Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Νύχτες Πρεμιέρας: Una Noche, Lucy Mulloy, 2012

 

 "Una Noche", «Μια νύχτα», σε σενάριο και σκηνοθεσία της νεοϋρκέζας Lucy Mulloy, με τους: Dariel Arrechada, Anailin de la Rua de la Torre, Javier Nuñez Florian.

 Η υπόθεση:
 Ο Ραούλ και ο Έλιο είναι δυο νεαροί που βλέπουν μέρα με τη μέρα τα ιδρωμένα όνειρά τους να ξεθωριάζουν στα αποπνικτικά στενά της Αβάνας. Ζουν μέσα στη φτώχεια και τα μόνα χρήματα που κερδίζουν είναι από μια κουζίνα που ετοιμάζει γεύματα για τσεπωμένους τουρίστες. Μετά από ένα ατύχημα, ο Ραούλ καταζητείται από την αστυνομία και αποφασίζει να κάνει πραγματικότητα αυτό που σχεδίαζε καιρό: θέλει να φτάσει μέσω της θάλασσας στο Μαϊάμι. Ο Έλιο ξαφνικά καλείται να αποφασίσει αν το πάθος του για τον Ραούλ και την ελευθερία είναι ικανά να τον κάνουν να εγκαταλείψει την δίδυμη αδελφή του για πάντα.

 Η σκηνοθέτις Lucy Mulloy, που πέρασε πολλά χρόνια στην Αβάνα για τα γυρίσματα, άφησε καλές εντυπώσεις με το κινηματογραφικό της ντεμπούτο (μόλις μία μικρού μήκους στο ενεργητικό της, το 2007) εδώ, με μια ταινία απότομης ενηλικίωσης με φόντο την εξωτική Κούβα.

 Τρία παιδιά - μία νύχτα. Μια νύχτα που αναμένεται να αλλάξει για πάντα τις ζωές τους.

 Ο κύριος πρωταγωνιστής Ραούλ και οι συμπρωταγωνιστές του Έλιο και Λίλια επιθυμούν να «δραπετεύσουν» απ' την Κούβα, για να συναντήσουν ένα καλύτερο αύριο στο κοσμοπολίτικο Μαϊάμι, που απέχει -μόλις- κάποιες δεκάδες ναυτικά μίλια απ' τις ακτές της Αβάνας.

 Η ιστορία περιστρέφεται γύρω απ' τον Ραούλ, ο οποίος επιθυμεί διακαώς να φύγει απ' την Κούβα, όπου αισθάνεται καταπιεσμένος και «πνιγμένος». Στόχος και όνειρό του είναι να βρεθεί στο περίφημο, κοσμοπολίτικο και «σωτήριο» Miami Beach, όπου μεταξύ άλλων και φυσικά μιας καλύτερης ζωής, πιστεύει ότι θα ξανασυναντήσει τον πατέρα του, ο οποίος έχει εγκαταλείψει εδώ και χρόνια την οικογένειά του.
 Δίπλα στον αντισυμβατικό, ατίθασο και ανυπόμονο Ραούλ θα σταθεί ο φίλος και με κρυφή ερωτική επιθυμία προς εκείνον, συγκρατημένος και πιο ψύχραιμος Έλιο, ο οποίος μάλιστα θα οργανώσει την «απόδραση», αλλά και η μικρή αδελφή του Έλιο, Λίλια, με την οποία δείχνει ερωτευμένος ο ασταθής και φαινομενικά ανώριμος Ραούλ.

 Το πρώτο μέρος περιγράφει τη ζωή και τη δύσκολη και ρουτινιάρικη καθημερινότητα των τριών φίλων. Σκληρή και λιγοστά αμειβόμενη δουλειά, καταπιεσμένη σεξουαλικότητα, αγοραίος έρωτας, αδυναμία αγοράς προϊόντων και υπηρεσιών, εκμετάλλευση, αδιέξοδα αλλά και πολλά όνειρα.
 Το δεύτερο επικεντρώνεται στην προσπάθεια «απόδρασης» και στη μοιραία νύχτα. Μία νύχτα κατά την οποία τα τρία νερά παιδιά θα ενηλικιωθούν απότομα μέσα από τρομερά άγχη, θανατηφόρες απειλές, εκμυστήρευση κρυμμένων συναισθημάτων, φόβο, αβεβαιότητα αλλά και ελπίδα.

 Μία αυτοσχέδια σχεδία είναι το μέσον για τη «σωτηρία». Οι κίνδυνοι όμως ελλοχεύουν και οι ισορροπίες στις σχέσεις των τριών διαταράσσονται. Υγρασία, κρύο, σκοτάδι, πάμπολλα μίλια που πρέπει να καλυφθούν με κουπί, καρχαρίες που περιτριγυρίζουν τη σχεδία, φόβοι, ανοιχτοί λογαριασμοί στην Κούβα, βεβιασμένη ή μη εξομολόγηση (συν)αισθημάτων και ατυχήματα απαρτίζουν τη νύχτα, η οποία θα μείνει χαραγμένη στην ψυχή των παιδιών. Είτε κατάφεραν να επιβιώσουν είτε όχι..

 Ένα δυνατό ντεμπούτο από τη γεννημένη στην Νέα Υόρκη σκηνοθέτιδα, που μας ταξιδεύει στην Κούβα όχι με καρτ ποστάλ και διαφήμιση των παραλιών, της Αβάνας, των χορών, των ποτών και των πούρων, αλλά μέσω μιας οδυνηρής ιστορίας ενηλικίωσης εν μία -τρομακτική- νυκτί.

 Ένα δυνατό φιλμ, που σάρωσε τα βραβεία στο Φεστιβάλ της Τραϊμπέκα, με εξίσου δυνατές ερμηνείες απ' τους τρεις ερασιτέχνες ηθοποιούς.
 
 Βαθμολογία: 7/10

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Νύχτες Πρεμιέρας: Meet the Fokkens, Gabrielle Provaas, Rob Schröder, 2011

 

  Με αυθεντικό τίτλο "Ouwehoeren", η ολλανδική ταινία "Meet the Fokkens", των Gabrielle Provaas, Rob Schröder και το 2011, με τις Louise και Martine Fokkens να μοιράζονται στην κάμερα μυστικά και αναμνήσεις απ' το περίφημο Red Light District του Άμστερνταμ.

