Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Once Upon a Time in Anatolia, Nuri Bilge Ceylan, 2011

 

 Η έκτη μεγάλου μήκους ταινία του Nuri Bilge Ceylan, ενός εκ των καλύτερων σκηνοθετών της γενιάς του (Clouds of May, Distant, Three Monkeys), με τίτλο «Κάποτε στην Ανατολία» (Bir Zamanlar Anadolu`da). Σε σενάριο Nuri Bilge Ceylan, Ebru Ceylan, Ercan Kesal, με τους: Muhammet Uzuner, Yilmaz Erdogan, Taner Birsel, Ahmet Mumtaz Taylan, Firat Tanis.

 Η υπόθεση:
 Στις αφιλόξενες στέπες της Ανατολίας, τρεις άνδρες θα συστήσουν μία ομάδα στην προσπάθεια αναζήτησης ενός πτώματος. Ακολουθούμενοι από τους βοηθούς τους, ο εισαγγελέας Nusret (Taner Birsel), ο αστυνόμος Naci (Yilmaz Erdogan) και ο γιατρός Cemal (Muhammet Uzuner), μεταφέρουν αλυσοδεμένους τους δύο ύποπτους για το φόνο, ψάχνοντας το σημείο όπου οι τελευταίοι φέρονται να έχουν θάψει το εξαφανισμένο θύμα.

 Ο 53χρονος Τούρκος επιστρέφει τρία χρόνια μετά το αξιοθαύμαστο «Τρεις Πίθηκοι» με μια αστυνομική περιπλάνηση στις στέπες της Ανατολίας και παράλληλα μία κατάδυση στην ανθρώπινη ψυχή. Ένα αργό σε εξέλιξη road movie μέσα στη νύχτα, που καταλήγει μια μέρα μετά σε βαθιά ανθρώπινη υπαρξιακή έκρηξη, μέσω βαθύ στοχασμού, ύψιστου λυρισμού, καλού χιούμορ και πανέμορφων πλάνων.

 Η ποιητική ματιά του Τσεϊλάν δεν απουσιάζει ούτε εδώ και δημιουργεί ένα σκοτεινά γοητευτικό μείγμα με τη ρεαλιστική απεικόνιση καταστάσεων. Το φαινομενικά αστυνομικό στοιχείο, στο οποίο δίνεται ιδιαίτερη έμφαση αρχικώς, δίνει τη θέση του γρήγορα στις υπαρξιακές αναζητήσεις και τη φανέρωση του συναισθηματικού κόσμου των ηρώων. Από το σημείο λοιπόν εκείνο κι έπειτα η πλοκή αποκτά ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα και ο τούρκος δημιουργός αρπάζει την ευκαιρία να κάνει μία εκ βαθέων ιατροδικαστική εξερεύνηση (ιατρός, εισαγγελέας, αστυνομικός, οι τρεις χαρακτήρες που διεξάγουν την έρευνα, αντιπροσωπεύοντας τρεις μορφές του Νόμου) του σινεμά.

 Θέματα όπως Εξουσία, Δικαιοσύνη, σωστό και λάθος, ιατρική πρόοδος, αλλά και Ιστορία, παιδιά, Οικογένεια, παραδόσεις, Ανατολία κι ένα σωρό άλλα αναδεικνύονται έξοχα, μέσα από συζητήσεις, εκμυστηρεύσεις, απεικονίσεις, εμμονές, πιστεύω, ήθη κι έθιμα.

 Ενώ βέβαια κεντρικό θέμα είναι η αφήγηση, εξ ου και ο τίτλος "Once Upon a Time", που ακόμη παραπέμπει ευθέως σε spaghetti western.

 Μοναδικό αρνητικό η διάρκεια των 150', όπου εμφανώς κουράζει σε μερικά σημεία, ενώ διαφαίνεται μια κάποια έλλειψη ρυθμού.

 Μέγα Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών, για το 2011.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Le Gamin au Velo, Jean-Pierre et Luc Dardenne, 2011

 

 Οι αδελφοί Jean-Pierre και Luc Dardenne απ' το Βέλγιο, ιδιαίτερα αγαπητοί στην Ελλάδα κυρίως απ' την κορυφαία τριάδα τους (La Promesse, Rosetta, L' Enfant) επιστρέφουν τρία χρόνια μετά το "Le silence de Lorna", με το "Le Gamin au Velo" (The Kid with a Bike), «Το Παιδί με το Ποδήλατο», που τους χάρισε το Μεγάλο Βραβείο της κριτικής επιτροπής στις Κάννες (το μοιράστηκαν με τον Nuri Bilge Ceylan και το πολύ καλό «Κάποτε στην Ανατόλια»). Σε σενάριο των ίδιων, με τους: Τhomas Doret, Cécile De France κ.ά..

 Η υπόθεση:
 Ο δωδεκάχρονος Cyril έχει ένα και μοναδικό σχέδιο: να ξαναβρεί τον πατέρα του, ο οποίος τον άφησε προσωρινά(;) σε ένα ίδρυμα. Τα σημάδια δείχνουν ότι ο πατέρας του τον εγκατέλειψε σε αναζήτηση μιας νέας ζωής. Δεν απαντά στα τηλεφωνήματα, άδειασε το διαμέρισμά του, πούλησε το ποδήλατο του πιτσιρικά. Τυχαία, ο Cyril θα συναντήσει την Samantha (Cecile De France) μια ιδιοκτήτρια κομμωτηρίου, η οποία θα τον συμπαθήσει και θα αρχίσει να τον φιλοξενεί στο σπίτι της τα Σαββατοκύριακα. Όμως ο Cyril παρά την αγάπη που νοιώθει γι' αυτόν η Samantha θα συνεχίσει να αναζητά τον πατέρα του με κάθε τρόπο φτάνοντας σε βίαια και οργισμένα ξεσπάσματα..

