Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

A Little Princess, Alfonso Cuarón, 1995

 

 "A Little Princess", ένα πανέμορφο παραμύθι - μεταφορά του μυθιστορήματος της Frances Hodgson Burnett απ' τον μεξικανό σκηνοθέτη Alfonso Cuarón (Great Expectations, Y Tu Mamá También, Children of Men) και το 1995, με τους: Eleanor Bron, Liam Cunningham, Rusty Swimmer, Liesel Matthews.

 Η υπόθεση:
 Η μικρή Σάρα, ορφανή από μητέρα, αναγκάζεται να μπει εσωτερική σε ένα σχολείο όταν ο πατέρας της καλείται να υπηρετήσει την πατρίδα του κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Το μικρό κορίτσι, από την πρώτη στιγμή, έρχεται σε σύγκρουση με την αυστηρή διευθύντρια του σχολείου. Η πίστη της μικρής Σάρα θα δοκιμαστεί όταν θα πληροφορηθεί πως ο πατέρας της σκοτώθηκε στη μάχη και πως η περιουσία του θα περιέλθει στη διαχείριση της βρετανικής κυβέρνησης. Μόνη τώρα πια, θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη ζωή με συμμάχους το θάρρος και τη φαντασία της...

 Ο Alfonso Cuarón μεταφέρει το μυθιστόρημα της Frances Hodgson Burnett, σε μία ολότελα διαφορετική και σίγουρα πολύ ομορφότερη και εντυπωσιακότερη εκδοχή από εκείνο το φιλμάκι με τη Shirley Temple, το μακρινό 1939, κάνοντας μία εντυπωσιακή παιδική ταινία και δη, κοριτσίστικη, καθώς το στόρι εκτυλίσσεται σε ορφανοτροφείο θηλέων, γεμάτη τρυφερότητα, ευαισθησία αλλά και αγωνία.

 Με κινητήριο μοχλό τη φαντασία και βοηθητικά «εργαλεία» την αγάπη για τον πατέρα του και την ατελείωτη ψυχική δύναμη για ζωή, ένα τρισχαριτωμένο κοριτσάκι καλείται να μεταφερθεί σε μία από τις συναρπαστικές ιστορίες περιπέτειας που συνηθίζει να αφηγείται και να επιβιώσει μέσα σε μία δύσκολη πραγματικότητα, όπου από «μικρή πριγκίπισσα» γίνεται το «μαύρο πρόβατο» για την κακιασμένη διευθύντρια του υψηλών προδιαγραφών αμερικανικού ιδρύματος.

 Η νεαρή πριγκίπισσα (σημασία δεν έχει η ηλικία, η μόρφωση ή η καταγωγή, πριγκίπισσα μπορεί να είναι κάθε γυναίκα, σύμφωνα με τον πατέρα της) κατάγεται απ' την Ινδία, επομένως παραδοσιακοί ινδικοί μύθοι ξεπροβάλλουν μέσα απ' τις φανταστικές ιστορίες που αφηγείται στα υπόλοιπα κορίτσια του ιδρύματος και προσδίδουν ένα ακόμη συν στον Alfonso Cuarón, όπως και τα χαριτωμένα στην πλειονότητά τους πιτσιρίκια, αλλά και η ευχάριστη παρουσία της Rusty Swimmer στο ρόλο της Amelia.

 Ένα πανέμορφο, παραμυθένιο ταξίδι από τα δάση με τους λαϊκούς μύθους της Ινδίας στην αφιλόξενη μεγαλούπολη της Νέας Υόρκης, για ένα μικρό κοριτσάκι, που με περίσσεια αποθέματα φαντασίας, ψυχικό σθένος δεκάδων ανδρών και τα όνειρα ως μέσο διαφυγής, προσπαθεί να καταλάβει, να αντιδράσει, να επιβιώσει.

 Κι ο Αλφόνσο Κουαρόν, με εντυπωσιακή κινηματογράφηση, μια πανέμορφη παλέτα χρωμάτων και τις χαριτωμένες μικρές ηθοποιούς δημιουργεί ένα φαντασμαγορικό σύμπαν, πιστός στο κινηματογραφικό του στυλ (αμέσως γίνεται η συσχέτιση με τη μεταφορά του Ντίκενς και τις Μεγάλες Προσδοκίες) και μας χαρίζει μία απ' τις αν μη τι άλλο όμορφες, τρυφερές και εντυπωσιακά γυρισμένες ταινίες της δεκαετίας.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Il Postino, Michael Radford, 1994

 

 «Ο Ταχυδρόμος» ("The Postman"), μία εξαιρετική στη λιτότητά της γλυκόπικρη ταινία από την Ιταλία και τον γεννημένο στην πρωτεύουσα της Ινδίας, Νέο Ντελί, βρετανό σκηνοθέτη Michael Radford (Another Time, Another Place, 1984, The Merchant of Venice ), σε συνεργασία τόσο στη σκηνοθεσία όσο και στο σενάριο των Michael Radford, Massimo Troisi, με τους: Massimo Troisi, Philippe Noiret, Maria Grazia Cucinotta.

 Η υπόθεση:
 Ο Μάριο, ένας αδέξιος ταχυδρόμος, είναι ερωτευμένος με την πιο όμορφη γυναίκα της πόλης, αλλά πολύ ντροπαλός για να της εξομολογηθεί τα αισθήματά του... Όταν όμως ένας διάσημος ποιητής, ο Πάμπλο Νερούντα, εξορίζεται στη μικρή πόλη όπου βρίσκεται ο Μάριο, ο ταχυδρόμος έχει μια διαφορετική έμπνευση και με τη βοήθεια του καινούργιου του φίλου, βρίσκει τις λέξεις που μπορούν να κερδίσουν την καρδιά της αγαπημένης του!

 Σε μια εποχή κοινωνικά απάνθρωπη και κινηματογραφικά μεταμοντέρνα, το φιλμ του Michael Radford, βασισμένο στο εξαίρετο μυθιστόρημα Ardiente paciencia του Antonio Skármeta, του οποίου μάλιστα ακολουθεί πιστά την πλοκή, με μοναδική εξαίρεση τη μεταφορά της ιστορίας απ' τη Χιλή του '60 στην Ιταλία του '50, μέσα στη λιτότητά του κερδίζει κοινό και κριτικούς με την ομορφιά, την αγνότητα, το ρεαλισμό, την ποίηση και την ανθρωπιά που το διέπουν.

 Ο Μάριο Ρουόπολο, πρωταγωνιστής, είναι ένας λαϊκός (το όνομά του παραπέμπει, πιθανώς, στο popolo-άνθρωποι), σχεδόν αγράμματος, ντροπαλός, ρομαντικός κάτοικος ενός ψαροχωριού του ιταλικού νότου, κάπου κοντά στη Σικελία. Τη στιγμή που συγγενείς του μετακόμισαν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στο κυνήγι του αμερικανικού ονείρου, ο Μάριο βοηθάει τον πατέρα του, ψαρά, ο οποίος τον προτρέπει να βρει δουλειά. Αυτή δε θα δυσκολευτεί να 'ρθει και μάλιστα θα γίνει το εφαλτήριο για να αλλάξει όλη του η ζωή.
 Θα προσληφθεί απ' το ταχυδρομείο με μοναδική αποστολή την καθημερινή μεταφορά με το ποδήλατο και παράδοση της προσωπικής αλληλογραφίας στον Πάμπλο Νερούδα, διάσημο χιλιανό ποιητή και κομμουνιστή, που εξαιτίας των πολιτικών αναταραχών στη λατινική Αμερική, καταζητείται απ' την Αστυνομία και αυτοεξορίζεται στο γραφικό ψαροχώρι.

