα λένε ότι είναι χίλιες λέξεις. Και πράγματι όταν είδα πορτρέτα της στο Μουσείο σχεδιασμένα από Γάλλους εικονογράφους ή όταν είδα τα πραγματικά υπολείμματα του σώματός της, η προσωπικότητα, το πρόσωπο και η ψυχή της μου “μίλησαν” αμέσως. Βλέπεις καθαρά τον πόνο και τα βάσανα, τα σημάδια στο πρόσωπό της από την αρρώστια και το ποτό αλλά πέρα και πίσω από όλα αυτά διακρίνεις την αιθέρια και μυστηριώδη αύρα της. Αισθάνθηκα υποχρεωμένος να αφηγηθώ την ιστορία της. Η Σάαρτζι υπήρξε καλλιτέχνης. Ήξερε να παίζει μουσική, είχε πολύ καλή φωνή, χόρευε καλά, αλλά αυτό που τελικά το κοινό λάτρεψε σε εκείνη δεν ήταν ο πραγματικός της εαυτός , τον οποίο δεν μπόρεσε να εκφράσει ποτέ, αλλά μια καρικατούρα. Ήταν αυτό που ήθελαν να δουν σε εκείνη. Ένα show. Ήταν φυλακισμένη στην εικόνα που είχαν οι άλλοι για εκείνη. Και αυτό το στοιχείο της καταπίεσης, είναι ο βασικός κορμός στην ταινία μου. Ταυτίστηκα με την Σάαρτζι σε αυτό. Όταν ξεκίνησα ως ηθοποιός την καριέρα μου, υπέφερα όταν το κοινό έβλεπε σε εμένα τον Άραβα και όχι τον καλλιτέχνη και γι’ αυτό δεν είχα την ευκαιρία να δείξω το πραγματικό μου ταλέντο. Αισθανόμουνα σα να είμαι φυλακισμένος, όπως ακριβώς και η Σάαρτζι αισθανόταν “φορώντας” το σώμα της».

 Βαθμολογία: 7,5/10

Κυριακή 14 Αυγούστου 2011

If I Want to Whistle, I Whistle, Florin Serban, 2010


 Με τον περίεργο τίτλο «Όταν θέλω να σφυρίξω, σφυρίζω» ("Eu Cand Vreau Sa Fluier, Fluier" ο αυθεντικός) η νέα ενδιαφέρουσα πρόταση της Ρουμανίας και νικήτρια της Αργυρής Άρκτου στο φεστιβάλ Βερολίνου, από τον πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη Florin Serban. 
 Ήδη γίνεται λόγος από την παγκόσμια κινηματογραφική κοινότητα για το προερχόμενο από τη Ρουμανία «νέο κύμα» στο σινεμά και αφορά στην τελευταία πενταετία-εξαετία, κατά την οποία η βαλκανική χώρα έχει παραθέσει ορισμένα πραγματικά κινηματογραφικά διαμάντια. Στο ίδιο ύφος, του έντονου ρεαλισμού, υπάγεται η ταινία αυτή του Serban.


 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Silviu είναι μόλις 18 χρονών. Τα τελευταία 4 χρόνια βρίσκεται έγκλειστος στο Κέντρο Κράτησης Ανηλίκων, ενώ του απομένουν μόνο πέντε ημέρες για να αφεθεί ελεύθερος. Οι πέντε όμως αυτές ημέρες μοιάζουν με έναν ατέλειωτο εφιάλτη, όταν η μητέρα του εμφανίζεται μετά από απουσία χρόνων για να πάρει μαζί της στην Ιταλία τον μικρό του αδερφό, που ο Silviu έχει μεγαλώσει σαν γιο του. Παράλληλα, στη ζωή του Silviu, εμφανίζεται η Ana, μία όμορφη συνομήλική του που εργάζεται σαν κοινωνική λειτουργός. Με έντονα συναισθήματα να τον κατακλύζουν και τον χρόνο να κυλάει αντίστροφα, ο Silviu οδηγείται σταδιακά στα άκρα...

 Το σενάριο είναι πολύ δυνατό. Και ο Serban το απογειώνει με μία σκηνοθεσία πλούσια στο γνώριμό μας πια υπαρξιακό ρεαλιστικό δράμα, συνακολουθούμενη από την ταιριαστή μινιμαλιστική ματιά που χαρακτηρίζει το ρουμανικό νέο κύμα.

