Σάββατο 6 Αυγούστου 2011

Modigliani, Mick Davis, 2004


 Μία σημαντικότατη βιογραφική ταινία από το σκηνοθέτη Nick Davis και το 2004, για τη ζωή και το έργο του σπουδαίου Ιταλού ζωγράφου και γλύπτη Amedeo Clemente Modigliani, που ανήκε στη "Σχολή της Πρώιμης Αναγέννησης" και ξεχώρισε για τα πορτρέτα του με τα αμυγδαλωτά μάτια και τις ψηλόλιγνες φιγούρες, αλλά και για τα γυμνά του. Πολύ εύστοχος και άκρως αποκαλυπτικός ο ελληνικός τίτλος «Μοντιλιάνι: Ο καταραμένος ζωγράφος», αναφερόμενος στις αυτοκαταστροφικές τάσεις του καλλιτέχνη. Φιλάσθενος στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, ο Μόντι (Modi), όπως ήταν το ψευδώνυμό του, πέθανε σε ηλικία 36 ετών.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 1919, Παρίσι. Ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος έχει τελειώσει και η νυχτερινή ζωή έχει γεμίσει με σκοτεινά πάθη και αχαλίνωτες εμμονές. Στο καφέ «Ροτόντ», το στέκι της ελίτ της τέχνης, ένα τραπέζι δεν μοιάζει με κανένα άλλο στην ιστορία: ο Πικάσο, η Φρίντα Κάλο, ο Ουτρίγιο, ο Κοκτό κι ο Μοντιλιάνι συζητούν με πάθος για τέχνη, έρωτα και επιθυμία! Η δραματική αντιζηλία μεταξύ του Μοντιλιάνι και του Πικάσο, δύο αντρών που η σχέση τους διακατέχεται από ευφυΐα, αλαζονεία και πάθος θα στοιχειώσει την καλλιτεχνική παρέα. Η ερωτική τραγωδία που θα ακολουθήσει θα είναι η μεγαλύτερη στην ιστορία της τέχνης. Μέσα σε μια νύχτα, η μοίρα θα πάρει τα πράγματα στα χέρια της και την άλλη μέρα τίποτα πια δεν θα είναι το ίδιο...

 Ο Αμεντέο Μοντιλιάνι (Amedeo Clemente Modigliani, 12 Ιουλίου 1884 – 24 Ιανουαρίου 1920) ήταν Ιταλός ζωγράφος και γλύπτης. Γεννήθηκε στο Λιβόρνο, στην Τοσκάνη της Ιταλίας και ήταν το τέταρτο παιδί της εβραϊκής οικογένειας του Flaminio Modigliani και της γαλλίδας συζύγου του Eugenie Garsin. Αν και η οικογένεια ήταν αρκετά πλούσια, ο μικρός Amedeo μεγάλωσε αρκετά φτωχά ύστερα από την οικονομική κατάρρευση της επιχείρησης του πατέρα του. Παράλληλα, τα παιδικά του χρόνια στιγματίστηκαν και από την άσχημη κατάσταση της υγείας του ύστερα από μία επιδημία τυφοειδούς πυρετού σε ηλικία 14 ετών, ενώ δύο χρόνια αργότερα η κατάστασή του επιδεινώθηκε όταν προσβλήθηκε από φυματίωση. Ανάμεσα σε όλα αυτά η οικογένεια είχε και ιστορικό κατάθλιψης όπως και ο ίδιος, ενώ ένα από τα αδέρφια του, ο Emmanuel είχε καταδικαστεί σε ηλικία 26 ετών σε φυλάκιση έξι μηνών για αναρχία..

 Ολόκληρο το πολύ ενδιαφέρον άρθρο Amedeo Modigliani: Ο άνθρωπος μύθος.

 Και να επανέλθουμε στην ταινία, η οποία καταγράφει την τελευταία περίοδο της ζωής του σπουδαίου Ιταλού καλλιτέχνη Aμεντέο Mοντιλιάνι και την ανταγωνιστική σχέση του με τον καλό του φίλο και επίσης σπουδαίο ζωγράφο Πάμπλο Πικάσο, με φόντο το Παρίσι του 1919... Το πάθος για την τέχνη, τη δημιουργία και τον έρωτα και η εμμονή της καταστροφής αποδίδονται μέσα από μια συγκλονιστική ερμηνεία του Αντι Γκαρσία.

 Τεχνικά η ταινία δεν είναι κακή. Μπορεί το πρώτο μέρος να είναι λίγο κουραστικό και να κυλάει αργά, χωρίς κάτι έντονο που να κρατάει το θεατή, όμως στο δεύτερο μισό ξετυλίγεται εντυπωσιακά το κουβάρι της δραματουργίας με κύριο πεδίο έκφρασης το διαγωνισμό ζωγραφικής, στον οποίο λαμβάνει τελικά μέρος και ο Μοντιλιάνι, αφότου κάμφθηκαν οι αρχικές αντιρρήσεις του και το σνομπάρισμά του προς την όλη διαδικασία.
 Κυρίως όμως (η ταινία) αξίζει, πέρα από την εκπληκτική ερμηνεία του Άντι Γκαρσία, για την εξαιρετική προσέγγιση της ζωής τόσο του Μοντιλιάνι όσο και διάφορων τότε σπουδαίων καλλιτεχνών (του Πικάσο μεταξύ άλλων), τη ρεαλιστική καταγραφή της συγκέντρωσης όλων των διανοούμενων της εποχής στα διάσημα στέκια και καφέ και το περιεχόμενο των συζητήσεών τους, κυρίως γύρω από την Τέχνη και τη Ζωή. Τα πάθη, οι έρωτες, η δημιουργικότητα, το ταλέντο, οι κόντρες, οι εμμονές, μα κυρίως το μεγαλύτερο πάθος εξ όλων, αυτό για την Τέχνη, της Avant-Garde του Παρισιού μετά τον Α' Π.Π.

 Και όλα αυτά επικεντρώνοντας βεβαίως στον «καταραμένο ζωγράφο», που αποτελεί και το κεντρικό πρόσωπο του φιλμ.

 Βαθμολογία: 6,5/10

Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

The Boss Of It All, Lars von Trier, 2006


 «Το Μεγάλο Αφεντικό» με τον αυθεντικό τίτλο "Direktoren for det Helle" είναι η ατυχής απόπειρα του Lars Von Trier να κάνει κωμωδία(;). Από τη Δανία και το 2006.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Ravn (Peter Gantzler), ο ιδιοκτήτης μιας δανέζικης εταιρίας, ετοιμάζεται να την πουλήσει σ' έναν Ισλανδό επιχειρηματία. Αντιμετωπίζει, όμως, ένα σοβαρό πρόβλημα: όλα τα χρόνια από την ίδρυση της εταιρίας του, έχει δηλώσει στους υπαλλήλους, για να μη χρεώνεται τις δυσάρεστες αποφάσεις που πρέπει να λαμβάνει κατά καιρούς, ότι ο ίδιος είναι ένας απλός διευθυντής και ότι το 'μεγάλο αφεντικό' ζει μόνιμα στις ΗΠΑ. Όταν ο Ισλανδός αγοραστής επιμένει ότι θα υπογράψει τα συμβόλαια μόνο αν ο Πρόεδρος της εταιρίας είναι παρών, ο Ravn προσλαμβάνει τον Kristoffer (Jens Albinus), έναν άνεργο αλλά εγωκεντρικό ηθοποιό, με εκκεντρικές ιδέες περί υποκριτικής και δράματος, για να παίξει το ρόλο. Η παραμονή του στην εταιρία για μια εβδομάδα θα πυροδοτήσει μια αλυσίδα παρεξηγήσεων, καθώς όλοι οι υπάλληλοι θα θελήσουν να γνωρίσουν το πραγματικό τους αφεντικό με το οποίο μέχρι τώρα επικοινωνούσαν μόνο εξ αποστάσεως...