 Η καθημερινή τους επαφή θα αναπτύξει μια δυνατή φιλία, η οποία με όχημα την ποίηση και βοηθητικά εργαλεία την ανθρωπιά του αναγνωρισμένου ποιητή και τη δίψα μιας συναισθηματικής και καλά κρυμμένης καλλιτεχνικής ψυχής, θα αλλάξει για πάντα τη ζωή του Μάριο, μετατρέποντάς τον σε πολιτικά συνειδητοποιημένο άτομο με ισχυρή άποψη και σε έναν άρτιο καλλιτέχνη, ο οποίος θα μπορεί πλέον να γοητεύσει την όμορφη Βεατρίκη, κάτι που αδυνατούσε να πράξει δίχως τη μαγεία της ποίησης.

 Ο μεγάλος σε ηλικία και αναγνωρισμένος σε αξία Πάμπλο Νερούδα εξακολουθεί να γοητεύει μέσω της ποίησής του τις γυναίκες, από τις οποίες λαμβάνει δεκάδες γράμματα θαυμασμού, καθημερινώς. Αυτό διαπιστώνει ο Μάριο δουλεύοντας στο ταχυδρομείο και επιθυμεί να μοιάσει στον σπουδαίο καλλιτέχνη ώστε να καταφέρει να... μιλήσει στην πιο όμορφη γυναίκα του χωριού, καθώς ο συνεσταλμένος χαρακτήρας του τον αποτρέπει να κάνει -έστω- αυτό. 
 Ο Νερούδα, βρίσκει στο πρόσωπο του Μάριο έναν καλό φίλο και προτίθεται να τον βοηθήσει να βγάλει από μέσα του την καλλιτεχνική του φύση και να αφήσει την ποίηση να αναδυθεί απ' την ψυχή του. Το πρώτο βήμα είναι οι «μεταφορές», στο σχηματισμό των οποίων ο Μάριο βρίσκει ένα ενδιαφέρον «παιχνίδι». Εν συνεχεία, ο πολύπειρος και υποψήφιος για το βραβείο Νομπέλ (η ιστορία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα) ποιητής θα του υποδείξει να κάνει βόλτες στη θάλασσα και στα φυσικά τοπία του γραφικού χωριού, ώστε να του 'ρθει έμπνευση.
 Και αυτό θα οδηγήσει σταδιακά στην απελευθέρωση του Μάριο, ο οποίος θα αλλάξει ριζικά ως άνθρωπος, ειδικά μετά την επιστροφή του φίλου του στη Χιλή, όταν θα φτάσει στο σημείο, έχοντας ήδη παντρευτεί την αγαπημένη του, να τα βάλει με τους βρωμοπολιτικούς, που υπόσχονται ένα σωρό ψέματα, τα οποία, φυσικά, ουδέποτε υλοποιούν, ενώ ακόμη θα συμμετέχει ενεργά, ως συνειδητοποιημένος κομμουνιστής, σε διαδηλώσεις του κόμματος, μια εκ των οποίων θα αποβεί μοιραία...
 
 Ο μεγάλος γάλλος ηθοποιός Phillipe Noiret δίνει ακόμη μία πολύ καλή ερμηνεία, όπως και η αισθησιακή Maria Grazia Cucinotta, όμως την παράσταση κλέβει ο Massimo Troisi, ο οποίος υποδεχόμενος τον Mario μας χαρίζει μία σπαρακτική ερμηνεία, απ' τις σημαντικότερες σε ολόκληρο το ευρωπαϊκό σινεμά. 

 Δυστυχώς όμως, ο Troisi άφησε την τελευταία του πνοή λιγότερο από μία μέρα μετά το γύρισμα της τελευταίας σκηνής, στο σπίτι της αδερφής του στη Ρώμη, το 1994, σε ηλικία μόλις 41 ετών, καθώς έπασχε από την καρδιά του, ενώ λέγεται ότι καθυστέρησε την εγχείρηση ώστε να προλάβει να γυρίσει την ταινία... 
 Ακόμη, με τις κερδισμένες υποψηφιότητες για Όσκαρ (ως πρωταγωνιστής και εις εκ των σεναριογράφων) ο Massimo Troisi είναι ένας από τους επτά που έχουν προταθεί για το βραβείο μετά θάνατον.

 Μαζί με την ποίηση, που όχι μόνο δεν είναι επιτηδευμένη αλλά απλή και παρουσιάζεται απ' τον Radford μονάχα ως εφαλτήριο της ασυνήθιστης σχέσης ποιητή-ταχυδρόμου, τις έξοχες ερμηνείες, τον ρεαλισμό, κάποια σταγονίδια νεορεαλισμού και τα όμορφα φυσικά τοπία, ξεχωρίζει το πανέμορφο soundtrack του Luis Enrique Bacalov, που δεν πρέπει να λείπει απ' τη συλλογή κάθε μουσικόφιλου. 

Τέλος, η ταινία κέρδισε το  Όσκαρ Πρωτότυπης Μουσικής, ενώ ήταν υποψήφια για Όσκαρ: Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας,  Α’ Αντρικού Ρόλου και για διασκευασμένο Σενάριο. Ακόμη, βραβείο BAFTA καλύτερης ταινίας, βραβείο κριτικών για καλύτερη ταινία της χρονιάς, καθώς και πληθώρα ιταλικών και λατινοαμερικανικών βραβείων.

 Μια πανέμορφη, ποιητική, νοσταλγική, γλυκόπικρη και πάνω απ' όλα ανθρώπινη ταινία.

 Βαθμολογία: 8,5/10

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012

Στο παρόν ιστολόγιο εμφανίστηκαν... ξαφνικά σχόλια απ' το Μάιο! ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ πως δεν είχα σβήσει κανένα και πως όλο αυτό είναι ακόμη ένα «θεματάκι» του Blogger...

 Η πλατφόρμα του Blogger δυστυχώς παρουσιάζει κατά καιρούς διάφορα προβλήματα..

 Τελευταίο ήταν αυτό με τα σχόλια. Απ' το Μάιο περίπου δεν εμφάνιζε κανένα σχόλιο δικό σας, μέχρι μόλις προχθές, όταν και ξαφνικά εμφανίστηκαν μαζεμένα τα σχόλια που είχατε αφήσει.
 Εννοείται πως δεν υπήρξε καμία δική μου παρέμβαση, όπως άλλωστε και ποτέ άλλοτε όλα αυτά τα χρόνια, σε ένα χώρο που πάνω απ' όλα προωθεί -με ζήλο- την ελευθερία της έκφρασης.
 Εκείνο βέβαια που δεν μπορώ να ξέρω είναι αν εμφανίστηκαν όλα τα "σχόλια προς έγκριση" ή ορισμένα, αλλά αυτό μάλλον δε θα το μάθουμε. Τα υπόλοιπα ήδη δημοσιεύτηκαν και στα περισσότερα ήδη απάντησα..

