Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012

I Mostri, Dino Risi, 1963

 

 Μία κλασική αντιπροσωπευτική ταινία της περίφημης και αγαπημένης Commedia all' Italiana από έναν εξαίρετο εκπρόσωπο του είδους, τον Dino Risi και το 1963, με τους Vittorio Gasman, Ugo Tognazzi να πρωταγωνιστούν μαζί η ξεχωριστά στα 20 συνολικά σκετς που απαρτίζουν «Τα Τέρατα».

 Η υπόθεση, απλή: 20 σκετσάκια που σατιρίζουν τους λαϊκούς μύθους και την ιταλική κοινωνία της δεκαετίας του 1960.

 Ο Dino Risi, ένας πραγματικά σπουδαίος σκηνοθέτης και έξοχος εκπρόσωπος της αγαπημένης -και- στην Ελλάδα Commedia all' Italiana, βρίσκει εδώ, στο πρόσωπο δύο πολύ καλών του φίλων και συνεργατών αλλά και μεγάλων ηθοποιών φυσικά, των «ωραίων τεράτων» του ιταλικού σινεμά Vittorio Gasman και Ugo Tognazzi τον καθρέφτη μέσα απ' τον οποίον «βλέπει» τους πρωταγωνιστές, τους αντιήρωες, τα πρότυπα, τους πλούσιους, τους φτωχούς, τους κάθε λογής «απατεώνες», τους πολιτικούς, τους ανθρώπους των media, τους «προβληματικούς» και εν τέλει ολόκληρη την ιταλική κοινωνία των '60s, τους μύθους της οποίας ξεσκίζει μέσα από μία σειρά ξεκαρδιστικών σκετς, συνολικής διάρκειας 110'.

 Αξίζει να σημειωθεί (οι λάτρεις βεβαίως του είδους γνωρίζουν πολύ καλά) πως η commedia all' italiana υπήρξε το κατεξοχήν κινηματογραφικό είδος που αντιμετώπισε το πρόσωπο της κοινωνίας με γενναιότητα, αυτοσαρκασμό και ουσία και που στηρίχθηκε στη μετωπική σύγκρουση με τη γελοιότητα και την ήττα των ανθρώπων καθώς και με την υπαρξιακή τους απελπισία. 

 Εδώ λοιπόν παρακολουθούμε ένα απ' τα πρώτα δείγματα αυτού του ιδιαίτερου κινηματογραφικού είδους με την υπογραφή ενός κωμικού -και όχι μόνο- μαέστρου (Il Sorpaso, Il Successo, Profumo di Donna, Una vita difficile, Poveri ma belli, ). 

 Μια σπονδυλωτή ταινία και μία καυστική σάτιρα με πανέξυπνους διαλόγους, ωραίο χιούμορ, πολιτικοκοινωνικά μηνύματα, διδακτισμό αλλά και κάποιες υπερβολές.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

Wild Strawberries (Smultronstället), Ingmar Bergman, 1957

 

  Εν έτει 1957 ο κορυφαίος σουηδός σκηνοθέτης Ingmar Bergman κάνει δύο πραγματικά σπουδαίες ταινίες. Την 7η Σφραγίδα και τις Άγριες Φράουλες. Δύο αριστουργήματα δηλαδή την ίδια χρονιά! Μοναδικό επίτευγμα από έναν κινηματογραφικό Γίγαντα. Εδώ, με τον αυθεντικό τίτλο "Smultronstället" και διεθνώς γνωστό ως "Wild Strawberries", οι Άγριες Φράουλες είναι ένα βαθιά φιλοσοφημένο φιλμ, που θα μπορούσε να σταθεί ως συμπλήρωμα της 7ης Σφραγίδας και το οποίο αναζητά την Αλήθεια πίσω απ' τον Θάνατο. Σε σενάριο - σκηνοθεσία Ingmar Bergman, με τους: Victor Sjostrom, Bibi Andersson, Ingrid Thulin, Gunnar Bjornstrand.

 Η υπόθεση:
 Η ταινία ξεκινά μ' έναν φοβερό εφιάλτη, όπου ο γηραιός καθηγητής Ιατρικής ο οποίος πρόκειται να τιμηθεί από την Ακαδημία για την προσφορά του στην επιστήμη βλέπει, σ' ένα φέρετρο που πέφτει από μια νεκροφόρα και ανοίγει μπροστά του, τον εαυτό του νεκρό ενώ ένα ρολόι, χωρίς δείκτες, «δείχνει» την ώρα του Θανάτου. Ο ηλικιωμένος άνδρας (έξοχα ερμηνευμένος από τον μεγάλο σκηνοθέτη της εποχής του βωβού Βίκτορ Σγιόστρομ), ο οποίος στο βωμό της επιτυχίας και της καταξίωσης, θυσίασε την χαρά της ζωής και τους χυμούς του έρωτα, στεγνώνοντας την ψυχή του, κάνει το τελευταίο του ταξίδι, ταυτόχρονα ξαναζεί τη ζωή του και συμφιλιώνεται με το φόβο του θανάτου.

 Όλα ξεκινούν με τον ηλικιωμένο καθηγητή ιατρικής Borg, κεντρικό ήρωα του φιλμ, να ταράσσεται από έναν εφιάλτη. Δεν είναι λίγο πράγμα να «βλέπεις» τον εαυτό σου νεκρό στο φέρετρο και το χρόνο σου να τελειώνει. όπως «υποδεικνύει» το ρολόι χωρίς δείκτες.

 Ο βετεράνος ιατρός βλέπει τον εφιάλτη παραμονές της βράβευσής του απ' την Ακαδημία για τα 50 χρόνια προσφοράς του στο χώρο της ιατρικής και της Επιστήμης, γενικότερα. Ταραγμένος θα αποφασίσει να ταξιδέψει με το αυτοκίνητο αντί του αεροπλάνου και θα ξεκινήσει πολύ νωρίτερα από την Στοκχόλμη ώστε να φθάσει εγκαίρως στην Λουντ για τη βράβευση.

 Μαζί του, συνοδοιπόρο στο ταξίδι θα έχει τη νύφη του, η οποία νιώθει να ασφυκτιά και θέλει να ξεφύγει τόσο απ' τον άνδρα της (και γιο του γέρου) όσο κι απ' τη μιζέρια της καθημερινότητας.

 Και το ταξίδι αυτό θα μετατραπεί σε ταξίδι ψυχής από τον σπουδαίο σουηδό δημιουργό πίσω απ' την κάμερα και τον εξίσου σπουδαίο Victor Sjostrom, κορυφαίο σκηνοθέτη του βωβού κινηματογράφου και ήδη αναγνωρισμένο εδώ, να ενσαρκώνει με εκπληκτική εσωστρέφεια τον γέρο καθηγητή, έχοντας φυσικά καταθέσει στο παρελθόν διαπιστευτήρια εξαίρετης υποκριτικής.