 Η υπόθεση:
 Ομοζυγωτικές δίδυμες, η Μαρτίνε και η Λουίζ είναι δύο πρόσχαρες Ολλανδέζες εβδομήντα περίπου Μαΐων. Έχουν όμως πίσω τους πενήντα χρόνια εμπειρίας στη συνοικία των κόκκινων φαναριών του Άμστερνταμ, όπου ως πρωτοπόρες του αρχαιότερου επαγγέλματος κατάφεραν να αποτινάξουν τα δεσμά των προαγωγών και να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους, ανοίγοντας το δικό τους μπουρδέλο και ιδρύοντας το πρώτο ανεπίσημο σωματείο του είδους. Μεταξύ αγοράς δονητών και απογευματινού τσαγιού, εξυπηρέτησης πελατών και μαγειρέματος, οι δύο αδελφές μοιράζονται μαζί μας πικάντικα μυστικά της καριέρας τους, αναμνήσεις από την πολυτάραχη ζωή τους, αλλά και την ιστορία της περιοχής κατά τη διάρκεια μισού περίπου αιώνα

 Η ταινία Meet the Fokkens δεν είναι τίποτα περισσότερο από αυτό που διαφημίζει. Ένα ντοκιμαντέρ δηλαδή, που καταγράφει τις αναμνήσεις απ' τη ζωή στον περίφημο «δρόμο με τα κόκκινα φανάρια» του Άμστερνταμ, δύο δίδυμων αδελφών, για πάνω από 40 χρόνια.

 Οι εβδομηντάρες σχεδόν (69 για την ακρίβεια) πόρνες συνομιλούν, θυμούνται, περιγράφουν, ανησυχούν, κάνουν αυτοκριτική, μα πάνω απ' όλα χαμογελούν όντας ιδιαίτερα εύθυμες.

 Η Λουίζ έχει αποσυρθεί μόλις δύο χρόνια πριν, στα 67 της, ταλαιπωρούμενη από αρθριτικά, αλλά και επειδή «κουράστηκε άλλο» όπως αποκαλύπτει. Αντιθέτως η Μαρτίνε εξακολουθεί να ασκεί το επάγγελμα, καθώς το παράπονό της αφορά στα οικονομικά, μιας και «η σύνταξη δεν φτάνει για να ζήσει κανείς».

 Και το σεναριακό-σκηνοθετικό δίδυμο, η Gabriell Provaas, με άλλο ένα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ στο βιογραφικό της και ο Rob Schröder, γνωστός από πληθώρα -επίσης- τηλεοπτικών ντοκιμαντέρ, ακολουθεί με την κάμερα τις πολύπειρες πίσω απ' τις σκοτεινές βιτρίνες δίδυμες και καταγράφει τα μυστικά, τις σκέψεις και τα συναισθήματα που εκείνες θέλουν να μοιραστούν με τον κόσμο, πελάτες και μη της κακόφημης(;) συνοικίας.
 Και το κάνουν με γενναίες δόσεις χιούμορ, αφού το ύφος της ταινίας είναι ανάλαφρο, με κωμικές πινελιές και όχι κάποια πιθανή καταγγελία προς το συγκεκριμένο επάγγελμα, τους νταβατζήδες και τα προβλήματα των εργαζομένων ιερόδουλων. 

 Τα γυρίσματα, βεβαίως, έγιναν εξ ολοκλήρου στο Άμστερνταμ, απ' το οποίο ωστόσο παίρνουμε μια πολύ μικρή γεύση.

 Και όλα αυτά παράλληλα με την καθημερινότητα των δύο γυναικών, μεταξύ των διαλειμμάτων για φαγητό, απογευματινό τσάι, βόλτες, μαγαζιά κλπ.

 Κυριότερο το χιούμορ, επαναλαμβάνω, το οποίο μπορεί να μην είναι ξεκαρδιστικό, αλλά περισσότερο λειτουργεί ως καθαρτήριο για δύο όπως και να 'χει βασανισμένες ψυχές, που προσπαθούν παρά τα πολλά χρόνια που τις βαραίνουν, τις κακές αναμνήσεις, τα οικογενειακά προβλήματα, τις ανασφάλειες και την τάση για έντονη αυτοκριτική και τιμωρία, παραμένουν πρόσχαρες, με διάθεση για ζωή και νέα «κόλπα».

 Βαθμολογία: 6/10

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

A Little Princess, Alfonso Cuarón, 1995

 

 "A Little Princess", ένα πανέμορφο παραμύθι - μεταφορά του μυθιστορήματος της Frances Hodgson Burnett απ' τον μεξικανό σκηνοθέτη Alfonso Cuarón (Great Expectations, Y Tu Mamá También, Children of Men) και το 1995, με τους: Eleanor Bron, Liam Cunningham, Rusty Swimmer, Liesel Matthews.

 Η υπόθεση:
 Η μικρή Σάρα, ορφανή από μητέρα, αναγκάζεται να μπει εσωτερική σε ένα σχολείο όταν ο πατέρας της καλείται να υπηρετήσει την πατρίδα του κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Το μικρό κορίτσι, από την πρώτη στιγμή, έρχεται σε σύγκρουση με την αυστηρή διευθύντρια του σχολείου. Η πίστη της μικρής Σάρα θα δοκιμαστεί όταν θα πληροφορηθεί πως ο πατέρας της σκοτώθηκε στη μάχη και πως η περιουσία του θα περιέλθει στη διαχείριση της βρετανικής κυβέρνησης. Μόνη τώρα πια, θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη ζωή με συμμάχους το θάρρος και τη φαντασία της...

 Ο Alfonso Cuarón μεταφέρει το μυθιστόρημα της Frances Hodgson Burnett, σε μία ολότελα διαφορετική και σίγουρα πολύ ομορφότερη και εντυπωσιακότερη εκδοχή από εκείνο το φιλμάκι με τη Shirley Temple, το μακρινό 1939, κάνοντας μία εντυπωσιακή παιδική ταινία και δη, κοριτσίστικη, καθώς το στόρι εκτυλίσσεται σε ορφανοτροφείο θηλέων, γεμάτη τρυφερότητα, ευαισθησία αλλά και αγωνία.

 Με κινητήριο μοχλό τη φαντασία και βοηθητικά «εργαλεία» την αγάπη για τον πατέρα του και την ατελείωτη ψυχική δύναμη για ζωή, ένα τρισχαριτωμένο κοριτσάκι καλείται να μεταφερθεί σε μία από τις συναρπαστικές ιστορίες περιπέτειας που συνηθίζει να αφηγείται και να επιβιώσει μέσα σε μία δύσκολη πραγματικότητα, όπου από «μικρή πριγκίπισσα» γίνεται το «μαύρο πρόβατο» για την κακιασμένη διευθύντρια του υψηλών προδιαγραφών αμερικανικού ιδρύματος.