 Ο Λαρς φον Τρίερ αναφερόμενος στο «Μεγάλο Αφεντικό» έχει επανειλημμένως σημειώσει ότι γύρισε αυτό το φιλμ για την πλάκα του, για χαβαλέ. Αντίστοιχα τον «Αντίχριστο», το 2009, τον γύρισε ως αποτέλεσμα της χρόνιας θεραπείας που έκανε για την κατάθλιψη. Και στις δύο περιπτώσεις θύμα των πειραματισμών του εκκεντρικού σκηνοθέτη ήταν ο θεατής...

 Εν μέσω της τριλογίας "USA: The Land of Opportunities", που απαρτίζεται από τα "Dogville (2003), Manderlay (2005) και "Washington" (προγραμματισμένο για το 2007, χωρίς όμως να έχει γυριστεί ακόμη, ενώ παραμένει άγνωστο πότε και αν τελικά θα ολοκληρωθεί η τριλογία!) το "τρομερό παιδί" του δανέζικου σινεμά κάνει ένα "διάλειμμα" στρεφόμενος στην κωμωδία. Τουλάχιστον έτσι όπως την έχει στο μυαλό του ο σκηνοθέτης, γιατί μόνο κωμωδία δεν θυμίζει τούτος ο πειραματισμός του Τρίερ, που παραμένει πιστός στο Δόγμα.

 Και ναι, μπορεί να εμπεριέχει ορισμένα αστεία και να είναι διάχυτο στην ταινία το εγκεφαλικό χιούμορ του δημιουργού. Και μπορεί ακόμη να υπάρχει σάτιρα προς τους θεσμούς, προς τους ίδιους τους Δανούς αλλά και αλλοεθνείς, όπως π.χ τους Ισλανδούς και επίσης, έντονος αυτοσαρκασμός και έξυπνοι συμβολισμοί. Όμως οι συνεχείς διάλογοι κουράζουν και ο θεατής χάνει το ενδιαφέρον του πολύ γρήγορα.

 Επιπλέον όλα τα παραπάνω δεν αρκούν για να χαρακτηριστεί πετυχημένη κωμωδία αυτή η φανερά προχειρογυρισμένη (θυμίζει σε σημεία σλάπστικ) ταινία. Άλλωστε πέραν της παραδοχής (κάτι είναι κι αυτό) από πλευράς Τρίερ ότι με το «Αφεντικό» έκανε χαβαλέ, υπάρχει και κάτι ακόμη. Η τεχνική "Automavision" την οποία χρησιμοποίησε για τα γυρίσματα ο σκηνοθέτης κι έχει να κάνει, επί της ουσίας, με "αυτόματη κινηματογράφηση"! Ο αθεόφοβος «σκηνοθέτησε» το εν λόγω φιλμ εξ ολοκλήρου από τον υπολογιστή, ο οποίος ρύθμιζε τα καδραρίσματα, τη φωτογραφία και την κίνηση μίας κάμερας που υπήρχε στο χώρο των γυρισμάτων!

 Θεωρώ το «Μεγάλο Αφεντικό» την πιο αδιάφορη ταινία του Λαρς φον Τρίερ. Δεν του πάνε καθόλου οι κωμωδίες και καλό θα ήταν να σταματήσει γενικά τους «πειραματισμούς» του, γιατί βλέπω να αποκαθηλώνει ο ίδιος τον μύθο που έχει χτίσει γύρω από το όνομά του με πραγματικά σπουδαίες ταινίες του μακρινού -αλλά και κοντινού- παρελθόντος.

 Μόνο για τους φανατικούς οπαδούς του Δανού σκηνοθέτη και τους πιστούς ακολουθητές του Δόγματος.

 Βαθμολογία: 2,5/10

Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

Anatomy of a Murder, Otto Preminger, 1959


 Με μία ακόμη μεταφορά από το άλλο blog θα σας αφήσω για τις επόμενες οκτώ μέρες, καθώς σε λίγες ώρες πετάω για το πανέμορφο Παρίσι και το πρώτο μέρος των φετινών διακοπών!


 Η ταινία "Anatomy of a Murder" του Otto Preminger:

  "Ανατομία ενός Εγκλήματος", από τον σπουδαίο Αμερικανό σκηνοθέτη Otto Preminger (ο σκηνοθέτης της "Laura", της επιτομής των film noir!), του 1959. Ένα συναρπαστικό δικαστικό θρίλερ διάρκειας δυόμιση ωρών!
 Η ταινία «Ανατομία ενός Εγκλήματος» είναι βασισμένη στο μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Τράβερ, το οποίο αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα μπεστ-σέλερ της δεκαετίας του '60.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Σε κάποιο μικρό θέρετρο της Αμερικής, ο τοπικός δικηγόρος αναλαμβάνει να υπερασπιστεί έναν στρατιωτικό, ο οποίος σκότωσε εν ψυχρώ το βιαστή της γυναίκας του. Σύντομα θα αντιληφθεί ότι οι δύο σύζυγοι κρύβουν στοιχεία σχετικά με την υπόθεση και ότι η επικείμενη δίκη θα είναι μια δοκιμασία.

 Ο Otto Preminger σε μεγάλα κέφια δημιουργεί ένα συναρπαστικό δικαστικό θρίλερ και ο James Stewart δίνει μία απ' τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του! Arthur O' Connell, George Scott, Lee Remick, Ben Gazzara, Eve Arden, αποτελούν ένα πολύ δυνατό καστ, με κορυφαίο φυσικά τον Stewart.

 Ο υπολοχαγός Φρέντερικ Μάνιον κατηγορείται για τη δολοφονία του βιαστή της γυναίκας του, της Λόρα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Λόρα, η ίδια έπεσε θύμα άγριου ξυλοδαρμού και στην συνέχεια βιασμού από το θύμα. Την υπεράσπιση του Μάνιον αναλαμβάνει ο δικηγόρος Πολ Μπίγκλερ ο οποίος αντιμετωπίζει την υπόθεση ως πρόκληση για την καριέρα του. Η υπόθεση έχει φθάσει στο δικαστήριο και η "μάχη" έχει αρχίσει. Ο διάσημος και σκληρός εισαγγελέας Κλοντ Ντάνσερ, αντικρούει τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος διέπραξε τον φόνο για λόγους τιμής, αφού η γυναίκα του κατηγορουμένου ήταν ελευθέρων ηθών και διατηρούσε σχέσεις με το θύμα. Σύμφωνα πάντα με τον Ντάνσερ, οι μελανιές στο πρόσωπο της Λόρα δημιουργήθηκαν από τον ίδιο τον σύζυγό της, ο οποίος, αφού την χτύπησε άγρια, της απέσπασε την ομολογία ότι ήταν ερωμένη του θύματος. 'Ετσι, πάνω σ' ένα ξέσπασμα θυμού και ζήλειας, ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πολύ καλά τί επρόκειτο να κάνει... δολοφόνησε το θύμα εν ψυχρώ. 

