Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

No, Pablo Larraín, 2012

 

 Η νέα ταινία του Pablo Larraín (Post Mortem) είναι ένα μάθημα πολιτικής ιστορίας αλλά και μία σάτιρα πάνω στη χρήση του marketing και της διαφήμισης, ως μέσα χειραγώγησης. Σε σενάριο, σκηνοθεσία Pablo Larraín, με τους: Gael García Bernal, Alfredo Castro, Antonia Zegers, Alejandro Goic, Ricardo, Luis Gnecco, Néstor Cantillana.

 Η υπόθεση:
 Το 1988, όταν ο Πινοσέτ ετοιμάζεται για το δημοψήφισμα που θα καθορίσει την προεδρία του στη Χιλή, η αντιπολίτευση αναθέτει σ' ένα νεαρό μαρκετίστα την καμπάνια της.
 O Gael Garcia Bernal υποδύεται έναν παράτολμο νέο, στέλεχος μιας διαφημιστικής εταιρίας που ηγείται της εκστρατείας ‘ΝΟ', εναντίον του Πινοσέτ. Δεκαπέντε χρόνια μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους καθεστωτικούς ο René Saavedra παράλληλα με την δική του μάχη στην προσωπική του ζωή, επιστρατεύει τους πιο δυνατούς όρους μάρκετινγκ και με τη βοήθεια των ακτιβιστών της αντιπολίτευσης καταστρώνουν ένα σχέδιο κι έχουν 27 ημέρες για να το εκτελέσουν σωστά, να υπερισχύσουν στο δημοψήφισμα και να απελευθερώσουν την χώρα τους.
 

 Ο Πάμπλο Λαραΐν, που έγινε γνωστός στη χώρα μας όσο και διεθνώς με το Post Mortem, εδώ, με την 4η μεγάλου μήκους ταινία του, εξετάζει την πολιτική ανατροπή του δικτάτορα Αουγκούστο Πινοσέτ στη Χιλή του 1988, εστιάζοντας σε ένα «απίθανο» γεγονός, όπως είναι αυτό της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, τα οποία στάθηκαν αρωγοί στον αγώνα για την ανατροπή του διδακτορικού καθεστώτος!

 Εμμέσως λοιπόν ο Χιλιανός στήνει μία σάτιρα γύρω από το χώρο της διαφήμισης και πώς αυτή μπορεί να επηρεάζει την κοινή γνώμη και να διαμορφώνει καταστάσεις, ακόμη και, όπως βεβαίως συνέβη στην πραγματικότητα, να καταφέρει, μέσω ενός χαζού jingle, να γκρεμίσει μια δικτατορία και μάλιστα από τις πλέον στυγερές στην ιστορία του 20ού αιώνα...

 Βρισκόμαστε στα 1988. Δεκαπέντε χρόνια μετά το πραξικόπημα κατά του Σαλβαδόρ Αγιέντε (από τη CIA και τον Κίσινγκερ επί προεδρίας Νίξον) και τη δολοφονία του πρώην μαρξιστή Προέδρου (και μαζί χιλιάδων Χιλιανών), άπαντες στη Χιλή είναι δυσαρεστημένοι με την πολιτική Πινοσέτ, ακόμη και οι ίδιοι οι υποστηρικτές του. 
 Αποτέλεσμα της γενικής δυσαρέσκειας αλλά και των πιέσεων από το εξωτερικό, είναι το επιτελείο συμβούλων του δικτάτορα να θέσει ένα δημοψήφισμα, στο οποίο ο λαός θα ερωτάται εάν επιθυμεί ή όχι να συνεχίσει η Χιλή με τον Πινοσέτ στο τιμόνι της διακυβέρνησης για ακόμη οχτώ χρόνια.

 Φυσικά, το δημοψήφισμα είναι «στημένο», καθοδηγώντας έτσι το λαό με ψευτοδιλήμματα να «σφραγίσει» την παραμονή του δικτάτορα στον προεδρικό θώκο, για το «καλό» και την «ασφάλεια» της χώρας. Την υποστηρικτική καμπάνια του «ΝΑΙ» αναλαμβάνει το δεξί χέρι του δικτάτορα, Λούτσο Γκάζμαν.

 Τότε, η αντιπολίτευση με επικεφαλής τον Ρενέ Σααβέδρα, ένα θαρραλέο πιτσιρικά, με αμερικανικές ρίζες, φιλόδοξο μαρκετίστα, έμπειρο στο χώρο της διαφήμισης, θα στήσει με πυρετώδεις ρυθμούς μια καμπάνια με κεντρικό φυσικά σύνθημα «ΟΧΙ», ενώ οι αντικαθεστωτικοί μαζί με τη βοήθεια ακτιβιστών θα έχουν μπροστά τους 27 μέρες και 15' καθημερινά, για να πείσουν το χιλιανό λαό για τις φρικαλεότητες του Πινοσέτ, να κερδίσουν τις εκλογές και να οδηγήσουν οι ίδιοι τη Χιλή στην επόμενη μέρα, ελεύθερη.

 Μια μεγάλη μάχη θα ξεσπάσει. Το αστείο; Όχι σε πολιτικό επίπεδο, το οποίο περνάει δεν περνάει καν σε δεύτερη μοίρα, εξαφανίζεται από το παιχνίδι των εντυπώσεων. Γιατί ως τέτοιο θα εξελιχθεί το δημοψήφισμα. Οι δυο πλευρές θα αφήσουν στην άκρη πολιτικοϊδεολογικές πεποιθήσεις και θα «μιλήσουν» στο μυαλό και την καρδιά των πολιτών, χτυπώντας τον αντίπαλο κάτω απ' τη μέση τόσο με την προπαγάνδα όσο και με διάφορα τρικς που τους προσφέρει η χρήση των μίντια.

 Κι ο Λαραΐν, που ήταν μόλις 12 ετών τη χρονιά του δημοψηφίσματος, αναβιώνει ρεαλιστικά τη σκοτεινότερη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της πατρίδας του, υπό το πρίσμα της σάτιρας γύρω από το μάρκετινγκ, τη διαφήμιση και την τηλεόραση, ως μέσα χειραγώγησης των μαζών και προπαγάνδας.

 Ωστόσο ο Χιλιανός κατηγορήθηκε από τους μετέχοντες στην καμπάνια NO συμπατριώτες του, οι οποίοι, μόλις είδαν την ταινία διαμαρτυρήθηκαν στον σκηνοθέτη για την «ήπια αναπαράσταση» των σκληρών πολιτικών αναταραχών. 
 Εντάξει, πιθανώς δεν έχουν άδικο, άλλωστε μόνον εκείνοι αντιμετώπισαν τη φρίκη του δικτάτορα Πινοσέτ όντας μάρτυρες γεγονότων που κανείς δε θα μάθει ποτέ, όμως από την άλλη πλευρά ο Λαραΐν ήταν έντιμος ως προς τις προθέσεις του. Ο ταλαντούχος σκηνοθέτης είχε δηλώσει πως αυτό που ήθελε ήταν να αναβιώσει τις μαύρες πολιτικές στιγμές της Χιλής του Πινοσέτ, χωρίς όμως να κάνει ακόμη μία αντιστασιακή ταινία, αλλά εστιάζοντας σε μία τόσο σημαντική και καθοριστική αν και άγνωστη περίοδο της χιλιανής δικτατορίας. Αυτές δηλαδή τις 27 μέρες, κατά τις οποίες οργανώθηκε, προωθήθηκε και εν τέλει διαδραμάτισε καίριο ρόλο στην ανατροπή του δικτάτορα, μία αντικαθεστωτική καμπάνια.

 Για να παραδώσει τελικά ένα ολοκληρωμένο μάθημα πολιτικής ιστορίας, μακρυά από αντίστοιχες επιτηδευμένες προσπάθειες (Σπίλμπεργκ-Λίνκολν) και αποσπώντας εξίσου ρεαλιστικές ερμηνείες (προεξάρχοντος του Μπερνάλ) να μας χαρίσει -μαζί με το Amour του Haneke- την καλύτερη ξενόγλωσση ταινία της σεζόν και γενικά, μία από τις καλύτερες πολιτικές (και όχι μόνο) ταινίες των τελευταίων χρόνων.  

 Συμμετοχές και βραβεία:
 - Μέσα στις 5 υποψήφιες ταινίες για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας 2013.
 - Βραβείο Κοινού στο 53ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
 - Η ταινία προβλήθηκε στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών στο Φεστιβάλ Καννών 2012 και απέσπασε το C.I.C.A.E. Award.
 - Βραβείο Κοινού Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σάο Πάολο. 

 Βαθμολογία: 8/10

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

Dupa dealuri (Beyond the Hills), Cristian Mungiu, 2012

 

 Η νέα ταινία του Ρουμάνου Cristian Mungiu, που είδε τις μετοχές του να εκτοξεύονται με το αριστουργηματικό «4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 Ημέρες» (Χρυσός Φοίνικας), το «Πέρα απ' τους Λόφους» (και όχι «Πίσω...») είναι ένα δυνατό αλληγορικό ψυχολογικό δράμα, βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Tatiana Niculescu Bran, που κέρδισε το βραβείο σεναρίου στις Κάννες. Σε σενάριο και σκηνοθεσία Cristian Mungiu, με τους: Cosmina Stratan, Cristina Flutur, Valeriu Andriuta, Dana Tapalaga, Catalina Harabagiu.