 Ο τελευταίος ηγέτης της Ρουμανίας, Τσαουσέσκου, που ξεκίνησε ως σοσιαλιστής απελευθερωτής αλλά κατέληξε αδυσώπητος δικτάτορας, έχει σημαδέψει τους κινηματογραφιστές της χώρας, οι οποίοι ρίχνοντας από τη μία ματιές στα κατάλοιπα μιας καταστροφικής εποχής και προσπαθώντας από την άλλη να «ξεφύγουν» κοιτώντας σε ένα μέλλον ευημερίας και εξευρωπαϊσμού της Ρουμανίας, καταγράφουν με τις προαναφερθείσες τεχνικές τη μεταβατική αυτήν περίοδο της χώρας, το «πριν» και το «μετά» του τυραννικού καθεστώτος.

 Το οποίο καθεστώς μας περιέγραψε συγκλονιστικά ο Κριστιάν Μουντζίου στο αριστουργηματικό «4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες», το 2007 αλλά και μεγαλοφυώς ο Κορνέλιου Πορουμπόιου με ένα εκπληκτικό κοινωνικοπολιτικό κατηγορώ στο «Αστυνομία, Ταυτότητα».

 Εδώ, ο συμπατριώτης και συνάδελφός τους, Φλορίν Σέρμπαν χρησιμοποιεί ως κεντρικό χαρακτήρα τον 18χρονο Σίλβιου. Ο πιτσιρικάς βρίσκεται, προφανώς έχοντας παρανομήσει (δε γνωρίζουμε τι ακριβώς έχει κάνει, αλλά δεν έχει σημασία), σε αναμορφωτήριο ανηλίκων. Μάλιστα, απομένουν μόλις δύο βδομάδες στο νεαρό για να αποφυλακιστεί και -υποτίθεται- να επανενταχθεί στην κοινωνία αναμορφωμένος, λαμβάνοντας όλη τη γνώση και τις αξίες από το σωφρονιστικό ίδρυμα, στο οποίο «φιλοξενήθηκε» τα τελευταία τέσσερα χρόνια.
 Όμως οι τελευταίες πέντε μέρες θα του φανούν ατελείωτες. Και αυτό επειδή η μητέρα του, που του έχει καταστρέψει τη ζωή με τις πράξεις της και ουσιαστικά τον ώθησε στο να καταλήξει στους δρόμους και από κει παρατυπώντας στο αναμορφωτήριο, έχει βαλθεί να τον «σκοτώσει» και δεύτερη φορά, όταν τον επισκέπτεται μετά από τόσα χρόνια, για να του ανακοινώσει ότι σκοπεύει να πάρει μαζί της στο εξωτερικό το μικρό του αδελφό, τον οποίο ο Σέρμπαν μεγάλωσε σα γιο του. Αυτό ήταν. Ο φαινομενικά ήσυχος, πράος και με τεράστια αποθέματα υπομονής απέναντι στις προκλήσεις που συναντάει στο ίδρυμα, πιτσιρικάς, θα θυσιάσει δίχως δεύτερη σκέψη την επερχόμενη ελευθερία του προκειμένου να σώσει τον αδελφό του από την αποδεδειγμένα καταστροφική φύση της μητέρας του. Και θα κάνει τα πάντα, θα φτάσει κυριολεκτικά στα άκρα (οδηγούμενος από την απομόνωση και την απελπισία στην οποία τον έφεραν η μητέρα του, η εσωτερική του σύγκρουση, το Σύστημα, ο διοικητής), έστω στο βαθμό που μπορεί όντας έγκλειστος, ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται το να αποσπάσει, απλώς, τον όρκο της μητέρας του ότι θα αφήσει πίσω το μικρό του αδερφό.
 Ακόμη, ο συμπαθής παρά τις πράξεις του πιτσιρικάς θα γνωρίσει την Άννα, συνομήλικη κοινωνική λειτουργό, που πραγματοποιεί την πρακτική της στις φυλακές και η οποία θα του γεννήσει έντονα συναισθήματα, στο βαθμό που παράλληλα με τον αρχικό του στόχο θα θέσει ακόμη έναν, να βγάλει την Άννα για ένα καφέ. Απλά...