 Σε κάθε περίπτωση ζητώ συγγνώμη για την όποια αναστάτωση προκλήθηκε, ξεκαθαρίζω εκ νέου ότι δεν είχα καμία σχέση με όλο αυτό, για το οποίο αποκλειστικά υπεύθυνη είναι η πλατφόρμα Blogger και θα είχε ενδιαφέρον αν μάθαινα ότι κάποιος συν-blogger αντιμετώπισε το ίδιο ή παρόμοιο τεχνικό πρόβλημα.

 Ευχαριστώ για την κατανόηση κι εύχομαι να μην παρουσιαστεί ξανά κάτι αντίστοιχο...

 Καλή συνέχεια σε όλες και όλους τους φίλους!

Τρίτη 28 Αυγούστου 2012

L' Apollonide (Souvenirs de la Maison Close), Bertrand Bonello, 2011

 

  «Οίκος Ανοχής», "House of Tolerance", "L' Apollonide (Souvenirs de la Maison Close) ή πιο απλά "L' Apollonide", η νέα ταινία του Bertrand Bonello (των μέτριων Le pornographe, Tiresia), σε σενάριο και σκηνοθεσία Bertrand Bonello. Παίζουν: Hafsia Herzi, Celine Sallette, Jasmine Trinca, Adele Haenel, Xavier Beauvois.

 Η υπόθεση:
 Στις αρχές του 20ού αιώνα, ένας οίκος ανοχής του Παρισιού ζει τις τελευταίες μέρες της ιστορίας του. Στον μικρόκοσμό του, σαν σε όνειρο, κάτω από τα ακριβά σατέν και τη ζωηρή μουσική, μπορεί κάποιες φορές να κρύβεται ένας μοιραίος έρωτας, μία ανίατη ασθένεια ή και μία επικίνδυνη διαστροφή. Ένα σκοτεινό πάρτι, όπου κάποιοι άνδρες ερωτεύονται κι άλλοι γίνονται επικίνδυνα βίαιοι ενώ οι γυναίκες μοιράζονται μυστικά, φόβους, χαρές, πάθη, πόνους…

 Ο Bertrand Bonello 10 χρόνια μετά το "Le Pornographe", μια ενδιαφέρουσα ιδέα, που δυστυχώς δεν ανταποκρίθηκε ποτέ στο όραμα του σκηνοθέτη, επιθυμεί να εξάρει τον ερωτισμό μέσα απ' τις ιστορίες ενός παριζιάνικου μπορντέλου στα χρόνια της Belle Epoque. Αλλά δεν τα καταφέρνει, καθώς η ματιά του είναι άκρως ηδονοβλεπτική, ενώ κουράζει και πλατειάζει άνευ λόγου, ευτυχώς σε μικρότερο βαθμό απ' τον «Πορνογράφο»...

 Δεν αρκεί μάλιστα η κατά τα άλλα όμορφα προσεγμένη αναπαράσταση της εποχής (Παρίσι, Μπελ Επόκ, τέλη 19ου αιώνα, αρχές 20ού), με τα αντίστοιχα κοστούμια και σκηνικά ούτε το αρκετό και απολαυστικό οφθαλμόλουτρο, για να αναδείξουν την ταινία, που πέραν του περιρρέοντος αισθησιασμού και της εντυπωσιακής ομολογουμένως φωτογραφίας ασφυκτιά σε ένα άδειο από πλοκή στόρι, το οποίο υστερεί ακόμη περισσότερο εξαιτίας του υπερβολικού αναχρονισμού του Μπονελό.

 Μια ιστορία που εκτυλίσσεται εντός της Απολλωνίδας, έναν οίκο ανοχής που προσφέρει τις υπηρεσίες του στην υψηλή παριζιάνικη κοινωνία κάπου στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα. Στο μικρόκοσμο του μπορντέλου, που διάγει τις τελευταίες μέρες της «δόξας» του, η κάμερα του Μπονελό καταγράφει τις ζωές των ερμητικά κλεισμένων (με τη θέλησή τους) κοριτσιών, με τα πάθη, τις σκέψεις, τις φοβίες, τα όνειρα, τους έρωτες, τα μυστικά τους. Μα κυρίως, τη συντροφικότητα, τρυφερότητα, αλληλοστήριξη, παρηγοριά και αγάπη, που τις δένει σα μια μεγάλη οικογένεια.

 Απ' τη μία πλευρά λοιπόν τα κορίτσια. Τα οποία είναι εγκλωβισμένα, σε ένα νοσηρό από κάθε άποψη περιβάλλον. Αν μη τι άλλο βρίσκονται εκεί με δική τους επιλογή, όμως τα προβλήματα είναι πολλά. Πέραν των διαστροφικών απαιτήσεων των πελατών, τα κορίτσια οφείλουν να βγάζουν ολοένα περισσότερα χρήματα για να καλύψουν τα διαρκώς αυξανόμενα χρέη τους, ενώ ζουν υπό το φόβο ασθενειών και δη, της σύφιλης. Όλα αυτά στο δρόμο προς την επίτευξη του μεγάλου τους στόχου, της ανεξαρτητοποίησης.
 Κι απ' την άλλη οι πελάτες. Άνδρες πλούσιοι, που θεωρούν πως επειδή έχουν χρήματα και πληρώνουν αδρά για τις υπηρεσίες της Απολλωνίδας, έχουν και το δικαίωμα να υποβάλουν τα κορίτσια σε ένα σωρό βίτσια και παιχνίδια εξαντλητικά, μαζοχιστικά, διαστροφικά έως κι επικίνδυνα.

 Ένας μικρόκοσμος που σιγά σιγά γνωρίζει ότι οδεύει στην κατάρρευση, ακολουθώντας τα συντρίμμια μιας παρακμάζουσας κοινωνίας. Παραλληλισμός της παρακμής μιας ολόκληρης εποχής από τον Μπονελό, αυτήν της «Ωραίας Εποχής», που δείχνει να χάνεται ανεπιστρεπτί. Τί αφήνει πίσω της; Εκτός από πολύχρωμες αναμνήσεις, φωτογραφίες για «σουβενίρ», απ' την Απολλωνίδα, που απεικονίζουν με νοσταλγία την πάλαι ποτέ αισθησιακή ατμόσφαιρα και το ρομαντισμό που απέπνεαν στο πάντα προσεγμένο, αν και κουβαλάει τη φήμη του ανηδονικού και κατ' επέκταση παρακμιακού, παριζιάνικο μπορντέλο πολυτελείας.