 Η υπόθεση:
 Η Alina (Cristina Flutur) κι η Voichiţa (Cosmina Stratan) γνωρίζονται από τα παιδικά τους χρόνια στ' ορφανοτροφείο κι έχουν αναπτύξει μια σχέση, σχεδόν, αδελφική. Η Alina, στα 19 της υιοθετήθηκε από μια οικογένεια και πλέον ζει κι εργάζεται μόνιμα στην Γερμανία. Η Voichiţa, από την άλλη, φεύγοντας από τ' ορφανοτροφείο, βρήκε την χαμένη της οικογένεια στο πρόσωπο του Θεού. Κάποια στιγμή, η Alina θα επιστρέψει στην Ρουμανία για να πάρει μαζί της τον μόνο άνθρωπο που αγάπησε πραγματικά στην ζωή της, την Voichiţa. Η Voichiţa, όμως, θεωρεί πια οικογένειά της το μοναστήρι και διστάζει να κάνει μια νέα αρχή με την καρδιακή της φίλη. Μ' αυτόν τον τρόπο, άθελά της, θέτει σε κίνδυνο την ζωή της ήδη άρρωστης Alina, καθώς ο Ηγούμενος (Valeriu Andriuţă) κι οι υπόλοιπες μοναχές, βλέπουν στο πρόσωπο της φιλοξενούμενης τον σατανά.

Στο αριστουργηματικό «4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 Ημέρες» ο Μουντζίου κριτίκαρε έντονα μια συγκεκριμένη πολιτικοκοινωνική πτυχή του καθεστώτος Τσαουσέσκου (αμβλώσεις). Εδώ, με τη μόλις 3η μεγάλου μήκους ταινία της καριέρας του (οι αστικοί μύθοι στο «Ιστορίες από τη Χρυσή Εποχή» γράφτηκαν απ' τον Μουντζίου αλλά σκηνοθετήθηκαν από πέντε συνολικά δημιουργούς), ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του ρουμανικού σινεμά ρίχνει τα δίχτυα της κριτικής του στον σκοταδισμό της ρουμανικής (και όχι μόνο) εκκλησίας, κρατώντας ωστόσο αποστάσεις σε αντίθεση με την ευθεία επίθεση στο ρουμάνο δικτάτορα.

 Σε ένα ορθόδοξο μοναστήρι... πέρα απ' τους λόφους (ο τίτλος αναφέρεται σε όσα συμβαίνουν μακρυά απ' την κοινή θέα) εκτυλίσσεται το στόρι του φιλμ. Η Αλίνα θα επιστρέψει στη Ρουμανία από τη Γερμανία όπου διέμενε τα τελευταία χρόνια, για να πάρει μαζί της την Βοϊκίτσα, αγαπημένη της φίλη και μεγάλο έρωτα, η οποία μετά τη συμβίωσή τους στο ορφανοτροφείο και την υιοθεσία της Αλίνα, στράφηκε στην αναζήτηση του Θεού, στον οποίο και αφιέρωσε πια τη ζωή της, ενώ βρήκε και την οικογένεια που ποτέ δεν είχε.

 Η επανασύνδεση των δύο γυναικών δε θα γίνει, όπως τουλάχιστον η Αλίνα είχε φανταστεί. Θα αντικρίσει μια αποστασιοποιημένη, κλεισμένη στον εαυτό της Βοϊκίτσα, η οποία ναι μεν θα χαρεί από την επανεμφάνιση της φίλης της, αλλά θα της προσφέρει χείρα βοηθείας διαφορετική από εκείνη που θα επιθυμούσε. Απόμακρη, έχοντας αποβάλλει τα ανθρώπινα θέλω, η νεαρή καλόγρια έχει επιλέξει το δρόμο της προσευχής, της εγκράτειας, της πνευματικής αναζήτησης. 
 Πράγματα ολωσδιόλου ξένα στην Αλίνα, που αδυνατεί να κατανοήσει τον τρόπο ζωής των μοναχών, τόσο σκοτεινό, απόμακρο και «περίεργο» από το συνηθισμένο. Θα της ζητήσει έντονα και επαναλαμβανόμενα να την ακολουθήσει, όμως, όπως λέει κι ο παππάς «ο δρόμος του Θεού μοιάζει να μην έχει επιστροφή» και η Βοϊκίτσα δε δείχνει διατεθειμένη να αφήσει τη γαλήνη αλλά και την «οικογένεια» που μόλις βρήκε.

 Όμως δεν είναι αυτό το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Αλίνα, αφού σύντομα, λόγω του εκρηκτικού χαρακτήρα, της έντονης επιμονής της, αλλά και του διαλυμένου ψυχολογικού της κόσμου και του συχνά υψηλού πυρετού που οδηγεί σε υστερικές κρίσεις θα αντιμετωπιστεί εχθρικά από τις καλόγριες και τον «Πατέρα» (ιερέα της μονής), καθώς θα την παρομοιάσουν με το Σατανά...

 Όπως προαναφέρθηκε η ταινία είναι βασισμένη στη νουβέλα της Τατιάνα Νικουλέσκου Μπραν και αναφέρεται σε ένα πραγματικό γεγονός εξορκισμού, που συνέβη στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, στο χωριό Τανάκου της Ρουμανίας και είχε συγκλονίσει την τοπική κοινωνία. Ο εξορκισμός, που θα γίνει πάνω σε ξύλινο σταυρό(!), θα αποτελέσει μέρος του μαρτυρίου στο οποίο θα υποβληθεί η δυναμική Αλίνα, στην προσπάθεια να κερδίσει πίσω την αγάπη της φίλης της. Θα αποτελέσει κομμάτι της «τιμωρίας» της, που θα αρνηθεί τη μοναστηριακή ζωή και μαζί τον προάγγελο της τραγικής κατάληξης. Μιας σταύρωσης, «αυτοθυσία» ως τη μοναδική λύση(;) στον ψυχικό πόνο ενός ανεκπλήρωτου, «προδομένου» έρωτα.

 Τα κατάλοιπα από το διαβρωτικό, απάνθρωπο παρελθόν της Ρουμανίας του Τσαουσέσκου συναντούν τη σημερινή Ρουμανία μέσα από φορείς όπως οι αστυνομικοί αλλά ακόμη κι οι ιατροί.

 Η συνολική ματιά του Μουντζίου απέχει πολύ από την δριμύ κριτική που ασκεί στον Τσαουσέσκου στο «4 Μήνες...», αφού εδώ, ναι μεν διατηρεί την αγαπημένη του ρεαλιστική απεικόνιση, όπως και τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα του φιλμ, αλλά από την άλλη ούτε πολιτικολογεί ούτε ηθικολογεί. Απλώς, εξετάζει ακόμη ένα πολιτικοκοινωνικό φαινόμενο (με σαφείς θρησκευτικές διαστάσεις) και πώς αυτό επηρεάζει τους εμπλεκόμενους ήρωές του. 

 Και εδώ πάντως, όσον αφορά στο τεχνικό κομμάτι, απουσιάζει η μουσική, ενώ οι λήψεις είναι μικρής ή μεγάλης διάρκειας νατουραλιστικά και ανθρωποκεντρικά μονοπλάνα, για κάθε σεκάνς. Συνολικά παρακολουθούμε μια στιβαρή, υποβλητική σκηνοθεσία με μινιμαλιστική αφήγηση, που στηρίζει απόλυτα το εξαιρετικό βραβευμένο στις Κάννες σενάριο, διεισδυτική ματιά στα ζητήματα που θέτει και μια κλιμακωτά δραματική εξέλιξη με υπόγεια δοσμένο καυστικό χιούμορ.

 Θα ήταν αφελές από πλευράς Ρουμάνου να ασχοληθεί με σαχλά ερωτήματα τύπου «τί είναι η πίστη» ή να αναλωθεί σε επιθέσεις θρησκευτικές, χριστιανικές, καθολικές, παπικές, κ.ά.. Εκείνο όμως που κάνει με ιδιαίτερη ευφυΐα είναι να σκαλίσει στο εσωτερικό του μοναστηρίου και να αναρωτηθεί κατά πόσο ο σκοταδισμός της τυφλής πίστης έχει ελπίδα να δει αληθινό φως και ακόμη, αν είναι εφικτό αυτή η τυφλή πίστη να καταφέρει (χωρίς να εξετάζεται αν χρειάζεται) να συνυπάρξει  με τον άθρησκο άνθρωπο χωρίς να τον αντιμετωπίζει δαιμονοποιημένα. 

 Ένα αλληγορικό δράμα με εξαιρετικό σενάριο και έξοχες ερμηνείες από τις δύο πρωταγωνίστριες εκτυλίσσεται ατμοσφαιρικά σε πλάνα παγωμένα, φυσικά και ψυχικά, μέσα σε 2 1/2 ώρες, που κυλάνε σα νερό χωρίς να κουράζουν στιγμή. 