 Απ' την πρώτη κιόλας στάση, στο πατρικό του, ο ηλικιωμένος άνδρας θα φέρει εμπρός του αναμνήσεις απ' το παρελθόν, οι οποίες ωστόσο δεν εμφανίζονται ως σκιές ή αμυδρά στιγμιότυπα αλλά ως ολοζώντανες εικόνες που συνθέτουν ολόκληρο το πορτρέτο της ζωής του 78χρονου καθηγητή. Εικόνες, οι οποίες έχουν τέτοια δύναμη, τέτοια ζωντάνια και τέτοια έντονα χρώματα, που φωτίζουν τα τελευταία μισοσβησμένα ίχνη της πορείας μιας ολόκληρης ζωής της οποίας το φινάλε πλησιάζει απειλητικά.

 Όλο το ταξίδι, με τους γνωστούς αλλά και άγνωστους ανθρώπους που θα συναντήσει και με τα όνειρα και τις μνήμες να τον συντροφεύουν, θα αποτελέσει επί της ουσίας, παράλληλα με τη διαδρομή που διανύει ο γέρος για να τιμηθεί, τη διαδρομή που θα κάνει μέσα και πίσω στο χρόνο, ώστε να καταλήξει στον προσωπικό του απολογισμό για τη ζωή.

 Κι ο μέγας Μπέργκμαν στήνει με εντυπωσιακή τεχνική, κάποια βουτηγμένα στο λυρισμό πλάνα και «παιχνίδια» με το φωτισμό, το κατεστραμμένο πορτρέτο μιας ζωής που χάθηκε μες στον εγωισμό, ενώ παράλληλα αποτίει φόρο τιμής στον έτερο μεγάλο της σουηδικής και γενικότερα, ξεχωριστής σκανδιναβικής σχολής, Βίκτορ Σγιόστρομ, όχι μόνο δίνοντάς του τον πρωταγωνιστικό ρόλο αλλά κυρίως μέσα απ' την εξπρεσιονιστική απεικόνιση των κάδρων του.

 Ο εγωπαθής καθηγητής κλεισμένος στον εαυτό του και πνιγμένος στην επιστήμη του ξέχασε ουσιαστικά να ζήσει. Ξέχασε να ερωτευτεί, να διεκδικήσει, να παλέψει, να απολαύσει. Έτσι είδε απλώς τη ζωή να περνά από δίπλα του χωρίς καν να το αντιληφθεί. Και τώρα, στα 78 του χρόνια και λίγο πριν παραστεί στη δική του τιμητική βραδιά που όμως μοιάζει «κούφια» δίχως ουσιαστικό αποδέκτη, ένας τρομακτικός εφιάλτης τον αναγκάζει να «ξαναζήσει», μέσα από μνήμες, όνειρα και μακρινές εικόνες όλα εκείνα που άφησε να τον προσπεράσουν.

 Η πραγματικότητα συγχέεται με το όνειρο και το παρόν με το παρελθόν, η νοσταλγία των χαμένων νιάτων αντιπαρατίθεται με την σκιά των γηρατειών, τα ρεαλιστικά στοιχεία του ταξιδιού διακόπτουν τα σουρεαλιστικά στοιχεία των ονείρων, οι χαρές και οι λύπες δεκάδων χρόνων ξεπροβάλλουν μέσα απ' τις θαμπές αναμνήσεις.

 Ο ήρωας, απ' τον εφιάλτη της εναρκτήριας -μαγικής εξπρεσιονιστικής σύλληψης- κιόλας σεκάνς, ακολουθώντας μια διαδρομή επιδίδεται στην αναζήτηση της Εσωτερικής του Αλήθειας. Δεν ψάχνει να βρει απαντήσεις στο Θεό, όπως κάνει ο Μαξ φον Σίντοφ στο δικό του οδοιπορικό στην 7η Σφραγίδα, αλλά στο εσωτερικό της ανθρώπινης ψυχής.
 Η φθορά του χρόνου και η άνευ όρων παράδοση σε αυτήν, που αποτυπώνεται έξοχα απ' τον Σγιόστρομ, θα δώσει τις απαντήσεις με το προδιαγεγραμμένο φινάλε.

 Ένα γλυκόπικρο οδοιπορικό στις αναμνήσεις και τα όνειρα της ανθρώπινης ύπαρξης, μία από τις 10 καλύτερες ταινίες της ιστορίας του κινηματογράφου. Χρυσή Αρκτος Φεστιβάλ Βερολίνου, 1958. Ένα αυθεντικό αριστούργημα.

 Βαθμολογία: 9/10

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

Cherry Blossoms, Doris Dörrie, 2008


 «Ανθισμένες Κερασιές», με αυθεντικό τίτλο Kirschbluten - Hanami η κορυφαία στιγμή της γερμανίδας σκηνοθέτιδας Doris Dörrie, το 2008. Μία συμπαραγωγή Γερμανίας, Ιαπωνίας, η τρυφερή αυτή ταινία με ευθεία αναφορά στον Όζου και κλείσιμο του ματιού στους Φελίνι, Κισλόφσκι, με συμμετοχή στο φεστιβάλ του Βερολίνου. Μια πραγματεία για το εφήμερο της ζωής, την αγάπη και το «τέλος». Σε σενάριο - σκηνοθεσία Doris Dörrie με τους: Elmar Wepper, Hannelore Elsner, Aya Irizuki, Maximilian Bruckner, Nadja Uhl, Birgit Minichmayr.

 Η υπόθεση:
 Μόνο η Τρούντι (Χανελόρε Έλσνερ) ξέρει πως ο άντρας της είναι ανίατα άρρωστος και ετοιμοθάνατος. Αποφασίζει να μην του το ανακοινώσει. Οι γιατροί της προτείνουν να κάνει ένα όμορφο ταξίδι μαζί του, να πραγματοποιήσουν κάτι που ονειρεύονται. Ο Ρούντι είναι ένας καλός, απλός, προβλέψιμος άντρας. Αγαπιούνται. Όταν η γυναίκα του τού προτείνει να πάνε στην Ιαπωνία, όπου ζει ο μικρός τους γιος, και να δουν από κοντά την κορυφή του Φουτζιγιάμα, εκείνος την βρίσκει υπερβολική. Τελικά, καταφέρνει να τον πείσει να ταξιδέψουν στο Βερολίνο όπου ζει ο μεγάλος τους γιος με την οικογένειά του και η κόρη τους. Εκεί καταλαβαίνουν ότι τα παιδιά τους είναι τόσο απασχολημένα με τις δικές τους ζωές, που δεν τους περισσεύει χρόνος για τους γονείς. 

 Η Doris Dörrie, σημαντική γερμανίδα σκηνοθέτιδα με πολύχρονη καριέρα πίσω απ' την κάμερα, εν έτει 2008 έφθασε στην πιο ώριμη στιγμή της χαρίζοντάς μας ένα πολύ όμορφο, τρυφερό και συγκινητικό φιλμ. Οι «Ανθισμένες Κερασιές» με εμφανή αναφορά στον σπουδαίο Γιασουχίρο Όζου και το υπέροχο «Ταξίδι στο Τόκιο» είναι μια εντυπωσιακά λιτή πραγματεία πάνω στο εφήμερο της ζωής, την αληθινή αγάπη και το προδιαγεγραμμένο φινάλε. Όλα αυτά με φόντο το σύγχρονο Τόκιο ως μεγαλούπολη - σύμβολο αποξένωσης των οικογενειών και αλλοτρίωσης των παραδοσιακών αξιών.