 Το εγχείρημα του σκηνοθέτη είναι να αποτυπώσει τις συνθήκες κράτησης στα σωφρονιστικά ιδρύματα και τις μεθόδους με τις οποίες επιτυγχάνουν(;) το «σοφρωνισμό» των κρατουμένων.
 Και το μεγάλο όπλο στα χέρια του Ρουμάνου είναι οι ρεαλιστικές και ιδιαίτερα δυνατές ερασιτεχνικές ερμηνείες των -στην συντριπτική τους πλειονότητα- αληθινών έγκλειστων ανήλικου αναμορφωτήριου, προεξάρχοντος του, επίσης πρωτοεμφανιζόμενου, και βραβευμένου Γκεόργκε Πιστερεάνου, ο οποίος δίνει μία εξαιρετική ερμηνεία κρατώντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ένα παιδί, που πήγαινε ακόμη στο γυμνάσιο όταν τον ανακάλυψε ο Σέρμπαν και τον επέλεξε για πρωταγωνιστή.

 Παράλληλα ο Σέρμπαν αναδεικνύει τα διάφορα παιχνίδια εξουσίας και τον άγραφο νόμο των φυλακών, όπου δε λείπουν οι εντάσεις μεταξύ συγκρατουμένων αλλά και έγκλειστων με φύλακες, οι διάφορες ανταλλαγές, η υποταγή, οι χάρες κλπ.

 Σαφής αποτύπωση ενός συγκεκριμένου, σκληρά στημένου και αδυσώπητα εφαρμοσμένου κρατικού μηχανισμού. Ούτε νύξη περί πολιτικών πεπραγμένων του παρελθόντος ούτε υπενθύμιση κοινωνικών ανισοτήτων και αδικιών. Ξεκάθαρα ανάπτυξη της θεματικής του Σέρμπαν. Και όλα λιτά και ανθρωποκεντρικά αναδεδειγμένα, δίχως υπόνοιες και αλληγορίες. Απογείωση του ρεαλισμού με αφηγητική οικονομία από το Ρουμάνο!

 Εντάξει, δεν πρόκειται περί κορυφαίου αριστουργήματος, ενώ δε λείπουν και οι -λίγες- σεναριακές αφέλειες και κάποια «κενά», όμως το δυνατό αυτό φιλμ κρατάει το θεατή καθηλωμένο μέχρι το αναμενόμενα άσχημο για τον πρωταγωνιστή φινάλε.

 Αργυρή Άρκτος (Μεγάλο Βραβείο Επιτροπής) - Φεστιβάλ Βερολίνου (2010). Ειδικό Βραβείο Άλφρεντ Μπάουερ - Φεστιβάλ Βερολίνου (2010). Βραβείο καλύτερης ανδρικής ερμηνείας (Γκεόργκε Πιστερεάνου) – Φεστιβάλ Στοκχόλμης (2010). Βραβείο καλύτερης ανδρικής ερμηνείας (Γκεόργκε Πιστερεάνου) – Φεστιβάλ Δαμασκού (2010).

 Βαθμολογία: 7/10

Σάββατο 6 Αυγούστου 2011

Modigliani, Mick Davis, 2004


 Μία σημαντικότατη βιογραφική ταινία από το σκηνοθέτη Nick Davis και το 2004, για τη ζωή και το έργο του σπουδαίου Ιταλού ζωγράφου και γλύπτη Amedeo Clemente Modigliani, που ανήκε στη "Σχολή της Πρώιμης Αναγέννησης" και ξεχώρισε για τα πορτρέτα του με τα αμυγδαλωτά μάτια και τις ψηλόλιγνες φιγούρες, αλλά και για τα γυμνά του. Πολύ εύστοχος και άκρως αποκαλυπτικός ο ελληνικός τίτλος «Μοντιλιάνι: Ο καταραμένος ζωγράφος», αναφερόμενος στις αυτοκαταστροφικές τάσεις του καλλιτέχνη. Φιλάσθενος στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, ο Μόντι (Modi), όπως ήταν το ψευδώνυμό του, πέθανε σε ηλικία 36 ετών.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 1919, Παρίσι. Ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος έχει τελειώσει και η νυχτερινή ζωή έχει γεμίσει με σκοτεινά πάθη και αχαλίνωτες εμμονές. Στο καφέ «Ροτόντ», το στέκι της ελίτ της τέχνης, ένα τραπέζι δεν μοιάζει με κανένα άλλο στην ιστορία: ο Πικάσο, η Φρίντα Κάλο, ο Ουτρίγιο, ο Κοκτό κι ο Μοντιλιάνι συζητούν με πάθος για τέχνη, έρωτα και επιθυμία! Η δραματική αντιζηλία μεταξύ του Μοντιλιάνι και του Πικάσο, δύο αντρών που η σχέση τους διακατέχεται από ευφυΐα, αλαζονεία και πάθος θα στοιχειώσει την καλλιτεχνική παρέα. Η ερωτική τραγωδία που θα ακολουθήσει θα είναι η μεγαλύτερη στην ιστορία της τέχνης. Μέσα σε μια νύχτα, η μοίρα θα πάρει τα πράγματα στα χέρια της και την άλλη μέρα τίποτα πια δεν θα είναι το ίδιο...