 Τα τρομερά αδέλφια απ' το Βέλγιο, ο Ζαν-Πιερ κι ο Λικ Νταρντέν, πιστά στο ανθρωποκεντρικό τους σινεμά που αγαπήσαμε, με τον έντονο και πολύπλευρο κοινωνικοπολιτικό προβληματισμό, αναπτύσσουν εδώ μια ιστορία με επίκεντρο έναν παρατημένο απ' τον πατέρα του πιτσιρικά και το... ποδήλατό του, αλλά και μία γυναίκα με την οποία ο μικρός θα αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση. Όλα αυτά μέσα από ένα οδυνηρό οδοιπορικό απότομης ενηλικίωσης.

 Με την απέριττη αφήγηση που τους συντροφεύει στην σπουδαία κινηματογραφική τους πορεία, το νατουραλισμό και τη χαρακτηριστική λιτότητα οι αδερφοί Νταρντέν μας χαρίζουν ακόμη ένα εξαιρετικό ψυχόδραμα για την ανθρώπινη φύση, ενώ επικεντρώνονται στον πυρήνα της οικογένειας και πώς αυτός μπορεί εύκολα να διασπαστεί εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων σε συνδυασμό με τα όποια κοινωνικά αδιέξοδα της εποχής.

 Οι φανερά απ' τις προηγούμενες ταινίες τους πεσιμιστές Νταρντέν, εδώ κάνουν την έκπληξη (κυρίως απέναντι στους ίδιους) και αφήνουν στο φινάλε της ταινίας μια αχτίδα φωτός, ελπίδας. Εκείνο βέβαια που κερδίζει μεμιάς το κοινό και δη, τους φανατικούς υποστηρικτές των Βέλγων είναι η άκρως λιτή και ρεαλιστικότατη βεβαίως παρουσίαση του θέματος. Χωρίς την παραμικρή υστερία αλλά και καμία φλυαρία και μόνο με το απαραίτητο παίξιμο των ηθοποιών (και συγκρατημένα συναισθήματα), η ιστορία ξετυλίγεται επαρκώς και ολοκληρώνεται στο σωστό χρονικό σημείο (μικρότερη της μιάμισης ώρας η διάρκεια) ώστε να μην ξεχειλώσει και χαθεί η ουσία.
 Γιατί αυτός είναι ο σκοπός της ανάδειξης κάθε κοινωνικού προβλήματος και του σχολίου πάνω σε καίρια ζητήματα, κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά, που δε μένουν στη σάτιρα ή την επιφανειακή αναφορά και τον περιττό διδακτισμό, αλλά προχωρούν σε μία βαθύτερη ανάδειξη των πτυχών του προβλήματος, εμβάθυνση των αιτιών και ουσιαστική καταγγελία.

 Ο πιτσιρικάς λοιπόν (αποκάλυψη ο Thomas Doret) αναζητά τον πατέρα του. Δεν μπορεί και δε θέλει να αποδεχτεί ότι ο πατέρας του τον εγκατέλειψε για πάντα. Τυχαία θα συναντήσει τη Σαμάνθα, ιδιοκτήτρια κομμωτηρίου και παρόλο που εκείνη θα τον φιλοξενήσει και θα δεθεί μαζί του, ο μικρός δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμά της. Κάλεσμα για φιλία βέβαια, συντροφικότητα κι επαφή, καθώς τα αδέλφια δεν περιπλέκουν και το ερωτικό στοιχείο μεταξύ της ενήλικης Σαμάνθα και του ανήλικου Σιρίλ.
 Βλέπετε, ο πιτσιρικάς πλην του πατέρα του βρίσκεται και σε αναζήτηση της αγάπης. Εγκαταλελειμμένος και «αδειασμένος» απ' το μοναδικό άνθρωπο που ένιωθε κοντά του, ο Σίριλ, που αναπτύσσει επιθετικές συμπεριφορές, δείχνει να μην έχει (συν)αισθήματα. Ή έστω είναι βαθιά κρυμμένα μέσα του, σε έναν κόσμο σκληρό, άδικο, γεμάτο αδιέξοδα, εμμονές και προβλήματα.
 Η Σαμάνθα (εξαιρετική η Σεσίλ ντε Φρανς) θα προσπαθήσει με όλο της το είναι να βγάλει στην επιφάνεια τα αισθήματα αυτά, καθώς είναι φανερά πρόθυμη να βγάλει όλα τα αποθέματα αγάπης στο πρόσωπο το μικρού.

 Αυτό το σινεμά των Νταρντέν ήταν ανέκαθεν εντυπωσιακό. Γιατί; Μα φυσικά, επειδή μέσα στην απλότητα και την "ηρεμία" του, κάνει εκκωφαντικό θόρυβο με την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, την αστείρευτη ενέργεια που βγάζουν οι συμπαθέστατοι ήρωές του, την αγωνία και την ένταση που μεταφέρεται στον καθηλωμένο στο κάθισμά του θεατή. Ο οποίος, περιμένει, ελπίζει, ότι αυτήν τη φορά η ανθρώπινη φύση που τόσο καταδιώκεται απ' τους Βέλγους, θα κατορθώσει έστω την ύστατη ώρα να κάνει ορθοπεταλιά στην ανηφόρα και να ατενίσει με αισιοδοξία το μέλλον.

 Και τα αδέλφια θα του κάνουν τη χάρη ανταμείβοντάς τον για τη μεγάλη του στήριξη προς τα πρόσωπά τους και τη θέρμη με την οποία έχει αγκαλιάσει τις ταινίες τους όλα αυτά τα χρόνια, κλείνοντας την ιστορία με μία καθόλα αισιόδοξη νότα.