 Πληθώρα συμμτοχών και διακρίσεων: Βραβειο Φεστιβαλ Καννων εξ ημισίας στις 2 πρωταγωνιστικές γυναικείες ερμηνείες, Βραβείο Σεναρίου στο Φεστιβαλ Καννών, Επίσημη συμμετοχη στο διαγωνιστικό τμημα του Φεστιβαλ Καννων και στα Φεστιβαλ Karlovy Vary, Τορόντο, Νεας Υόρκης, Πολωνίας, Αμβούργου, ενώ συμμετείχε και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου και απέσπασε το Βραβείο Κοινού του τμήματος Ματιές στα Βαλκάνια.


 Βαθμολογία: 8/10

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Mat (Mother), Vsevolod Pudovkin, 1926


 Από το 1958 η «Μάνα» συγκαταλέγεται στις 12 καλύτερες ταινίες από καταβολής κινηματογράφου. Αυτό εδώ, το αριστουργηματικό φιλμ του βωβού σοβιετικού κινηματογράφου, βασισμένο στο θρυλικό ομώνυμο μυθιστόρημα του Maxim Gorky και γυρισμένο από τον Vsevolod Pudovkin, σε σενάριο Nathan Zarkhi, με τους: Vera Baranovskaya, Nikolai Batalov, Aleksandr Chistyakov, Anna Zemtsova.

 Η υπόθεση:
 Η ιστορία λαμβάνει χώρα στις αρχές του 20ου αιώνα στη Ρωσία, καθώς οι εντάσεις μεταξύ του κράτους και των επαναστατών. Ο χαρακτήρας της μάνας γίνεται το ανυποψίαστο εργαλείο για τη σύλληψη του επαναστάτη γιου της κι με αυτό τον τρόπο γίνεται μέλος του εργατικού κινήματος, έχοντας ως στόχο την απόδραση του.

 Κατά τη διάρκεια του 1905, μια μάνα (Vera Baranovskaya) χάνει τον αυταρχικό της σύζυγο σε μια διαμάχη των δυο αντίπαλων στρατοπέδων της Ρωσίας της εποχής. Έχοντας πλέον ως μόνο της μέλημα τη φροντίδα του γιου της, Pavel (Nikolai Batalov), ο οποίος είναι μέλος της ομάδας των επαναστατών, παραδίδει στις αρχές, που έχουν έρθει να συλλάβουν τον νεαρό Pavel, τα κρυμμένα όπλα, θεωρώντας πως με αυτόν τον τρόπο θα γλυτώσει τη ζωή του. Αντίθετα απ' αυτό που νομίζει, όμως, αποδεικνύει ότι ο γιος της είναι όντως ένοχος και συμβάλλει στην καταδίκη του. Μετά από αυτό της το σφάλμα, συνειδητοποιεί ότι οι επαναστάτες έχουν συνείδηση κι ενώνει τις δυνάμεις της μαζί τους, προσπαθώντας να βοηθήσει τον γιο της να επανακτήσει την ελευθερία του.
 
 Ο Μαξίμ Γκόρκι, ένας από τους σημαντικότερους Ρώσους λογοτέχνες, με το πασίγνωστο έργο του «Μάνα» κέρδισε παγκόσμια αναγνώριση και καθιερώθηκε ως μεγάλος κλασικός. Έντονα πολιτικοποιημένος και ιδρυτής του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ο Αλεξέι Μαξίμοβιτς Πέτσκοφ (το πραγματικό του όνομα), για πρώτη φορά στην ιστορία της λογοτεχνίας παρουσιάζει την πάλη του επαναστατημένου προλεταριάτου για σοσιαλισμό, υπό την καθοδήγηση του εργατικού κόμματος.
 Κι ο επίσης σπουδαίος σοβιετικός σκηνοθέτης Vsevolod Pudovkin, στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο, μεταφέρει στο πανί την επαναστατική ιστορία των εργαζομένων με τη Μάνα, φυσικά, στο επίκεντρο και αφήνει εποχή για την ασύλληπτη χρήση του μοντάζ. Ουσιαστικά ο Pudovkin κι ο S. Eisenstein ήταν οι πρωτοπόροι στο χώρο του μοντάζ, με έργα αναφοράς τη Μάνα και το Θωρηκτό Ποτέμκιν, αντίστοιχα.

 Βρισκόμαστε στη Δύση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, περίοδο έντονης αμφισβήτησης του αριστοκρατορικού καθεστώτος. Όπου εδώ, εκφράζεται μέσα από την επανάσταση του προλεταριάτου, το 1905 (δύο χρόνια πριν γραφτεί το έργο από τον Γκόρκι). Στο επίκεντρο δε, της επανάστασης βρίσκεται η Μάνα, σύμβολο αντίστασης, η οποία θα ασπαστεί τον κομμουνισμό στην πορεία, μετά από συνεχείς αδικίες που θα βιώσει η ίδια και το παιδί της. Μια γυναίκα-σύμβολο (ιερή μορφή για τη ρωσική κοινωνία, εκπρόσωπος της εργατικής τάξης), η οποία βρισκόταν πάντα στην σκιά του μέθυσου άνδρα της, άβουλη. Ωστόσο είχε στο πλευρό της το γιο, που εναντιωνόταν στον εχθρικό πατέρα αφέντη. Όμως ο νέος έχει διαφορετικά ιδανικά απ' τον παλιό. Κι έτσι, υπηρέτης του Τσάρου ο πατέρας, επαναστάτης στους λαϊκούς αγώνες ο γιος!
 Κι η μάνα πάντα κάπου στη μέση, αρνούμενη να επιλέξει «στρατόπεδο», κινούμενη είτε από συζυγική αφοσίωση είτε από μητρική στοργή. Μέχρι που η ίδια η ζωή της δείξει το δρόμο...

 Το Σύστημα της πήρε τον άνδρα και το ίδιο σκοπεύει να κάνει με τον γιο. Έτσι η Μάνα, που θέλοντας να προστατέψει την οικογένειά της ήταν εναντίον του Συστήματος, θα υψώσει την κόκκινη σημαία των Μπολσεβίκων με σκοπό να επιτεθεί εκείνη στο Σύστημα, που τόσο άδικα και βίαια κυνήγησε τα αγαπημένα της πρόσωπα («ταξική συνειδητοποίηση»).
 
 Κι ο Πουντόβκιν με ασύλληπτη, πρωτοποριακή για την εποχή τεχνική μοντάζ (αλλά και εξαιρετικές λήψεις, υπέροχα πλάνα και αφήγηση) στήνει δεξιοτεχνικά την -προπαγανδιστική- υπερπαραγωγή του, με την οποία περιγράφει εντυπωσιακά την επικρατούσα κοινωνικοπολιτική κατάσταση μερικά χρόνια πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση.

 Ένα τεράστιο μάθημα ψυχικού σθένους και αυτοθυσίας, όπου μόνο μέσα από τους αγώνες των καταπιεσμένων και αδικημένων για τα ιδανικά της πανανθρώπινης ελευθερίας και δικαιοσύνης, δεν επιβάλλεται η αδικία, η εργασιακή εκμετάλλευση και κοινωνική εξαθλίωση.

 Τέλος, ένα χαλαρό σενάριο στα χέρια του Πουντόβκιν αποκτά μία μεστή συμπύκνωση και αυτό οφείλεται στην ελευθερία που έδωσε ο σκηνοθέτης στο σεναριογράφο Ζαρκί, ο οποίος μεταξύ άλλων πρόσθεσε το ρόλο του πατέρα (δεν υπάρχει στο κείμενο του Γκόρκι), προσδίδοντας έτσι μια δυνατή κοινωνική νότα στην πλοκή.
 
 Ταινία ορόσημο της ρωσικής πρωτοπορίας και κατά τη γνώμη μου σημαντικότατη στιγμή στο παγκόσμιο σινεμά, γενικά.
 
  Βαθμολογία: 8,5/10

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Life of Pi, Ang Lee, 2012

 

 Το νέο φιλόδοξο εγχείρημα του Ang Lee είναι μια περιπέτεια φαντασίας, βασισμένη στο ομότιτλο best-seller μυθιστόρημα του Yann Martel, το 2001. «Η Ζωή του Πι» είναι ένα υπέροχο φιλοσοφικών προεκτάσεων παραμύθι, παρουσιασμένο στο νέο κινηματογραφικό σύμπαν του 3D και διηγείται την περιπετειώδη ζωή ενός 16χρονου αγοριού, μοναδικού επιζώντα ενός ναυάγιου. Σε σενάριο David Magee, σκηνοθεσία Ang Lee, με τους: Suraj Sharma, Irrfan Khan, Tabu, Adil Hussain, Gerard Depardieu.