 Στο μεταξύ, ο βοηθός του Μπίγκλερ, ο Μακ Κάρθι, ξεθάβει από τα δικαστικά αρχεία μια παλιά υπόθεση, στην οποία ο σύζυγος είχε δολοφονήσει τον βιαστή της γυναίκας του, αλλά είχε αθωωθεί επειδή η υπεράσπιση είχε βασιστεί στο έγκλημα "εν βρασμώ ψυχής". Ο Μπίγκλερ χρησιμοποιεί το ίδιο ελαφρυντικό και για να κερδίσει την υπόθεση καλεί ως μάρτυρα την θετή κόρη του θύματος. Η τελευταία καταθέτει ένα στοιχείο, τόσο σημαντικό για την δολοφονία του πατριού της, ώστε η ιστορία παίρνει τώρα νέες διαστάσεις...

 Ο Πρέμινγκερ λοιπόν διεισδύει με τόλμη αλλά και πολύ καλό χιούμορ στην Αμερικανική δικαιοσύνη, αλλά και την ζωή στην Αμερικανική επαρχία. Και τα πάντα είναι ανάποδα. Οι ήρωες είναι αντι-ήρωες, οι (ολοκληρωμένοι) χαρακτήρες των αντι-ηρώων είναι αμφίσημοι και τίποτα απ' την αισθητική του φιλμ δεν θυμίζει την τότε αισθητική του Χόλυγουντ. Όλα τούμπα από τον μέγα Πρέμινγκερ!
 Και όλα πρωτοποριακά, εκπληκτικά. Σκηνοθεσία, ασπρόμαυρη φωτογραφία, ολοκληρωμένοι χαρακτήρες, ερμηνείες, ένταση και αγωνία καθόλη τη διάρκεια, αμφίρροπη η έκβαση της δίκης, διφορούμενη αφήγηση των γεγονότων, ίντριγκα, πάθος, ανατροπές, ατμόσφαιρα, όλα εξαιρετικά!

 Ακόμη και το τολμηρό -για την εποχή- λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί ο μεγάλος κινηματογραφιστής, καθώς, ενδεικτικά, για πρώτη φορά στο σινεμά ακούγονται λέξεις όπως "βιασμός" ή "κιλότα"!

 Κι ενώ είναι ανατρεπτικός σε τόσα σημεία, ο Πρέμινγκερ δεν ξεπερνάει το μεγάλο ταμπού της εποχής και που αφορά στην εξουσία που ασκεί ο άνδρας πάνω στη γυναίκα...
 Συντηρητικός ο Πρέμινγκερ, δεν κάνει την υπέρβαση σε αυτό το θέμα, αφού ξεκάθαρα η Laura είναι υποταγμένη στον άνδρα της. Η ευτυχία ή  δυστυχία της, η τύχη της και η ελπίδα της κρέμονται από τον σύζυγό της!

 Τέλος, η μουσική ανήκει στον Duke Ellington, σπουδαίο μουσικό της jazz, ο οποίος μάλιστα παίζει και ζωντανά πιάνο! Είναι δε, η πρώτη ταινία όπου ακούγεται jazz κατά το μεγαλύτερο διάστημά της.

 Η καλύτερη του είδους (δικαστικές) και μέσα στις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.

 Ήταν υποψήφια για 7 'Οσκαρ: A΄ ανδρικού ρόλου (Τζέιμς Στιούαρτ), Β΄ ανδρικού ρόλου (Τζορτζ Σι Σκοτ και 'Αρθουρ Ο' Κόνελ), διασκευασμένου σεναρίου, καλύτερης ταινίας, φωτογραφίας και μοντάζ.

 Βαθμολογία: 9/10

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

La Chiesa, Michele Soavi, 1989


 Ένα ενδιαφέρον slasher horror film από την Ιταλία, σε σενάριο και παραγωγή του μετρ του τρόμου Dario Argento (έκλεισε την Τετάρτη 13/7 το Ταινιόραμα στο Άστυ) και σκηνοθεσία Michele Soavi, τακτικού συνεργάτη του Argento σε αρκετές ταινίες, π.χ. ως ηθοποιός στο "Tenebre". Η ταινία αποτελεί θεωρητικά το τελευταίο μέρος της τριλογίας των "Δαιμόνων" και θα τη βρείτε κι ως "Cathedral of Demons" αλλά και "Demon 3", όμως ο σκηνοθέτης έχει δηλώσει σε συνέντευξη ότι δεν έχει καμία σχέση με τη σειρά "Demons" και πως το "Church" (αγγλικός τίτλος) είναι αυτόνομο, ξεχωριστό φιλμ!

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ένας ναός στον οποίο κατά το παρελθόν έγινε μαζική σφαγή υποτιθέμενων αιρετικών γίνεται ο χειρότερος εφιάλτης για μια ομάδα ανθρώπων της σύγχρονης εποχής, που παγιδεύονται μέσα σε αυτόν την ώρα που σκοτεινές δυνάμεις ξυπνούν οργισμένες όσο ποτέ από λήθαργο αιώνων...

 Ο Soavi απέκτησε φήμη με το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στο -επίσης slasher- "Stage Fright" του 1987. Αν το βρείτε, μην το προσπεράσετε, αξίζει!
 Δύο χρόνια μετά ο Ιταλός σκηνοθέτης γυρίζει την «Εκκλησία», μένοντας πιστός στις "τρομακτικές" ορέξεις του και χαρίζοντάς μας ένα απολαυστικό slasher film, πολύ ανώτερο των ομοίων σαχλών ταινιών του είδους, που γυρίζονται κατ' εξακολούθηση στην Αμερική.

 Η ταινία αναφέρεται στην εποχή των σταυροφόρων, οι οποίοι ξεκληρίζουν ένα χωριό σφάζοντας σε σχεδόν καθολικό ποσοστό τους κατοίκους, επειδή είχαν την υποψία ότι ένα μικρό κορίτσι(!) είναι δαιμονισμένο. Οποίος θρησκευτικός γαμωφανατισμός. Πόσα εγκλήματα έχουν κάνει κάποια τέρατα στο όνομα της θρησκείας και δη του χριστιανισμού...

 Στη συνέχεια σκάβεται ένας πελώριος ομαδικός τάφος, όπου θάβονται όλοι οι δολοφονημένοι κάτοικοι του χωριού, ενώ κατόπιν εντολής του ιερέα χτίζεται πάνω στον τάφο μία εκκλησία. Πολλούς αιώνες μετά όταν η παλιά ιστορία της σφαγής βγει στο φως, θα "επιστρέψουν" μαζί της και οι δαίμονες, με σκοπό την εκδίκηση...