 Μέγα Βραβείο Επιτροπής του Φεστιβάλ Κανών 2011.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

I'm a Cyborg, but that's OK, Chan-wook Park, 2006

 

Ο Chan-wook Park αφήνει στην άκρη τις αιματηρές ιστορίες εκδίκησης της διάσημης τριλογίας του -με αποκορύφωμα το Oldboy- και κάνει τη γλυκόπικρη, παιχνιδιάρικη κωμωδία "I'm a Cyborg, but that's OK", με τον πρωτότυπο τίτλο "Saibogujiman kwenchana". Σε σενάριο Chan-wook Park και Seo-Gyeong Jeong, σκηνοθεσία -βεβαίως- Park, με τους: Su-jeong Lim, Rain, Hie-jin Choi, Byeong-ok Kim, Yong-nyeo Lee.

 Η υπόθεση:
 Η Yeong-gun τρελαίνεται σταδιακά και σύντομα ξυπνά σε άσυλο, πεπεισμένη ότι είναι cyborg. Πιστεύει πως αποστολή της είναι να σκοτώσει σα θηλυκός Εξολοθρευτής τους γιατρούς και τους νοσοκόμους που την κρατούν αιχμάλωτη και να ανακαλύψει το νόημα της ύπαρξης. Για να πετύχει το στόχο της πρέπει να φορτίσει τον οργανισμό της, αρνούμενη κάθε είδους τροφή και επιλέγοντας να γλείφει μπαταρίες. Μόνο ένας ξέρει το 'μυστικό' της. Ο Il-soon είναι ένας μανιακός κλεπτομανής που δε μπορούσε να αντέξει την ιδέα της υποχρεωτικής στράτευσης. Πιστεύει ότι έχει την ικανότητα να κλέβει χαρακτηριστικά και ιδιότητες άλλων ανθρώπων.

 Ο βιρτουόζους νοτιοκορεάτης σκηνοθέτης Chan-woon Park μετά την τριλογία της εκδίκησης με τα Sympathy for Lady Vengeance, Oldboy και Sympathy for Mr Vengeance, αποφασίζει να πειραματιστεί με μία γλυκόπικρη ρομαντική κωμωδία.
 Η Yeong-gun τρελαίνεται σταδιακά σε ένα εργοστάσιο. Ξυπνά σε άσυλο, έχοντας πειστεί ότι είναι cyborg. Τώρα, με τις μασέλες της γιαγιάς της στο πλάι είναι σε αποστολή, πρέπει να βρει τη γιαγιά της, να σκοτώσει σαν θηλυκός Εξολοθρευτής τους γιατρούς και τους νοσοκόμους που την κρατούν αιχμάλωτη και να ανακαλύψει το νόημα της ύπαρξης. Για να πετύχει το στόχο της πρέπει να φορτίσει τον οργανισμό της, για αυτό και αρνείται κάθε είδους τροφή, από φόβο μη χαλάσει τον εσωτερικό της μηχανισμό και γλείφει μπαταρίες. Τι γίνεται όμως με τη συμπάθεια που νιώθει, ένα από τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα;

 I'm not psycho, i'm only a cyborg φαίνεται να φωνάζει απεγνωσμένα η γλυκύτατη Yeong-gun, στο άσυλο που κρατείται. Το χαριτωμένο αυτό ζήτημα εξετάζει ανάλαφρα ο Παρκ, ο οποίος τοποθετεί μια "τρελή" σε ένα μικρόκοσμο, αυτόν του ψυχιατρικού ασύλου, μεταξύ πολλών διαφορετικών ανθρώπων με περιέργειες, ιδιόρρυθμες έως αλλόκοτες συμπεριφορές, ασυνήθιστες σκέψεις και αστείρευτη φαντασία (μία τρελή παχύσαρκη που τρώει τα γεύματά της Yeong-gun, ένας άντρας που περπατάει με την πλάτη, μία κοπέλα που κοιτάζεται στον καθρέφτη και φαντασιώνεται ότι τραγουδά κάπου στις Άλπεις, μία μυθομανής, ένας παρανοϊκός μεσήλικας που πιστεύει ότι για όλα φταίει αυτός...). Η Yeong-gun ωστόσο δεν είναι ίση μεταξύ ίσων. Τουλάχιστον δεν αντιμετωπίζεται ως τέτοια. Ούτε από τους άλλους τροφίμους που αδυνατούν να την κατανοήσουν ούτε βέβαια κι απ' τους ιατρούς επιτηρητές της, οι οποίοι τη θεωρούν πέρα ως πέρα τρελή.
 Μοναδικό στήριγμα θα βρει στο πρόσωπο του κλεπτομανούς Il-soon και ένα ειδύλλιο θα αναπτυχθεί σύντομα. Ένας έρωτας αγνός, περισσότερο στο όριο της φιλίας, της κατανόησης, της στήριξης και της συμπάθειας. Παράλληλα η πρωταγωνίστρια θα θελήσει να επωφεληθεί της ιδιότητας του Il-soon να «κλέβει» τις ιδιότητες των άλλων. Έτσι θα του ζητήσει να αφαιρέσει από την ίδια τη συμπάθεια, ένα απ' τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα, τουλάχιστον κατά πώς της «υπαγορεύει» η φανταστική φωνή που ακούει. Και αυτό, διότι μόνον χωρίς τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα θα μπορέσει να μεταμορφωθεί στο θηλυκό Εξολοθρευτή, που θα δραπετεύσει απ' το άσυλο σκοτώνοντας τους δεσμοφύλακές της με σκοπό να σώσει την επίσης φυλακισμένη γιαγιά της, η οποία νομίζει ότι είναι... ποντίκι!
 Ο νεαρός «κλεπτομανής» φυσικά θα τη βοηθήσει, γιατί τι κι αν είναι cyborg, είναι οκ!