 Η υπόθεση:
 Η νέα σκηνοθετική δουλειά του τιμημένου με Όσκαρ Ανγκ Λι (“Brokeback Mountain”, “Crouching Tiger, Hidden Dragon”), είναι βασισμένη στο μπεστ-σέλερ του Γιαν Μαρτέλ, και μας αφηγείται την απίστευτη περιπέτεια επιβίωσης του Πι, ενός νεαρού άντρα, στην θάλασσα κάτω από αντίξοες συνθήκες. Ένα αξιόλογο τεχνολογικό επίτευγμα σε 3D, η επική περιπέτεια του Πι είναι μια συναισθηματικά μαγευτική εμπειρία που θα εμπνεύσει, θα συγκινήσει και θα ταξιδέψει το κοινό σε ένα πρωτόγνωρο τόπο που δεν θα ξεχάσει ποτέ.

 Ο Πι Μολιτόρ Πατέλ είναι ένα 16χρονο αγόρι, γιος ιδιοκτήτη ζωολογικού κήπου. Μια μέρα, όλη η οικογένεια μαζί με πλήθος ζώων επιβιβάζονται σε ένα πλοίο με προορισμό τον Καναδά, προκειμένου να χτίσουν μια νέα ζωή. Στην πορεία, το πλοίο βυθίζεται και ο Πι σώζεται σε μια βάρκα στην μέση του Ειρηνικού ωκεανού, μαζί με μια ύαινα, έναν ουρακοτάγκο, μία ζέβρα και μια τίγρη της Βεγγάλης.

 Μόνον αυτός ο απίθανος Ταϊβανέζος, ο σκηνοθετικός χαμαιλέων θα μπορούσε να μεταφέρει στον κινηματογράφο το επικό παραμύθι του Μαρτέλ. Δεν είναι τυχαίο ότι αξιόλογοι συνάδελφοι του Λι, όπως ο Jean-Pierre Jeunet αλλά και ο μέγας παραμυθάς Alfonso Cuaron προσπάθησαν να πράξουν κάτι ανάλογο στο παρελθόν δίχως ωστόσο επιτυχία. 
 Και οι θεατές, κάθε ηλικίας, θα παρασυρθούν στον φανταστικό κόσμο του Πι, όπου θα ρουφήξουν κάθε στιγμή, όπως ακριβώς κάνει ο ήρωας στα παιδικά του χρόνια. Τρισδιάστατες εικόνες, πανέμορφες φωτογραφίες, απίστευτα ειδικά εφέ συμπληρώνουν το έξοχο παζλ του τεχνολογικού επιτεύγματος σε συνδυασμό με τον έξοχο λυρισμό του Λι (δεν πειράζει στο ελάχιστο το πρωτότυπο στόρι, ακριβώς για να τα δώσει όλα στη μαγεία των εικόνων) και μαγεύουν το θεατή, που ΜΟΝΟ στις ειδικές 3D προβολές θα το ευχαριστηθεί στον απαιτούμενο βαθμό.

 Από εκεί λοιπόν, την παιδική ηλικία του πρωταγωνιστή, ξεκινά η αφήγηση του ενήλικα πλέον Πατέλ προς τον Καναδό συγγραφέα, που άκουσε για μια συγκλονιστική εμπειρία και συνάντησε τον Πι, για να «τον κάνει να πιστέψει στο Θεό».

 Γεννημένος και μεγαλώνοντας στο Ποντίτσερι της Ινδίας στα '70s, ο μαθητής Πισίν Πατέλ (ονομάστηκε έτσι από τον πατέρα του, ο οποίος συνήθιζε να κολυμπάει σε κάθε πισίνα) αντιμετωπίζεται ειρωνικά από τον περίγυρό του εξαιτίας του ομολογουμένως αστείου ονόματος ("Πισιν", με τη γαλλική προφορά «πισίνα», με την αγγλική «κατούρημα»!). Όμως δεν πτοείται ιδιαίτερα, καθώς εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να ρουφάει όση περισσότερη γνώση μπορεί. Στο πλαίσιο αυτό, ο πιτσιρικάς αρχίζει να γοητεύεται από τις διάφορες θρησκείες, σε βαθμό μάλιστα που προσηλυτίζεται σε κάμποσες, προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις στην οικογένειά του και κυρίως στον πατέρα του, που τον ωθεί στο δρόμο της λογικής και της επιστήμης και άρα εκτός οιουδήποτε θρησκευτικού προσανατολισμού. Ο Πι όμως (αποφάσισε να «κόψει» το αστείο του όνομα, με πρόφαση τον άρρητο υπερβατικό ελληνικό αριθμό Π, το 3,14, ) έχει υψηλές πνευματικές και φιλοσοφικές ανησυχίες κρατώντας έτσι από κάθε θρησκεία το κομμάτι που τον ευχαριστεί!

 Κάποια στιγμή, 17 πλέον ετών θα μπαρκάρει (αφήνοντας πίσω την εφηβική του αγάπη) μαζί με όλην του την οικογένεια και τα ζώα του κήπου, που ανήκουν στον πατέρα του και όπου εργαζόταν ο ίδιος, με κατεύθυνση τον Καναδά κι ένα καλύτερο μέλλον (σε μίνι αλλά απολαυστική εμφάνιση εν πλω, ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ ως γάλλος Σεφ). Όμως το ναυάγιο θα του στερήσει γονείς και αδερφό και θα τον αφήσει για 227 μέρες καταμεσής του Ειρηνικού Ωκεανού, σε μια σχεδία παρέα με έναν ουρακοτάγκο, μια ζέβρα, μια ύαινα και μια τεράστια άγρια τίγρη Βεγγάλης. 
 Σαν άλλος Νώε ο πιτσιρικάς είναι υπεύθυνος για τη φροντίδα των απειλούμενων ζώων και σαν άλλος Οδυσσέας ξεκινά το δικό του ταξίδι προς την προσωπική σωτηρία.
 Σύντομα η χτυπημένη ζέβρα, ο ουρακοτάγκος και η ύαινα να σκοτωθούν και μοναδικός «σύντροφος» στη συνέχεια του ταξιδιού θα είναι ο... Ρίτσαρντ Πάρκερ (το όνομα της τίγρης, που του δόθηκε από ένα τυχαίο, αστείο γεγονός).

 
 Ο Πι (it's pronounced "pi", not "pai", you idiots!) θα ενηλικιωθεί απότομα και παράλληλα ερχόμενος σε σύγκρουση με τους δαίμονές του θα επιστρατεύσει κάθε πολυμήχανη σκέψη και δράση δημιουργικότητας, ελέγχου, στρατηγικής, πίστης, φαντασίας, επιβίωσης. Θα δει το πρόσωπο του «Θεού», που αναζητούσε από μικρός, σε ένα σωρό θαλάσσια και ουράνια φαινόμενα. Θα παρελάσουν μπροστά από τα έκπληκτα μάτια του καρχαρίες, φάλαινες, δελφίνια, ιπτάμενα ψάρια, μέδουσες και τόσα άλλα θαλάσσια πλάσματα και φυτά, όπως και καταιγίδες «βιβλικές καταστροφές». Μέσα σ' όλα θα πρέπει να αντιμετωπίσει και το «κτήνος» που έχει απέναντί του και που όπως ο πατέρας του είχε πει «η τίγρης δεν είναι φίλος σου, δεν έχει την ίδια λογική με σένα, είναι άγρια, όποιος άνθρωπος το ξεχνάει αυτό, σκοτώνεται!».

 Στο εκφραστικότατο πρόσωπο του πρωτοεμφανιζόμενου Suraj Sharma, ο Ταϊβανέζος προφανώς βρίσκει όλα όσα έψαχνε, για να ζωντανέψει το μύθο.

 Το δε φινάλε, όπου αποκαλύπτεται μία φανταστική αλληγορία, εκπληκτικό, ενώ υπάρχει κι ο συγκινητικός μονόλογος του Πι προς τον Καναδό, ήρεμο ινδουιστή.

 Κάποιοι που ακόμη δεν έχουν δει το φιλμ, απορούν «πώς γίνεται να κεντρίζει το ενδιαφέρον μια ταινία που στο μεγαλύτερο μέρος της εξελίσσεται στη μέση του ωκεανού, σε μία σχεδία με ένα ανήλικο παιδί και μία τίγρη!». Ε, μόλις το δουν θα λυθούν μεμιάς οι απορίες, αφού θα παρασυρθούν στην φανταστική μαγεία του παραμυθά σκηνοθέτη και του επιτελείου του, οι οποίοι στήνουν ένα μεθυστικό τεχνολογικό εικονοκλαστικό μουσικό όργιο για μικρούς και μεγάλους, σαρώνοντας τις εντυπώσεις, τσιμπώντας 11 υποψηφιότητες Oscar, κερδίζοντας ήδη Χρυσή Σφαίρα μουσικής (Μάικλ Ντέινα) κι έχοντας άλλες δύο υποψηφιότητες (καλύτερη ταινία-σκηνοθεσία), έχοντας 9 υποψηφιότητες BAFTA και τέλος, αφενός έχοντας ήδη ξεπεράσει σε έσοδα κατά πολύ τα περίπου 120.000.000 του προϋπολογισμού και αφετέρου έχοντας κερδίσει τη συντριπτική πλειονότητα κριτικών και κοινού, παγκοσμίως. 
 Όσο για κάποιους άλλους, που ψάχνουν την -όποια- ουσία που χάνει ο Λι από το μυθιστόρημα του Μαρτέλ, ας έχουν κατά νου πως ο Ταϊβανέζος εν γνώση του κάνει μια άσκηση μεταφοράς στο πανί ενός παραμυθιού, που αποδεδειγμένα δεν μπορούσε να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη και ας απολαύσουν την ποίηση των εικόνων, του ορισμού δηλαδή του σινεμά.