 Οι υπέροχες μουσικές διασκευές και γενικά, τα ροκ κομμάτια που ακούγονται, όπως και τα κλασικά ακούσματα είναι στα συν της ταινίας (αν και δεν ταιριάζουν όλα), η οποία δυστυχώς χάνει τόσο απ' την πλοκή όσο και απ' την κενή, αποστασιοποιημένη ματιά του Μπονελό απέναντι στην πορνεία, την ιστορία των κοριτσιών και τον φόρο τιμής που τελικά... δεν αποτίει στην Μπελ Επόκ, αλλά και τον εκνευριστικά υψηλού βαθμού αναχρονισμό (το κάνει βέβαια ηθελημένα, δεν είναι ανιστόρητος) του σκηνοθέτη.

 Βαθμολογία: 4/10

Τρίτη 21 Αυγούστου 2012

Persona, Ingmar Bergman, 1966

 

 Η «Περσόνα» αποτελεί την πιο πειραματική ταινία του κορυφαίου σκηνοθέτη Ingmar Bergman. Πρόκειται για το φιλμ που, εν έτει 1966, καταξίωσε τον Σουηδό, ο οποίος εδώ, με απανωτά μαθήματα κινηματογράφου απλώνει στην οθόνη όλες τις αρετές του αλλά και εμμονές, σε ασπρόμαυρο φυσικά, που δεν παύει να προσφέρει κατάπληξη, μέχρι και σήμερα. Σε σενάριο και σκηνοθεσία Ingmar Bergman, με τις: Bibi Andersson, Liv Ullmann, Margareta Krook.

 Η υπόθεση:
 Μία νέα νοσοκόμα αναλαμβάνει τη φροντίδα της Elisabeth Vogler, η οποία φαίνεται αρκετά υγιής, αλλά δε μιλάει. Καθώς περνούν χρόνο μαζί, η Alma μιλάει στην Elisabeth συνεχώς, χωρίς να παίρνει κάποια απάντηση. Της εξομολογείται τα μυστικά της και εντέλει ανακαλύπτει ότι τις συνδέουν πολλά όμοια στοιχεία των χαρακτήρων τους.

 Δύο γυναίκες. Διαφορετικές ή μήπως όχι; Μήπως πρόκειται για ένα άτομο με δύο προσωπεία; Γιατί αυτό δηλώνει ο τίτλος της ταινίας. Η Persona, λέξη λατινικής προελεύσεως, σημαίνει προσωπείο και όχι άτομο, όπως λανθασμένα έχει περάσει σε ορισμένους. Η μάσκα δηλαδή, που φοράει το άτομο και εν προκειμένω ο ηθοποιός.

 Απ' τον τίτλο λοιπόν ακόμη, ξεκινάει το μπεργκμανικό μυστήριο, το οποίο ξεδιπλώνεται άψογα σε όλα τα επίπεδα, σκηνοθετικά, τεχνικά, σεναριακά, εικονοκλαστικά, αφηγηματικά και τέλος, ερμηνευτικά από δύο σπουδαίες, εκφραστικότατες ηθοποιούς. Με διαρκή και ασταμάτητη ένταση, με «παιχνίδι» - πρόκληση προς το θεατή απ' το μέγα κινηματογραφιστή.

 Πρόσωπα ή προσωπεία, αλήθειες ή κατασκευάσματα, ψέματα, σιωπές, εντάσεις, ψυχώσεις, διαταραχές, επιφανειακές ομοιότητες και ουσιαστικές διαφορές, νευρικός κλονισμός (ε, αλίμονο!), πραγματικότητα και ψευδαισθήσεις, γυναικεία φύση, ανθρώπινη ύπαρξη, σημειολογία, φως και σκιά, συνεχές και ασυνεχές, φόρμα και περιεχόμενο, μοντέρνα κινηματογράφηση. Το magnum opus ενός τεράστιου δημιουργού, όσο κι αν ακούγεται βαρύγδουπο, για έναν κορυφαίο, δάσκαλο και πρωτοπόρο του σινεμά, που μας έχει χαρίσει αμέτρητα αριστουργήματα.

 Η πλέον αινιγματική ταινία του Ingmar Bergman. Δυο γυναίκες. Μια ηθοποιός, σε νευρικό κλονισμό και η προσωπική της νοσοκόμα. Μεταξύ των αναπτύσσεται μια ιδιότυπη, ανεξήγητη σχέση. Όσο προχωράμε τόσο τα όρια γίνονται δυσδιάκριτα και πλανάται διαρκώς η υπόνοια μήπως και τελικά έχουμε να κάνουμε με μονάχα ένα άτομο, με απλώς δύο προσωπεία.
 Το πιο μπεργκμανικό ψυχολογικό παιχνίδι, που στέλνει συνεχή ερωτήματα στο θεατή, πολλά εκ των οποίων μένουν αναπάντητα. 
 Ο αξεπέραστος Σουηδός βγάζει όλες του τις εμμονές επί της οθόνης και πειραματίζεται πιο έντονα από ποτέ, σε μια σεμιναριακού επιπέδου ψυχολογική/εγκεφαλική εξερεύνηση, που ακροβατεί μεταξύ υποσυνειδήτου και πραγματικότητας, μεταξύ λογικής και τρέλας.

 Σημειώστε ότι η αρχική σκέψη του Bergman για την ονομασία του φιλμ ήταν Cinematography. Κάτι που με τον οριστικό τίτλο Persona, μπορούμε να «καταλογίσουμε» στον Σουηδό ότι έκανε ένα φιλμ εξ ολοκλήρου για τον εαυτό του. Άλλωστε το ένα προσωπείο είναι ο ίδιος ο σκηνοθέτης και το άλλο η μεγάλη του αγάπη, ο κινηματογράφος. 
 Ομοίως, ο θεατής παρακολουθεί καθηλωμένος αυτό το εξαιρετικό δημιούργημα, ψάχνοντας, πιθανώς, κατά τη διάρκεια και έως το τελευταίο πλάνο, να βρει τη δική του, χαμένη Persona..

 Βαθμολογία: 10/10

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

Nobody Knows (Dare mo shiranai), Hirokazu Koreeda, 2004

 

  Μια ιδιαίτερη, ευαίσθητη ταινία απ' την Ιαπωνία και το σκηνοθέτη Hirokazu Koreeda(Still Walking, After Life), σε σενάριο του ίδιου με τους: Yuya Yagira, Ayu Kitaura, Hiei Kimura, Momoko Shimizu, Hanae Kan...

 Η υπόθεση:
 Τέσσερα αδέρφια από διαφορετικό πατέρα ζουν απομονωμένα σε ένα διαμέρισμα του Τόκιο, χωρίς να έχουν πάει ποτέ σχολείο. Μια μέρα, ξαφνικά η μητέρα φεύγει. Αφήνει λίγα χρήματα κι ένα μήνυμα προς τον μεγαλύτερο γιο της, ζητώντας του να προσέχει τα αδέρφια του. Κάπως έτσι αρχίζει η οδύσσεια των παιδιών, που θα προσπαθήσουν να επιβιώσουν σε έναν άγνωστο κόσμο, επινοώντας δικούς τους κανόνες..

 Ο Hirokazu Koreeda με αυστηρά προσωπικό κινηματογραφικό στυλ φιλμογραφεί την εύθραυστη ισορροπία του κόσμου των παιδιών, όταν αυτός έρχεται σε σύγκρουση με το κόσμο των ενηλίκων. 