 Εντάξει εμφανώς σπάει πλάκα ο Παρκ και δυστυχώς θα έλεγα απογοητεύει τους οπαδούς του, οι οποίοι ειδικά μετά την τριλογία της εκδίκησης με αποκορύφωμα το αριστουργηματικό Oldboy, περίμεναν κάτι αντίστοιχο απ' τον εξαίρετο δημιουργό. Κι αν όχι στο ίδιο ύφος, τουλάχιστον στο ίδιο επίπεδο κινηματογράφισης. Όμως ο Νοτιοκορεάτης προτιμά να κάνει χαβαλέ, με αρκετές επαναλαμβανόμενες στιγμές, σε μία άνιση ταινία με χαοτικό σενάριο.
 Σίγουρα δε λείπουν κάποια ενδιαφέροντα πλάνα, η ωραία φωτογραφία με τα εκπληκτικά χρώματα (μέγας λάτρης των εικόνων ο Παρκ), η μουσική, οι έξοχες... σαλταρισμένες ερμηνείες και ορισμένες τεχνικές βιρτουοζιτέ κινηματογράφισης, όμως το αποτέλεσμα δεν ξεπερνά τη μετριότητα.

 Ένα ιδιότυπο love story, μια ασιατική εκδοχή της Amelie σε μία αλλιώτικη «Φωλιά του Κούκου», από τον Chan-wook Park, που μάλλον σκέφτηκε να βγάλει -για λίγο- από πάνω του την ταμπέλα του άκρα βίαιου εκπροσώπου του νεότερου κορεατικού σινεμά.

 Εν κατακλείδι βρήκα εδώ τον Παρκ έξω απ' τα νερά του, θεωρώ πως δεν του ταιριάζει καθόλου αυτό το διαφορετικό είδος που προσπάθησε να αναπτύξει παρεκκλίνοντας απ' τα... συνηθισμένα.

 Βραβείο καλλιτεχνικής αρτιότητας, Φεστιβάλ Βερολίνου, 2007 και Βραβείο Μεγάλου Μήκους ταινίας Φεστιβάλ Νέου Κινηματογράφου, Μόντρεαλ.

 Βαθμολογία: 4,5/10

Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

La Notte, Michelangelo Antonioni, 1961

 

 «Η Νύχτα» ("La Notte") του κορυφαίου σκηνοθέτη Michelangelo Antonioni αποτελεί το δεύτερο μέρος της άτυπης "τριλογίας της αλλοτρίωσης" μετά την «Περιπέτεια» ("L' Avventura") και πριν την «Έκλειψη» ("L' Eclisse"). Πρωταγωνιστούν οι θρυλικοί Marcello Mastroianni, Jeanne Moreau και η αισθησιακή Monica Vitti.

 Η υπόθεση:
 Ο Τζιοβάνι, ένας πετυχημένος συγγραφέας και η σύζυγός του Λύντια επισκέπτονται το φίλο τους Τομάζο, που πεθαίνει στο νοσοκομείο... Εν συνεχεία ο καθένας ακολουθεί το πρόγραμμά του και εν τέλει καταλήγουν σε ένα πάρτι. Και οι δυο τους έχουν παράλληλες κρυφές ζωές, πράγμα που τους είναι γνωστό. Η έλλειψη επικοινωνίας και το αδιέξοδο της σχέση τους γεμίζει τη μεγάλη οθόνη. Καταπληκτικές ερμηνείες από τη Ζαν Μορό και τον Mαρσέλο Μαστρογιάνι, ένα ζευγάρι που ίσως θα έπρεπε τελικά να γυρίσει σελίδα στη ζωή του. Χρυσή Αρκτος στο Φεστιβάλ Βερολίνου 1961.

 Ο σπουδαίος ιταλός σκηνοθέτης, συνεχιστής του νεορεαλισμού στον οποίο και πρόσθεσε έναν υπαρξιακό τόνο, μεγάλος ανατόμος των ανθρωπίνων συναισθημάτων και δάσκαλος του κινηματογράφου, υπογράφει εδώ, εν έτει 1961, με τη «Νύχτα» το δεύτερο μέρος μιας άτυπης τριλογίας που χαρακτηρίζεται από στοιχεία αποξένωσης και αλλοτρίωσης, πολιτικά, κοινωνικά και βεβαίως, ανθρωπιστικά. Είχε προηγηθεί, ένα χρόνο πριν η εκπληκτική «Περιπέτεια», για να ολοκληρωθεί αυτή η θεματική ενότητα με την «Έκλειψη». Τρεις αριστουργηματικές ταινίες σε διάστημα ισάριθμων ετών. Εκπληκτικό!

 Στη «Νύχτα» το στόρι ξετυλίγεται σε διάστημα λίγο μικρότερο των 24 ωρών. Κατά τη διάρκεια των οποίων, ο Τζιοβάνι Ποντάνο (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι), ένας πετυχημένος συγγραφέας που ωστόσο βρίσκεται σε δημιουργικό αδιέξοδο απομακρύνεται σταδιακά απ' τη γυναίκα του, Λίντια (Ζαν Μορό) που επίσης δείχνει εγκλωβισμένη σε μια κενή κάποιου ουσιαστικού νοήματος ζωή.
 Όλα ξεκινούν το μεσημέρι που ο Τζιοβάνι με τη Λίντια επισκέπτονται στο νοσοκομείο έναν κοινό τους φίλο, κλινήρη. Τα πρώτα σημάδια αποξένωσης είναι εμφανή, καθώς το ζευγάρι αδυνατεί να έρθει σε επικοινωνία, αναπτύσσοντας σημάδια κούρασης, αδιαφορίας και απομάκρυνσης. Κάτι μάλιστα που στη συνέχεια θα καταστεί αντιληπτό κι απ' τους δύο, μετά από 10 ολόκληρα χρόνια γάμου.

 Η πορεία που θα ακολουθήσουν τη συγκεκριμένη Νύχτα οι αποξενωμένοι σύζυγοι σε παράλληλο επίπεδο με την αποξένωση μιας ολόκληρης πόλης, του Μιλάνο. Ένα Μιλάνο της δεκαετίας του 1960, ψυχρό και εκβιομηχανισμένο, «θύμα» της μανιώδους πολεοδομικής ανάπτυξης της εποχής, με το οποίο μάλιστα ανοίγει το πρώτο πλάνο, που από τον ψηλό ουρανοξύστη θαρρεί κανείς πως βουτάει μες στη καρδιά της «κενής» μεγαλούπολης.