 Βαθμολογία: 8/10

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Dans la Maison, François Ozon, 2012

 

  Η νέα ταινία του Francois Ozon, «Το Αγόρι στο Τελευταίο Θρανίο» («Μέσα στο Σπίτι» μεταφράζεται κατά λέξη) είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ βασισμένο σε μία όντως ιδιαίτερη σεναριακή ιδέα, όμως το αποτέλεσμα ξεπερνά ελαφρώς τη μετριότητα, που συναντάται στο σύνολο σχεδόν της φιλμογραφίας του «τρομερού παιδιού του γαλλικού σινεμά». Σε σενάριο François Ozon, Juán Mayorga, σκηνοθεσία François Ozon, με τους: Fabrice Luchini, Ernst Umhauer, Kristin Scott Thomas, Emmanuelle Seigner, Denis Ménochet, Bastien Ughetto, Jean-François Balmer.

 Η υπόθεση:
 Ο Κλοντ, ένας 16χρονος μαθητής μεσοαστικής οικογένειας, είναι ένα παιδί ήπιων τόνων. Ο καθηγητής του, Ζερμέν, αξιολογώντας τα γραπτά του, αντιλαμβάνεται ότι ο Κλοντ είναι ένα παιδί με εξαιρετικά χαρίσματα. Στην πραγματικότητα όμως, ο νεαρός έχει παρεισφρήσει στην οικογένεια ενός συμμαθητή του και από εκεί αντλεί τα θέματα των εκθέσεων του. Κάτι πιο σκοτεινό φαίνεται να υπάρχει στο μυαλό του Κλοντ...

 Ο Claude (Ernst Umhauer) είναι ένας 16χρονος μαθητής, φαινομενικά ντροπαλός και ήσυχος, με ιδιαίτερο ταλέντο στο γράψιμο. Πηγή έμπνευσής του, το σπίτι της μεσοαστικής οικογένειας ενός συμμαθητή του, του Rapha (Bastien Ughetto), στο οποίο καταφέρνει να τρυπώσει παραδίδοντας μαθήματα μαθηματικών. Οι εκθέσεις του θα γοητεύσουν τον Germain (Fabrice Luchini), έναν πικρόχολο καθηγητή λογοτεχνίας, ο οποίος φαίνεται να έχει χάσει από καιρό τη χαρά της διδασκαλίας, αλλά και της ζωής γενικότερα. Καθώς το ενδιαφέρον του για τη δουλειά του αναζωπυρώνεται μέσα από τα προκλητικά γραπτά του μαθητή του, ο Germain θα αναλάβει να καθοδηγήσει τον Claude στις συγγραφικές του προσπάθειες, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι παρασύρεται ο ίδιος σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα.

 Καραρχάς να σημειωθεί ότι η ταινία είναι εμπνευσμένη από το ισπανικό θεατρικό «The Boy in the Last Row» του Χουάν Μαγιόργκα. Ένα εξαιρετικό κείμενο, χάρις στο οποίο το -μέτριο- φιλμ του Οζόν απέσπασε θετικές κριτικές. Ο επονομαζόμενος ως «το τρομερό παιδί του γαλλικού σινεμά» σκηνοθέτης κατά την προσωπική μου άποψη δε δικαιολογεί τον ομολογουμένως βαρύ τίτλο που φέρει. Με εξαίρεση οπωσδήποτε το «5χ2» και δευτερευόντως την «Πισίνα» (μετριότατα τα «8 Γυναίκες», «Ο Χρόνος που απομένει»), ο Οζόν κυμαίνεται σε πολύ χαμηλά κινηματογραφικά επίπεδα και ειλικρινά δυσκολεύομαι να συμμεριστώ τον ενθουσιασμό ή τα θετικά σχόλια που ακολουθούν κάθε του ταινία. Anyways...

 Εδώ λοιπόν, αυτό το διαφημισμένο ως θρίλερ (ψυχολογικό εννοείται), είναι περισσότερο μια έντονα μυστηριώδης ταινία, με δραματική πλοκή διανθισμένη με στοιχεία χιουμοριστικά, ηδονοβλεπτικά, κυνικά, μα κυρίως στοιχεί που παίζουν το αγαπημένο παιχνίδι του γάλλου σκηνοθέτη, αυτό της ακροβασίας μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Γιατί αυτό ακριβώς συμβαίνει στο συγκεχυμένο απ' τον ιδιαίτερο και αλλοπρόσαλλο πιτσιρικά μυαλό του κορεσμένου και ψυχρού καθηγητή.
 
 Το μπερδεμένο μυαλό του καθηγητή φιλολογίας είναι ο ένας θεματικός άξονας του φιλμ. Ο άλλος, είναι στραμμένος πάνω στον 16χρονο πιτσιρικά, ο οποίος, ως διαρρήκτης όχι σπιτιού αλλά ανθρώπινου ψυχισμού, εισχωρεί βίαια στην καθημερινότητα μιας φαινομενικά τέλειας οικογένειας, αλλά δεν αρκείται μόνο στο να καταγράφει λεπτομερώς και με τη χρήση της πλούσιας φαντασίας του τις ζωές των μελών της μέσω εκθεσιακών συνεχειών που δίνει για feedback στον καθηγητή, καθώς επιδιώκει να αποτελεί ο ίδιος μέρος της ζωής των και κατά συνέπεια με τη συμπεριφορά την τροποποιεί προσπαθώντας παράλληλα να καλύψει τις δικές του ανάγκες (η μητέρα του τον εγκατέλειψε μικρό και ο πατέρας του είναι καθηλωμένος σε καροτσάκι), είτε ως γιος ενός φιλικού και δυναμικού πατέρα που δεν είχε είτε ως καλύτερος φίλος του συμμαθητή του και αδύναμου σε χαρακτήρα, Ράφα είτε αρχικά ως αποδέκτης της μητρικής στοργής η ερωμένος της συζύγου και κατά συνέπεια πατέρας στη θέση του πατέρα Ράφα.

 Καθηγητής και μαθητής αλληλοβοηθούνται και αλληλοσυμπληρώνονται. Στο πρόσωπο του χαρισματικού στο γράψιμο μαθητή ο -έχω χάσει το νόημα της ζωής- καθηγητής βρίσκει το ταλέντο που ποτέ δεν είχε ο ίδιος και μεταχειρίζεται ιδιαιτέρως το μαθητή του, ενώ ο πιτσιρικάς δράττεται της εύνοιας του καθηγητή, αφενός για να τον χειραγωγήσει, αφετέρου να προχωρήσει ευθαρσώς στο μακιαβελικά διαστροφικό σχέδιό του (χειραγώγηση της οικογένειας).

 Ο Φρανσουά Οζόν μεταφέρει με χαμηλούς τόνους το εξαίρετο ισπανικό κείμενο και προσεγγίζει ηδονοβλεπτικά τη γαλλική μεσοαστική τάξη κλείνοντας το μάτι στο μπλέξιμο φανταστικού και αληθινού, ενώ «παίζει» διανοητικά με τους θεατές, οι οποίοι βλέπουν να ανατρέπονται οι ψυχολογίες αλλά και οι χαρακτήρες των ηρώων, όπως και τα στερεότυπα, σε κάθε καρά που ξετυλίγεται το στόρι. Ο αρχικά φαινομενικός θύτης μετατρέπεται σε θύμα και τούμπαλιν. Ένα έξυπνο «παιχνίδι» εδώ από τον πάντα «διαστροφικό» Οζόν, που σαφώς και κλείνει το μάτι τόσο στον Παζολίνι και το αριστουργηματικό «Θεώρημα» όσο και στον Χίτσκοκ και το «Σιωπηλό Μάρτυρα» (και σε άλλους συναδέλφους), ενώ δε λείπουν και τα ντοστογιεφσκικά ερωτήματα, ωστόσο δεν αρκεί για να δημιουργηθεί κάποιο αριστούργημα.

 Οι ερμηνείες είναι ικανοποιητικές, με κάποιες αρκετά συνεπείς (Kristin Scott Thomas, Fabrice Luchini), ενώ ενδιαφέρουσα είναι η μουσική επένδυση. Όμως τα γνωστά προβλήματα του σκηνοθέτη εμφανίζονται και εδώ, ενώ και η ψυχρή και ανάλαφρη ματιά του στο καταπληκτικό κείμενο, η μη σαφής τοποθέτησή του προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση και το ήπιων τόνων φινάλε δεν προδικάζουν για ένα πιθανό comeback του σκηνοθέτη των «5χ2», «Πισίνα». Ωστόσο θεωρώ ήδη πως αυτή είναι η 3η καλύτερή του.

 «Το Αγόρι στο Τελευταίο Θρανίο» απέσπασε Βραβείο FIPRESCI στο Φεστιβάλ Τορόντο, όπως και τα βραβεία καλύτερης ταινίας και σεναρίου στο Σαν Σεμπαστιάν.