 Πέραν της πολύ δυνατής σκηνοθεσίας όπου αναδύεται η υπέροχη gothic ατμόσφαιρα του Soavi και την πολυμορφία του σεναρίου υπό τη συνεργασία 8(!) ατόμων (με βασικότερους βέβαια τον Argento, τον Soavi και τον Bava, σκηνοθέτη της σειράς Demons), εξέχουσα θέση στην επιτυχία της ταινίας έχει το πανέμορφο soundrack, επιμελημένο από τους Βρετανοαμερικανούς Keith Emerson και Philip Glass!

 Ένα άκρως διασκεδαστικό ευρωπαϊκό slasher φιλμ!

 Βαθμολογία: 6,5/10

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

Being there, Hal Ashby, 1971


 Αντιγραφή από το άλλο μπλογκ, με το "Being there" του Hal Ashby:

 «Να είσαι εκεί κύριε Τσανς»: Ο ελληνικός τίτλος για το κύκνειο άσμα του σπουδαιότερου κωμικού ηθοποιού, Πίτερ Σέλερς. Η -εν μέρει- ειρωνεία; Δεν πρόκειται περί ξεκαρδιστικής κωμωδίας, αλλά για πολιτική σάτιρα με έντονα, δραματικά στοιχεία.
 Ναι, ο μέγας Σέλερς, το ιερό τέρας της κωμωδίας άφησε για το τέλος, τον καλύτερο ρόλο του, σε μια ταινία που ακροβατεί ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα. Το σημαντικότερο δε, είναι το ότι ο Σέλερς αυτοπροτάθηκε για τον ρόλο που τόσα χρόνια περίμενε, ζητώντας από τον συγγραφέα Jerzy Kosinski τηλεφωνικά και παριστάνοντας τον "ήρωα" του βιβλίου, την άδεια να γυρίσει την ταινία αυτή!
 "Μετά το θάνατο του εργοδότη του, ένας μεσήλικας, αγράμματος και χαμηλής νοημοσύνης κηπουρός περιφέρεται στους δρόμους της Ουάσινγκτον. Από παραξενιά της τύχης θα βρεθεί στο περιβάλλον ενός ισχυρού οικονομικού παράγοντα της πόλης όπου όλοι θα τον νομίσουν σοφό".
 Μια σειρά από ευτράπελα γεγονότα λαμβάνουν χώρα σε αυτή την πολιτική σάτιρα που στήνει δεξιοτεχνώς ο Χαλ Άσμπι. Σάτιρα της Αμερικανικής κοινωνίας και των κέντρων λήψης σημαντικών αποφάσεων. οι Αμερικανοί πιστεύουν αυτό που θέλουν να πιστέψουν, γι αυτό και ο Τσανς θα αναδειχτεί σε γκουρού της οικονομίας και στο τέλος θα προταθεί για το αξίωμα του προέδρου των ΗΠΑ!
 Μη το γελάτε καθόλου. Έτσι ήταν πάντοτε οι χαζο-Αμερικάνοι..

 Οι αργοί ρυθμοί ίσως να χαρακτηρίζουν την ταινία ως ξεπερασμένη σήμερα. Η τεραστίων διαστάσεων, όμως, ερμηνεία του Sellers, πέρα και πάνω από οποιαδήποτε κριτική και ασύγκριτα μοναδική, είναι ένας καλό λόγος για τον οποίο αξίζει να την παρακολουθήσει κανείς.

 Ο Πίτερ Σέλερς λίγους μήνες μετά το "Being there" και δίχως να καρπωθεί κάποιο βραβείο από τον θείο Oscar, κερδίζοντας όμως τη Χρυσή σφαίρα, πέθανε από καρδιακή προσβολή (αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας για αρκετά χρόνια), μόλις 54 ετών.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

The Filth and the Fury, Julien Temple, 2000


 Από τις πιο ξεχωριστές μουσικές ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ. «Η Γοητεία της Οργής», όπως είναι ο ελληνικός τίτλος του "Filth and the Fury", είναι πιθανώς το πιο αντιπροσωπευτικό ντοκιμαντέρ που έγινε για το κίνημα της Punk, το οποίο διέγραψε τη δική του πορεία στο χώρο της Rock αλλά και της μουσικής σκηνής γενικότερα. Από τον Βρετανό σκηνοθέτη Julien Temple και το 2000.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Η 26μηνη ιστορία του πιο γνωστού punk συγκροτήματος, των Sex Pistols, μέσα από αφηγήσεις των ίδιων των μελών, αλλά και ανθρώπων που έζησαν από κοντά την πολυτάραχη πορεία του.

 Η ιστορία των Sex Pistols, της απόλυτης punk μπάντας που ξεκίνησε από το μηδέν, στοχεύοντας στο τίποτα και στη διαδρομή κατέκτησε τα πάντα... Η καταγραφή της ιστορίας της μουσικής μέσα από ένα ντοκιμαντέρ δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πέρα από τη γνώση και την έρευνα, χρειάζεται ισχυρό απόθεμα οράματος και πάθους για το αντικείμενο που θα καταπιαστεί κανείς. Ο Βρεττανός σκηνοθέτης Τζούλιαν Τέμπλ (Absolute Begginers) φανατικός οπαδός του rock n roll και του punk κινήματος και απόλυτος γνώστης των παρασκηνίων, γυρίζει το απόλυτο ντοκιμαντέρ για την πορεία των Sex Pistols και σκαλίζει την Ιστορία με σεβασμό, περιέργεια και μεγάλη αγάπη για το punk και τους ανθρώπους που κινήθηκαν μέσα και γύρω από αυτό. 

  Τα πράγματα είναι απλά. Γουστάρεις την Punk; Τότε θα λατρεύεις τους Sex Pistols. Ακόμη όμως κι αν το συγκεκριμένο μουσικό είδος σε αφήνει αδιάφορο, δεν μπορείς παρά να αναγνωρίσεις στο πρόσωπο των Sex Pistols τον κύριο εκπρόσωπο αυτού του ανατρεπτικού κινήματος.


 Γιατί η Πανκ ήταν, πριν και πέρα από οτιδήποτε άλλο, κίνημα. Και ως επί το πλείστον, τέτοια κινήματα γεννώνται είτε στη Μεγάλη Βρετανία είτε στην Αμερική. Στην περίπτωσή μας, έχουμε να κάνουμε με μία μπάντα, που ξεκίνησε στην Αγγλία, το 1976, με αφετηρία την αντίδραση των πολιτικοκοινωνικών γεγονότων της εποχής, αλλά και του τέλματος στο οποίο είχε επέλθει η ακμάζουσα στα 60s Ροκ μουσική.


 Είμαστε στα μέσα των 70s και στην Αγγλία αντιμετωπίζουν μεγάλα προβλήματα, κυρίως με τον πληθωρισμό, τις αποκρατικοποιήσεις και την ανεργία, ενώ βλέπουν τα πολιτεύματα (ειδικά επί Θάτσερ) να γυρίζουν την πλάτη στους πολίτες. Σα να μην έφταναν αυτά, η Ροκ μουσική, που την περασμένη δεκαετία είχε διαγράψει εκπληκτική πορεία βγάζοντας σπουδαία συγκροτήματα και αστέρες - είδωλα, διανύει φθίνουσα πορεία, με τους νέους να βρίσκονται έτσι προ -κοινωνικού- αδιεξόδου.