 Μετά το νοσοκομείο ο καθένας θα ακολουθήσει το δρόμο του. Πότε -τυπικά- μαζί και πότε χωριστά θα συνεχίσουν τη βραδιά τους πηγαίνοντας σε ένα πάρτι και μια δεξίωση που οργανώνει ένας εκατομμυριούχος. Εκεί, μαζεμένοι αριστοκράτες, στη δική τους κλειστή κοινωνία, στο δικό τους ουσιαστικά κόσμο, καταδικασμένοι να ζουν μες στην αβέβαιη και γεμάτη άγχη ζωή τους, αναπτύσσοντας αστική συμπεριφορά και αντίληψη περί αληθινής ζωής. Άνθρωποι που ζουν στη χλιδή και όλα τα πρόσκαιρα και αναιμικά που εκείνη τους προσφέρει, όμως είναι το ίδιο κενοί με το Μιλάνο, οδηγούνται στην ίδια αποξένωση με τους πρωταγωνιστές.
 Η επιφανειακή ζωή της κοινωνικής ελίτ σε αντιδιαστολή με την πραγματική μέσω μιας λαϊκής συνοικίας της Ρώμης και των κατοίκων της.

 Μέσα στο πλήθος ωστόσο ξεχωρίζει η Βαλεντίνα (Μόνικα Βίτι), κόρη του ιδιοκτήτη της πολυτελούς έπαυλης. Η οποία, δίχως να ταιριάζει με τον αστικό συμφερτό έχει αποτραβηχτεί σ' ένα απ' τα δωμάτια και διαβάζει. Ο Τζιοβάνι θα την πλησιάσει και αφού παίξουν ένα χαζό παιχνίδι, θα τη φλερτάρει. Εκείνη θα ανταποκριθεί, αφού πρόκειται για ακόμη έναν εφήμερο έρωτα, όπως είχε τόσους και τόσους στο παρελθόν. Η Λίντια θα τους δει από μακρυά και θα φύγει απογοητευμένη κι εκνευρισμένη απ' το πάρτι περιφέροντας το κουρασμένο σώμα της μες στη δυνατή βροχή χωρίς συγκεκριμένο σκοπό ή κάποιο μέρος που έχει να πάει. Νωρίτερα θα γυρίσει την πλάτη στο φλερτ ενός νεαρού. Τον οποίο θα ξανασυναντήσει αργότερα, τυχαία. Αλλά πάλι, σαν κάτι να φοβάται, κάτι που δεν ξέρει καν τι είναι, δε θα της επιτρέψει να «προχωρήσει». Θα επιστρέψει στην έπαυλη, όπου θα αφεθεί στη φροντίδα της Βαλεντίνα, πριν αποχωρήσουν με τον Τζιοβάνι, το πρωί.

 Το φινάλε, μυθικό και άκρως αποκαλυπτικό. Μετά από ένα ολονύχτιο οδοιπορικό, το οριστικό αντίο είναι πλέον πιο κοντά από ποτέ. Κι όμως, αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι, που το έχουν αντιληφθεί αλλά όχι και αποδεχτεί, θα βρεθούν στο πάρκο και απελπισμένοι θα κάνουν την ύστατη, αν και απριόρι χαμένη προσπάθεια μιας λυτρωτικής επανασύνδεσης. Εκείνη θα του διαβάσει ένα ερωτικό γράμμα που του είχε γράψει παλαιότερα. Εκείνος δε θα το θυμηθεί καν. Και το τελευταίο κομμάτι γυαλιού έχει γίνει θρύψαλα. Λίγο πριν θα του αποκαλύψει ότι ο φίλος τους, Τομάζο, έχει πεθάνει. Η επικοινωνία πλέον μοιάζει οριστικά ανέφικτη. Καθισμένοι στο γρασίδι του πάρκου, αγκαλιασμένοι αλλά δίχως την παραμικρή ικανότητα να μιλήσουν, να (ξανα)νιώσουν, να (ξανα)αγαπήσουν, συνειδητοποιούν για πρώτη φορά πόσο ξένοι είναι πλέον μεταξύ τους..

 Και ο μέγας Αντονιόνι κάνει μία σπουδαία ψυχογραφική ταινία, όπου δεσπόζουν τα έντονα και συναισθηματικά μονοπλάνα κι η αρμονική κινηματογράφηση των ανθρώπων σε σχέση με το περιβάλλον και την πόλη, αλλά και η άκρως πρωτοποριακή συρραφή από έναν αρχιτέκτονα πλάνων. Ξεχωρίζουν το εξαιρετικό μοντάζ κι η φωτογραφία (με φόντο πάντα το Μιλάνο) και βεβαίως απογειώνει το φιλμ το θρυλικό κινηματογραφικό ζευγάρι των ιερών τεράτων του ευρωπαϊκού σινεμά, Μαρτσέλο Μαστογιάνι, Ζαν Μορό.
 Οι οποίοι τυγχάνουν της αποδοχής ενός αντονιονικού φετίχ, αυτό της συζυγικής αποξένωσης. Ο Ιταλός θέλει τους πρωταγωνιστές του παντελώς αδύναμους να αναμετρηθούν με τον ίδιο τους τον εαυτό αλλά και με τον κόσμο που τους περιβάλλει, αδιαφορώντας για τις κοινωνικές συνθήκες ή το μπακράουντ τους. Μην ξέροντας τον τρόπο να βρουν τη χαμένη τους επικοινωνία και να αναζωπυρώσουν τον ξεχασμένο έρωτα, το μόνο που πετυχαίνουν είναι να συγκρουστούν και να αλληλοπληγωθούν.

 Η «Νύχτα», που για το γράφοντα αποτελεί την καλύτερη -μαζί με την «Περιπέτεια»- ταινία του Αντονιόνι, κέρδισε το 1961 τη Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου, ενώ απέσπασε σωρεία βραβείων από την Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου της Ιταλίας.