 Όλα ξεκινούν από μια διάγνωση. Αφορά σε ανίατη ασθένεια του Ρούντι, μη αναστρέψιμη μορφή καρκίνου, μόνο που τα μαντάτα λαμβάνει η σύζυγός του, Τρούντι. Η οποία, μετά κι από παρότρυνση των γιατρών, αποφασίζει να πραγματοποιήσουν οι δυο τους ένα μεγάλο ταξίδι, να επισκεφθούν μετά από χρόνια τα παιδιά τους, να φτάσουν μέχρι τη θάλασσα, να ζήσουν μια «περιπέτεια», λίγο πριν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, για το οποίο φυσικά ο Ρούντι δεν έχει ιδέα...

 Ωστόσο τα προβλήματα μόλις άρχισαν για το ηλικιωμένο ζεύγος. Μόλις γεμάτοι χαρά και προσμονή αντικρύσουν τα παιδιά τους στο Βερολίνο, θα αντιληφθούν πως στις ζωές τους και τη γεμάτη υποχρεώσεις καθημερινότητά τους δεν υπάρχει χώρος για εκείνους. Παγιδευμένοι στη σύγχρονη καθημερινότητα της ασφυκτικής μεγαλούπολης αλλά κι εγκλωβισμένοι στις ψευδαισθήσεις της προσωπικής τους ζωής νιώθουν πλέον εντελώς ξένοι κι αποκομμένοι απ' τους ανθρώπους που τους μεγάλωσαν. Με εμφανή απογοήτευση μετά την αποδόμηση της οικογένειας οι ηλικιωμένοι γονείς θα συνεχίσουν το ταξίδι τους. Επόμενος σταθμός η θάλασσα, στη Βαλτική. Όμως εκεί, το εφήμερο της ζωής κρύβει μια αναπάντεχη, σκληρή δοκιμασία. Μία ανατροπή που θα φέρει τα πάντα τούμπα στον Ρούντι, ο οποίος, όντας ήρεμος, μοναχικός και βρίσκοντας σε ολόκληρη τη ζωή του την ευτυχία στην απλή καθημερινή συντροφιά της Τρούντι, θα πρέπει ευρισκόμενος στο Τόκιο πια, να αλλάξει, έστω στο βαθμό που μπορεί, τόσο για τον ίδιο, για να εξερευνήσει ουσιαστικά τον εαυτό του πάνω στο φινάλε της διαδρομής του, αλλά κυρίως, για τη μνήμη της αγαπημένης του γυναίκας.
 Εκεί μάλιστα, αποκομμένος κι απ' τον άλλο γιο θα βρει συντροφιά στο πρόσωπο μιας νεαρής Γιαπωνέζας, την υποδύεται η γλυκύτατη Aya Irizuki (σα χαρακτήρας θυμίζει την Gulietta Masina απ' το La Strada του Fellini), η οποία θα τον μυήσει στα μυστικά του Butoh, ένα μοντέρνο ντόπιο χορό που λάτρευε και είχε απωθημένο η Τρούντι. Μαζί, με ένα χάσμα να τους χωρίζει, από διαφορά ηλικίας μέχρι συνήθεις και συμπεριφορά, θα μοιραστούν ένα σωρό πράγματα και συναισθήματα και θα έρθουν κοντά, έστω κι αν οριακά καταφέρνουν να συνεννοηθούν, χάρη στην αγάπη τους για τη ζωή αλλά και βοηθούμενοι από τη μνήμη προς ένα αγαπημένο πρόσωπο έκαστος.

 Ξεκινώντας απ' το σενάριο, αυτή η απλότητα κερδίζει μεμιάς το θεατή, καθώς τα στόρι ξετυλίγεται με τη γνωστή γερμανική λιτότητα, όμως κάθε σεκάνς και κάθε διάλογος είναι πέρα για πέρα ουσιαστικά πετυχαίνοντας μάλιστα τον σκοπό της Dörrie, που είναι όχι να εκμαιεύσει τη συγκίνηση αλλά να αγγίξει την ψυχή ακόμη και του πλέον ώριμου ή ψυχρού θεατή.
 Άλλωστε το σενάριο με το λιτό ύφος, τους συμβολισμούς και τις ανατροπές αποτελεί το ατού αυτού του φιλμ, μιας και η σκηνοθεσία κυμαίνεται σε μέτρια επίπεδα. Όλα τα λεφτά λοιπόν, το στόρι.
 Στη συνέχεια έχουμε έναν υπέροχο Elmar Wepper, ο οποίος ερμηνεύει με απαράμιλλη εκφραστικότητα και γλυκύτητα τον ήσυχο, παγιδευμένο στην ρουτίνα του Ρούντι, ο οποίος στο φινάλε αφήνει επιτέλους εαυτόν να εκφραστεί, σταματάει να αυτοκαταπιέζεται και βγάζει από μέσα του όλη την κρυμμένη χάρη και ομορφιά χαρίζοντας ίσως έτσι το σημαντικότερο δώρο στον ίδιον. Να ανθίσει δηλαδή, σαν τις κερασιές..

* Οι ανθισμένες κερασιές είναι σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής στην Ιαπωνία. Πρόκειται για την έναρξη της άνοιξης, όπου φυσικά ανθίζουν τα δέντρα και τα λουλούδια και συμβολίζουν τη γέννηση της ίδιας της ζωής. Συγκεκριμένα το άνθος της κερασιάς έχει τη συμβολική σημασία του εφήμερου και παροδικού της ζωής. Η εποχή αυτή ονομάζεται "hanami" και σημαίνει «κοίτα τα λουλούδια», δηλαδή αυτή την ιδιαίτερη ποικιλία κερασιάς της χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Häxan, Benjamin Christensen, 1922

 

 Με τον ελληνικό τίτλο «Η Μαγεία μέσα στους Αιώνες» η ταινία "Häxan" -συναντάται και με τον αγγλικό τίτλο "Haxan: Witchcraft Through The Ages"- είναι ένα θρυλικό φιλμ του βωβού κινηματογράφου, που πραγματεύεται την ιστορική διαδρομή της μαγείας. Σε παραγωγή Σουηδίας/Δανίας, σενάριο και σκηνοθεσία Benjamin Christensen, με τους: Benjamin Christensen, Elisabeth Christensen, Maren Pedersen κ.ά.

 Η υπόθεση:
 Μια πραγματεία πάνω στη μαγεία, την τρέλα και τον δαιμονισμό, γυρισμένη υπό μορφή ελεύθερου δοκιμίου, όπου καταγγέλλεται ο σκοταδισμός του Μεσαίωνα και οι πρακτικές της Ιεράς Εξέτασης, ενώ στο τελευταίο μέρος γίνεται παραλληλισμός ανάμεσα στη δαιμονολογία και την υστερία υπό το φως της ψυχιατρικής επιστήμης.

