banner

image

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Hangmen Also Die!, Fritz Lang, 1943

 

 Ένα κλασικό φιλμ νουάρ και μία από τις κορυφαίες αντιναζιστικές ταινίες της ιστορίας. Με τις υπογραφές δύο σπουδαίων προσωπικοτήτων της Τέχνης, των Bertolt Brecht και Fritz Lang. Του 1943, σε σενάριο Brecht, Lang αλλά και John Wexley, σκηνοθεσία Fritz Lang, με τους: Brian Donlevy, Walter Brennan, Hans Heinrich von Twardowski, Anna Lee, Nana Bryant, Gene Lockhart, Margaret Wycherly.

 Υπόθεση:
 Στις 27 Μαΐου του 1942, ο ναζί διοικητής Βοημίας και Μοράβιας πέφτει νεκρός από σφαίρα της αντίστασης. Ο δολοφόνος βρίσκει βοήθεια από Τσέχους, οι οποίοι κινδυνεύουν άμεσα από θάνατο. Ο κλοιός σφίγγει... 

 Κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής της Τσεχοσλοβακίας ο χειρουργός Δρ. Franticek Svoboda (Brian Donlevy), ένας Τσέχος πατριώτης, δολοφονεί τον άγριο “Δήμιο της Ευρώπης” Reichsprotektor Reinhard Heydrich (Hans Heinrich von Twardowski) και τραυματίζεται κατά τη διάρκεια. Στην προσπάθειά του να διαφύγει λαμβάνει βοήθεια από ένα Καθηγητή Ιστορίας τον Stephen Novotny (Walter Brennan), ο οποίος παρακολουθείται από τους Ναζί και την κόρη του Mascha (Anna Lee). Ως αντίποινα για τη δολοφονία ο αρθρογράφος Emil Czaka (Gene Lockhart) κι ένας ζυθοποιός βοηθούν τις διαδικασίες για την εκτέλεση 400 πολιτών της Πράγας, συμπεριλαμβανομένου του Καθηγητή Novotny, αν δεν αποκαλυφθεί ο δολοφόνος. Μέσα από μία σύνθετη αλληλουχία γεγονότων, η Αντίσταση καταφέρνει να παγιδέψει και να υποδείξει τον Czaka ως τον δολοφόνο, αλλά όχι πριν οι Ναζί εκτελέσουν πολλούς ομήρους.

 Ο ίδιος ο Fritz Lang, αυτός ο σπουδαίος κινηματογραφιστής (Destiny, Metropolis, M, Fury, You Only Live Once, Scarlet Street), θεωρεί αυτό εδώ το φιλμ «Και οι Δήμιοι Πεθαίνουν», ως την πλέον ικανοποιητική δουλειά του στο Χόλιγουντ, μαζί με την αριστουργηματική Μεγάλη Κάψα, δέκα χρόνια μετά.
 Κάτι τέτοιο βέβαια έγκειται στην προσωπική άποψη και αισθητική του θεατή, όμως σκεφτείτε: Γυρίζει μια ταινία για τους Ναζί εν έτει 1943, πριν δηλαδή παύσει η παράνοια του ΒΠΠ'. Αναφέρεται σε ένα αληθινό πολεμικό γεγονός, που συνέβη μόλις λίγους μήνες πριν τα γυρίσματα, τα οποία με τη σειρά τους ολοκληρώθηκαν ταχύτατα, ενώ τέλος, ο Αυστριακός δημιουργός και του γερμανικού εξπρεσιονισμού (μαζί με τον F.W. Murnau, φυσικά) «ντύνει» την ιστορία του με ένα εντυπωσιακό νουάρ πέπλο.

 Κι όμως, από τα απίστευτα που όμως συμβαίνουν, το Hangmen Also Die! είναι από τις λιγότερο γνωστές ταινίες του Lang... 

 Από το σημείο λοιπόν (δολοφονία του Reinhard Heydrich) που ο Lang (μαζί βέβαια με τον Brecht) σκαρφίστηκαν το στόρι της ταινίας, ξεκίνησαν από την Αμερική να ερευνούν τα αίτια του θανάτου. Ωστόσο δυσκολεύονταν αισθητά, καθώς ναι μεν συγκέντρωναν διάφορες «μαρτυρίες», όμως δεν μπορούσαν να διασταυρώσουν τις πηγές των και μη θέλοντας να παραχαράξουν την ιστορία στράφηκαν στην πανέξυπνη ιδέα της δημιουργίας μιας αντιναζιστικής ή αν θέλετε ακόμη καλύτερα, μιας αντιστασιακής ταινίας με κεντρικό θέμα την ανεύρεση των αιτίων της δολοφονίας του «Προστάτη του Γ' Ράιχ», διοικητή της Βοημίας και Μοράβιας, νυν Τσεχίας, ενός εκ των πιο αδίστακτων Ναζί, «άνθρωπο» χάρη στην αγριότητα του οποίου ο Χίτλερ είχε προσδώσει το χαρακτηρισμό «Σιδηρά Καρδιά»...