 Ώσπου ξαφνικά ένα νέο και ιδιαίτερο μουσικό γκρουπ ξεπετάγεται ως αντίδραση στο παραπάνω απογοητευτικό σκηνικό. Είναι οι Sex Pistols με επικεφαλής τον Johnny Rotten και ψυχή τον Sid Vicious, ο οποίος δεν υπήρξε σπουδαίος μουσικός, κάθε άλλο, όμως αποτέλεσε μία εξέχουσα επαναστατική μορφή. Η punk χαρακτηρίζεται ως πιο σκληρή και άγρια από τη rock, ο τόνος και ο ρυθμός της μουσικής εξαντλητικά δυνατός, ενώ τα τραγούδια μιλούν για τη φτώχεια, την ανέχεια, την απογοήτευση και το αδιέξοδο των νέων ανθρώπων, την κενότητα συναισθημάτων και αξιών, την επιβολή τρόπων και γούστων από τους "ειδικούς", τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το βρώμικο ρόλο αυτών κ.ά.  
 Και όπως ήταν λογικό, το συγκρότημα αυτό απέκτησε -σταδιακά- φανατικούς οπαδούς, ενώ το κίνημα γενικά (με εκπροσώπους τους Jam, τους Clash, τους Stranglers κλπ) της νέας αυτής μουσικής εξαπλώθηκε ταχέως στη Βρετανία, την Αμερική και εν συνεχεία στην υπόλοιπη Ευρώπη, πραγματοποιώντας μία πολιτιστική επανάσταση και υιοθετώντας άτυπους κανόνες συμπεριφοράς, ντυσίματος κλπ.

 Βέβαια υπάρχει και η άλλη πλευρά, σχετικά με την ιστορία Sex Pistols, σύμφωνα με την οποία ο μάνατζερ του γκρουπ, Malcolm McLaren χρησιμοποίησε τα μέλη, στις πλάτες των οποίων έβγαλε πολλά εκατομμύρια δολάρια, ανοίγοντας παράλληλα το δρόμο για το marketing στη μουσική. Όχι πως δεν προϋπήρχε, καθώς μεγάλα ροκ συγκροτήματα όπως οι Rolling Stones είχαν μάνατζερς, όμως ο McLaren πήγε το πράγμα ένα βήμα παρακάτω...

 Προσωπικά λατρεύω τη Ροκ μουσική, όπως και τη Μέταλ, όμως η Πανκ δε με συγκίνησε ποτέ, δεν με ενθουσίασε ποτέ. Και συγκεκριμένα οι Sex Pistols, επιτρέψτε μου την «αυθαιρεσία», έγιναν αυτό που έγιναν από συγκυρία. Τα πιτσιρίκια (τότε) που ίδρυσαν το γκρουπ δήλωναν ότι ψάχνουν έναν τρόπο να βρουν χρήματα, για να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαΐ, να «φτιαχτούν» και να αγοράζουν κανά καινούριο δερμάτινο! Να σημειωθεί επιπροσθέτως ότι ο ηγέτης τους, Sid Vicious διακρινόταν για την απίστευτη αφέλειά του ενώ έχει μείνει μέχρι σήμερα το μότο του Live Fast Die Young, το οποίο έκανε και πράξη "φεύγοντας" νωρίς, για να "συναντήσει" την αγαπημένη του Nancy Spungen. Παράλληλα εμφανίσθηκε και ο πανούργος και απατεώνας μάνατζερ και... το νερό κύλισε στο αυλάκι.


 Όμως, όντας ή μη κανείς φαν των Sex Pistols, οφείλει να παραδεχτεί στην προσφορά τους στο χώρο της Ροκ μουσικής, την οποία εν μέρει ανανέωσαν, ενώ με το κίνημα της Πανκ έδωσαν μία πραγματική γροθιά στο πολιτικό κατεστημένο.


 Στο καθαρά κινηματογραφικό κομμάτι, ο Τζούλιαν Τεμπλ (του πήρε επτά χρόνια να ολοκληρώσει το φιλμ) δεν ήθελε να γυρίσει ακόμη ένα μουσικό ντοκιμαντέρ, αλλά αποπειράθηκε να αφηγηθεί μία ιστορία, για ένα θρυλικό μουσικό συγκρότημα, κρατώντας όσο μπορούσε μία αντικειμενική ματιά, κάτι που ίσως αποτρέψει πολλούς να παρακολουθήσουν την ταινία.


 Στα μπόνους της σημαντικής αυτής ταινίας του Τεμπλ, μια σπάνια και όμορφη συνέντευξη του σκηνοθέτη με τον Σιντ Βίσιους, λίγο πριν τον θάνατο του μπασίστα του συγκροτήματος!


 Βαθμολογία: 7/10

Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

Βίος και Πολιτεία, Νίκος Περάκης, 1987


 Ίσως η καλύτερη στιγμή του αξιόλογου Έλληνα σκηνοθέτη Νίκου Περάκη. Μία ωραία κωμωδία και πολύ εύστοχη σάτιρα, που παραμένει «φρέσκια» απευθυνόμενη ακόμη και στο σήμερα, 24 ολόκληρα χρόνια αφού γυρίστηκε η ταινία. Παίζουν: Γιώργος Κιμούλης, Γιώργος Κοτανίδης, Άλκης Παναγιωτίδης, Δημήτρης Καλλιβωκάς, Παύλος Κοντογιαννίδης, Δημήτρης Πουλικάκος, Βάνα Μπάρμπα, Άννα Μακράκη, Γιώργος Νινιός κ.ά.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Την ημέρα του τελικού του Παγκόσμιου Κυπέλλου, στην οποία θα παίξει η Εθνική Ελλάδας, ο Μιχάλης Καραμάνος(Γιώργος Κιμούλης), ένας εργαζόμενος του ΟΤΕ, συνδέει τον υπολογιστή του διευθυντή του με έναν εκρηκτικό μηχανισμό. Απειλεί ότι θα ανατινάξει το κτίριο αν δεν του επιτρέψουν να εμφανισθεί στην τηλεόραση πριν από τη μετάδοση του ποδοσφαιρικού αγώνα για να καταγγείλει όλα εκείνα τα στραβά που καταπιέζουν τον Έλληνα πολίτη. Στην προσπάθεια τους να ματαιώσουν τα σχέδια του, συγκεντρώνουν τους παλιούς στρατιώτες του, αναζητώντας κάποια ενοχοποιητικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι συμμετέχουν στην τρομοκρατική οργάνωση  Σ.Π (Συνταγματική Πάλη),  μέλος της οποίας δηλώνει ο Καραμάνος. Τα πάντα περνούν από την πυρά της σάτιρας, αποκαλύπτοντας τη σύγχρονη κοινωνική κρίση και σύγκρουση των ιδεολογιών.