 Βαθμολογία: 9,5/10

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

El Espinazo del Diablo, Guillermo del Toro, 2001

 

 Ο Guillermo del Toro λίγα χρόνια πριν τη μεγάλη επιτυχία που σημείωσε με το "El laberinto del fauno" είχε γνωρίσει αναγνώριση τρομάζοντας κόσμο με αυτό το φανταστικό θρίλερ, στα ελληνικά «Στη Ραχοκοκκαλιά του Διαβόλου», ενώ είναι επίσης γνωστό ως "The Devil's Backbone". Στην παραγωγή βρίσκεται ο Pedro Almodovar, σενάριο και σκηνοθεσία υπογράφει ο del Toro, παίζουν: Marisa Paredes, Eduardo Noriega, Federico Luppi, Fernando Tielve, Inigo Garces.

 Η υπόθεση:
 Ισπανία 1939. Εμφύλιος πόλεμος. Ο δωδεκάχρονος Carlos (Fernardo Tielve) χωρίς να το γνωρίζει, εγκαταλείπεται σε ένα ορφανοτροφείο από κάτι φίλους του πατέρα του. Το απομονωμένο στη μέση της ερήμου ορφανοτροφείο, διευθύνεται από την Carmen (Marisa Paredes) και τον καθηγητή Casares (Federico Luppi). Στην αρχή, ο Carlos τα βρίσκει λίγο δύσκολα αφού ο επιστάτης Jacinto (Eduardo Noriega) καθώς και μερικά από τα ορφανά δεν δείχνουν να τον συμπαθούν, αλλά με τον καιρό, καταφέρνει να κάνει νέους φίλους, μεταξύ των οποίων και τον καθηγητή Casares. Ένα βράδυ ο μικρός πηγαίνει στην κουζίνα, για να γεμίσει μια κανάτα με νερό, όταν ακούει κάποιον να φωνάζει το όνομά του. Περίεργος να δει ποιος είναι, ακολουθεί την φωνή και κατεβαίνει στο υπόγειο όπου βλέπει μια περίεργη φιγούρα να τον πλησιάζει. Τρομαγμένος, τρέχει πίσω στο δωμάτιό του. Ποιος ήτανε που τον φώναζε και πως ήξερε το όνομά του; Γιατί ο επιστάτης δε θέλει κανέναν στο υπόγειο; Σίγουρα, κάτι μυστήριο συμβαίνει..

 Ο μεξικανικής καταγωγής ισπανός σκηνοθέτης Guillermo del Toro υπογράφει εδώ, με την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του -μετά τα Cronos, Mimic- ένα ατμοσφαιρικό θρίλερ βασισμένο στην παιδική φαντασία, αλλά χάνει εντελώς το πολιτικό κομμάτιο αφού μπερδεύει το φρανκικό καθεστώς της Ισπανίας, το οποίο δεν αναδεικνύεται καθόλου απ' τον πολιτικοποιημένο κινηματογραφιστή.

 Με φόντο λοιπόν τις τελευταίες μέρες του τρομακτικού ισπανικού εμφυλίου, στο απομονωμένο ορφανοτροφείο Σάντα Λουσία θα παρατηθεί απ' τους κομμουνιστές ο νεαρός πρωταγωνιστής της ταινίας, ο 12χρονος Κάρλος. Κατά τα κλισέ πρότυπα παρεμφερών ιστοριών, ο μικρός θα ενσωματωθεί στη μικρή κοινωνία του ορφανοτροφείου σταδιακά και αφού αρχικά δεχτεί μία επιθετική συμπεριφορά. Παράλληλα όμως θα έρθει σε επαφή με το φάντασμα του Σάντι, ενός άλλου πιτσιρικά, που είχε δολοφονηθεί στο ίδιο ίδρυμα πριν από χρόνια και ζητά τί άλλο, εκδίκηση. Σύμμαχό του ο Κάρλος θα συναντήσει στο πρόσωπο του καλόκαρδου, προστατευτικού καθηγητή αλλά και της διευθύντριας Κάρμεν, με τεχνητό πόδι, σύμβολο της Αριστεράς κατά τα χρόνια του εμφυλίου.

 Η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα και αναδεικνύεται όμορφα σκηνοθετικά από το βιρτουόζο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, με άκρως εφιαλτική ατμόσφαιρα, πανέμορφες εικόνες, ορισμένα εντυπωσιακά εφέ και κάποιες τρομακτικές στιγμές, αλλά και σουρεαλιστικές πινελιές όλα ντυμένα με το μανδύα της παιδικής φαντασίας. Ενώ σταδιακά οδηγούμαστε στο φρικτό και απροσδόκητο φινάλε.

 Όμως δυστυχώς για τον ίδιο το δημιουργό, την ταινία και φυσικά τους θεατές, το φιλόδοξο εγχείρημα του Ισπανού με την πολυεπίπεδη ανάγνωση και τη λειτουργικότητα σε διάφορα θέματα, από τη φανταστική παρουσίαση μιας παιδικής ιστορίας φαντασμάτων και τον υπόγειο τρόμο, την αέναη μάχη καλού και κακού μέχρι την πολιτική αλληγορία και την καταγγελία του φασισμού (στο πρόσωπο του επιστάτη Χασίντο, πρώην τρόφιμο του ορφανοτροφείου και κακού της ιστορίας) δε δουλεύει, καθώς μοιάζει ανέφικτο να κρατηθούν οι ισορροπίες, με αποτέλεσμα να χάνεται η μπάλα σε πολλά σημεία και ουσιαστικά να μην αναδεικνύεται παρά ελάχιστα μόνο το πολιτικό κομμάτι. Έτσι το φόντο του φρανκισμού απλώς αιωρείται, μάλλον σα φάντασμα κι αυτό μαζί με τον Σάντι, πάνω απ' τα κατάλοιπα που άφησε σε ολόκληρη τη χώρα ο εμφύλιος..

 «Τι είναι ένα φάντασμα; Μια τραγωδία καταδικασμένη να επαναλαμβάνεται συνέχεια».