 Ανεύθυνη, αδικαιολόγητη, εγκληματική μητέρα παρατάει κυριολεκτικά τα τέσσερα παιδιά της, τα οποία μάλιστα έχει κάνει με διαφορετικούς πατεράδες, κλεισμένα σε διαμέρισμα του Τόκιο και εξαφανίζεται για μεγάλα χρονικά διαστήματα με διάφορους εραστές, προφασιζόμενη «δουλειές». 
 Ακόμη αφήνει ρητή εντολή στα τρία μικρότερα παιδιά (δύο κορίτσια, ένα αγόρι) να μη φωνάζουν (είτε απαγορεύονται στην εκάστοτε πολυκατοικία τα μικρά παιδιά και τα κατοικίδια, είτε για εξοικονόμηση χρημάτων του ενοικίου-για αυτό άλλωστε κατά τη μετακόμιση τα μεταφέρει σε βαλίτσες!) και να μη βγαίνουν καθόλου έξω απ' το σπίτι, κάτι που «επιτρέπει» μονάχα στο αγόρι, ηλικίας 12 ετών, το οποίο και χρήζει αρχηγό της οικογένειας, ενώ επίσης δεν επιτρέπει σε κανένα να πάει σχολείο, παρά μόνο να διαβάζουν σπίτι. Σταδιακά η απουσία της παίρνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις, μέχρι που λίγο πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων εξαφανίζεται για πάντα, αφήνοντας πίσω της ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα και τέσσερα μικρά αθώα, ανυπεράσπιστα πλάσματα στο έλεος του κόσμου των ενηλίκων και την απροσωπία της μεγαλούπολης.

 Τώρα, τα τέσσερα αδέλφια θα πρέπει να βασιστούν στις δικές τους δυνάμεις, να αντιμετωπίσουν όλα τα προβλήματα, να αντεπεξέλθουν των και να βρουν λύσεις επιβίωσης, καθώς ξεμένουν από χρήματα. Όπως γίνεται ευκόλως κατανοητό γινόμαστε μάρτυρες μια απότομης ιστορίας ενηλικίωσης

 Μία ταινία σε ντοκουμενταρίστικη μορφή και αργή σε ρυθμούς, σύμφωνα με την ιαπωνική κινηματογραφική σχολή, που επιπλέον, μολονότι διαρκεί 143', πραγματικά δε μοιάζει καθόλου περιττή, καθώς ούτε ένα πλάνο περισσεύει, ούτε ένας διάλογος δείχνει άκαιρος.
 Ένα δυνατό κοινωνικό δράμα, ρεαλιστικό μιας και βασίζεται σε μαρτυρίες του 12χρονου πρωταγωνιστικού χαρακτήρα, ο οποίος περιγράφει ουσιαστικά μια βιωματική σκληρή εμπειρία ενηλικίωσης, που έμεινε το 1988 στην ιστορία της ιαπωνικής κοινωνίας ως «Η υπόθεση των τεσσάρων εγκαταλειμμένων παιδιών».

 Παρεμπιπτόντως ο ανήλικος «ηθοποιός» Yuya Yagira (ερασιτέχνης, όπως και όλοι οι πρωταγωνιστές του Koreeda) αποτελεί αληθινή αποκάλυψη, κατορθώνοντας μάλιστα να κερδίσει το βραβείο αντρικής ερμηνείας στις Κάννες. 
 Αξιολάτρευτη είναι και η πιτσιρίκα που υποδύεται τη μικρότερη αδελφή της οικογένειας, η οποία τελικώς, σηκώνει (χωρίς να αντέξει) το βάρος της τραγικής ιστορίας.

 Οι μεγάλοι ανεύθυνοι, ριψάσπιδες, ανώριμοι, απαράδεκτοι, οι μικροί υπεύθυνοι, ώριμοι, μάγκες.

 Ρεαλισμός, ιμπρεσιονισμός, τρυφερότητα, συγκίνηση δίχως μελοδραματισμούς, ανθρωπιά, εξαίρετες ερμηνείες και ουσιαστική ανάδειξη του στόρι, σε ένα υπέροχο σινεμά.

 Μοναδικό αρνητικό μιας ξεχωριστής, πολύ όμορφης ταινίας, η ψυχρή κινηματογράφηση του Ιάπωνα σκηνοθέτη (εδώ ίσως ταιριάζει με τον Ozu περισσότερο κι απ' τη μινιμαλιστική αφήγηση), κάτι που ξένισε και κούρασε πολλούς θεατές και δευτερευόντως η μεγάλη διάρκεια, αν και επαναλαμβάνω, δεν περισσεύει το παραμικρό.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

A separation, Asghar Fahradi, 2011

 

«Ένας χωρισμός» (Jodaeije Nader Az Simin). Η μεγάλη έκπληξη της κινηματογραφικής σεζόν και πιθανώς, η καλύτερη ταινία της χρονιάς. Απ' το Ιράν και τον Asghar Farhadi (About Elly, Fireworks Wednesday), με τους: Peyman Moaadi, Leila Hatami, Sareh Bayat, Shahab Hosseini, Sarina Farhadi.

 Η υπόθεση:
 Η Simin (Leila Hatami) και ο Naader (Peyman Moaadi) μένουν στην Τεχεράνη μαζί με την 11χρονη κόρη τους και τον πάσχοντα από Alzheimer πατέρα του Naader. Ύστερα από 14 χρόνια γάμου οδηγούνται, μάλλον απρόθυμα, στο χωρισμό. Αιτία, η επιθυμία της πρώτης να μεταναστεύσουν στην Ευρώπη, που εξασφαλίζει περισσότερες ευκαιρίες στις γυναίκες και που αποτελεί καλύτερο περιβάλλον για να μεγαλώσουν τη μικρή. Ο σύζυγός της ωστόσο αρνείται, όντας υποχρεωμένος να παραμείνει στην Τεχεράνη στο πλευρό του πατέρα του. Το αδιέξοδο στη σχέση του ζεύγους όμως λαμβάνει απρόοπτες διαστάσεις, όταν προσλαμβάνουν μία φτωχή γυναίκα να φυλά τον παππού, η οποία όμως δεν αποδεικνύεται επιμελής με τα καθήκοντά της...

 Στην πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία του ο Asghar Fahradi θέτει επί της οθόνης το σημερινό Ιράν μέσα από ένα ρεαλιστικά σκληρό, σύγχρονο οικογενειακό δράμα, ενώ αποσπά έξοχες ερμηνείες, συνολικά, για να καρπωθεί τη Χρυσή Άρκτο καλύτερης ταινίας και τις αργυρές αντρικής και γυναικείας ερμηνείας, όλες από κοινού στους πρωταγωνιστές(!), στο Βερολίνο. Ενώ έφτασε δίκαι στο Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.

 Ο φεστιβαλικός αυτός θρίαμβος ήρθε για τον Φαραντί μόλις δύο χρόνια μετά την Αργυρή Άρκτο σκηνοθεσίας για το «Τί απέγινε η Έλι», για να τον καθιερώσει πλέον στους σημαντικούς εκπροσώπους του ιρανικού σινεμά.