 Η νεαρή πριγκίπισσα (σημασία δεν έχει η ηλικία, η μόρφωση ή η καταγωγή, πριγκίπισσα μπορεί να είναι κάθε γυναίκα, σύμφωνα με τον πατέρα της) κατάγεται απ' την Ινδία, επομένως παραδοσιακοί ινδικοί μύθοι ξεπροβάλλουν μέσα απ' τις φανταστικές ιστορίες που αφηγείται στα υπόλοιπα κορίτσια του ιδρύματος και προσδίδουν ένα ακόμη συν στον Alfonso Cuarón, όπως και τα χαριτωμένα στην πλειονότητά τους πιτσιρίκια, αλλά και η ευχάριστη παρουσία της Rusty Swimmer στο ρόλο της Amelia.

 Ένα πανέμορφο, παραμυθένιο ταξίδι από τα δάση με τους λαϊκούς μύθους της Ινδίας στην αφιλόξενη μεγαλούπολη της Νέας Υόρκης, για ένα μικρό κοριτσάκι, που με περίσσεια αποθέματα φαντασίας, ψυχικό σθένος δεκάδων ανδρών και τα όνειρα ως μέσο διαφυγής, προσπαθεί να καταλάβει, να αντιδράσει, να επιβιώσει.

 Κι ο Αλφόνσο Κουαρόν, με εντυπωσιακή κινηματογράφηση, μια πανέμορφη παλέτα χρωμάτων και τις χαριτωμένες μικρές ηθοποιούς δημιουργεί ένα φαντασμαγορικό σύμπαν, πιστός στο κινηματογραφικό του στυλ (αμέσως γίνεται η συσχέτιση με τη μεταφορά του Ντίκενς και τις Μεγάλες Προσδοκίες) και μας χαρίζει μία απ' τις αν μη τι άλλο όμορφες, τρυφερές και εντυπωσιακά γυρισμένες ταινίες της δεκαετίας.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Il Postino, Michael Radford, 1994

 

 «Ο Ταχυδρόμος» ("The Postman"), μία εξαιρετική στη λιτότητά της γλυκόπικρη ταινία από την Ιταλία και τον γεννημένο στην πρωτεύουσα της Ινδίας, Νέο Ντελί, βρετανό σκηνοθέτη Michael Radford (Another Time, Another Place, 1984, The Merchant of Venice ), σε συνεργασία τόσο στη σκηνοθεσία όσο και στο σενάριο των Michael Radford, Massimo Troisi, με τους: Massimo Troisi, Philippe Noiret, Maria Grazia Cucinotta.

 Η υπόθεση:
 Ο Μάριο, ένας αδέξιος ταχυδρόμος, είναι ερωτευμένος με την πιο όμορφη γυναίκα της πόλης, αλλά πολύ ντροπαλός για να της εξομολογηθεί τα αισθήματά του... Όταν όμως ένας διάσημος ποιητής, ο Πάμπλο Νερούντα, εξορίζεται στη μικρή πόλη όπου βρίσκεται ο Μάριο, ο ταχυδρόμος έχει μια διαφορετική έμπνευση και με τη βοήθεια του καινούργιου του φίλου, βρίσκει τις λέξεις που μπορούν να κερδίσουν την καρδιά της αγαπημένης του!

 Σε μια εποχή κοινωνικά απάνθρωπη και κινηματογραφικά μεταμοντέρνα, το φιλμ του Michael Radford, βασισμένο στο εξαίρετο μυθιστόρημα Ardiente paciencia του Antonio Skármeta, του οποίου μάλιστα ακολουθεί πιστά την πλοκή, με μοναδική εξαίρεση τη μεταφορά της ιστορίας απ' τη Χιλή του '60 στην Ιταλία του '50, μέσα στη λιτότητά του κερδίζει κοινό και κριτικούς με την ομορφιά, την αγνότητα, το ρεαλισμό, την ποίηση και την ανθρωπιά που το διέπουν.

 Ο Μάριο Ρουόπολο, πρωταγωνιστής, είναι ένας λαϊκός (το όνομά του παραπέμπει, πιθανώς, στο popolo-άνθρωποι), σχεδόν αγράμματος, ντροπαλός, ρομαντικός κάτοικος ενός ψαροχωριού του ιταλικού νότου, κάπου κοντά στη Σικελία. Τη στιγμή που συγγενείς του μετακόμισαν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στο κυνήγι του αμερικανικού ονείρου, ο Μάριο βοηθάει τον πατέρα του, ψαρά, ο οποίος τον προτρέπει να βρει δουλειά. Αυτή δε θα δυσκολευτεί να 'ρθει και μάλιστα θα γίνει το εφαλτήριο για να αλλάξει όλη του η ζωή.
 Θα προσληφθεί απ' το ταχυδρομείο με μοναδική αποστολή την καθημερινή μεταφορά με το ποδήλατο και παράδοση της προσωπικής αλληλογραφίας στον Πάμπλο Νερούδα, διάσημο χιλιανό ποιητή και κομμουνιστή, που εξαιτίας των πολιτικών αναταραχών στη λατινική Αμερική, καταζητείται απ' την Αστυνομία και αυτοεξορίζεται στο γραφικό ψαροχώρι.

 Η καθημερινή τους επαφή θα αναπτύξει μια δυνατή φιλία, η οποία με όχημα την ποίηση και βοηθητικά εργαλεία την ανθρωπιά του αναγνωρισμένου ποιητή και τη δίψα μιας συναισθηματικής και καλά κρυμμένης καλλιτεχνικής ψυχής, θα αλλάξει για πάντα τη ζωή του Μάριο, μετατρέποντάς τον σε πολιτικά συνειδητοποιημένο άτομο με ισχυρή άποψη και σε έναν άρτιο καλλιτέχνη, ο οποίος θα μπορεί πλέον να γοητεύσει την όμορφη Βεατρίκη, κάτι που αδυνατούσε να πράξει δίχως τη μαγεία της ποίησης.