 Ο Νίκος Περάκης με το «Μπόμπα και Παγκανίνι» (1974) μας συστήνει την κωμική φλέβα του. Στα 1978-1979 αναλαμβάνει την καλλιτεχνική διεύθυνση στο «Ταμπούρλο» (Die Blechtrommel) του Φόλκερ Σλέντορφ, με τον οποίο θα ξανασυνεργαστεί στον «Ταξιδιώτη» (Homo Faber, 1991).
 Ο Γερμανός σκηνοθέτης θα τον βοηθήσει στην επόμενη σκηνοθετική του απόπειρα, τη διεθνή παραγωγή «Ιδού η Μήλος, ιδού και το πήδημα» (Milo-Milo, 1979), η οποία όμως διακρίνεται μόνο για... το κρυόκωλο χιούμορ της.
 Ωστόσο λίγο αργότερα έρχεται και η πρώτη αμιγώς (σοβαρή) ελληνική σάτιρα, με το «Άρπα Colla», το 1982.

 Για να φτάσουμε σιγά σιγά στο «Βίος και Πολιτεία». Της οποίας η σάτιρα έχει στόχο... ποιο άλλο; Το ελληνικό κράτος, που (από τότε) είναι μπουρδέλο, μπάχαλο, υπό διάλυση!
 Και ο Περάκης δε χάνει την ευκαιρία να ρίξει μία σοβαρού ύφους σατιρική ματιά σε κάθε πτυχή αυτού του υπό παράλυση κρατικού συστήματος. Από τα κόμματα και τους πολιτικούς, μέχρι τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών και την αστυνομία, τους επιχειρηματίες και την τηλεόραση!


 Ο φαινομενικά ή και πραγματικά αληθινός και σίγουρα αστείος κόσμος του Νίκου Περάκη ξεδιπλώνεται εδώ, παραστατικά και πειστικά, με ακρίβεια και σαφήνεια. Και βέβαια αναδεικνύεται έξοχα από το πολύ δυνατό σενάριο (δια χειρός, επίσης, Περάκη), ατού του οποίου αποτελούν οι εξαιρετικές ατάκες, που εκτοξεύονται πολύ εύστοχα και δυναμικά από το σπουδαίο cast, όπως ακριβώς εκτοξεύει τα βέλη της σάτιράς του ο έμπειρος Έλληνας σκηνοθέτης!

 Ο οποίος (Νίκος Περάκης), θέλει εν τέλει να (μας) επιστήσει την προσοχή, σα να λέει «να η νέα χούντα, μία πολιτική ηγεσία, η οποία επιβάλλεται εμμέσως στους πολίτες, τους ελέγχει και τους λογοκρίνει», με αφορμή τη μεγάλη ανάγκη του «αγανακτισμένου» πρωταγωνιστή να βγει ζωντανά στην τηλεόραση, για να μπορέσει επιτέλους να ακουστεί...

 Το «Βίος και Πολιτεία» είναι πιθανώς το καλύτερο ελληνικό σατιρικό φιλμ που γυρίστηκε ποτέ, ενώ και γενικότερα πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες στιγμές του εγχώριου κινηματογράφου.
 Και μπορεί να έγινε πολύς λόγος για κωμωδία, σάτιρα, γέλιο, τρομερές ατάκες, αλλά τα μηνύματα που περνάει αυτή η ταινία κάθε άλλο παρά αστεία είναι...

 Βαθμολογία: 7/10

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Il Grande Silenzio, Sergio Corbucci, 1968


 Με τον φανταστικό (προϊόν μεγάλης φαντασίας) ελληνικό τίτλο «Ο Εκδικητής του Διαβόλου» ("Great Silence" ο αγγλικός), αυτό εδώ το σπουδαίο γουέστερν, από τα εξέχοντα των ιταλικών Spaghetti, του Sergio Corbucci και του 1968.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Μια έγχρωμη γυναίκα προσλαμβάνει ένα μουγκό κυνηγό επικυρηγμένων να εκδικηθεί για τον θάνατο του άντρα της μια συμμορία κυνηγών επικυρηγμένων, στη μεγάλη χιονοθύελλα του 1899.
Ένα χιονισμένο και βαρύ τοπίο, ένας σιωπηλός πιστολέρο κι ένας τρελός φονιάς. Στο τέλος ο νόμος θριαμβεύει. Ένα ασυνήθιστο αλλά και υπέροχο δίδυμο συνθέτουν ο Jean-Louis Trintignant και ο Klaus Kinski.
 
 Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα δείγματα του περίφημου Spaghetti ή Italo-western. Συνήθως όταν γίνεται αναφορά σε αυτό το κινηματογραφικό είδος, το μυαλό των περισσοτέρων πηγαίνει στον σπουδαίο Σέρτζιο Λεόνε (Sergio Leone), όμως και ο Σέρτζιο Κορμπούτσι έχει γυρίσει πολλά ενδιαφέροντα γουέστερν, με αυτό εδώ να συγκαταλέγεται σίγουρα στις κορυφαίες δουλειές του.

 Ξεχωρίζει για πολλούς λόγους, όπως για τα υπέροχα πάλλευκα, χιονισμένα τοπία (ανατροπή των συνηθισμένων τοποθεσιών των western), για το εξαιρετικό δίδυμο Τρεντινιάν - Κίνσκι, στο μοναδικό γουέστερν για το Γάλλο (υποδέχεται τον Silence, υπερασπιστή των αδυνάτων, που ακολουθεί το δικό του "νόμο") και το Γερμανό σε έναν απ' τους καλύτερους ρόλους τους (υποδύεται το Loco, μανιώδη κυνηγό επικυρηγμένων, που ακολουθεί κατά γράμμα το Νόμο), την εξαιρετική θεματική, που επικεντρώνεται στη σύγκρουση φτωχών - πλούσιων, στην εκπληκτική μουσική του μοναδικού Ennio Morricone και στο ανατρεπτικό, απαισιόδοξο και αμφιλεγόμενο αλλά στο πνεύμα της επιβολής του νόμου (τα όρια του οποίου είναι ασαφή και δυσδιάκριτα), φινάλε. Με το τέλος και τη "δικαιοσύνη" που απονέμει ο Κορμπούτσι, γκρεμίζεται εξ ολοκλήρου από τον Ιταλό κάθε σύμβαση με τα κλασικά γουέστερν, όπου είχαμε μάθει στην επικράτηση του "καλού" έναντι του "κακού", τουλάχιστον έτσι όπως εκπροσωπούνταν από τους ήρωες και παρουσιάζονταν στα μάτια μας.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

Babel, 2006, Alejandro González Iñárritu


 Ο πολύ σημαντικός και άκρως αναγνωρίσιμος Μεξικανός σκηνοθέτης Alejandro González Iñárritu μαζί με τον εξαιρετικό σεναριογράφο και μόνιμο συνεργάτη του, Guillermo Arriaga αποτελούν ένα εξαιρετικά πετυχημένο κινηματογραφικό δίδυμο. Εδώ (και μετά από το εξαιρετικό "21 Grams"), με τη «Βαβέλ» δημιουργούν ένα εντυπωσιακό μωσαϊκό καταστάσεων, χρωμάτων και πολιτισμών, υποσχόμενοι μία πέρα για πέρα ενδιαφέρουσα κινηματογραφική εμπειρία!
  