 Βαθμολογία: 6/10

Σάββατο 2 Ιουνίου 2012

Zift, Javor Gardev, 2008

 

 Ένα ασπρόμαυρο υποβλητικό διαμαντάκι από τη Βουλγαρία, που είχε αποτελέσει την πρόταση της βαλκανικής χώρας για το ξενόγλωσσο Oscar, σε σκηνοθεσία Javor Gardev, βασισμένο στη νουβέλα του Vladislav Todorov, με τους: Zachary Baharov, Tanya Ilieva, Vladimir Penev.

 Η υπόθεση:
 Στην κομμουνιστική Σόφια του '60, ένας άντρας, καταδικασμένος άδικα για φόνο, αποφυλακίζεται προσωρινά κι έρχεται βίαια αντιμέτωπος με τη σύγχρονη πραγματικότητα αλλά και το σκοτεινό παρελθόν του.

 Ο Moth, απελευθερώνεται από τη φυλακή μετά από χρόνια άδικου εγκλεισμού για φόνο. Είχε καταδικαστεί λίγο πριν το Βουλγαρικό κομμουνιστικό πραξικόπημα του 1944 και τώρα βρίσκεται σε ένα νέο και ανοίκειο κόσμο. Είμαστε στη Σόφια του ολοκληρωτισμού της δεκαετίας του '60. Ένα πανδαιμόνιο συμβαίνει την πρώτη νύχτα ελευθερίας του Moth: μια φρενήρης καταδίωξη διατρέχει την πομπώδους σοσιαλιστικού ρεαλισμού πόλη, περνώντας από παρακμασμένες γειτονιές, δημόσια λουτρά, κανάλια, ένα νοσοκομείο, καταγώγια πνιγμένα στον καπνό, κακόφημα μπαρ και καταλήγει, αναπόφευκτα, στο νεκροταφείο. Στην προσπάθεια του να βρει την αλήθεια, μαζί μ' ένα τεράστιο διαμάντι που φαίνεται να τον καταδιώκει μαζί με το παρελθόν του, ο Moth συναντιέται με ένα πλήθος εκκεντρικών χαρακτήρων - πράκτορες, νοσοκόμες, μπαρόβιοι, απόκληροι, νεκροθάφτες και άλλα είδη της ζούγκλας της ασφάλτου πέφτουν στο δρόμο του και προσπαθούν να τον βγάλουν από την αποφασισμένη του πορεία προς την ελευθερία.

 Σε ασπρόμαυρο, υποβλητικό φόντο μία νεο-νουάρ περιπέτεια με δυνατό πολιτικό σχόλιο στα όρια της σάτιρας, διάχυτες σινεφίλ αναφορές, ορισμένες σουρεαλιστικές πινελιές, στυλιζαρισμένη με πανέμορφη, ασπρόμαυρη φυσικά εξπρεσιονιστική φωτογραφία, χιούμορ, βία, βωμολοχία, κάποιες πανέμορφες εικόνες, δυναμική αφήγηση και μια ιδιαίτερη μουσική υπόκρουση.

 Σε κάποια σημεία η ταινία, που ξαναείδαμε στο εξαιρετικό Ταινιόραμα στο Άστυ (ολοκληρώνεται στα τέλη Ιουνίου), κουράζει, κυρίως με το επαναλαμβανόμενο αδιάφορο χιούμορ, όμως αξίζει να τονιστεί η προέλευση της, καθώς η Βουλγαρία είναι μια χώρα που δε φημίζεται για κάποια σπουδαία κινηματογραφική παράδοση (τουλάχιστον είναι άγνωστη στην Ελλάδα), με αποτέλεσμα διαμαντάκια σαν το Zift να ξεχωρίζουν σαν τη μύγα μες στο γάλα.

 Ο εγκλεισμός του πρωταγωνιστή υποδηλώνει βεβαίως τον (αυτο)εγκλεισμό της ίδιας της Βουλγαρίας σε μια παλαιωμένη εποχή και ένα πολιτικό Σύστημα που την κράτησε ουσιαστικά αποκλεισμένη από την Ευρώπη και τη Δύση, στις οποίες η βαλκανική χώρα προσπαθεί μέχρι σήμερα να ενταχθεί και να προσαρμοστεί, μετά την αποτυχία -και εκεί- του υπαρκτού σοσιαλισμού.

 Η αφήγηση, από τον ίδιο τον ήρωα, κρατάει το ενδιαφέρον του θεατή και τον καθηλώνει με τη δυναμική και τη ζωντάνια της, μιας και η διάρκεια που εκτυλίσσεται η ιστορία είναι μόλις μίας νύχτας, ενώ διάχυτες είναι οι σινεφίλ αναφορές, με τον Gardev να κλείνει το μάτι σε αρκετούς συναδέλφους του (Guy Richie, Jules Dassin, Quentin Tarantino, ). Το δε φινάλε, πολύ ωραία δοσμένο και έξυπνο σε σύλληψη, μέσα στο νεκροταφείο, όπου γίνονται όλες οι αποκαλύψεις.

 Το Zift, που στη βαλκανική αργκό σημαίνει «σκατά», είναι μία από τις καλύτερες βαλκανικές ταινίες των τελευταίων χρόνων, κέρδισε το χειροκρότημα στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2008, ενώ βραβεύτηκε σε πολλά φεστιβάλ ανά τα Βαλκάνια.

 Βαθμολογία: 7/10

Σάββατο 12 Μαΐου 2012

Les Petits Mouchouirs, Guillaume Canet, 2010




 Τα «Μικρά Αθώα Ψέματα» (Little White Lies) μιας παρέας μας αποκαλύπτει ο Guillaume Canet στην τρίτη μόλις μεγάλου μήκους ταινία του, μετά την αδιάφορη κομεντί Mon Idole (2003) και το αξιόλογο αν και με προβλήματα Ne le dis à personne (2006). Σε σενάριο Guillaume Canet, με τους: Francois Cluzet, Marion Cotillard, Benoit Magimel, Gilles Lellouche, Jean Dujardin.