 Ο μεγάλος σε ηλικία και αναγνωρισμένος σε αξία Πάμπλο Νερούδα εξακολουθεί να γοητεύει μέσω της ποίησής του τις γυναίκες, από τις οποίες λαμβάνει δεκάδες γράμματα θαυμασμού, καθημερινώς. Αυτό διαπιστώνει ο Μάριο δουλεύοντας στο ταχυδρομείο και επιθυμεί να μοιάσει στον σπουδαίο καλλιτέχνη ώστε να καταφέρει να... μιλήσει στην πιο όμορφη γυναίκα του χωριού, καθώς ο συνεσταλμένος χαρακτήρας του τον αποτρέπει να κάνει -έστω- αυτό. 
 Ο Νερούδα, βρίσκει στο πρόσωπο του Μάριο έναν καλό φίλο και προτίθεται να τον βοηθήσει να βγάλει από μέσα του την καλλιτεχνική του φύση και να αφήσει την ποίηση να αναδυθεί απ' την ψυχή του. Το πρώτο βήμα είναι οι «μεταφορές», στο σχηματισμό των οποίων ο Μάριο βρίσκει ένα ενδιαφέρον «παιχνίδι». Εν συνεχεία, ο πολύπειρος και υποψήφιος για το βραβείο Νομπέλ (η ιστορία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα) ποιητής θα του υποδείξει να κάνει βόλτες στη θάλασσα και στα φυσικά τοπία του γραφικού χωριού, ώστε να του 'ρθει έμπνευση.
 Και αυτό θα οδηγήσει σταδιακά στην απελευθέρωση του Μάριο, ο οποίος θα αλλάξει ριζικά ως άνθρωπος, ειδικά μετά την επιστροφή του φίλου του στη Χιλή, όταν θα φτάσει στο σημείο, έχοντας ήδη παντρευτεί την αγαπημένη του, να τα βάλει με τους βρωμοπολιτικούς, που υπόσχονται ένα σωρό ψέματα, τα οποία, φυσικά, ουδέποτε υλοποιούν, ενώ ακόμη θα συμμετέχει ενεργά, ως συνειδητοποιημένος κομμουνιστής, σε διαδηλώσεις του κόμματος, μια εκ των οποίων θα αποβεί μοιραία...
 
 Ο μεγάλος γάλλος ηθοποιός Phillipe Noiret δίνει ακόμη μία πολύ καλή ερμηνεία, όπως και η αισθησιακή Maria Grazia Cucinotta, όμως την παράσταση κλέβει ο Massimo Troisi, ο οποίος υποδεχόμενος τον Mario μας χαρίζει μία σπαρακτική ερμηνεία, απ' τις σημαντικότερες σε ολόκληρο το ευρωπαϊκό σινεμά. 

 Δυστυχώς όμως, ο Troisi άφησε την τελευταία του πνοή λιγότερο από μία μέρα μετά το γύρισμα της τελευταίας σκηνής, στο σπίτι της αδερφής του στη Ρώμη, το 1994, σε ηλικία μόλις 41 ετών, καθώς έπασχε από την καρδιά του, ενώ λέγεται ότι καθυστέρησε την εγχείρηση ώστε να προλάβει να γυρίσει την ταινία... 
 Ακόμη, με τις κερδισμένες υποψηφιότητες για Όσκαρ (ως πρωταγωνιστής και εις εκ των σεναριογράφων) ο Massimo Troisi είναι ένας από τους επτά που έχουν προταθεί για το βραβείο μετά θάνατον.

 Μαζί με την ποίηση, που όχι μόνο δεν είναι επιτηδευμένη αλλά απλή και παρουσιάζεται απ' τον Radford μονάχα ως εφαλτήριο της ασυνήθιστης σχέσης ποιητή-ταχυδρόμου, τις έξοχες ερμηνείες, τον ρεαλισμό, κάποια σταγονίδια νεορεαλισμού και τα όμορφα φυσικά τοπία, ξεχωρίζει το πανέμορφο soundtrack του Luis Enrique Bacalov, που δεν πρέπει να λείπει απ' τη συλλογή κάθε μουσικόφιλου. 

Τέλος, η ταινία κέρδισε το  Όσκαρ Πρωτότυπης Μουσικής, ενώ ήταν υποψήφια για Όσκαρ: Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας,  Α’ Αντρικού Ρόλου και για διασκευασμένο Σενάριο. Ακόμη, βραβείο BAFTA καλύτερης ταινίας, βραβείο κριτικών για καλύτερη ταινία της χρονιάς, καθώς και πληθώρα ιταλικών και λατινοαμερικανικών βραβείων.

 Μια πανέμορφη, ποιητική, νοσταλγική, γλυκόπικρη και πάνω απ' όλα ανθρώπινη ταινία.

 Βαθμολογία: 8,5/10

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012

Στο παρόν ιστολόγιο εμφανίστηκαν... ξαφνικά σχόλια απ' το Μάιο! ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ πως δεν είχα σβήσει κανένα και πως όλο αυτό είναι ακόμη ένα «θεματάκι» του Blogger...

 Η πλατφόρμα του Blogger δυστυχώς παρουσιάζει κατά καιρούς διάφορα προβλήματα..

 Τελευταίο ήταν αυτό με τα σχόλια. Απ' το Μάιο περίπου δεν εμφάνιζε κανένα σχόλιο δικό σας, μέχρι μόλις προχθές, όταν και ξαφνικά εμφανίστηκαν μαζεμένα τα σχόλια που είχατε αφήσει.
 Εννοείται πως δεν υπήρξε καμία δική μου παρέμβαση, όπως άλλωστε και ποτέ άλλοτε όλα αυτά τα χρόνια, σε ένα χώρο που πάνω απ' όλα προωθεί -με ζήλο- την ελευθερία της έκφρασης.
 Εκείνο βέβαια που δεν μπορώ να ξέρω είναι αν εμφανίστηκαν όλα τα "σχόλια προς έγκριση" ή ορισμένα, αλλά αυτό μάλλον δε θα το μάθουμε. Τα υπόλοιπα ήδη δημοσιεύτηκαν και στα περισσότερα ήδη απάντησα..

 Σε κάθε περίπτωση ζητώ συγγνώμη για την όποια αναστάτωση προκλήθηκε, ξεκαθαρίζω εκ νέου ότι δεν είχα καμία σχέση με όλο αυτό, για το οποίο αποκλειστικά υπεύθυνη είναι η πλατφόρμα Blogger και θα είχε ενδιαφέρον αν μάθαινα ότι κάποιος συν-blogger αντιμετώπισε το ίδιο ή παρόμοιο τεχνικό πρόβλημα.

 Ευχαριστώ για την κατανόηση κι εύχομαι να μην παρουσιαστεί ξανά κάτι αντίστοιχο...

 Καλή συνέχεια σε όλες και όλους τους φίλους!