 Ο γεννημένος στο Βίμποργκ της Δανίας Benjamin Christensen δημιουργεί ένα φιλμ - μύθο στην ιστορία του βωβού κινηματογράφου, όταν εν έτει 1922 (σημαντικότατη χρονιά για το σινεμά, καθώς έχουμε και το αριστούργημα του Φρίντριχ Μουρνάου Νοσφεράτου, μια συμφωνία τρόμου) αποφασίζει να πραγματευτεί την «τέχνη» της μαγείας και την ιστορική διαδρομή της ανά τους αιώνες, περνώντας απ' τη βόρεια Ευρώπη αλλά δίνοντας βάση στο Μεσαίωνα, όπου και ασκεί δριμύ κριτική στον τρόπο λήψης αποφάσεων των διαβόητων ιεροεξεταστών

 Το όλο -σπουδαίο- εγχείρημα αναπτύσσεται σαν δοκίμιο, σε ντοκουμεταρίστικο ύφος, ενώ να σημειωθεί πως η γλώσσα είναι τα δανέζικα, όπως επίσης στη Δανία έγιναν τα γυρίσματα, αν και η χρηματοδότηση της ταινίας έγινε με σουηδικές κορώνες (το νόμισμα της εποχής).

 Ο Christensen, ο οποίος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το θέμα της μαγείας, κάτι που καταδεικνύεται κι από τις επόμενες ταινίες της φιλμογραφίας του (το Häxan είναι μόλις η 3η του), για να ολοκληρώσει το εν λόγω φιλμ χρειάστηκε να προχωρήσει σε... κυνήγι μαγισσών. 
 Συγκεκριμένα μελέτησε το διαβόητο "Malleus Maleficarum", ένα χείριστης προπαγάνδας εγχειρίδιο που γράφτηκε το 1487 στη Γερμανία από δύο καθολικούς ιεροεξεταστές, σύμφωνα με το οποίο οι μάγισσες είναι υπαρκτές, είναι βοηθοί του Διαβόλου και είναι στην πλειονότητά τους γυναίκες, ως πλάσματα λιγότερο έξυπνα και πιο αδύναμα απ' τους άνδρες, ώστε να ξεγελιούνται πιο εύκολα απ' το Σατανά. Ακόμη, περιγράφονται τρόποι εντοπισμού αλλά και εξόντωσης των «μαγισσών», σε ένα εγχειρίδιο που αποτέλεσε τη βάση εξέτασης πολλών «κατηγορουμένων» σε δικαστήρια ανά την Ευρώπη, οι οποίοι, όντας αθώοι φυσικά, θανατώθηκαν με την κατηγορία -τί άλλο- της εξάσκησης μαγείας..

 Και μέσω της μελέτης αυτής ο Δανός, που τοποθετείται ξεκάθαρα κατά της ύπαρξης μαγισσών, τελετών μαύρης μαγείας και δαιμονοποίησης, μελετά το πώς οι οφειλόμενες στην άγνοια και ημιμάθεια προλήψεις και η λανθασμένη προσέγγιση και παρερμηνεία των -κυρίως- ψυχικών ασθενειών, οδηγούν στις ψυχικές διαταραχές και εν τέλει στο περιβόητο κυνήγι μαγισσών.
 Επικεντρώνεται δε, στην υστερία, υποπίπτοντας πιθανώς στο μοναδικό του λάθος, καθώς καυτηριάζει τα πορίσματα των ψυχαναλυτών και τις μεθόδους θεραπείας των ψυχικά άρρωστων ανθρώπων, όπως ο εγκλεισμός τους σε κλινικές τον οποίο τοποθετεί στο ίδιο ζύγι με το πόρισμα των ιεροεξεταστών για την «κάθαρση» των «δαιμονισμένων» στην πυρά..

 Με πραγματικά πανέμορφα πλάνα, εντυπωσιακές και πρωτοποριακές σκηνές για την εποχή (το φιλμ έτυχε αποθεωτικής υποδοχής στη Σκανδιναβία (η πιο ακριβή παραγωγή έως τότε), όμως απαγορεύτηκε στις ΗΠΑ για προβολή γυμνού, αλλά και σκληρών και σεξουαλικής έξαψης σκηνών), χωρισμένο σε 7 μέρη διάρκειας 15' περίπου το καθένα και γυρισμένο ως ντοκιμαντέρ αλλά και με έντονα στοιχεία μυθοπλασίας, με κωμικές στιγμές αλλά και έντονα δραματικές, κάτι που κατατάσσουν το "Häxan" μεταξύ των καλύτερων ταινιών τρόμου όλων των εποχών (βρίσκεται στο προσωπικό αγαπημένο Top-10 ταινιών τρόμου του Guillermo del Toro), με εξπρεσιονιστικό στυλ, με τον ίδιο τον σκηνοθέτη στο ρόλο του Σατανά, με εμφανείς επιρροές από πίνακες διάσημων καλλιτεχνών, με σουρεαλιστικές πινελιές, βασισμένη σε επιστημονικές πηγές, αν και δυστυχώς λογοκρίθηκε σε σημαντικό βαθμό (τουλάχιστον, αν και πετσοκομμένη, ευτυχώς κυκλοφόρησε), με προβολές στο σκοτάδι (σπάνιο για την εποχή) ώστε οι ηθοποιοί να νιώθουν το απαραίτητο δέος και με τη χρήση σλάιντς(!) -κυκλοφόρησε το 1967 μια ομιλούσα βερσιόν του αυθεντικού φιλμ διάρκειας 76' και με αφήγηση αντί λεζαντών- και μια παρέλαση κάθε μορφής, σχήματος και όψης δαιμόνων, το "Häxan", αυτό το ιδιότυπο γοτθικό αριστούργημα κερδίζει δικαίως μια θέση μέσα στις σημαντικότερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου.

 Βαθμολογία: 8/10

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Νύχτες Πρεμιέρας: Graceland, Ron Morales, 2012

 

 Απ' τις καλύτερες ταινίες που παρακολουθήσαμε στο φετινό φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας», το Graceland, έρχεται από τις Φιλιππίνες για να αποτελέσει αναμφισβήτητα την κινηματογραφική έκπληξη της χρονιάς. Σε σκηνοθεσία Ron Morales με τους: Arnold Reyes, Menggie Cobarrubias, Dido de La Paz, Leon Miguel, Ella Guevara.

 Η υπόθεση:
 Δύο κοπέλες - το βλαστάρι ενός διεφθαρμένου πολιτικού που αποπλανεί κοριτσάκια και η κόρη του φτωχού οδηγού του - απάγονται από αγνώστους που ζητούν λύτρα. Το ανατριχιαστικό μυστικό που καιροφυλακτεί στο φινάλε αυτού του εξαιρετικού θρίλερ ανατρέπει τα πάντα και σε υποχρεώνει να θες να ξαναδείς την ταινία από την αρχή.

 Ο οικογενειάρχης Μαρλόν είναι ο οδηγός του Μανουέλ Τσανγκ, ενός διεφθαρμένου πολιτικού. Καθώς αυτός και η κόρη του συντροφεύουν τη μικρή κόρη του Τσανγκ σπίτι της, δέχονται επίθεση και η κόρη απαγάγεται. Από δω και πέρα, η ζωή του Μαρλόν γίνεται εφιάλτης και καθώς τα γεγονότα φέρνουν το ένα το άλλο, βρίσκεται διαμέσου ενός τρομακτικού κυκλώματος κι ενός παιχνιδιού απάτης και προδοσίας

 Ο Ρον Μοράλες μας είχε συστηθεί πριν από τέσσερα χρόνια με το ενδιαφέρον Santa Mesa, όμως εδώ κάνει το «μπαμ», με το Graceland, ένα δυνατό θρίλερ απαγωγής, που μας ταξιδεύει στους «σκοτεινούς» δρόμους της Μανίλα, πρωτεύουσα και δεύτερη πολυπληθέστερη πόλη των Φιλιππίνων.