 Κάπου εκεί το δαιμόνιο δίδυμο Brecht-Lang, προκειμένου να κερδίσει και τους τελευταίους θεατές τοποθέτησε το χαρακτήρα της Mascha, κοπέλας που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας, αφού είναι εκείνη που βοηθάει και μάλιστα δύο φορές τον κύριο καταζητούμενο για τη δολοφονία του «Δήμιου» (έναν χειρουργό, επίσης σεναριακή επινόηση, που φυσικά κλείνει το μάτι στις θυσίες που απαιτεί η Ελευθερία -ένας γιατρός δηλαδή διαπράττει φόνο-), ενώ παράλληλα αγωνιά για την τύχη του πατέρα της Novotny, Καθηγητή Ιστορίας και πρώην αντιστασιακού, ο οποίος μαζί με εκατοντάδες άλλους Τσέχους συλλαμβάνεται από τους Ναζί, οι οποίοι για να τους αφήσουν ελεύθερους ζητούν ως αντάλλαγμα από την Αντίσταση ένα εξιλαστήριο θύμα, τον δολοφόνο δηλαδή του «Προστάτη». 
 Τότε, ο περήφανος τσεχικός λαός, αν και θα ανταμώσει με τα όρια του εθνικού διχασμού, εντούτοις θα παραμείνει ενωμένος στήνοντας παγίδα στον Czaka, προδότη των Τσέχων και πιστό σκυλί των Γερμανών. Βέβαια η απανθρωπιά των Ναζί γνωστή. Δε χάνουν χρόνο, δεν κάνουν χάρες, δεν αναστέλλουν παρά εντείνουν τις εκτελέσεις, με αποτέλεσμα να θανατωθούν πολλοί αθώοι έως ότου παραδοθεί από τους Τσέχους ο «δολοφόνος».

 Η έντονη αγωνία μέχρι το φινάλε καθιστά το φιλμ ως ένα καλογυρισμένο θρίλερ, ενώ με βάση την επιτηδευμένη στόχευση σε Ναζί-καρικατούρες αλλά και την παρουσίαση των κτηνωδιών της φασιστικής Γερμανίας, σαφώς γίνεται λόγος για την πλέον πολιτική ταινία στην πλουσιότατη φιλμογραφία του Λανγκ, οπωσδήποτε για μία από τις κορυφαίες αντιναζιστικές και ακόμη περισσότερο μέσα στις σημαντικότερες αντιστασιακές, γενικά. Το μοναδικό αρνητικό σε αυτό το υπέροχο ασπρόμαυρο νουάρ προπαγανδιστικό αντιφασιστικό μανιφέστο, η αχρείαστα μεγάλη διάρκεια, που ξεπερνάει τις δύο ώρες.

 Η ταινία το 1944 προτάθηκε για Oscar Καλύτερου Ήχου και Καλύτερης Μουσικής. 

 Βαθμολογία: 8/10

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

The Hunt (Jagten), Thomas Vinterberg, 2012

 

 Ο Thomas Vinterberg επιστρέφει δύο χρόνια μετά το αξιόλογο -αν και σχεδόν άγνωστο- Submarino και 14 ολόκληρα ~ μετά το αριστουργηματικό Festen χαρίζοντάς μας μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Το «Κυνήγι» είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ, το οποίο εξετάζει ρεαλιστικά ηθικά ζητήματα που πηγάζουν από ένα παιδικό ψέμα, το οποίο με τη σειρά του επιφέρει λαϊκά δικαστήρια, την «καταδίκη» ενός αθώου αλλά και τη ρετσινιά, στοιχεία που επιφέρει ένας κοινωνικός φασισμός.
Σε σενάριο Tobias Lindholm, Thomas Vinterberg, σκηνοθεσία Thomas Vinterberg, με τους: Mads Mikkelsen, Thomas Bo Larsen, Alexandra Rapaport.