Τρίτη 28 Αυγούστου 2012

L' Apollonide (Souvenirs de la Maison Close), Bertrand Bonello, 2011

 

  «Οίκος Ανοχής», "House of Tolerance", "L' Apollonide (Souvenirs de la Maison Close) ή πιο απλά "L' Apollonide", η νέα ταινία του Bertrand Bonello (των μέτριων Le pornographe, Tiresia), σε σενάριο και σκηνοθεσία Bertrand Bonello. Παίζουν: Hafsia Herzi, Celine Sallette, Jasmine Trinca, Adele Haenel, Xavier Beauvois.

 Η υπόθεση:
 Στις αρχές του 20ού αιώνα, ένας οίκος ανοχής του Παρισιού ζει τις τελευταίες μέρες της ιστορίας του. Στον μικρόκοσμό του, σαν σε όνειρο, κάτω από τα ακριβά σατέν και τη ζωηρή μουσική, μπορεί κάποιες φορές να κρύβεται ένας μοιραίος έρωτας, μία ανίατη ασθένεια ή και μία επικίνδυνη διαστροφή. Ένα σκοτεινό πάρτι, όπου κάποιοι άνδρες ερωτεύονται κι άλλοι γίνονται επικίνδυνα βίαιοι ενώ οι γυναίκες μοιράζονται μυστικά, φόβους, χαρές, πάθη, πόνους…

 Ο Bertrand Bonello 10 χρόνια μετά το "Le Pornographe", μια ενδιαφέρουσα ιδέα, που δυστυχώς δεν ανταποκρίθηκε ποτέ στο όραμα του σκηνοθέτη, επιθυμεί να εξάρει τον ερωτισμό μέσα απ' τις ιστορίες ενός παριζιάνικου μπορντέλου στα χρόνια της Belle Epoque. Αλλά δεν τα καταφέρνει, καθώς η ματιά του είναι άκρως ηδονοβλεπτική, ενώ κουράζει και πλατειάζει άνευ λόγου, ευτυχώς σε μικρότερο βαθμό απ' τον «Πορνογράφο»...

 Δεν αρκεί μάλιστα η κατά τα άλλα όμορφα προσεγμένη αναπαράσταση της εποχής (Παρίσι, Μπελ Επόκ, τέλη 19ου αιώνα, αρχές 20ού), με τα αντίστοιχα κοστούμια και σκηνικά ούτε το αρκετό και απολαυστικό οφθαλμόλουτρο, για να αναδείξουν την ταινία, που πέραν του περιρρέοντος αισθησιασμού και της εντυπωσιακής ομολογουμένως φωτογραφίας ασφυκτιά σε ένα άδειο από πλοκή στόρι, το οποίο υστερεί ακόμη περισσότερο εξαιτίας του υπερβολικού αναχρονισμού του Μπονελό.

 Μια ιστορία που εκτυλίσσεται εντός της Απολλωνίδας, έναν οίκο ανοχής που προσφέρει τις υπηρεσίες του στην υψηλή παριζιάνικη κοινωνία κάπου στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα. Στο μικρόκοσμο του μπορντέλου, που διάγει τις τελευταίες μέρες της «δόξας» του, η κάμερα του Μπονελό καταγράφει τις ζωές των ερμητικά κλεισμένων (με τη θέλησή τους) κοριτσιών, με τα πάθη, τις σκέψεις, τις φοβίες, τα όνειρα, τους έρωτες, τα μυστικά τους. Μα κυρίως, τη συντροφικότητα, τρυφερότητα, αλληλοστήριξη, παρηγοριά και αγάπη, που τις δένει σα μια μεγάλη οικογένεια.

 Απ' τη μία πλευρά λοιπόν τα κορίτσια. Τα οποία είναι εγκλωβισμένα, σε ένα νοσηρό από κάθε άποψη περιβάλλον. Αν μη τι άλλο βρίσκονται εκεί με δική τους επιλογή, όμως τα προβλήματα είναι πολλά. Πέραν των διαστροφικών απαιτήσεων των πελατών, τα κορίτσια οφείλουν να βγάζουν ολοένα περισσότερα χρήματα για να καλύψουν τα διαρκώς αυξανόμενα χρέη τους, ενώ ζουν υπό το φόβο ασθενειών και δη, της σύφιλης. Όλα αυτά στο δρόμο προς την επίτευξη του μεγάλου τους στόχου, της ανεξαρτητοποίησης.
 Κι απ' την άλλη οι πελάτες. Άνδρες πλούσιοι, που θεωρούν πως επειδή έχουν χρήματα και πληρώνουν αδρά για τις υπηρεσίες της Απολλωνίδας, έχουν και το δικαίωμα να υποβάλουν τα κορίτσια σε ένα σωρό βίτσια και παιχνίδια εξαντλητικά, μαζοχιστικά, διαστροφικά έως κι επικίνδυνα.

 Ένας μικρόκοσμος που σιγά σιγά γνωρίζει ότι οδεύει στην κατάρρευση, ακολουθώντας τα συντρίμμια μιας παρακμάζουσας κοινωνίας. Παραλληλισμός της παρακμής μιας ολόκληρης εποχής από τον Μπονελό, αυτήν της «Ωραίας Εποχής», που δείχνει να χάνεται ανεπιστρεπτί. Τί αφήνει πίσω της; Εκτός από πολύχρωμες αναμνήσεις, φωτογραφίες για «σουβενίρ», απ' την Απολλωνίδα, που απεικονίζουν με νοσταλγία την πάλαι ποτέ αισθησιακή ατμόσφαιρα και το ρομαντισμό που απέπνεαν στο πάντα προσεγμένο, αν και κουβαλάει τη φήμη του ανηδονικού και κατ' επέκταση παρακμιακού, παριζιάνικο μπορντέλο πολυτελείας.

 Οι υπέροχες μουσικές διασκευές και γενικά, τα ροκ κομμάτια που ακούγονται, όπως και τα κλασικά ακούσματα είναι στα συν της ταινίας (αν και δεν ταιριάζουν όλα), η οποία δυστυχώς χάνει τόσο απ' την πλοκή όσο και απ' την κενή, αποστασιοποιημένη ματιά του Μπονελό απέναντι στην πορνεία, την ιστορία των κοριτσιών και τον φόρο τιμής που τελικά... δεν αποτίει στην Μπελ Επόκ, αλλά και τον εκνευριστικά υψηλού βαθμού αναχρονισμό (το κάνει βέβαια ηθελημένα, δεν είναι ανιστόρητος) του σκηνοθέτη.