 Η υπόθεση της ταινίας:
 Τέσσερις ιστορίες ξετυλίγονται μέσα από ένα κουβάρι καταστάσεων με όχι κατ' ανάγκη ευδιάκριτα σημεία επαφής μεταξύ τους, οι οποίες πραγματεύονται τη δυσκολία συνεννόησης ανάμεσα στους ανθρώπους που έρχονται από διαφορετικούς κόσμους και που οι τροχιές τους τέμνονται τυχαία προκαλώντας τραγωδίες. Μια σύμπτωση φαινομενικά ασήμαντη 'ενώνει' τους πρωταγωνιστές σε μια αφήγηση ιδιαίτερη, μη γραμμική. Το μοτίβο θάνατος - ενοχή επαναλαμβάνεται διαρκώς όπως και η έννοια της ευθραυστότητας της ζωής. Η ταινία  "Babel" είναι καθηλωτική για την απόλυτη γεωμετρία που διακρίνει τη δραματουργία του σεναρίου (Guillermo Arriaga), τη σκηνοθετική ικανότητα του Inarritu, την εντυπωσιακή φωτογραφία, την εξαιρετική ερμηνεία του Brad Pitt και τη μουσική επένδυση εμπνευσμένη από τον Gustavo Alfredo Santaolalla ο οποίος συνοδεύει με απαράμιλλο τρόπο το πολύχρωμο, πολυπολιτισμικό μωσαϊκό της Βαβέλ.

 Οι τέσσερις ιστορίες που ενώνονται εντυπωσιακά για να φτιάξουν το παζλ της σπονδυλωτής Βαβέλ έχουν ως εξής: Μία κωφάλαλη Γιαπωνέζα που δε διατηρεί και τις καλύτερες σχέσεις με τον πατέρα της, αρχίζει να εκβιάζει την πρώτη της ολοκληρωμένη σεξουαλική εμπειρία. Δύο Μαροκινοί ανήλικοι πιάνουν για πρώτη φορά όπλο στα χέρια τους για κυνηγετικούς σκοπούς προς τέρψιν του πατέρα τους. Το όπλο όμως αυτό θα τα οδηγήσει σε ένα μοιραίο συμβάν. Ένας Αμερικανός τουρίστας (Brad Pitt) αγνοώντας τις ενστάσεις της συζύγου του (Cate Blanchett) για την παρουσία τους στο Μαρόκο, θα έχουν ένα ατύχημα που θα θέσει σε θανάσιμο κίνδυνο τη ζωή της γυναίκας. Στο μεταξύ, η Μεξικανή κουβερνάντα των παιδιών του ζεύγους που διαμένει παράνομα στις Η.Π.Α. προκειμένου να παρασταθεί στο γάμο του γιου της στο Μεξικό θα πάρει μαζί της τα παιδιά κρυφά από τους γονείς τους.

 Το όνομα της ταινίας, «Βαβέλ» (παραπέμπει σε μία Βαβέλ πολιτισμών, γλωσσών, κόσμων, νοοτροπιών, εθίμων, ανθρώπων) είναι τόσο «ηχηρό», που ανεβάζει κι άλλο τον πήχη των προσδοκιών, ο οποίος αναμφίβολα είναι ήδη ψηλά από τα σπουδαία ονόματα σε σκηνοθεσία-σενάριο (Iñárritu-Arriaga), cast (Brad Pitt, Cate Blanchett αλλά και Gael Garcia Bernal), μουσική σύνθεση (Gustavo Santaolalla). Στην ερώτηση αν τελικά τα καταφέρνει με το τελικό αποτέλεσμα να δικαιώσει τις προσδοκίες, η απάντηση είναι ότι ακόμη κι αν δεν το κάνει αυτό, αν μη τι άλλο δεν απογοητεύει!

 Να ξεκινήσω όμως από το (μοναδικό ευτυχώς) αρνητικό του κατά τα άλλα υπέροχου φιλμ του Ινιάριτου. Κανείς δε νομίζω να αμφισβητεί τη δυναμική του σεναρίου με τις ιδιαίτερα ξεχωριστές διαφορετικές ιστορίες. Ωστόσο μπορεί η ανάπτυξη της καθεμιάς ξεχωριστά να είναι γοητευτικά δαιδαλώδης, όμως ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η περίφημη "ένωση" αυτών, στην κατάληξη της ταινίας, προϋποθέτει μεγάλη φαντασία από τον θεατή, για να δεχτεί ότι αυτή (η ένωση των ιστοριών) γίνεται με άρτιο τρόπο. Βρήκα σημεία από ορισμένες ιστορίες ιδιαίτερα τραβηγμένα (σχεδόν απίθανα), αν αναλογιστεί κανείς ότι συνδέονται πρόσωπα και καταστάσεις από όλον τον κόσμο(!) και όχι, έστω, από μία ήπειρο (που και πάλι θα γεννούνταν ερωτηματικά, ως προς την νοηματική σαφήνεια της μεταξύ τους σύνδεσης). Για αυτόν το λόγο δε δύναμαι να χαρακτηρίσω ευρηματικό το σενάριο, καθώς ακόμη κι ένα μικρό παιδί με αμέτρητα αποθέματα φαντασίας θα μπορούσε να αναπτύξει κάτι -ανάλογης τρέλας- τόσο δαιδαλώδες.

 Από κει και πέρα, η υπερπαραγωγή αυτή είναι γυρισμένη σε τρεις ηπείρους, ενώ όπως προαναφέρθηκε, το καστ είναι έξοχο, με τον Μπραντ Πιτ να είναι εξαιρετικός, στην πιο ώριμη ερμηνεία της καριέρας του και την Κέιτ Μπλάνσετ πάρα πολύ καλή όπως πάντα.

 Η απώλεια, κάθε μορφής, είναι το κοινό στοιχείο σε όλες τις ιστορίες. Η απώλεια της ζωής, η απώλεια της οικογένειας, η ξενιτιά, το σπάσιμο των ανθρώπινων δεσμών και τέλος, ο θάνατος. Άλλωστε με αυτήν την ταινία ο Ινιάριτου ολοκληρώνει μια άτυπη τριλογία αφιερωμένη στην απώλεια, που εκφράζεται με το θάνατο, το νεκρό χρόνο και την απουσία («Χαμένες αγάπες» και «21 γραμμάρια» οι άλλες δύο).

 Τέλος, η κριτική της «Βαβέλ» μέσω των έμμεσων αλλά σαφέστατων και δυνατών πολιτικών σχολίων έχει τη βάση της στο σύγχρονο δυτικό κόσμο, την υψηλού βαθμού ξενοφοβίας των Αμερικανών, που αποτυπώνεται στις συμπεριφορές τους απέναντι στους τουρίστες, την τρομοκρατία φυσικά, αλλά και τις ταξικές διαφορές, τους κοινωνικούς διαχωρισμούς και αποκλίσεις.