 Πρωταγωνιστής λοιπόν ο Μαρλόν, ένας ήσυχος οικογενειάρχης, ο οποίος εργάζεται ως προσωπικός σοφέρ, εδώ και πολλά χρόνια, του πολιτικού, μέλους του Κογκρέσου, Μανουέλ Τσανγκ. Ωστόσο μία άλλη «υποχρέωση» που έχει προς το διεφθαρμένο αφεντικό του, είναι να τον προμηθεύει με ανήλικα εκδιδόμενα κορίτσια, με τα οποία ο τελευταίος εκπληρώνει τα αρρωστημένα βίτσια του. Η μητέρα ενός εξ αυτών θα ξεσκεπάσει το σκάνδαλο, ο Μάρλον θα απολυθεί και αμέσως μετά αδίστακτοι απαγωγείς θα αρπάξουν τις κόρες των Τσανκ και Μαρλόν για λύτρα. Οι υποψίες του πολιτικού, αλλά και της αστυνομίας θα στραφούν στον Μαρλόν, ο οποίος θα κάνει τα πάντα για να σώσει την κόρη του, αλλά και να βοηθήσει την άρρωστη και κλινήρη γυναίκα του.

 Αυτό που ακολουθεί είναι ένα εξαιρετικό σε εξέλιξη θρίλερ, κινούμενο στους κακόφημους δρόμους των Φιλιππίνων, όπου δρουν μαφιόζοι και διάφορα κυκλώματα, ενώ «ανθεί» η παιδική πορνεία. Καλογυρισμένο με πολλές δυνατές σκηνές, συνεχείς αποκαλύψεις για όλους, που θα φέρουν τους χαρακτήρες προ των ευθυνών τους, απάτες, προδοσίες και εκδίκηση εμφανίζονται και δεν καθιστούν αθώο κανέναν. 
 Για να έρθει και μια ανατροπή στο φινάλε, ως απόδοση «δικαιοσύνης» στο κλείσιμο αυτού του κατάμαυρου (λόγω ατμόσφαιρας και συνθηκών) ή κατακόκκινου (λόγω λουτρού αίματος) φαύλου κύκλου.

 Απ' τα πλέον δυνατά θρίλερ των τελευταίων χρόνων και μία εκ των κορυφαίων ταινιών στο πλαίσιο του Φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας».

 Βαθμολογία: 8/10

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Νύχτες Πρεμιέρας: Una Noche, Lucy Mulloy, 2012

 

 "Una Noche", «Μια νύχτα», σε σενάριο και σκηνοθεσία της νεοϋρκέζας Lucy Mulloy, με τους: Dariel Arrechada, Anailin de la Rua de la Torre, Javier Nuñez Florian.

 Η υπόθεση:
 Ο Ραούλ και ο Έλιο είναι δυο νεαροί που βλέπουν μέρα με τη μέρα τα ιδρωμένα όνειρά τους να ξεθωριάζουν στα αποπνικτικά στενά της Αβάνας. Ζουν μέσα στη φτώχεια και τα μόνα χρήματα που κερδίζουν είναι από μια κουζίνα που ετοιμάζει γεύματα για τσεπωμένους τουρίστες. Μετά από ένα ατύχημα, ο Ραούλ καταζητείται από την αστυνομία και αποφασίζει να κάνει πραγματικότητα αυτό που σχεδίαζε καιρό: θέλει να φτάσει μέσω της θάλασσας στο Μαϊάμι. Ο Έλιο ξαφνικά καλείται να αποφασίσει αν το πάθος του για τον Ραούλ και την ελευθερία είναι ικανά να τον κάνουν να εγκαταλείψει την δίδυμη αδελφή του για πάντα.

 Η σκηνοθέτις Lucy Mulloy, που πέρασε πολλά χρόνια στην Αβάνα για τα γυρίσματα, άφησε καλές εντυπώσεις με το κινηματογραφικό της ντεμπούτο (μόλις μία μικρού μήκους στο ενεργητικό της, το 2007) εδώ, με μια ταινία απότομης ενηλικίωσης με φόντο την εξωτική Κούβα.

 Τρία παιδιά - μία νύχτα. Μια νύχτα που αναμένεται να αλλάξει για πάντα τις ζωές τους.

 Ο κύριος πρωταγωνιστής Ραούλ και οι συμπρωταγωνιστές του Έλιο και Λίλια επιθυμούν να «δραπετεύσουν» απ' την Κούβα, για να συναντήσουν ένα καλύτερο αύριο στο κοσμοπολίτικο Μαϊάμι, που απέχει -μόλις- κάποιες δεκάδες ναυτικά μίλια απ' τις ακτές της Αβάνας.

 Η ιστορία περιστρέφεται γύρω απ' τον Ραούλ, ο οποίος επιθυμεί διακαώς να φύγει απ' την Κούβα, όπου αισθάνεται καταπιεσμένος και «πνιγμένος». Στόχος και όνειρό του είναι να βρεθεί στο περίφημο, κοσμοπολίτικο και «σωτήριο» Miami Beach, όπου μεταξύ άλλων και φυσικά μιας καλύτερης ζωής, πιστεύει ότι θα ξανασυναντήσει τον πατέρα του, ο οποίος έχει εγκαταλείψει εδώ και χρόνια την οικογένειά του.
 Δίπλα στον αντισυμβατικό, ατίθασο και ανυπόμονο Ραούλ θα σταθεί ο φίλος και με κρυφή ερωτική επιθυμία προς εκείνον, συγκρατημένος και πιο ψύχραιμος Έλιο, ο οποίος μάλιστα θα οργανώσει την «απόδραση», αλλά και η μικρή αδελφή του Έλιο, Λίλια, με την οποία δείχνει ερωτευμένος ο ασταθής και φαινομενικά ανώριμος Ραούλ.

 Το πρώτο μέρος περιγράφει τη ζωή και τη δύσκολη και ρουτινιάρικη καθημερινότητα των τριών φίλων. Σκληρή και λιγοστά αμειβόμενη δουλειά, καταπιεσμένη σεξουαλικότητα, αγοραίος έρωτας, αδυναμία αγοράς προϊόντων και υπηρεσιών, εκμετάλλευση, αδιέξοδα αλλά και πολλά όνειρα.
 Το δεύτερο επικεντρώνεται στην προσπάθεια «απόδρασης» και στη μοιραία νύχτα. Μία νύχτα κατά την οποία τα τρία νερά παιδιά θα ενηλικιωθούν απότομα μέσα από τρομερά άγχη, θανατηφόρες απειλές, εκμυστήρευση κρυμμένων συναισθημάτων, φόβο, αβεβαιότητα αλλά και ελπίδα.