 Βαθμολογία: 4/10

Τρίτη 21 Αυγούστου 2012

Persona, Ingmar Bergman, 1966

 

 Η «Περσόνα» αποτελεί την πιο πειραματική ταινία του κορυφαίου σκηνοθέτη Ingmar Bergman. Πρόκειται για το φιλμ που, εν έτει 1966, καταξίωσε τον Σουηδό, ο οποίος εδώ, με απανωτά μαθήματα κινηματογράφου απλώνει στην οθόνη όλες τις αρετές του αλλά και εμμονές, σε ασπρόμαυρο φυσικά, που δεν παύει να προσφέρει κατάπληξη, μέχρι και σήμερα. Σε σενάριο και σκηνοθεσία Ingmar Bergman, με τις: Bibi Andersson, Liv Ullmann, Margareta Krook.

 Η υπόθεση:
 Μία νέα νοσοκόμα αναλαμβάνει τη φροντίδα της Elisabeth Vogler, η οποία φαίνεται αρκετά υγιής, αλλά δε μιλάει. Καθώς περνούν χρόνο μαζί, η Alma μιλάει στην Elisabeth συνεχώς, χωρίς να παίρνει κάποια απάντηση. Της εξομολογείται τα μυστικά της και εντέλει ανακαλύπτει ότι τις συνδέουν πολλά όμοια στοιχεία των χαρακτήρων τους.

 Δύο γυναίκες. Διαφορετικές ή μήπως όχι; Μήπως πρόκειται για ένα άτομο με δύο προσωπεία; Γιατί αυτό δηλώνει ο τίτλος της ταινίας. Η Persona, λέξη λατινικής προελεύσεως, σημαίνει προσωπείο και όχι άτομο, όπως λανθασμένα έχει περάσει σε ορισμένους. Η μάσκα δηλαδή, που φοράει το άτομο και εν προκειμένω ο ηθοποιός.

 Απ' τον τίτλο λοιπόν ακόμη, ξεκινάει το μπεργκμανικό μυστήριο, το οποίο ξεδιπλώνεται άψογα σε όλα τα επίπεδα, σκηνοθετικά, τεχνικά, σεναριακά, εικονοκλαστικά, αφηγηματικά και τέλος, ερμηνευτικά από δύο σπουδαίες, εκφραστικότατες ηθοποιούς. Με διαρκή και ασταμάτητη ένταση, με «παιχνίδι» - πρόκληση προς το θεατή απ' το μέγα κινηματογραφιστή.

 Πρόσωπα ή προσωπεία, αλήθειες ή κατασκευάσματα, ψέματα, σιωπές, εντάσεις, ψυχώσεις, διαταραχές, επιφανειακές ομοιότητες και ουσιαστικές διαφορές, νευρικός κλονισμός (ε, αλίμονο!), πραγματικότητα και ψευδαισθήσεις, γυναικεία φύση, ανθρώπινη ύπαρξη, σημειολογία, φως και σκιά, συνεχές και ασυνεχές, φόρμα και περιεχόμενο, μοντέρνα κινηματογράφηση. Το magnum opus ενός τεράστιου δημιουργού, όσο κι αν ακούγεται βαρύγδουπο, για έναν κορυφαίο, δάσκαλο και πρωτοπόρο του σινεμά, που μας έχει χαρίσει αμέτρητα αριστουργήματα.

 Η πλέον αινιγματική ταινία του Ingmar Bergman. Δυο γυναίκες. Μια ηθοποιός, σε νευρικό κλονισμό και η προσωπική της νοσοκόμα. Μεταξύ των αναπτύσσεται μια ιδιότυπη, ανεξήγητη σχέση. Όσο προχωράμε τόσο τα όρια γίνονται δυσδιάκριτα και πλανάται διαρκώς η υπόνοια μήπως και τελικά έχουμε να κάνουμε με μονάχα ένα άτομο, με απλώς δύο προσωπεία.
 Το πιο μπεργκμανικό ψυχολογικό παιχνίδι, που στέλνει συνεχή ερωτήματα στο θεατή, πολλά εκ των οποίων μένουν αναπάντητα. 
 Ο αξεπέραστος Σουηδός βγάζει όλες του τις εμμονές επί της οθόνης και πειραματίζεται πιο έντονα από ποτέ, σε μια σεμιναριακού επιπέδου ψυχολογική/εγκεφαλική εξερεύνηση, που ακροβατεί μεταξύ υποσυνειδήτου και πραγματικότητας, μεταξύ λογικής και τρέλας.

 Σημειώστε ότι η αρχική σκέψη του Bergman για την ονομασία του φιλμ ήταν Cinematography. Κάτι που με τον οριστικό τίτλο Persona, μπορούμε να «καταλογίσουμε» στον Σουηδό ότι έκανε ένα φιλμ εξ ολοκλήρου για τον εαυτό του. Άλλωστε το ένα προσωπείο είναι ο ίδιος ο σκηνοθέτης και το άλλο η μεγάλη του αγάπη, ο κινηματογράφος. 
 Ομοίως, ο θεατής παρακολουθεί καθηλωμένος αυτό το εξαιρετικό δημιούργημα, ψάχνοντας, πιθανώς, κατά τη διάρκεια και έως το τελευταίο πλάνο, να βρει τη δική του, χαμένη Persona..

 Βαθμολογία: 10/10

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

Nobody Knows (Dare mo shiranai), Hirokazu Koreeda, 2004

 

  Μια ιδιαίτερη, ευαίσθητη ταινία απ' την Ιαπωνία και το σκηνοθέτη Hirokazu Koreeda(Still Walking, After Life), σε σενάριο του ίδιου με τους: Yuya Yagira, Ayu Kitaura, Hiei Kimura, Momoko Shimizu, Hanae Kan...

 Η υπόθεση:
 Τέσσερα αδέρφια από διαφορετικό πατέρα ζουν απομονωμένα σε ένα διαμέρισμα του Τόκιο, χωρίς να έχουν πάει ποτέ σχολείο. Μια μέρα, ξαφνικά η μητέρα φεύγει. Αφήνει λίγα χρήματα κι ένα μήνυμα προς τον μεγαλύτερο γιο της, ζητώντας του να προσέχει τα αδέρφια του. Κάπως έτσι αρχίζει η οδύσσεια των παιδιών, που θα προσπαθήσουν να επιβιώσουν σε έναν άγνωστο κόσμο, επινοώντας δικούς τους κανόνες..

 Ο Hirokazu Koreeda με αυστηρά προσωπικό κινηματογραφικό στυλ φιλμογραφεί την εύθραυστη ισορροπία του κόσμου των παιδιών, όταν αυτός έρχεται σε σύγκρουση με το κόσμο των ενηλίκων. 