 Εδώ, στήνει δεξιοτεχνικά ένα περίπλοκο αφηγηματικά στόρι, που αφορά στο γεμάτο ένταση οικογενειακό δράμα που εκτυλίσσεται εξαιτίας μια αρχικής διαφωνίας του πρωταγωνιστικού ζευγαριού.
 Ένας «χωρισμός» και μάλιστα "αναγκαστικός", η αιτία να ξεδιπλωθεί το κουβάρι στη σχέση της Σίμιν (θέλει να φύγει απ' την Τεχεράνη, για ένα καλύτερο μέλλον για την ίδια, αλλά και όλη την οικογένεια) με τον Νάνταρ (δεν μπορεί να εγκαταλείψει τον άρρωστο πατέρα του), στο οποίο όμως θα εμπλακούν -από ακόμη μία παρεξήγηση- κι άλλα πρόσωπα και συγκεκριμένα η φτωχή γυναίκα που φυλάει τον παππού, που έχει αλτσχάιμερ και η οικογένειά της..

  Ο Φαραντί δράττεται της αφορμής του αδιεξόδου ενός ζευγαριού για να μας παρουσιάσει λιτά και με τα απλούστερα μέσα πολύπλευρα το σημερινό Ιράν. Ο τρόπος ζωής, το δικαστικό σύστημα, η θρησκευτική ηγεσία, η οικογένεια, η αστυνομία, το σχολείο, οι προκαταλήψεις, οι δυτικές επιρροές, οι ταξικοί διαχωρισμοί και πάνω απ' όλα η θέση της γυναίκας στην κοινωνία.

 Μία υπέροχη ταινία, σίγουρα η καλύτερη του σκηνοθέτη και πιθανώς, η καλύτερη της κινηματογραφικής σεζόν που πέρασε. Με εξαιρετικό σενάριο και ομαδικό κρεσέντο ερμηνειών. Συν τοις άλλοις σημείωσε και τεράστια εμπορική επιτυχία, παγκοσμίως.

 Το σινεμά όπως το θέλουμε, όπως θα θέλαμε να είναι!

 Βαθμολογία: 8,5/10

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Once Upon a Time in Anatolia, Nuri Bilge Ceylan, 2011

 

 Η έκτη μεγάλου μήκους ταινία του Nuri Bilge Ceylan, ενός εκ των καλύτερων σκηνοθετών της γενιάς του (Clouds of May, Distant, Three Monkeys), με τίτλο «Κάποτε στην Ανατολία» (Bir Zamanlar Anadolu`da). Σε σενάριο Nuri Bilge Ceylan, Ebru Ceylan, Ercan Kesal, με τους: Muhammet Uzuner, Yilmaz Erdogan, Taner Birsel, Ahmet Mumtaz Taylan, Firat Tanis.

 Η υπόθεση:
 Στις αφιλόξενες στέπες της Ανατολίας, τρεις άνδρες θα συστήσουν μία ομάδα στην προσπάθεια αναζήτησης ενός πτώματος. Ακολουθούμενοι από τους βοηθούς τους, ο εισαγγελέας Nusret (Taner Birsel), ο αστυνόμος Naci (Yilmaz Erdogan) και ο γιατρός Cemal (Muhammet Uzuner), μεταφέρουν αλυσοδεμένους τους δύο ύποπτους για το φόνο, ψάχνοντας το σημείο όπου οι τελευταίοι φέρονται να έχουν θάψει το εξαφανισμένο θύμα.

 Ο 53χρονος Τούρκος επιστρέφει τρία χρόνια μετά το αξιοθαύμαστο «Τρεις Πίθηκοι» με μια αστυνομική περιπλάνηση στις στέπες της Ανατολίας και παράλληλα μία κατάδυση στην ανθρώπινη ψυχή. Ένα αργό σε εξέλιξη road movie μέσα στη νύχτα, που καταλήγει μια μέρα μετά σε βαθιά ανθρώπινη υπαρξιακή έκρηξη, μέσω βαθύ στοχασμού, ύψιστου λυρισμού, καλού χιούμορ και πανέμορφων πλάνων.

 Η ποιητική ματιά του Τσεϊλάν δεν απουσιάζει ούτε εδώ και δημιουργεί ένα σκοτεινά γοητευτικό μείγμα με τη ρεαλιστική απεικόνιση καταστάσεων. Το φαινομενικά αστυνομικό στοιχείο, στο οποίο δίνεται ιδιαίτερη έμφαση αρχικώς, δίνει τη θέση του γρήγορα στις υπαρξιακές αναζητήσεις και τη φανέρωση του συναισθηματικού κόσμου των ηρώων. Από το σημείο λοιπόν εκείνο κι έπειτα η πλοκή αποκτά ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα και ο τούρκος δημιουργός αρπάζει την ευκαιρία να κάνει μία εκ βαθέων ιατροδικαστική εξερεύνηση (ιατρός, εισαγγελέας, αστυνομικός, οι τρεις χαρακτήρες που διεξάγουν την έρευνα, αντιπροσωπεύοντας τρεις μορφές του Νόμου) του σινεμά.

 Θέματα όπως Εξουσία, Δικαιοσύνη, σωστό και λάθος, ιατρική πρόοδος, αλλά και Ιστορία, παιδιά, Οικογένεια, παραδόσεις, Ανατολία κι ένα σωρό άλλα αναδεικνύονται έξοχα, μέσα από συζητήσεις, εκμυστηρεύσεις, απεικονίσεις, εμμονές, πιστεύω, ήθη κι έθιμα.

 Ενώ βέβαια κεντρικό θέμα είναι η αφήγηση, εξ ου και ο τίτλος "Once Upon a Time", που ακόμη παραπέμπει ευθέως σε spaghetti western.

 Μοναδικό αρνητικό η διάρκεια των 150', όπου εμφανώς κουράζει σε μερικά σημεία, ενώ διαφαίνεται μια κάποια έλλειψη ρυθμού.

 Μέγα Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών, για το 2011.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Le Gamin au Velo, Jean-Pierre et Luc Dardenne, 2011

 

 Οι αδελφοί Jean-Pierre και Luc Dardenne απ' το Βέλγιο, ιδιαίτερα αγαπητοί στην Ελλάδα κυρίως απ' την κορυφαία τριάδα τους (La Promesse, Rosetta, L' Enfant) επιστρέφουν τρία χρόνια μετά το "Le silence de Lorna", με το "Le Gamin au Velo" (The Kid with a Bike), «Το Παιδί με το Ποδήλατο», που τους χάρισε το Μεγάλο Βραβείο της κριτικής επιτροπής στις Κάννες (το μοιράστηκαν με τον Nuri Bilge Ceylan και το πολύ καλό «Κάποτε στην Ανατόλια»). Σε σενάριο των ίδιων, με τους: Τhomas Doret, Cécile De France κ.ά..