 Μία αυτοσχέδια σχεδία είναι το μέσον για τη «σωτηρία». Οι κίνδυνοι όμως ελλοχεύουν και οι ισορροπίες στις σχέσεις των τριών διαταράσσονται. Υγρασία, κρύο, σκοτάδι, πάμπολλα μίλια που πρέπει να καλυφθούν με κουπί, καρχαρίες που περιτριγυρίζουν τη σχεδία, φόβοι, ανοιχτοί λογαριασμοί στην Κούβα, βεβιασμένη ή μη εξομολόγηση (συν)αισθημάτων και ατυχήματα απαρτίζουν τη νύχτα, η οποία θα μείνει χαραγμένη στην ψυχή των παιδιών. Είτε κατάφεραν να επιβιώσουν είτε όχι..

 Ένα δυνατό ντεμπούτο από τη γεννημένη στην Νέα Υόρκη σκηνοθέτιδα, που μας ταξιδεύει στην Κούβα όχι με καρτ ποστάλ και διαφήμιση των παραλιών, της Αβάνας, των χορών, των ποτών και των πούρων, αλλά μέσω μιας οδυνηρής ιστορίας ενηλικίωσης εν μία -τρομακτική- νυκτί.

 Ένα δυνατό φιλμ, που σάρωσε τα βραβεία στο Φεστιβάλ της Τραϊμπέκα, με εξίσου δυνατές ερμηνείες απ' τους τρεις ερασιτέχνες ηθοποιούς.
 
 Βαθμολογία: 7/10

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Νύχτες Πρεμιέρας: Meet the Fokkens, Gabrielle Provaas, Rob Schröder, 2011

 

  Με αυθεντικό τίτλο "Ouwehoeren", η ολλανδική ταινία "Meet the Fokkens", των Gabrielle Provaas, Rob Schröder και το 2011, με τις Louise και Martine Fokkens να μοιράζονται στην κάμερα μυστικά και αναμνήσεις απ' το περίφημο Red Light District του Άμστερνταμ.

 Η υπόθεση:
 Ομοζυγωτικές δίδυμες, η Μαρτίνε και η Λουίζ είναι δύο πρόσχαρες Ολλανδέζες εβδομήντα περίπου Μαΐων. Έχουν όμως πίσω τους πενήντα χρόνια εμπειρίας στη συνοικία των κόκκινων φαναριών του Άμστερνταμ, όπου ως πρωτοπόρες του αρχαιότερου επαγγέλματος κατάφεραν να αποτινάξουν τα δεσμά των προαγωγών και να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους, ανοίγοντας το δικό τους μπουρδέλο και ιδρύοντας το πρώτο ανεπίσημο σωματείο του είδους. Μεταξύ αγοράς δονητών και απογευματινού τσαγιού, εξυπηρέτησης πελατών και μαγειρέματος, οι δύο αδελφές μοιράζονται μαζί μας πικάντικα μυστικά της καριέρας τους, αναμνήσεις από την πολυτάραχη ζωή τους, αλλά και την ιστορία της περιοχής κατά τη διάρκεια μισού περίπου αιώνα

 Η ταινία Meet the Fokkens δεν είναι τίποτα περισσότερο από αυτό που διαφημίζει. Ένα ντοκιμαντέρ δηλαδή, που καταγράφει τις αναμνήσεις απ' τη ζωή στον περίφημο «δρόμο με τα κόκκινα φανάρια» του Άμστερνταμ, δύο δίδυμων αδελφών, για πάνω από 40 χρόνια.

 Οι εβδομηντάρες σχεδόν (69 για την ακρίβεια) πόρνες συνομιλούν, θυμούνται, περιγράφουν, ανησυχούν, κάνουν αυτοκριτική, μα πάνω απ' όλα χαμογελούν όντας ιδιαίτερα εύθυμες.

 Η Λουίζ έχει αποσυρθεί μόλις δύο χρόνια πριν, στα 67 της, ταλαιπωρούμενη από αρθριτικά, αλλά και επειδή «κουράστηκε άλλο» όπως αποκαλύπτει. Αντιθέτως η Μαρτίνε εξακολουθεί να ασκεί το επάγγελμα, καθώς το παράπονό της αφορά στα οικονομικά, μιας και «η σύνταξη δεν φτάνει για να ζήσει κανείς».

 Και το σεναριακό-σκηνοθετικό δίδυμο, η Gabriell Provaas, με άλλο ένα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ στο βιογραφικό της και ο Rob Schröder, γνωστός από πληθώρα -επίσης- τηλεοπτικών ντοκιμαντέρ, ακολουθεί με την κάμερα τις πολύπειρες πίσω απ' τις σκοτεινές βιτρίνες δίδυμες και καταγράφει τα μυστικά, τις σκέψεις και τα συναισθήματα που εκείνες θέλουν να μοιραστούν με τον κόσμο, πελάτες και μη της κακόφημης(;) συνοικίας.
 Και το κάνουν με γενναίες δόσεις χιούμορ, αφού το ύφος της ταινίας είναι ανάλαφρο, με κωμικές πινελιές και όχι κάποια πιθανή καταγγελία προς το συγκεκριμένο επάγγελμα, τους νταβατζήδες και τα προβλήματα των εργαζομένων ιερόδουλων. 

 Τα γυρίσματα, βεβαίως, έγιναν εξ ολοκλήρου στο Άμστερνταμ, απ' το οποίο ωστόσο παίρνουμε μια πολύ μικρή γεύση.

 Και όλα αυτά παράλληλα με την καθημερινότητα των δύο γυναικών, μεταξύ των διαλειμμάτων για φαγητό, απογευματινό τσάι, βόλτες, μαγαζιά κλπ.

 Κυριότερο το χιούμορ, επαναλαμβάνω, το οποίο μπορεί να μην είναι ξεκαρδιστικό, αλλά περισσότερο λειτουργεί ως καθαρτήριο για δύο όπως και να 'χει βασανισμένες ψυχές, που προσπαθούν παρά τα πολλά χρόνια που τις βαραίνουν, τις κακές αναμνήσεις, τα οικογενειακά προβλήματα, τις ανασφάλειες και την τάση για έντονη αυτοκριτική και τιμωρία, παραμένουν πρόσχαρες, με διάθεση για ζωή και νέα «κόλπα».

 Βαθμολογία: 6/10

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

A Little Princess, Alfonso Cuarón, 1995

 

 "A Little Princess", ένα πανέμορφο παραμύθι - μεταφορά του μυθιστορήματος της Frances Hodgson Burnett απ' τον μεξικανό σκηνοθέτη Alfonso Cuarón (Great Expectations, Y Tu Mamá También, Children of Men) και το 1995, με τους: Eleanor Bron, Liam Cunningham, Rusty Swimmer, Liesel Matthews.

 Η υπόθεση:
 Η μικρή Σάρα, ορφανή από μητέρα, αναγκάζεται να μπει εσωτερική σε ένα σχολείο όταν ο πατέρας της καλείται να υπηρετήσει την πατρίδα του κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Το μικρό κορίτσι, από την πρώτη στιγμή, έρχεται σε σύγκρουση με την αυστηρή διευθύντρια του σχολείου. Η πίστη της μικρής Σάρα θα δοκιμαστεί όταν θα πληροφορηθεί πως ο πατέρας της σκοτώθηκε στη μάχη και πως η περιουσία του θα περιέλθει στη διαχείριση της βρετανικής κυβέρνησης. Μόνη τώρα πια, θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη ζωή με συμμάχους το θάρρος και τη φαντασία της...