 Ανεύθυνη, αδικαιολόγητη, εγκληματική μητέρα παρατάει κυριολεκτικά τα τέσσερα παιδιά της, τα οποία μάλιστα έχει κάνει με διαφορετικούς πατεράδες, κλεισμένα σε διαμέρισμα του Τόκιο και εξαφανίζεται για μεγάλα χρονικά διαστήματα με διάφορους εραστές, προφασιζόμενη «δουλειές». 
 Ακόμη αφήνει ρητή εντολή στα τρία μικρότερα παιδιά (δύο κορίτσια, ένα αγόρι) να μη φωνάζουν (είτε απαγορεύονται στην εκάστοτε πολυκατοικία τα μικρά παιδιά και τα κατοικίδια, είτε για εξοικονόμηση χρημάτων του ενοικίου-για αυτό άλλωστε κατά τη μετακόμιση τα μεταφέρει σε βαλίτσες!) και να μη βγαίνουν καθόλου έξω απ' το σπίτι, κάτι που «επιτρέπει» μονάχα στο αγόρι, ηλικίας 12 ετών, το οποίο και χρήζει αρχηγό της οικογένειας, ενώ επίσης δεν επιτρέπει σε κανένα να πάει σχολείο, παρά μόνο να διαβάζουν σπίτι. Σταδιακά η απουσία της παίρνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις, μέχρι που λίγο πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων εξαφανίζεται για πάντα, αφήνοντας πίσω της ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα και τέσσερα μικρά αθώα, ανυπεράσπιστα πλάσματα στο έλεος του κόσμου των ενηλίκων και την απροσωπία της μεγαλούπολης.

 Τώρα, τα τέσσερα αδέλφια θα πρέπει να βασιστούν στις δικές τους δυνάμεις, να αντιμετωπίσουν όλα τα προβλήματα, να αντεπεξέλθουν των και να βρουν λύσεις επιβίωσης, καθώς ξεμένουν από χρήματα. Όπως γίνεται ευκόλως κατανοητό γινόμαστε μάρτυρες μια απότομης ιστορίας ενηλικίωσης

 Μία ταινία σε ντοκουμενταρίστικη μορφή και αργή σε ρυθμούς, σύμφωνα με την ιαπωνική κινηματογραφική σχολή, που επιπλέον, μολονότι διαρκεί 143', πραγματικά δε μοιάζει καθόλου περιττή, καθώς ούτε ένα πλάνο περισσεύει, ούτε ένας διάλογος δείχνει άκαιρος.
 Ένα δυνατό κοινωνικό δράμα, ρεαλιστικό μιας και βασίζεται σε μαρτυρίες του 12χρονου πρωταγωνιστικού χαρακτήρα, ο οποίος περιγράφει ουσιαστικά μια βιωματική σκληρή εμπειρία ενηλικίωσης, που έμεινε το 1988 στην ιστορία της ιαπωνικής κοινωνίας ως «Η υπόθεση των τεσσάρων εγκαταλειμμένων παιδιών».

 Παρεμπιπτόντως ο ανήλικος «ηθοποιός» Yuya Yagira (ερασιτέχνης, όπως και όλοι οι πρωταγωνιστές του Koreeda) αποτελεί αληθινή αποκάλυψη, κατορθώνοντας μάλιστα να κερδίσει το βραβείο αντρικής ερμηνείας στις Κάννες. 
 Αξιολάτρευτη είναι και η πιτσιρίκα που υποδύεται τη μικρότερη αδελφή της οικογένειας, η οποία τελικώς, σηκώνει (χωρίς να αντέξει) το βάρος της τραγικής ιστορίας.

 Οι μεγάλοι ανεύθυνοι, ριψάσπιδες, ανώριμοι, απαράδεκτοι, οι μικροί υπεύθυνοι, ώριμοι, μάγκες.

 Ρεαλισμός, ιμπρεσιονισμός, τρυφερότητα, συγκίνηση δίχως μελοδραματισμούς, ανθρωπιά, εξαίρετες ερμηνείες και ουσιαστική ανάδειξη του στόρι, σε ένα υπέροχο σινεμά.

 Μοναδικό αρνητικό μιας ξεχωριστής, πολύ όμορφης ταινίας, η ψυχρή κινηματογράφηση του Ιάπωνα σκηνοθέτη (εδώ ίσως ταιριάζει με τον Ozu περισσότερο κι απ' τη μινιμαλιστική αφήγηση), κάτι που ξένισε και κούρασε πολλούς θεατές και δευτερευόντως η μεγάλη διάρκεια, αν και επαναλαμβάνω, δεν περισσεύει το παραμικρό.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

A separation, Asghar Fahradi, 2011

 

«Ένας χωρισμός» (Jodaeije Nader Az Simin). Η μεγάλη έκπληξη της κινηματογραφικής σεζόν και πιθανώς, η καλύτερη ταινία της χρονιάς. Απ' το Ιράν και τον Asghar Farhadi (About Elly, Fireworks Wednesday), με τους: Peyman Moaadi, Leila Hatami, Sareh Bayat, Shahab Hosseini, Sarina Farhadi.

 Η υπόθεση:
 Η Simin (Leila Hatami) και ο Naader (Peyman Moaadi) μένουν στην Τεχεράνη μαζί με την 11χρονη κόρη τους και τον πάσχοντα από Alzheimer πατέρα του Naader. Ύστερα από 14 χρόνια γάμου οδηγούνται, μάλλον απρόθυμα, στο χωρισμό. Αιτία, η επιθυμία της πρώτης να μεταναστεύσουν στην Ευρώπη, που εξασφαλίζει περισσότερες ευκαιρίες στις γυναίκες και που αποτελεί καλύτερο περιβάλλον για να μεγαλώσουν τη μικρή. Ο σύζυγός της ωστόσο αρνείται, όντας υποχρεωμένος να παραμείνει στην Τεχεράνη στο πλευρό του πατέρα του. Το αδιέξοδο στη σχέση του ζεύγους όμως λαμβάνει απρόοπτες διαστάσεις, όταν προσλαμβάνουν μία φτωχή γυναίκα να φυλά τον παππού, η οποία όμως δεν αποδεικνύεται επιμελής με τα καθήκοντά της...

 Στην πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία του ο Asghar Fahradi θέτει επί της οθόνης το σημερινό Ιράν μέσα από ένα ρεαλιστικά σκληρό, σύγχρονο οικογενειακό δράμα, ενώ αποσπά έξοχες ερμηνείες, συνολικά, για να καρπωθεί τη Χρυσή Άρκτο καλύτερης ταινίας και τις αργυρές αντρικής και γυναικείας ερμηνείας, όλες από κοινού στους πρωταγωνιστές(!), στο Βερολίνο. Ενώ έφτασε δίκαι στο Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.