 Η υπόθεση:
 Ο δωδεκάχρονος Cyril έχει ένα και μοναδικό σχέδιο: να ξαναβρεί τον πατέρα του, ο οποίος τον άφησε προσωρινά(;) σε ένα ίδρυμα. Τα σημάδια δείχνουν ότι ο πατέρας του τον εγκατέλειψε σε αναζήτηση μιας νέας ζωής. Δεν απαντά στα τηλεφωνήματα, άδειασε το διαμέρισμά του, πούλησε το ποδήλατο του πιτσιρικά. Τυχαία, ο Cyril θα συναντήσει την Samantha (Cecile De France) μια ιδιοκτήτρια κομμωτηρίου, η οποία θα τον συμπαθήσει και θα αρχίσει να τον φιλοξενεί στο σπίτι της τα Σαββατοκύριακα. Όμως ο Cyril παρά την αγάπη που νοιώθει γι' αυτόν η Samantha θα συνεχίσει να αναζητά τον πατέρα του με κάθε τρόπο φτάνοντας σε βίαια και οργισμένα ξεσπάσματα..

 Τα τρομερά αδέλφια απ' το Βέλγιο, ο Ζαν-Πιερ κι ο Λικ Νταρντέν, πιστά στο ανθρωποκεντρικό τους σινεμά που αγαπήσαμε, με τον έντονο και πολύπλευρο κοινωνικοπολιτικό προβληματισμό, αναπτύσσουν εδώ μια ιστορία με επίκεντρο έναν παρατημένο απ' τον πατέρα του πιτσιρικά και το... ποδήλατό του, αλλά και μία γυναίκα με την οποία ο μικρός θα αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση. Όλα αυτά μέσα από ένα οδυνηρό οδοιπορικό απότομης ενηλικίωσης.

 Με την απέριττη αφήγηση που τους συντροφεύει στην σπουδαία κινηματογραφική τους πορεία, το νατουραλισμό και τη χαρακτηριστική λιτότητα οι αδερφοί Νταρντέν μας χαρίζουν ακόμη ένα εξαιρετικό ψυχόδραμα για την ανθρώπινη φύση, ενώ επικεντρώνονται στον πυρήνα της οικογένειας και πώς αυτός μπορεί εύκολα να διασπαστεί εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων σε συνδυασμό με τα όποια κοινωνικά αδιέξοδα της εποχής.

 Οι φανερά απ' τις προηγούμενες ταινίες τους πεσιμιστές Νταρντέν, εδώ κάνουν την έκπληξη (κυρίως απέναντι στους ίδιους) και αφήνουν στο φινάλε της ταινίας μια αχτίδα φωτός, ελπίδας. Εκείνο βέβαια που κερδίζει μεμιάς το κοινό και δη, τους φανατικούς υποστηρικτές των Βέλγων είναι η άκρως λιτή και ρεαλιστικότατη βεβαίως παρουσίαση του θέματος. Χωρίς την παραμικρή υστερία αλλά και καμία φλυαρία και μόνο με το απαραίτητο παίξιμο των ηθοποιών (και συγκρατημένα συναισθήματα), η ιστορία ξετυλίγεται επαρκώς και ολοκληρώνεται στο σωστό χρονικό σημείο (μικρότερη της μιάμισης ώρας η διάρκεια) ώστε να μην ξεχειλώσει και χαθεί η ουσία.
 Γιατί αυτός είναι ο σκοπός της ανάδειξης κάθε κοινωνικού προβλήματος και του σχολίου πάνω σε καίρια ζητήματα, κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά, που δε μένουν στη σάτιρα ή την επιφανειακή αναφορά και τον περιττό διδακτισμό, αλλά προχωρούν σε μία βαθύτερη ανάδειξη των πτυχών του προβλήματος, εμβάθυνση των αιτιών και ουσιαστική καταγγελία.

 Ο πιτσιρικάς λοιπόν (αποκάλυψη ο Thomas Doret) αναζητά τον πατέρα του. Δεν μπορεί και δε θέλει να αποδεχτεί ότι ο πατέρας του τον εγκατέλειψε για πάντα. Τυχαία θα συναντήσει τη Σαμάνθα, ιδιοκτήτρια κομμωτηρίου και παρόλο που εκείνη θα τον φιλοξενήσει και θα δεθεί μαζί του, ο μικρός δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμά της. Κάλεσμα για φιλία βέβαια, συντροφικότητα κι επαφή, καθώς τα αδέλφια δεν περιπλέκουν και το ερωτικό στοιχείο μεταξύ της ενήλικης Σαμάνθα και του ανήλικου Σιρίλ.
 Βλέπετε, ο πιτσιρικάς πλην του πατέρα του βρίσκεται και σε αναζήτηση της αγάπης. Εγκαταλελειμμένος και «αδειασμένος» απ' το μοναδικό άνθρωπο που ένιωθε κοντά του, ο Σίριλ, που αναπτύσσει επιθετικές συμπεριφορές, δείχνει να μην έχει (συν)αισθήματα. Ή έστω είναι βαθιά κρυμμένα μέσα του, σε έναν κόσμο σκληρό, άδικο, γεμάτο αδιέξοδα, εμμονές και προβλήματα.
 Η Σαμάνθα (εξαιρετική η Σεσίλ ντε Φρανς) θα προσπαθήσει με όλο της το είναι να βγάλει στην επιφάνεια τα αισθήματα αυτά, καθώς είναι φανερά πρόθυμη να βγάλει όλα τα αποθέματα αγάπης στο πρόσωπο το μικρού.

 Αυτό το σινεμά των Νταρντέν ήταν ανέκαθεν εντυπωσιακό. Γιατί; Μα φυσικά, επειδή μέσα στην απλότητα και την "ηρεμία" του, κάνει εκκωφαντικό θόρυβο με την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, την αστείρευτη ενέργεια που βγάζουν οι συμπαθέστατοι ήρωές του, την αγωνία και την ένταση που μεταφέρεται στον καθηλωμένο στο κάθισμά του θεατή. Ο οποίος, περιμένει, ελπίζει, ότι αυτήν τη φορά η ανθρώπινη φύση που τόσο καταδιώκεται απ' τους Βέλγους, θα κατορθώσει έστω την ύστατη ώρα να κάνει ορθοπεταλιά στην ανηφόρα και να ατενίσει με αισιοδοξία το μέλλον.

 Και τα αδέλφια θα του κάνουν τη χάρη ανταμείβοντάς τον για τη μεγάλη του στήριξη προς τα πρόσωπά τους και τη θέρμη με την οποία έχει αγκαλιάσει τις ταινίες τους όλα αυτά τα χρόνια, κλείνοντας την ιστορία με μία καθόλα αισιόδοξη νότα.

 Μέγα Βραβείο Επιτροπής του Φεστιβάλ Κανών 2011.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

I'm a Cyborg, but that's OK, Chan-wook Park, 2006

 

Ο Chan-wook Park αφήνει στην άκρη τις αιματηρές ιστορίες εκδίκησης της διάσημης τριλογίας του -με αποκορύφωμα το Oldboy- και κάνει τη γλυκόπικρη, παιχνιδιάρικη κωμωδία "I'm a Cyborg, but that's OK", με τον πρωτότυπο τίτλο "Saibogujiman kwenchana". Σε σενάριο Chan-wook Park και Seo-Gyeong Jeong, σκηνοθεσία -βεβαίως- Park, με τους: Su-jeong Lim, Rain, Hie-jin Choi, Byeong-ok Kim, Yong-nyeo Lee.