 Η υπόθεση:
 Ο Λούκας είναι ένας άνδρας μοναχικός, επικεντρωμένος στην προσπάθειά του να διεκδικήσει περισσότερο χρόνο με τον γιο του απ’ την πρώην σύζυγό του. Εργάζεται στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς του όπου τα παιδιά τον αγαπούν, τρελαίνονται να παίζουν με τον γιγαντόσωμο, ευγενικό άνδρα. Ιδιαίτερη αδυναμία του δείχνει και η μικρή κόρη του καλύτερου του φίλου, η εσωστρεφής και συγκρατημένη Κλάρα. Όταν μια μέρα θυμώνει μαζί του όμως, στο μυαλό της διευθύντριας μπαίνουν υποψίες για άσεμνη συμπεριφορά έως και ασέλγεια. Οι υποψίες γρήγορα γίνονται βεβαιότητα και το νέο φτάνει στα αυτιά των γονέων και ολόκληρης της κωμόπολης φέρνοντας τον Λούκας στη θέση του ένοχου με συνοπτικές διαδικασίες. Τότε, με μοναδικούς συμμάχους τον κουμπάρο και τον γιο του, θα προσπαθήσει να ανατρέψει αυτό που φαίνεται μη αντιστρέψιμο…

 Ο Lucas (ένας εκφραστικά εξαιρετικός Mads Mikkelsen, με βράβευση στις Κάνες) είναι ένας μοναχικός, φιλήσυχος άνδρας, που εργάζεται σε ένα βρεφονηπιακό σταθμό, όπου και είναι ιδιαίτερα αγαπητός από όλα τα παιδάκια. Εκείνο που τον απασχολεί έντονα είναι το πώς θα κερδίσει περισσότερο χρόνο με το γιο του, απ' την όχι ιδιαίτερα διαλλακτική πρώην σύζυγό του. Πάνω που θα τα καταφέρει, ένα «αθώο» ψέμα δείχνει περισσότερο από ικανό να του καταστρέψει τη ζωή.
 Ουσιαστικά όλα ξεκινούν από αυτό το ψέμα. Ένα παιδικό ψέμα, απόρροια καταπιεσμένων αναμνήσεων και τραυματικών γεγονότων της κόρης του καλύτερου φίλου του, Κλάρα, η οποία τρέφει ιδιαίτερα αισθήματα προς εκείνον (αυτή είναι και η ατυχία του), που εξαπλώνεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα σαν ιός στη μικρή δανέζικη πόλη και εξελίσσεται σε ένα σύγχρονο κυνήγι μαγισσών. Η αμφιβολία θα δώσει πολύ γρήγορα τη θέση της στη βεβαιότητα.
"Ένοχος ο «κατηγορούμενος»!" φωνάζει, μετά από υπόδειξη της διευθύντριας του νηπιαγωγείου, σύσσωμη η κλειστή, ταραγμένη η κοινωνία του ευρωπαϊκού βορρά, που είναι έτοιμη να λιντσάρει το εγκλωβισμένο, απομονωμένο, ανήμπορο να αντιδράσει και μοιρολατρικά αποδεχόμενο την τύχη του, θήραμά της.
 Γιατί κάπως έτσι «αντιστέκεται» ο Λούκας. Δε φωνάζει για το δίκιο του, δεν περνάει στην αντεπίθεση, δεν αναποδογυρίζει τον κόσμο προκειμένου να αποδείξει την αθωότητά του, δε ζητά νομική στήριξη (η συνολική μη αντίδραση ουσιαστικά του Λούκας μέγα φάουλ του Βίντερμπεργκ), παρά προσπαθεί να επανακτήσει τη χαμένη του αξιοπρέπεια βρίσκοντας στα πρόσωπα του κουμπάρου και του γιου του τους μοναδικούς συμμάχους. Μονάχα ξεσπάει στους άμεσα εμπλεκόμενους, τους γονείς δηλαδή του κοριτσιού που τον κατηγόρησε, ο πατέρας του οποίου τυγχάνει να είναι ο καλύτερός του φίλος...