 Η υπόθεση:
 Κάθε χρόνο, ο Μαξ, ένας επιτυχημένος ιδιοκτήτης εστιατορίου, και η σύζυγός του προσκαλούν μια χαρούμενη παρέα φίλων στο όμορφο εξοχικό τους σπίτι δίπλα στη θάλασσα, για να γιορτάσουν τα γενέθλια του φίλου τους Αντουάν και να ξεκινήσουν έτσι τις διακοπές τους. Όμως φέτος, προτού εγκαταλείψουν το Παρίσι, ο φίλος τους Λούντο τραυματίζεται σε ένα ατύχημα, γεγονός που οδηγεί σε μια αλυσίδα αντιδράσεων και ανάμεικτων συναισθημάτων.
Οι διακοπές αυτές ωθούν τον καθένα από την παρέα να ανακαλύψει τι τον ενοχλεί και τι τον αναστατώνει. Είναι καιρός πλέον να "πέσουν οι μάσκες" και να ειπωθούν αλήθειες.

  Ο ηθοποιός Γκιγιόμ Κανέ (Jeux d'enfants) στην τρίτη του σκηνοθετική απόπειρα αναπτύσσει ένα δράμα χαρακτήρων βασισμένων στις παρεΐστικες σχέσεις μιας ομάδας ανθρώπων.
 Όλα ξεκινούν από το ατύχημα του Λούντο, γυναικά, εθισμένου στα ναρκωτικά και μέλους μιας μεγάλης παρέας κολλητών φίλων. Ένα ατύχημα θα συμβεί και θα βρεθεί στην εντατική παλεύοντας για τη ζωή του. Στους διαδρόμους της κλινικής συγκεντρώνονται τα υπόλοιπα μέλη της παρέας, οι κολλητοί του φίλοι, άλλοι περισσότερο ταραγμένοι απ' το συμβάν κι άλλοι πιο ψύχραιμοι, προσπαθούν να το αντιμετωπίσουν. Αρχικά δεν τους επιτρέπεται η είσοδος στην εντατική, όμως μετά το απαγορευμένο χρονικό όριο ένας ένας θα τον επισκεφθούν μεταβιβάζοντας τις ευχές τους για καλό χειρουργείο και ταχεία ανάρρωση.

 Κατόπιν εξελίσσεται το δραματουργικό μέρος της ιστορίας. Είναι καλοκαίρι και όπως κάθε χρόνο η παρέα είναι έτοιμη να κλείσει το καθιερωμένο ραντεβού στο εξοχικό του Μαξ για να γιορτάσει τα γενέθλια του Αντουάν. Όμως η φετινή χρονιά δεν μπορεί να είναι ίδια με καμία άλλη, τη στιγμή που ο Λούντο χαροπαλεύει στην εντατική. Σκέφτονται έντονα να αναβάλουν την ετήσια μάζωξη και θα επέλθει η πρώτη μεταξύ των σύγκρουση, όμως τελικώς αποφασίζουν να φύγουν μιας και "του είμαστε άχρηστοι εδώ" αφήνοντας τον Λούντο στην κλινική.

 Θα συναντηθούν στο εξοχικό του γηραιότερου της παρέας, Μαξ και το κουβάρι των συγκρούσεων μιας φαινομενικά και μόνο τέλειας παρέας θα ξεδιπλωθεί άρτια απ' τον Κανέ. Τα ψέματα, μικρά κι αθώα ή μεγάλα κι ένοχα θα βγουν στην επιφάνεια και το άρτια παρουσιασμένο οικοδόμημα της αγαπημένης παρέας πηγαίνει περίπατο, μαζί με τα συναισθήματα, τις ανάγκες, τα άγχη, τις ανασφάλειες, τις επιθυμίες και τα απωθημένα καθενός εκ των οκτώ μελών της. Κι όλα αυτά υπό το διαρκή φόβο της ενδεχόμενης απώλειας του νοσηλευόμενου φίλου του.

 Η Μάριον Κοτιγιάρ, σύντροφος στη ζωή του σκηνοθέτη, που μάλιστα περιμένει το παιδί τους τις επόμενες μέρες, λάμπει και ξεχωρίζει ανάμεσα στο δυνατό καστ, αποτελούμενο από σημαντικούς ηθοποιούς της Γαλλίας.
 Και ο Κανέ με αφορμή το ξεσκέπασμα των ψεμάτων και των κρυμμένων μυστικών θα ξεμπροστιάσει τη μεσοαστική κοινωνία του Παρισίου (οι κολλητοί φίλοι είναι Παριζιάνοι που απλώς, επιλέγουν την εξοχή για να χαλαρώσουν και να περνούν τα καλοκαίρια τους μακρυά απ' τη βαβούρα της πρωτεύουσας) και θα αναπτύξει ένα παρεΐστικο δράμα χαρακτήρων, εξαιρετικά ισορροπημένο μεταξύ αβίαστης συγκίνησης και ρεαλιστικού χιούμορ, με ανατροπές και διαρκείς εκπλήξεις που κρατούν το θεατή μέχρι τέλους, παρά την πολύ μεγάλη διάρκεια (2 1/2 ώρες) και ένα απίθανο σάουντρακ.

 Η πιο προσωπική δουλειά του Γκιγιόμ Κανέ, όπως άλλωστε έχει δηλώσει ο ίδιος ο Γάλλος είναι και μακράν η καλύτερη στιγμή του, η οποία του επέφερε και πολύ υψηλά ποσοστά κερδών από τα περίπου 5.000.000 εισιτήρια που έκοψε στη Γαλλία.

 Αν εξαιρεθεί το μελό φινάλε και δευτερευόντως η μακρά διάρκεια, θεωρώ πως μπορεί να γίνει λόγος για μία απ' τις καλύτερες γαλλικές ταινίες των τελευταίων χρόνων.

 Βαθμολογία: 7/10