 Η υπόθεση:
 Η Yeong-gun τρελαίνεται σταδιακά και σύντομα ξυπνά σε άσυλο, πεπεισμένη ότι είναι cyborg. Πιστεύει πως αποστολή της είναι να σκοτώσει σα θηλυκός Εξολοθρευτής τους γιατρούς και τους νοσοκόμους που την κρατούν αιχμάλωτη και να ανακαλύψει το νόημα της ύπαρξης. Για να πετύχει το στόχο της πρέπει να φορτίσει τον οργανισμό της, αρνούμενη κάθε είδους τροφή και επιλέγοντας να γλείφει μπαταρίες. Μόνο ένας ξέρει το 'μυστικό' της. Ο Il-soon είναι ένας μανιακός κλεπτομανής που δε μπορούσε να αντέξει την ιδέα της υποχρεωτικής στράτευσης. Πιστεύει ότι έχει την ικανότητα να κλέβει χαρακτηριστικά και ιδιότητες άλλων ανθρώπων.

 Ο βιρτουόζους νοτιοκορεάτης σκηνοθέτης Chan-woon Park μετά την τριλογία της εκδίκησης με τα Sympathy for Lady Vengeance, Oldboy και Sympathy for Mr Vengeance, αποφασίζει να πειραματιστεί με μία γλυκόπικρη ρομαντική κωμωδία.
 Η Yeong-gun τρελαίνεται σταδιακά σε ένα εργοστάσιο. Ξυπνά σε άσυλο, έχοντας πειστεί ότι είναι cyborg. Τώρα, με τις μασέλες της γιαγιάς της στο πλάι είναι σε αποστολή, πρέπει να βρει τη γιαγιά της, να σκοτώσει σαν θηλυκός Εξολοθρευτής τους γιατρούς και τους νοσοκόμους που την κρατούν αιχμάλωτη και να ανακαλύψει το νόημα της ύπαρξης. Για να πετύχει το στόχο της πρέπει να φορτίσει τον οργανισμό της, για αυτό και αρνείται κάθε είδους τροφή, από φόβο μη χαλάσει τον εσωτερικό της μηχανισμό και γλείφει μπαταρίες. Τι γίνεται όμως με τη συμπάθεια που νιώθει, ένα από τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα;

 I'm not psycho, i'm only a cyborg φαίνεται να φωνάζει απεγνωσμένα η γλυκύτατη Yeong-gun, στο άσυλο που κρατείται. Το χαριτωμένο αυτό ζήτημα εξετάζει ανάλαφρα ο Παρκ, ο οποίος τοποθετεί μια "τρελή" σε ένα μικρόκοσμο, αυτόν του ψυχιατρικού ασύλου, μεταξύ πολλών διαφορετικών ανθρώπων με περιέργειες, ιδιόρρυθμες έως αλλόκοτες συμπεριφορές, ασυνήθιστες σκέψεις και αστείρευτη φαντασία (μία τρελή παχύσαρκη που τρώει τα γεύματά της Yeong-gun, ένας άντρας που περπατάει με την πλάτη, μία κοπέλα που κοιτάζεται στον καθρέφτη και φαντασιώνεται ότι τραγουδά κάπου στις Άλπεις, μία μυθομανής, ένας παρανοϊκός μεσήλικας που πιστεύει ότι για όλα φταίει αυτός...). Η Yeong-gun ωστόσο δεν είναι ίση μεταξύ ίσων. Τουλάχιστον δεν αντιμετωπίζεται ως τέτοια. Ούτε από τους άλλους τροφίμους που αδυνατούν να την κατανοήσουν ούτε βέβαια κι απ' τους ιατρούς επιτηρητές της, οι οποίοι τη θεωρούν πέρα ως πέρα τρελή.
 Μοναδικό στήριγμα θα βρει στο πρόσωπο του κλεπτομανούς Il-soon και ένα ειδύλλιο θα αναπτυχθεί σύντομα. Ένας έρωτας αγνός, περισσότερο στο όριο της φιλίας, της κατανόησης, της στήριξης και της συμπάθειας. Παράλληλα η πρωταγωνίστρια θα θελήσει να επωφεληθεί της ιδιότητας του Il-soon να «κλέβει» τις ιδιότητες των άλλων. Έτσι θα του ζητήσει να αφαιρέσει από την ίδια τη συμπάθεια, ένα απ' τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα, τουλάχιστον κατά πώς της «υπαγορεύει» η φανταστική φωνή που ακούει. Και αυτό, διότι μόνον χωρίς τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα θα μπορέσει να μεταμορφωθεί στο θηλυκό Εξολοθρευτή, που θα δραπετεύσει απ' το άσυλο σκοτώνοντας τους δεσμοφύλακές της με σκοπό να σώσει την επίσης φυλακισμένη γιαγιά της, η οποία νομίζει ότι είναι... ποντίκι!
 Ο νεαρός «κλεπτομανής» φυσικά θα τη βοηθήσει, γιατί τι κι αν είναι cyborg, είναι οκ!

 Εντάξει εμφανώς σπάει πλάκα ο Παρκ και δυστυχώς θα έλεγα απογοητεύει τους οπαδούς του, οι οποίοι ειδικά μετά την τριλογία της εκδίκησης με αποκορύφωμα το αριστουργηματικό Oldboy, περίμεναν κάτι αντίστοιχο απ' τον εξαίρετο δημιουργό. Κι αν όχι στο ίδιο ύφος, τουλάχιστον στο ίδιο επίπεδο κινηματογράφισης. Όμως ο Νοτιοκορεάτης προτιμά να κάνει χαβαλέ, με αρκετές επαναλαμβανόμενες στιγμές, σε μία άνιση ταινία με χαοτικό σενάριο.
 Σίγουρα δε λείπουν κάποια ενδιαφέροντα πλάνα, η ωραία φωτογραφία με τα εκπληκτικά χρώματα (μέγας λάτρης των εικόνων ο Παρκ), η μουσική, οι έξοχες... σαλταρισμένες ερμηνείες και ορισμένες τεχνικές βιρτουοζιτέ κινηματογράφισης, όμως το αποτέλεσμα δεν ξεπερνά τη μετριότητα.

 Ένα ιδιότυπο love story, μια ασιατική εκδοχή της Amelie σε μία αλλιώτικη «Φωλιά του Κούκου», από τον Chan-wook Park, που μάλλον σκέφτηκε να βγάλει -για λίγο- από πάνω του την ταμπέλα του άκρα βίαιου εκπροσώπου του νεότερου κορεατικού σινεμά.

 Εν κατακλείδι βρήκα εδώ τον Παρκ έξω απ' τα νερά του, θεωρώ πως δεν του ταιριάζει καθόλου αυτό το διαφορετικό είδος που προσπάθησε να αναπτύξει παρεκκλίνοντας απ' τα... συνηθισμένα.

 Βραβείο καλλιτεχνικής αρτιότητας, Φεστιβάλ Βερολίνου, 2007 και Βραβείο Μεγάλου Μήκους ταινίας Φεστιβάλ Νέου Κινηματογράφου, Μόντρεαλ.

 Βαθμολογία: 4,5/10