 Βαθμολογία: 5,5/10

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Der Tunnel, Roland Suso Richter, 2001

Der Tunnel 2001 

 Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, το «Τούνελ» αφηγείται την ιστορία κάποιων ανθρώπων, που με επικεφαλής τον Harry Melchior «δραπέτευσαν» απ' την ανατολική στη δυτική Γερμανία. Του 2001, σε σκηνοθεσία Roland Suso Richter, με τους: Heino Ferch, Nicolette Krebitz, Sebastian Koch, Alexandra Maria Lara, Claudia Michelsen.

 Η υπόθεση:
 Βασισμένη στην αληθινή ιστορία μιας ομάδας Ανατολικών  Βερολινέζων, οι οποίοι δραπέτευσαν προς τη Δύση. Ο Harry Melchior ήταν πρωταθλητής της κολύμβησης στην Ανατολική Γερμανία και παράλληλα ήρθε σε ρήξη με το Σύστημα εξαιτίας του οποίου έχει φυλακιστεί στο παρελθόν. Έτσι περνάει στη δυτική πλευρά και από 'κει οργανώνει τη διαφυγή τόσο της αδελφής του όσο και της οικογένειάς της. Η ιδέα του τούνελ γεννιέται, αλλά το πλάνο δε λειτουργεί ομαλά. Οι συμμετέχοντες αντιμετωπίζουν προβλήματα όχι μόνο με την υλικοτεχνική υποστήριξη του έργου τους, αλλά και με την προδοσία από τους... φίλους στην Ανατολή. Και πάντα, η αστυνομία της Ανατολικής Γερμανίας είναι πολύ κοντά στην ανακάλυψη του οικοπέδου.

 Ο Roland Suso Richter είναι γνωστός σκηνοθέτης τηλεοπτικών ταινιών, στη Γερμανία. Το Τούνελ αν και βγήκε τελικά στις αίθουσες και «κρατάει» κινηματογραφικά, ήταν παραγωγή τηλεοπτικών προθέσεων, καθώς παίχτηκε στη γερμανική τηλεόραση σε δύο μέρη, ενώ είχε συνολική διάρκεια 188' αντί των 150', της βερσιόν δηλαδή που βρήκαμε στην ταινία και των 167', της βερσιόν που βγήκε στις αμερικανικές αίθουσες.

 Η -αληθινή- ιστορία εξελίσσεται το 1961 προς 1962, όταν κάποιοι άνθρωποι που ζούσαν στο πρώην ανατολικό Βερολίνο, με επικεφαλής τον Χάρι Μέλχιορ «δραπέτευσαν» προς τη Δύση. Υπενθυμίζεται ότι εκείνη ακριβώς την περίοδο χτιζόταν το τείχος του Βερολίνου (13 Αυγούστου 1961), που χώριζε στα δύο μια ολόκληρη χώρα...

 Ο Μέλχιορ λοιπόν ήταν πρωταθλητής στην κολύμβηση, στο ανατολικό Βερολίνο κερδίζοντας εκτός των μεταλλίων και την καθολική αναγνώριση και καταξίωση. Αρνούμενος όμως να συνεργαστεί με τις Αρχές, είχε έρθει σε ρήξη με το Σύστημα, με αποτέλεσμα να εκτίσει ποινή φυλάκισης επειδή το 1953 είχε συμμετάσχει σε διαδηλώσεις εναντίον της κυβέρνησης των κομμουνιστών της Ανατολικής Γερμανίας. Αηδιασμένος αποφασίζει να φύγει για τη Δύση (με πλαστό διαβατήριο και μεταμφιεσμένος), μαζί με τους φίλους του Ματίζ (Sebastian Koch), Βικ (Mehmet Kurtulus) και Φρεντ (Felix Eitner), αλλά το μυαλό του είναι διαρκώς στην πολυαγαπημένη του αδερφή Λότε (Alexandra Maria Lara). Έτσι με μια ομάδα {(αποτελούμενη απ' τους φίλους, κάποιους εθελοντές που επίσης θέλουν να φέρουν μέλη των οικογενειών τους και τη νεαρή Φρίτζι (Nicolette Krebitz)} θα σκαρφιστούν την ιδέα του τούνελ, μέσω του οποίου θα φέρουν στη Δύση τα αγαπημένα τους πρόσωπα, που έμειναν πίσω στην ανατολική πλευρά. Ένα τούνελ μήκους περίπου 150 μέτρων, το οποίο από απλή σήραγγα καταλήγει σε μεγαλειώδη κατασκευή..

 Η ιδέα του τούνελ ανήκει φυσικά στον Μέλχιορ και γίνεται γνωστή πολύ νωρίς στην ταινία. Αυτό σημαίνει πως η δράση είναι μακράς διάρκειας και ιδιαίτερα έντονη. Με στοιχεία θρίλερ και κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, καθώς μεγάλο μέρος του φιλμ εκτυλίσσεται κάτω από τη γη, εντός τούνελ δηλαδή, παρακολουθούμε με αγωνία (αν και γνωρίζουμε την κατάληξη) τη φυγή μιας ομάδας ανθρώπων προς την ελευθερία. 

 Γιατί στην ουσία αυτό διαπραγματεύεται ο γερμανός σκηνοθέτης. Την «πτήση» προς την ελευθερία. Σίγουρα υπάρχει κάποιο πολιτικό σχόλιο, όμως ο Ρίχτερ δεν ενδιαφέρεται να κάνει (ακόμη μία) πολιτική καταγγελία. Εκείνο που τον εκφράζει είναι να αγκαλιάσει αυτούς τους ανθρώπους, τον αγώνα τους για το ύψιστο ιδανικό, αυτό της ελευθερίας και την αλληλεγγύη που αναπτύσσεται μεταξύ των. Στη διαδρομή τους βέβαια θα συναντήσουν πολλές δυσκολίες με χαρακτηριστικότερες την ίδια την κατασκευή του τούνελ, καθώς αλλιώς σχεδιάστηκε στο χαρτί και άλλα έβλεπαν σκάβοντας αργά, πολύ σκληρά και ενίοτε επικίνδυνα, τους βαλτούς απ' τη Στάζι πληροφοριοδότες (ρουφιάνοι) στο ανατολικό Βερολίνο, όπου πηγαινοέρχονταν για να επικοινωνούν με τους εκεί φίλους και φυσικά, με τον διοικητή του τμήματος παράνομης μετανάστευσης και όλον τον στρατό του ανατολικού Βερολίνου.

 Μία πολύ δυνατή ταινία, με υψηλή ένταση και ιδιαίτερα καλογυρισμένη, αν υπολογιστεί ότι οι αρχικές προθέσεις ήταν τηλεοπτικής λογικής. Νικήτρια πληθώρας βραβείων, από τα τηλεοπτικά βραβεία της Βαυαρίας μέχρι τα ~ της γερμανικής τηλεόρασης συνολικά και από τη Χρυσή Κάμερα Γερμανίας μέχρι το βραβείο Κοινού στο Μόντρεαλ και εκείνα του Κοινού και το Διεθνές στο Σεντ Λούις.

 Σίγουρα μες στις κορυφαίες ταινίες για το Τείχος του Βερολίνου και μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες και δυνατές ευρωπαϊκές ταινίες της περασμένης δεκαετίας.

 Βαθμολογία: 8/10

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

Ουρανός, Τάκης Κανελλόπουλος, 1962

 

 Μία αριστουργηματική στιγμή του ελληνικού κινηματογράφου. Του σπουδαίου Τάκη Κανελλόπουλο και του 1962, μία ασπρόμαυρη αντιπολεμική ταινία, απ' τις καλύτερες του είδους, σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε σενάριο Τάκη Κανελλόπουλου και Γεώργιου Κιτσόπουλου, με τους: Φαίδωνα Γεωργίτση, Αιμιλία Πίττα, Τάκη Εμμανουήλ, Ελένη Ζαφειρίου, Νίκο Τσαχιρίδη, Νίκη Τριανταφυλλίδη, Σταύρο Τορνέ, Λαμπρινή Δμητριάδου, Λάζο Τερζά, Κώστα Μεσσάρη.

 Η υπόθεση:
 Ελληνική δραματική ταινία παραγωγής ΔΡΑΚΑΚΗΣ. 1962, στη μακεδονική επαρχία δύο ζευγάρια χωρίζουν με την έναρξη του πολέμου. Οι δύο άντρες πάνε στο μέτωπο της Αλβανίας. Πολεμούν πλάι-πλάι με τον δάσκαλο ο οποίος θα σκοτωθεί πρώτος. Στη συνέχεια, θα πέσουν και οι ίδιοι, το μέτωπο θα καταρρεύσει και το πένθος θα σκεπάσει τα πάντα

 Η ιστορία ξεκινάει απ' τις 26 Οκτωβρίου 1940. Σε ένα φυλάκιο στα ελληνοαλβανικά σύνορα, η ζωή των στρατιωτικών κυλά ήρεμα. 29 Οκτωβρίου 1940. Έχει κηρυχθεί ο πόλεμος με τους Ιταλούς και οι στρατιώτες αλλάζουν μονάδες ανάλογα με την ειδικότητά τους . Άνοιξη 1941: Μετά την κατάκτηση της χώρας από τους Γερμανούς, οι στρατιώτες επιστρέφουν από τα μέτωπα του πολέμου, στα σπίτια τους με τα πόδια..