 Ο Αμεντέο Μοντιλιάνι (Amedeo Clemente Modigliani, 12 Ιουλίου 1884 – 24 Ιανουαρίου 1920) ήταν Ιταλός ζωγράφος και γλύπτης. Γεννήθηκε στο Λιβόρνο, στην Τοσκάνη της Ιταλίας και ήταν το τέταρτο παιδί της εβραϊκής οικογένειας του Flaminio Modigliani και της γαλλίδας συζύγου του Eugenie Garsin. Αν και η οικογένεια ήταν αρκετά πλούσια, ο μικρός Amedeo μεγάλωσε αρκετά φτωχά ύστερα από την οικονομική κατάρρευση της επιχείρησης του πατέρα του. Παράλληλα, τα παιδικά του χρόνια στιγματίστηκαν και από την άσχημη κατάσταση της υγείας του ύστερα από μία επιδημία τυφοειδούς πυρετού σε ηλικία 14 ετών, ενώ δύο χρόνια αργότερα η κατάστασή του επιδεινώθηκε όταν προσβλήθηκε από φυματίωση. Ανάμεσα σε όλα αυτά η οικογένεια είχε και ιστορικό κατάθλιψης όπως και ο ίδιος, ενώ ένα από τα αδέρφια του, ο Emmanuel είχε καταδικαστεί σε ηλικία 26 ετών σε φυλάκιση έξι μηνών για αναρχία..

 Ολόκληρο το πολύ ενδιαφέρον άρθρο Amedeo Modigliani: Ο άνθρωπος μύθος.

 Και να επανέλθουμε στην ταινία, η οποία καταγράφει την τελευταία περίοδο της ζωής του σπουδαίου Ιταλού καλλιτέχνη Aμεντέο Mοντιλιάνι και την ανταγωνιστική σχέση του με τον καλό του φίλο και επίσης σπουδαίο ζωγράφο Πάμπλο Πικάσο, με φόντο το Παρίσι του 1919... Το πάθος για την τέχνη, τη δημιουργία και τον έρωτα και η εμμονή της καταστροφής αποδίδονται μέσα από μια συγκλονιστική ερμηνεία του Αντι Γκαρσία.

 Τεχνικά η ταινία δεν είναι κακή. Μπορεί το πρώτο μέρος να είναι λίγο κουραστικό και να κυλάει αργά, χωρίς κάτι έντονο που να κρατάει το θεατή, όμως στο δεύτερο μισό ξετυλίγεται εντυπωσιακά το κουβάρι της δραματουργίας με κύριο πεδίο έκφρασης το διαγωνισμό ζωγραφικής, στον οποίο λαμβάνει τελικά μέρος και ο Μοντιλιάνι, αφότου κάμφθηκαν οι αρχικές αντιρρήσεις του και το σνομπάρισμά του προς την όλη διαδικασία.
 Κυρίως όμως (η ταινία) αξίζει, πέρα από την εκπληκτική ερμηνεία του Άντι Γκαρσία, για την εξαιρετική προσέγγιση της ζωής τόσο του Μοντιλιάνι όσο και διάφορων τότε σπουδαίων καλλιτεχνών (του Πικάσο μεταξύ άλλων), τη ρεαλιστική καταγραφή της συγκέντρωσης όλων των διανοούμενων της εποχής στα διάσημα στέκια και καφέ και το περιεχόμενο των συζητήσεών τους, κυρίως γύρω από την Τέχνη και τη Ζωή. Τα πάθη, οι έρωτες, η δημιουργικότητα, το ταλέντο, οι κόντρες, οι εμμονές, μα κυρίως το μεγαλύτερο πάθος εξ όλων, αυτό για την Τέχνη, της Avant-Garde του Παρισιού μετά τον Α' Π.Π.

 Και όλα αυτά επικεντρώνοντας βεβαίως στον «καταραμένο ζωγράφο», που αποτελεί και το κεντρικό πρόσωπο του φιλμ.

 Βαθμολογία: 6,5/10