 Ο Alfonso Cuarón μεταφέρει το μυθιστόρημα της Frances Hodgson Burnett, σε μία ολότελα διαφορετική και σίγουρα πολύ ομορφότερη και εντυπωσιακότερη εκδοχή από εκείνο το φιλμάκι με τη Shirley Temple, το μακρινό 1939, κάνοντας μία εντυπωσιακή παιδική ταινία και δη, κοριτσίστικη, καθώς το στόρι εκτυλίσσεται σε ορφανοτροφείο θηλέων, γεμάτη τρυφερότητα, ευαισθησία αλλά και αγωνία.

 Με κινητήριο μοχλό τη φαντασία και βοηθητικά «εργαλεία» την αγάπη για τον πατέρα του και την ατελείωτη ψυχική δύναμη για ζωή, ένα τρισχαριτωμένο κοριτσάκι καλείται να μεταφερθεί σε μία από τις συναρπαστικές ιστορίες περιπέτειας που συνηθίζει να αφηγείται και να επιβιώσει μέσα σε μία δύσκολη πραγματικότητα, όπου από «μικρή πριγκίπισσα» γίνεται το «μαύρο πρόβατο» για την κακιασμένη διευθύντρια του υψηλών προδιαγραφών αμερικανικού ιδρύματος.

 Η νεαρή πριγκίπισσα (σημασία δεν έχει η ηλικία, η μόρφωση ή η καταγωγή, πριγκίπισσα μπορεί να είναι κάθε γυναίκα, σύμφωνα με τον πατέρα της) κατάγεται απ' την Ινδία, επομένως παραδοσιακοί ινδικοί μύθοι ξεπροβάλλουν μέσα απ' τις φανταστικές ιστορίες που αφηγείται στα υπόλοιπα κορίτσια του ιδρύματος και προσδίδουν ένα ακόμη συν στον Alfonso Cuarón, όπως και τα χαριτωμένα στην πλειονότητά τους πιτσιρίκια, αλλά και η ευχάριστη παρουσία της Rusty Swimmer στο ρόλο της Amelia.

 Ένα πανέμορφο, παραμυθένιο ταξίδι από τα δάση με τους λαϊκούς μύθους της Ινδίας στην αφιλόξενη μεγαλούπολη της Νέας Υόρκης, για ένα μικρό κοριτσάκι, που με περίσσεια αποθέματα φαντασίας, ψυχικό σθένος δεκάδων ανδρών και τα όνειρα ως μέσο διαφυγής, προσπαθεί να καταλάβει, να αντιδράσει, να επιβιώσει.

 Κι ο Αλφόνσο Κουαρόν, με εντυπωσιακή κινηματογράφηση, μια πανέμορφη παλέτα χρωμάτων και τις χαριτωμένες μικρές ηθοποιούς δημιουργεί ένα φαντασμαγορικό σύμπαν, πιστός στο κινηματογραφικό του στυλ (αμέσως γίνεται η συσχέτιση με τη μεταφορά του Ντίκενς και τις Μεγάλες Προσδοκίες) και μας χαρίζει μία απ' τις αν μη τι άλλο όμορφες, τρυφερές και εντυπωσιακά γυρισμένες ταινίες της δεκαετίας.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Il Postino, Michael Radford, 1994

 

 «Ο Ταχυδρόμος» ("The Postman"), μία εξαιρετική στη λιτότητά της γλυκόπικρη ταινία από την Ιταλία και τον γεννημένο στην πρωτεύουσα της Ινδίας, Νέο Ντελί, βρετανό σκηνοθέτη Michael Radford (Another Time, Another Place, 1984, The Merchant of Venice ), σε συνεργασία τόσο στη σκηνοθεσία όσο και στο σενάριο των Michael Radford, Massimo Troisi, με τους: Massimo Troisi, Philippe Noiret, Maria Grazia Cucinotta.

 Η υπόθεση:
 Ο Μάριο, ένας αδέξιος ταχυδρόμος, είναι ερωτευμένος με την πιο όμορφη γυναίκα της πόλης, αλλά πολύ ντροπαλός για να της εξομολογηθεί τα αισθήματά του... Όταν όμως ένας διάσημος ποιητής, ο Πάμπλο Νερούντα, εξορίζεται στη μικρή πόλη όπου βρίσκεται ο Μάριο, ο ταχυδρόμος έχει μια διαφορετική έμπνευση και με τη βοήθεια του καινούργιου του φίλου, βρίσκει τις λέξεις που μπορούν να κερδίσουν την καρδιά της αγαπημένης του!

 Σε μια εποχή κοινωνικά απάνθρωπη και κινηματογραφικά μεταμοντέρνα, το φιλμ του Michael Radford, βασισμένο στο εξαίρετο μυθιστόρημα Ardiente paciencia του Antonio Skármeta, του οποίου μάλιστα ακολουθεί πιστά την πλοκή, με μοναδική εξαίρεση τη μεταφορά της ιστορίας απ' τη Χιλή του '60 στην Ιταλία του '50, μέσα στη λιτότητά του κερδίζει κοινό και κριτικούς με την ομορφιά, την αγνότητα, το ρεαλισμό, την ποίηση και την ανθρωπιά που το διέπουν.

 Ο Μάριο Ρουόπολο, πρωταγωνιστής, είναι ένας λαϊκός (το όνομά του παραπέμπει, πιθανώς, στο popolo-άνθρωποι), σχεδόν αγράμματος, ντροπαλός, ρομαντικός κάτοικος ενός ψαροχωριού του ιταλικού νότου, κάπου κοντά στη Σικελία. Τη στιγμή που συγγενείς του μετακόμισαν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στο κυνήγι του αμερικανικού ονείρου, ο Μάριο βοηθάει τον πατέρα του, ψαρά, ο οποίος τον προτρέπει να βρει δουλειά. Αυτή δε θα δυσκολευτεί να 'ρθει και μάλιστα θα γίνει το εφαλτήριο για να αλλάξει όλη του η ζωή.
 Θα προσληφθεί απ' το ταχυδρομείο με μοναδική αποστολή την καθημερινή μεταφορά με το ποδήλατο και παράδοση της προσωπικής αλληλογραφίας στον Πάμπλο Νερούδα, διάσημο χιλιανό ποιητή και κομμουνιστή, που εξαιτίας των πολιτικών αναταραχών στη λατινική Αμερική, καταζητείται απ' την Αστυνομία και αυτοεξορίζεται στο γραφικό ψαροχώρι.

 Η καθημερινή τους επαφή θα αναπτύξει μια δυνατή φιλία, η οποία με όχημα την ποίηση και βοηθητικά εργαλεία την ανθρωπιά του αναγνωρισμένου ποιητή και τη δίψα μιας συναισθηματικής και καλά κρυμμένης καλλιτεχνικής ψυχής, θα αλλάξει για πάντα τη ζωή του Μάριο, μετατρέποντάς τον σε πολιτικά συνειδητοποιημένο άτομο με ισχυρή άποψη και σε έναν άρτιο καλλιτέχνη, ο οποίος θα μπορεί πλέον να γοητεύσει την όμορφη Βεατρίκη, κάτι που αδυνατούσε να πράξει δίχως τη μαγεία της ποίησης.