 Ο Κανελλόπουλος κινηματογραφεί εδώ, στην πρώτη μεγάλου μήκους και πιθανώς, κορυφαία ταινία του, με ποιητική ευαισθησία και με κάποια λυρικά πλάνα τα τραύματα που αφήνει ο πόλεμος σε μία ομάδα ανθρώπων (μια παρέα πέντε φίλων, που είχαν γνωριστεί και δεθεί στο φυλάκιο) και κατ' επέκταση σε ολόκληρη κοινωνία αλλά και στο κάθε άτομο ξεχωριστά. Δεν τον ενδιαφέρει η καταγραφή πολεμικών γεγονότων ούτε τον απασχολεί ποιος και τι είναι ο εχθρός (σαφώς ως βάση της ιστορίας θέτει το αλβανικό μέτωπο), ούτε καν εξυμνεί την ελληνική ψυχή που πηγάζει από κραυγές γενναιότητας (αεεεεέρα) αλλά επικεντρώνεται στα γιατί και τη ματαιότητα του -οποιουδήποτε- πολέμου και τον προδιαγεγραμμένο χαμό και τη συντριβή που εκείνος επιφέρει για όλους, κάτι που φυσικά ξεπερνά την ανθρώπινη φύση.

 Μια παρέα νεαρών στρατιωτών με μπροστάρη έναν ανθρωπιστή λοχία φεύγουν απ' το φυλάκιο για να πολεμήσουν τους γερμανούς κατακτητές λαμβάνοντες εντολές απ' την Αθήνα. Ξεκινούν με ενθουσιασμό, τραγουδώντας και χορεύοντας θαρρεί κανείς πως πάνε σε γλέντι. Ωστόσο τα δεινά του πολέμου θα τους διαλύσουν ψυχολογικά οδηγώντας τους σταδιακά στην κατάθλιψη και το μαρασμό. Χάνουν κάθε διάθεση και όρεξη, δεν έχουν πλέον θετική ενέργεια κι ελπίδα, ενώ ξέρουν, όσοι γυρίσουν πίσω, πως τίποτα πια δε θα είναι το ίδιο με πριν, όσον αφορά στις οικογένειες και τον τρόπο ζωής των. 

 
 
 Χωρισμένη σε δύο μέρη ουσιαστικά. Στο πρώτο μέρος παρακολουθούμε τις ζωές ανθρώπων σε κάποιο χωριό στα σύνορα όπου υπάρχει κι ένα στρατιωτικό φυλάκιο. Στο δεύτερο την πορεία των πέντε στρατιωτών, φίλων μετά από τόση συμβίωση στο φυλάκιο, του Δασκάλου, του Ταχυδρόμου, του Λοχία, του Γιάγκου και του Στράτου, εκ των οποίων μόνον ο Ταχυδρόμος θα καταφέρει να επιστρέψει ζωντανός..

 Το τεχνικό μέρος, εξαιρετικό στο σύνολό του. Σκηνοθεσία, φωτογραφία (Giovanni Varriano, Γρηγόρης Δανάλης), ερμηνείες (ο Γεωργίτσης στην πρώτη εμφάνιση κι όλοι οι ηθοποιοί στο πετσί των ρόλων), διάλογοι, αντιπολεμικά μηνύματα.

 Διακρίσεις της ταινίας: 1962 ΠΕΚΚ (αργυρό βραβείο - φωτογραφίας), 1962 βραβείο φωτογραφίας στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, Συμμετοχή στο Φεστιβάλ της Νέας Υόρκης, 1963 Φεστιβάλ Νάπολης (αργυρό βραβείο), 1963 Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Καννών, 1964 Κρατικό Βραβείο (σκηνοθεσίας). 

 Ένα αντιπολεμικό, πανανθρώπινο φιλμ, μέρος της κληρονομιάς ενός σπουδαίου κινηματογραφιστή. Μία ταινία - σταθμός στην εξαγώγιμη κινηματογραφική μας παρακαταθήκη.

 Ακολούθησαν δύο ακόμη εκπληκτικές ταινίες του ιδιαίτερου αυτού δημιουργού και εκφραστή του ανεξάρτητου ελληνικού σινεμά: η «Εκδρομή», μια σπαρακτική ερωτική ιστορία εν καιρώ πολέμου και η «Παρένθεση», το 1966 και το 1968 αντίστοιχα. Στη συνέχεια ακολούθησε πτωτική πορεία (4 φιλμ ακόμη) αλλά με αυτές τις τρεις σημαντικότατες ταινίες χάραξε τη δική του πορεία στην ιστορία του εγχώριου κινηματογράφου.

 Βαθμολογία: 8/10

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Tous les Matins du Monde, Alain Corneau, 1991

 

 Μία πανέμορφη ταινία απ' τη Γαλλία και τον προσφάτως εκλιπόντα, συγκεκριμένα τον Αύγουστο του 2010, λίγες μέρες μετά την προβολή του κύκνειου άσμα του Crime d'amour, Alain Corneau. Το «'Ολα τα πρωινά του κόσμου» είναι η κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Quignard Pascal. Με τους Jean-Pierre Marielle, Gérard Depardieu, Guillaume Depardieu, Anne Brochet, Carol Richert.

 Η υπόθεση:
 Τέλη του 17ου αιώνα. Ο μουσικός de Sainte Colombe επιστρέφει στο σπίτι του και ανακαλύπτει ότι κατά το διάστημα της απουσίας του η γυναίκα του είχε πεθάνει. Συντετριμμένος, αφιερώνει τη ζωή του στην ανατροφή των παιδιών του και στη μουσική του . Αρχίζουν τότε να κυκλοφορούν φήμες γι' αυτόν που θα φτάσουν μέχρι τ' αυτιά του Βασιλιά. Ο Λουδοβίκος XIV θα τον καλέσει στην αυλή, για να γίνει μέλος της βασιλικής ορχήστρας. Εκείνος αρνείται κι επιμένει στη μοναξιά του. Μία μέρα φτάνει στο σπίτι του ένας νεαρός με ένα αίτημα...

 Ο Alain Corneau υπήρξε σημαντικός γάλλος σκηνοθέτης με πολύ λίγες (μόλις 16) αλλά εξαιρετικές ταινίες στο φαινομενικά μικρό αλλά πλουσιότατο βιογραφικό του.
 Εδώ, εν έτει 1991 δημιουργεί ένα αξεπέραστο κινηματογραφικό έπος πέρα από κάθε κριτική προσέγγιση χαρίζοντάς μας μία εκ των κορυφαίων γαλλικών ταινιών ever και οπωσδήποτε ένα απ' τα καλύτερα φιλμ της δεκαετίας.

 Η ιστορία είναι βασισμένη στο έξοχο μυθιστόρημα του Quignard Pascal και αφηγείται τα αληθινά γεγονότα της σχέσης δύο μεγάλων μουσικών του 17ου αιώνα, του δασκάλου Monsieur de Sainte Colombe και του μαθητή Marin Marais.

 Απ' τη μία έχουμε τον στριμμένο άνθρωπο αλλά σπουδαίο δάσκαλο Μεσιέ ντε Σεντ-Κολόμπ, ο οποίος σε κατάσταση ελιτίστικου αυνανισμού παίζει με το δικό του, μοναδικό τρόπο την εφτάχορδη βιόλα, εφευρέτης γαρ και μαέστρος δημιουργικός και ασύγκριτος, αποκλειστικά προς ιδίαν τέρψιν και αυτάρεσκο ηδονισμό. Απόδειξη του απέραντου σεβασμού και υποταγής προς τη μουσική και γενικά την Τέχνη, πιστός υπηρέτης της οποίας είναι και μόνον, η κατ' εξακολούθηση άρνηση να μεταβεί στην Αυλή του Βασιλιά Ήλιου, Λουδοβίκου IV και να διασκεδάζει τους αυλικούς παίζοντας μουσική στη βασιλική ορχήστρα, περιφρονώντας τους ἀ-μουσους απεσταλμένους του Βασιλιά. Φυσικά! Αφού είναι μουσικός με όλην τη σημασία της λέξης και προστάτης της Τέχνης (του), όχι διασκεδαστής της σειράς και γλύφτης!

 Απ' την άλλη ο αντιγραφές και κόλακας όμως σε κάθε περίπτωση ταλαντούχος Μαρέν Μαρέ, βιρτουόζος μουσικός της εποχής του Μπαρόκ και της βιόλα ντα γκάμπα (συγγενικό μουσικό όργανο του βιολιού - το προσωνύμιο ντα γκάμπα είναι ενδεικτικό της στάσης παιξίματος, καθώς στηρίζεται ανάμεσα στις γάμπες και όχι στο έδαφος, όπως το βιολοντσέλο) θα μαθητεύσει κοντά στον ντε Σεντ-Κολόμπ, αλλά οι διαφορετικές τους αντιλήψεις και ο υπέρμετρος ενθουσιασμός του και η νεανική φιλοδοξία θα τον φέρουν σε ρήξη με το δάσκαλό του και θα τον οδηγήσουν επί σειρά ετών στη διεύθυνση της βασιλικής ορχήστρας (ordinaire de la chambre du roy pour la viole), όπου θα υποκύψει στα βασιλικά προνόμια.