  Η «Βαβέλ» ήταν υποψήφια για 7 Oscar, με κυριότερες υποψηφιότητες αυτές της καλύτερης ταινίας, σκηνοθέτη, σεναρίου και μουσικής, αποσπώντας τελικά το Όσκαρ καλύτερης μουσικής, ενώ είχε και πάμπολλες διακρίσεις σε διάφορα φεστιβάλ, όπου σαφώς ξεχωρίζει ο Χρυσός Φοίνικας των Καννών, καλύτερης σκηνοθεσίας στον Iñárritu.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

On the Waterfront, Elia Kazan, 1954



 Αντιγραφή από το άλλο μπλογκ με ένα από τα κορυφαία αριστουργήματα του Elia Kazan, "The Waterfront":

 "Το Λιμάνι της Αγωνίας" είναι μία κλασική, πολυβραβευμένη ταινία από τον Ελληνικών ριζών (Ηλίας Καζαντζόγλου το αληθινό του όνομα) Αμερικανό σκηνοθέτη Elia Kazan και το 1954.
Το σενάριο του Schulberg (σε συνεργασία με τον Kazan) βασίστηκε σε πραγματικά γεγονότα, όπως αυτά παρουσιάστηκαν σε μια σειρά από άρθρα του δημοσιογράφου Malcolm Johnson, με τίτλο "Έγκλημα στο λιμάνι".
 Τα άρθρα αυτά, που κέρδισαν και το βραβείο Πούλιτζερ, είχαν δημοσιευτεί σε εικοσιτέσσερις συνέχειες στην εφημερίδα "New York Sun" και αποκάλυψαν τη διαφθορά, τον χρηματισμό και τα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών των γκάνγκστερ που είχαν τον έλεγχο του συνδικάτου των λιμενεργατών της Nέας Yόρκης.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ένας πρώην πυγμάχος, φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, κάνει διάφορα θελήματα για λογαριασμό των συνδικάτων. Όταν συνειδητοποιεί ότι ο συνδικαλιστικός του φορέας έχει αλωθεί από το οργανωμένο έγκλημα και εκμεταλλεύεται τους λιμενεργάτες, αποφασίζει να εμφανιστεί στην αρμόδια κρατική επιτροπή και να πει την αλήθεια.


 Η ταινία ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών από μερίδα του πνευματικού κόσμου της Αμερικής, οι οποίοι θεώρησαν ότι ο γνωστός για τις σχέσεις του με τους μηχανισμούς του μακαρθισμού σκηνοθέτης πλήττει σκόπιμα τα σωματεία λιμενεργατών, παρουσιάζοντας τους επικεφαλής ως γκάνγκστερ και προτρέποντας τα μέλη να τους "καρφώνουν" στις επιτροπές. Ίσως και να μην είχαν άδικο..




 Ο αξέχαστος Marlon Brando γράφει ιστορία ως Terry Malloy. Επιστρέφει σπίτι του μετά από μία αποτυχημένη πορεία στο χώρο του Boxing. Ο αδελφός του Charley, μεγάλη ερμηνεία και από τον Rod Steiger, είναι το δεξί χέρι του διεφθαρμένου Αρχιγκάνγκστερ Johny Friendly και επικεφαλής του συνδικάτου του Λιμανιού. Ο Μπράντο λοιπόν θα τεθεί υπό την προστασία του John Friendly και όλοι οι εργάτες θα τον αντιπαθούν αλλά και θα τον σέβονται -από φόβο όμως-. Χωρίς ουσιαστικά να το πάρει χαμπάρι, θα γίνει μέλος της συμμορίας και θα καταλήξει συνεργός σε έγκλημα που θα προκύψει από εκφοβισμό προς έναν εργάτη προκειμένου να μην τους "καρφώσει". Αυτό ήταν!
 Ο μέγας Μπράντο ξεκινά μία περιπλάνηση προς την αναζήτηση της αλήθειας με σκοπό να ξεσκεπάσει τον Αρχιγκάνγκστερ και να διαλύσει τη συμμορία. Στην προσπάθειά του αυτή θα τεθεί αντιμέτωπος με πολλούς. Θα προσπαθήσει λοιπόν να αποδείξει σε όλους μα κυρίως και πρωτίστως στον εαυτό του ότι δεν είναι "αλήτης", "προδότης" και "φονιάς", όπως χαρακτηριστικά έχει ονομαστεί.
 Σύμμαχοι του Μπράντο, η αδελφή του θύματος, Edie Doyle (Eva Marie Saint), την οποία και θα ερωτευθεί, και ο παππάς (μεγάλη ερμηνεία και από τον Karl Malden).
 Στο τέλος, μετά από τις εσωτερικές και εξωτερικές συγκρούσεις που θα δεχτεί και όταν οι τύχες ολόκληρης της κοινωνίας βασίζονται πάνω του, θα τα καταφέρει να φτάσει στη λύτρωση μέσα από ένα δυνατό φινάλε.
 

 Ασπρόμαυρο φυσικά, με έξοχη φωτογραφία, όμορφους φυσικούς χώρους όπου έγιναν τα γυρίσματα, πολύ δυνατές ερμηνείες στο σύνολό τους, σημαντικούς συμβολισμούς και νοήματα, εξαιρετική σκηνοθεσία απ' τον Καζάν, αξέχαστη εμφάνιση απ' τον Μάρλον Μπράντο. Σίγουρα το φιλμ θα ήταν διαφορετικό με οποιονδήποτε άλλο πέραν του Μπράντο, στον οποίο το "On the Waterfront" αλλά και ο ίδιος ο Καζάν χρωστάνε πολλά!
 Μοναδικό "αρνητικό" σημείο της ταινίας, το γεγονός ότι κρίθηκε ως -και φυσικά είναι- αμφιλεγόμενη. Αλλά κι αυτό μονάχα ως προς τις προθέσεις της, γιατί η κάμερα του Kazan και οι ερμηνείες επισκίασαν κάθε "δυσάρεστη" πτυχή της.

 Στο "On the Waterfront" πρωτοεμφανίστηκαν οι Εύα Μαρί Σεντ, Μάρτιν Μπάλσαμ και Πατ Χινγκλ.

 Η ταινία απέσπασε 8 βραβεία Όσκαρ (υποψήφια για 12 συνολικά): καλύτερης ταινίας (στον παραγωγό Σαμ Σπίγκελ), σκηνοθεσίας (στον Ελία Καζάν), σεναρίου (στον Μπαντ Σούλμπεργκ), φωτογραφίας (στον Μπόρις Κάουφμαν), καλλιτεχνικής διεύθυνσης (στον Ρίτσαρντ Ντέι), καλύτερου μοντάζ (στον Τζιν Μίλφορντ), αντρικής ερμηνείας (στον Μάρλον Μπράντο), και δεύτερης γυναικείας ερμηνείας (στην Εύα Μαρί Σεντ).


 Μία κλασική ταινία από τα 50s. Με το America America οι δύο καλύτερες του Καζάν, ενώ ο Μάρλον Μπράντο ως Τέρι Μαλόι μας δίνει ότι καλύτερο μετά τον Δον Κορλεόνε στον Νονό!

 Γιατί πώς να το κάνουμε ρε παιδιά, μεγάλος προδότης ο Καζάν (η γνωστή ιστορία, όπου κατέδωσε 8 συναδέλφους και συντρόφους του στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών επί Μακαρθισμού), αλλά και πολύ μεγάλος σκηνοθέτης!
 
 Βαθμολογία: 9,5/10