 Ο φεστιβαλικός αυτός θρίαμβος ήρθε για τον Φαραντί μόλις δύο χρόνια μετά την Αργυρή Άρκτο σκηνοθεσίας για το «Τί απέγινε η Έλι», για να τον καθιερώσει πλέον στους σημαντικούς εκπροσώπους του ιρανικού σινεμά.

 Εδώ, στήνει δεξιοτεχνικά ένα περίπλοκο αφηγηματικά στόρι, που αφορά στο γεμάτο ένταση οικογενειακό δράμα που εκτυλίσσεται εξαιτίας μια αρχικής διαφωνίας του πρωταγωνιστικού ζευγαριού.
 Ένας «χωρισμός» και μάλιστα "αναγκαστικός", η αιτία να ξεδιπλωθεί το κουβάρι στη σχέση της Σίμιν (θέλει να φύγει απ' την Τεχεράνη, για ένα καλύτερο μέλλον για την ίδια, αλλά και όλη την οικογένεια) με τον Νάνταρ (δεν μπορεί να εγκαταλείψει τον άρρωστο πατέρα του), στο οποίο όμως θα εμπλακούν -από ακόμη μία παρεξήγηση- κι άλλα πρόσωπα και συγκεκριμένα η φτωχή γυναίκα που φυλάει τον παππού, που έχει αλτσχάιμερ και η οικογένειά της..

  Ο Φαραντί δράττεται της αφορμής του αδιεξόδου ενός ζευγαριού για να μας παρουσιάσει λιτά και με τα απλούστερα μέσα πολύπλευρα το σημερινό Ιράν. Ο τρόπος ζωής, το δικαστικό σύστημα, η θρησκευτική ηγεσία, η οικογένεια, η αστυνομία, το σχολείο, οι προκαταλήψεις, οι δυτικές επιρροές, οι ταξικοί διαχωρισμοί και πάνω απ' όλα η θέση της γυναίκας στην κοινωνία.

 Μία υπέροχη ταινία, σίγουρα η καλύτερη του σκηνοθέτη και πιθανώς, η καλύτερη της κινηματογραφικής σεζόν που πέρασε. Με εξαιρετικό σενάριο και ομαδικό κρεσέντο ερμηνειών. Συν τοις άλλοις σημείωσε και τεράστια εμπορική επιτυχία, παγκοσμίως.

 Το σινεμά όπως το θέλουμε, όπως θα θέλαμε να είναι!

 Βαθμολογία: 8,5/10

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Once Upon a Time in Anatolia, Nuri Bilge Ceylan, 2011

 

 Η έκτη μεγάλου μήκους ταινία του Nuri Bilge Ceylan, ενός εκ των καλύτερων σκηνοθετών της γενιάς του (Clouds of May, Distant, Three Monkeys), με τίτλο «Κάποτε στην Ανατολία» (Bir Zamanlar Anadolu`da). Σε σενάριο Nuri Bilge Ceylan, Ebru Ceylan, Ercan Kesal, με τους: Muhammet Uzuner, Yilmaz Erdogan, Taner Birsel, Ahmet Mumtaz Taylan, Firat Tanis.

 Η υπόθεση:
 Στις αφιλόξενες στέπες της Ανατολίας, τρεις άνδρες θα συστήσουν μία ομάδα στην προσπάθεια αναζήτησης ενός πτώματος. Ακολουθούμενοι από τους βοηθούς τους, ο εισαγγελέας Nusret (Taner Birsel), ο αστυνόμος Naci (Yilmaz Erdogan) και ο γιατρός Cemal (Muhammet Uzuner), μεταφέρουν αλυσοδεμένους τους δύο ύποπτους για το φόνο, ψάχνοντας το σημείο όπου οι τελευταίοι φέρονται να έχουν θάψει το εξαφανισμένο θύμα.

 Ο 53χρονος Τούρκος επιστρέφει τρία χρόνια μετά το αξιοθαύμαστο «Τρεις Πίθηκοι» με μια αστυνομική περιπλάνηση στις στέπες της Ανατολίας και παράλληλα μία κατάδυση στην ανθρώπινη ψυχή. Ένα αργό σε εξέλιξη road movie μέσα στη νύχτα, που καταλήγει μια μέρα μετά σε βαθιά ανθρώπινη υπαρξιακή έκρηξη, μέσω βαθύ στοχασμού, ύψιστου λυρισμού, καλού χιούμορ και πανέμορφων πλάνων.

 Η ποιητική ματιά του Τσεϊλάν δεν απουσιάζει ούτε εδώ και δημιουργεί ένα σκοτεινά γοητευτικό μείγμα με τη ρεαλιστική απεικόνιση καταστάσεων. Το φαινομενικά αστυνομικό στοιχείο, στο οποίο δίνεται ιδιαίτερη έμφαση αρχικώς, δίνει τη θέση του γρήγορα στις υπαρξιακές αναζητήσεις και τη φανέρωση του συναισθηματικού κόσμου των ηρώων. Από το σημείο λοιπόν εκείνο κι έπειτα η πλοκή αποκτά ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα και ο τούρκος δημιουργός αρπάζει την ευκαιρία να κάνει μία εκ βαθέων ιατροδικαστική εξερεύνηση (ιατρός, εισαγγελέας, αστυνομικός, οι τρεις χαρακτήρες που διεξάγουν την έρευνα, αντιπροσωπεύοντας τρεις μορφές του Νόμου) του σινεμά.

 Θέματα όπως Εξουσία, Δικαιοσύνη, σωστό και λάθος, ιατρική πρόοδος, αλλά και Ιστορία, παιδιά, Οικογένεια, παραδόσεις, Ανατολία κι ένα σωρό άλλα αναδεικνύονται έξοχα, μέσα από συζητήσεις, εκμυστηρεύσεις, απεικονίσεις, εμμονές, πιστεύω, ήθη κι έθιμα.

 Ενώ βέβαια κεντρικό θέμα είναι η αφήγηση, εξ ου και ο τίτλος "Once Upon a Time", που ακόμη παραπέμπει ευθέως σε spaghetti western.

 Μοναδικό αρνητικό η διάρκεια των 150', όπου εμφανώς κουράζει σε μερικά σημεία, ενώ διαφαίνεται μια κάποια έλλειψη ρυθμού.

 Μέγα Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών, για το 2011.

 Βαθμολογία: 7,5/10