 Ο μεγάλος σε ηλικία και αναγνωρισμένος σε αξία Πάμπλο Νερούδα εξακολουθεί να γοητεύει μέσω της ποίησής του τις γυναίκες, από τις οποίες λαμβάνει δεκάδες γράμματα θαυμασμού, καθημερινώς. Αυτό διαπιστώνει ο Μάριο δουλεύοντας στο ταχυδρομείο και επιθυμεί να μοιάσει στον σπουδαίο καλλιτέχνη ώστε να καταφέρει να... μιλήσει στην πιο όμορφη γυναίκα του χωριού, καθώς ο συνεσταλμένος χαρακτήρας του τον αποτρέπει να κάνει -έστω- αυτό. 
 Ο Νερούδα, βρίσκει στο πρόσωπο του Μάριο έναν καλό φίλο και προτίθεται να τον βοηθήσει να βγάλει από μέσα του την καλλιτεχνική του φύση και να αφήσει την ποίηση να αναδυθεί απ' την ψυχή του. Το πρώτο βήμα είναι οι «μεταφορές», στο σχηματισμό των οποίων ο Μάριο βρίσκει ένα ενδιαφέρον «παιχνίδι». Εν συνεχεία, ο πολύπειρος και υποψήφιος για το βραβείο Νομπέλ (η ιστορία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα) ποιητής θα του υποδείξει να κάνει βόλτες στη θάλασσα και στα φυσικά τοπία του γραφικού χωριού, ώστε να του 'ρθει έμπνευση.
 Και αυτό θα οδηγήσει σταδιακά στην απελευθέρωση του Μάριο, ο οποίος θα αλλάξει ριζικά ως άνθρωπος, ειδικά μετά την επιστροφή του φίλου του στη Χιλή, όταν θα φτάσει στο σημείο, έχοντας ήδη παντρευτεί την αγαπημένη του, να τα βάλει με τους βρωμοπολιτικούς, που υπόσχονται ένα σωρό ψέματα, τα οποία, φυσικά, ουδέποτε υλοποιούν, ενώ ακόμη θα συμμετέχει ενεργά, ως συνειδητοποιημένος κομμουνιστής, σε διαδηλώσεις του κόμματος, μια εκ των οποίων θα αποβεί μοιραία...
 
 Ο μεγάλος γάλλος ηθοποιός Phillipe Noiret δίνει ακόμη μία πολύ καλή ερμηνεία, όπως και η αισθησιακή Maria Grazia Cucinotta, όμως την παράσταση κλέβει ο Massimo Troisi, ο οποίος υποδεχόμενος τον Mario μας χαρίζει μία σπαρακτική ερμηνεία, απ' τις σημαντικότερες σε ολόκληρο το ευρωπαϊκό σινεμά. 

 Δυστυχώς όμως, ο Troisi άφησε την τελευταία του πνοή λιγότερο από μία μέρα μετά το γύρισμα της τελευταίας σκηνής, στο σπίτι της αδερφής του στη Ρώμη, το 1994, σε ηλικία μόλις 41 ετών, καθώς έπασχε από την καρδιά του, ενώ λέγεται ότι καθυστέρησε την εγχείρηση ώστε να προλάβει να γυρίσει την ταινία... 
 Ακόμη, με τις κερδισμένες υποψηφιότητες για Όσκαρ (ως πρωταγωνιστής και εις εκ των σεναριογράφων) ο Massimo Troisi είναι ένας από τους επτά που έχουν προταθεί για το βραβείο μετά θάνατον.

 Μαζί με την ποίηση, που όχι μόνο δεν είναι επιτηδευμένη αλλά απλή και παρουσιάζεται απ' τον Radford μονάχα ως εφαλτήριο της ασυνήθιστης σχέσης ποιητή-ταχυδρόμου, τις έξοχες ερμηνείες, τον ρεαλισμό, κάποια σταγονίδια νεορεαλισμού και τα όμορφα φυσικά τοπία, ξεχωρίζει το πανέμορφο soundtrack του Luis Enrique Bacalov, που δεν πρέπει να λείπει απ' τη συλλογή κάθε μουσικόφιλου. 

Τέλος, η ταινία κέρδισε το  Όσκαρ Πρωτότυπης Μουσικής, ενώ ήταν υποψήφια για Όσκαρ: Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας,  Α’ Αντρικού Ρόλου και για διασκευασμένο Σενάριο. Ακόμη, βραβείο BAFTA καλύτερης ταινίας, βραβείο κριτικών για καλύτερη ταινία της χρονιάς, καθώς και πληθώρα ιταλικών και λατινοαμερικανικών βραβείων.

 Μια πανέμορφη, ποιητική, νοσταλγική, γλυκόπικρη και πάνω απ' όλα ανθρώπινη ταινία.

 Βαθμολογία: 8,5/10

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012

Στο παρόν ιστολόγιο εμφανίστηκαν... ξαφνικά σχόλια απ' το Μάιο! ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ πως δεν είχα σβήσει κανένα και πως όλο αυτό είναι ακόμη ένα «θεματάκι» του Blogger...

 Η πλατφόρμα του Blogger δυστυχώς παρουσιάζει κατά καιρούς διάφορα προβλήματα..

 Τελευταίο ήταν αυτό με τα σχόλια. Απ' το Μάιο περίπου δεν εμφάνιζε κανένα σχόλιο δικό σας, μέχρι μόλις προχθές, όταν και ξαφνικά εμφανίστηκαν μαζεμένα τα σχόλια που είχατε αφήσει.
 Εννοείται πως δεν υπήρξε καμία δική μου παρέμβαση, όπως άλλωστε και ποτέ άλλοτε όλα αυτά τα χρόνια, σε ένα χώρο που πάνω απ' όλα προωθεί -με ζήλο- την ελευθερία της έκφρασης.
 Εκείνο βέβαια που δεν μπορώ να ξέρω είναι αν εμφανίστηκαν όλα τα "σχόλια προς έγκριση" ή ορισμένα, αλλά αυτό μάλλον δε θα το μάθουμε. Τα υπόλοιπα ήδη δημοσιεύτηκαν και στα περισσότερα ήδη απάντησα..

 Σε κάθε περίπτωση ζητώ συγγνώμη για την όποια αναστάτωση προκλήθηκε, ξεκαθαρίζω εκ νέου ότι δεν είχα καμία σχέση με όλο αυτό, για το οποίο αποκλειστικά υπεύθυνη είναι η πλατφόρμα Blogger και θα είχε ενδιαφέρον αν μάθαινα ότι κάποιος συν-blogger αντιμετώπισε το ίδιο ή παρόμοιο τεχνικό πρόβλημα.

 Ευχαριστώ για την κατανόηση κι εύχομαι να μην παρουσιαστεί ξανά κάτι αντίστοιχο...

 Καλή συνέχεια σε όλες και όλους τους φίλους!