 Όλα θα αρχίσουν με το θάνατο της γυναίκας του μεγάλου μουσικού δασκάλου. Η θλίψη του, ζωγραφισμένη στο πρόσωπο και αποτυπωμένη σε κάθε γκριμάτσα του εξαιρετικού ηθοποιού Ζαν-Πιερ Μαριέλ, θα τον οδηγήσει σταδιακά στην πλήρη απομόνωση. Θα χτίσει ένα μικρό σπίτι στον κήπο, στο οποίο μετακομίζει για ν' αφοσιωθεί πλήρως στη μουσική αποφεύγοντας τον έξω κόσμο, ενώ παράλληλα θα δημιουργήσει ένα μουσικό τρίο με τις δύο κόρες του.

 Την εσωτερική του γαλήνη θα διαταράξει ο νεαρός ταλαντούχος μουσικός που με ζήλο κι επιμονή θα ζητήσει να γίνει μαθητής του. Η άρνηση του Κολόμπ διαρκής, στοιχειώνεται όμως μέσα από μια ασύλληπτη ατάκα: «Νεαρέ μου είστε επιδέξιος και παίζετε μουσική, όμως δεν είστε μουσικός!».

 Ο επιμένων όμως νικά. Και η επιμονή του Μαρέ (πραγματικά πολύ δυνατή ερμηνεία του Γκιγιόμ Ντεπαρντιέ, υιού του γίγαντα Ζεράρ), κινούμενη απ' τη φιλοδοξία της προσωπικής, καλλιτεχνικής και κοινωνικής ανέλιξης, τον οδηγεί αρχικά στο κρεβάτι της Μαντλέν, μίας εκ των δύο κορών και εν συνεχεία στη βασιλική αυλή. Μόνο που στο ενδιάμεσο αυτός ο δίχως ηθικούς φραγμούς νεαρός θα εξαπατήσει την Μαντλέν με απώτερο σκοπό να πλησιάσει τη μουσική ιδιοφυΐα του Κολόμπ, να μάθει, να ρουφήξει όση γνώση μπορεί να δεχτεί μέσω της ερωτευμένης άτυχης κοπέλας. Αφού αντιγράψει κάθε βήμα, κάθε μέθοδο του δασκάλου και τα δουλέψει έχει πλέον εξελιχθεί σε κορυφαίο μουσικό, έτοιμο για το μεγάλο βήμα. Θα φύγει λοιπόν απ' το σπιτάκι για τον Roi Soleil. Μόνο που... η Μαντλέν μένει έγκυος. Εκείνος το αγνοεί αλλά βέβαια δεν τον ενδιαφέρει καν. Μετά από απανωτές προσκλήσεις και παρακαλετά, όταν πια η νεαρή αρρωστήσει άσχημα, θα γυρίσει να της παίξει βιόλα. Αλλά θα φύγει ξανά κι εκείνη ξέρει ότι μόνο ένας δρόμος της απέμεινε...

 Χρόνια μετά ο Μαρέ (ο ογκόλιθος Ζεράρ Ντεπαρντιέ πλέον, ανοίγει και κλείνει το φιλμ με δύο ολιγόλεπτες τρομακτικές ερμηνείες) έχει γίνει σπουδαίος και τρανός δάσκαλος μουσικής αλλά τρώγεται βασανισμένος από τύψεις για τον σκάρτο χαρακτήρα που είχε τότε. Όλα τα μεγαλεία και η καταξίωση έχουν πάει περίπατο. Τι τα θες;!
 Μία ατάκα με πολύ νόημα του δασκάλου προς το μαθητή: "Η μουσική υπάρχει για να μιλάει για όλα όσα δεν μπορούν να ειπωθούν με λόγια".

 Τα πλάνα του Alain Corneau μας μεταφέρουν σε έναν παραμυθένιο, αλλά συγχρόνως μουντό κόσμο γεμάτο ποικίλα συναισθήματα, όπως είναι ο πόνος, ο έρωτας, ο φόβος και ο θάνατος.
 Η δε πληρότητα του κάθε πλάνου μοναδικά εντυπωσιακή! Τα μελωδικά ακούσματα ξεσηκωμένα απ' τους κορυφαίους κλασικούς μουσικούς, απίθανα. Οι ήχοι της βιόλας ταξιδεύουν τις αισθήσεις και οι μετατρέπουν σε κινούμενους πίνακες ζωγραφικής τα υπέροχα, γεμάτα φιλοσοφική δύναμη πλάνα.
 Με άλλα λόγια ο Κορνό με τη μαεστρική του σκηνοθεσία, η οποία παρεμπιπτόντως ακολουθεί σε ρυθμό και δυναμική τη μουσική, κάνει κάτι ασύλληπτο: μας προσφέρει τη δυνατότητα να... ακούμε εικόνες και να βλέπουμε μουσική! 
 Σε αυτό βεβαίως συνεισφέρουν ο Ζορντί Σαβάλ, που επιμελείται της μουσικής και ο Ιβ Αντζελό στη φωτογραφία, καταπληκτική δουλειά αμφότεροι.
 
 Εξαιρετική ατμοσφαιρική ταινία εποχής. Οι φίλοι της καλής μουσικής θα τη λατρέψουν. Εκείνοι του καλού σινεμά θα την κουβαλούν μέσα τους για πολύ καιρό. Οι υπόλοιποι κάτι θα νιώσουν, δεν μπορεί! Όσοι βρίσκεστε στην πρώτη κατηγορία ή στη δεύτερη ή αγαπάτε εξίσου και τα δύο αυτά είδη Τέχνης και δεν έχετε δει την ταινία, αναζητήστε την με την πρώτη ευκαιρία!

 Υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα Kαλύτερης Ξένης Tαινίας.
 
 Tous les matins du monde sont sans retour.

 Βαθμολογία: 9/10

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012

I Mostri, Dino Risi, 1963

 

 Μία κλασική αντιπροσωπευτική ταινία της περίφημης και αγαπημένης Commedia all' Italiana από έναν εξαίρετο εκπρόσωπο του είδους, τον Dino Risi και το 1963, με τους Vittorio Gasman, Ugo Tognazzi να πρωταγωνιστούν μαζί η ξεχωριστά στα 20 συνολικά σκετς που απαρτίζουν «Τα Τέρατα».

 Η υπόθεση, απλή: 20 σκετσάκια που σατιρίζουν τους λαϊκούς μύθους και την ιταλική κοινωνία της δεκαετίας του 1960.

 Ο Dino Risi, ένας πραγματικά σπουδαίος σκηνοθέτης και έξοχος εκπρόσωπος της αγαπημένης -και- στην Ελλάδα Commedia all' Italiana, βρίσκει εδώ, στο πρόσωπο δύο πολύ καλών του φίλων και συνεργατών αλλά και μεγάλων ηθοποιών φυσικά, των «ωραίων τεράτων» του ιταλικού σινεμά Vittorio Gasman και Ugo Tognazzi τον καθρέφτη μέσα απ' τον οποίον «βλέπει» τους πρωταγωνιστές, τους αντιήρωες, τα πρότυπα, τους πλούσιους, τους φτωχούς, τους κάθε λογής «απατεώνες», τους πολιτικούς, τους ανθρώπους των media, τους «προβληματικούς» και εν τέλει ολόκληρη την ιταλική κοινωνία των '60s, τους μύθους της οποίας ξεσκίζει μέσα από μία σειρά ξεκαρδιστικών σκετς, συνολικής διάρκειας 110'.

 Αξίζει να σημειωθεί (οι λάτρεις βεβαίως του είδους γνωρίζουν πολύ καλά) πως η commedia all' italiana υπήρξε το κατεξοχήν κινηματογραφικό είδος που αντιμετώπισε το πρόσωπο της κοινωνίας με γενναιότητα, αυτοσαρκασμό και ουσία και που στηρίχθηκε στη μετωπική σύγκρουση με τη γελοιότητα και την ήττα των ανθρώπων καθώς και με την υπαρξιακή τους απελπισία. 

 Εδώ λοιπόν παρακολουθούμε ένα απ' τα πρώτα δείγματα αυτού του ιδιαίτερου κινηματογραφικού είδους με την υπογραφή ενός κωμικού -και όχι μόνο- μαέστρου (Il Sorpaso, Il Successo, Profumo di Donna, Una vita difficile, Poveri ma belli, ). 

 Μια σπονδυλωτή ταινία και μία καυστική σάτιρα με πανέξυπνους διαλόγους, ωραίο χιούμορ, πολιτικοκοινωνικά μηνύματα, διδακτισμό αλλά και κάποιες υπερβολές.

 Βαθμολογία: 7,5/10