 Επί δύο ώρες ο θεατής παρακολουθεί με αγωνία την προσπάθεια του αθώου πρωταγωνιστή και θύματος να γλιτώσει από τη συλλογική παράνοια των σε παροξυσμό «κυνηγών» συμπολιτών του, οι οποίοι σε ρόλο δικαστών τον καταδίκασαν ερήμην, βασισμένοι στην «εξομολόγηση» ενός μικρού κοριτσιού. Ενώ η κάμερα του Δανού κινηματογραφεί υποβλητικά προσδίδοντας -μαζί με την έξοχη φωτογραφία- μεγαλύτερη δόση έντασης και αγχωτικής ατμόσφαιρας. Και φυσικά, ο συμπάσχων θεατής ταυτίζεται με τον άτυχο και αδικημένο πρωταγωνιστή, εννοείται πως κατανοεί πλήρως το μικρό κορίτσι, τον κατά λάθος «θύτη» της ιστορίας, ενώ στρέφεται με οργή και αηδία κατά της μάζας. Παράλληλα βέβαια ο καθείς εξ ημών θα μπει και στη θέση του «κακού όχλου» προσπαθώντας να εκτιμήσει πως εκείνος θα αντιδρούσε απέναντι σε κάποιον κατηγορούμενο ως παιδεραστή για ασέλγεια επάνω σε ανήλικο παιδί.

 Εδώ στάθηκαν πολλοί «χρεώνοντας» ως αρνητικό της ταινίας την «υπερβολική» αντίδραση της μάζας ή την όχι ιδιαίτερη ψυχραιμία των κατά τα άλλα ψυχρών, ώριμων και δίκαιων Βορείων. Εμ, δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Σίγουρα θα μπορούσαν όλοι να μην είναι απόλυτοι και να έδιναν την ευκαιρία στον συμπολίτη τους αν μη τι άλλο να «απολογηθεί» πριν του κολλήσουν την στάμπα του παιδεραστή και τον απομονώσουν πλήρως από την κοινωνία βασισμένοι στη μαρτυρία ενός 5χρονου κοριτσιού, όμως από την άλλη πρόκειται για ένα ιδιαιτέρως ευαίσθητο ζήτημα, αυτός της ασέλγεια ανηλίκου που δεν αφήνει πολλά περιθώρια για ψύχραιμη στάση και αποστασιοποιημένη ματιά.
Για τον γράφοντα μάλιστα ο βιασμός ανηλίκου είναι χειρότερος κι από φόνο, επομένως προσωπικά μπορώ να κατανοήσω την αγανάκτηση και το θυμό, όχι όμως τα λαϊκά δικαστήρια και τη δημόσια διαπόμπευση.

 Όλα αυτά μέχρι το εκπληκτικό φινάλε, όπου στο καθιερωμένο ετήσιο κυνήγι που «οι άνδρες γίνονται παιδιά και τα παιδιά άνδρες», μέσα από μια σαφέστατη και εξαιρετική σκηνή, ο Κυνηγός γίνεται θήραμα. Θύτης αυτήν τη φορά; Μια ολόκληρη κοινωνία...

 Ιδιαίτερη αξία έχει η σημείωση του Thomas Vinterberg, σχετικά με το πώς συνέλαβε την ιδέα για να γυρίσει το Κυνήγι: 
 "Μια χειμωνιάτικη βραδιά το 1999, κάποιος χτύπησε την πόρτα μου. Ένας περίφημος Δανός παιδοψυχολόγος, στεκόταν με κάποια έγγραφα στα χέρια του παραληρώντας για τα παιδιά και τις φαντασιώσεις τους. Μίλαγε για έννοιες όπως «καταπιεσμένες αναμνήσεις», και ακόμη πιο ανησυχητικά για τη θεωρία του ότι «πίστευε ότι είναι ιός». Δεν τον άφησα να μπει. Δε διάβασα τα χαρτιά. Πήγα για ύπνο. Δέκα χρόνια αργότερα χρειάστηκα ψυχολόγο. Του τηλεφώνησα, και κάπως σαν καθυστερημένη πράξη ευγένειας, διάβασα τα έγγραφα. Σοκαρίστηκα. Μαγεύτηκα. Ένοιωσα ότι υπήρχε μια ιστορία που έπρεπε να ειπωθεί. Μια ιστορία ενός σύγχρονου κυνηγιού μαγισσών. Το Κυνήγι είναι το αποτέλεσμα αυτής της ανάγνωσης." Τόμας Βίντερμπεργκ.

 Βαθμολογία: 8/10

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Simon del Desierto, Luis Bunuel, 1965

 

 Έχοντας ήδη ένα πλούσιο ιστορικό σημαντικών ταινιών (An Andalusian Dog, The Golden Age, Nazarin, Viridiana, The Exterminating Angel) πίσω του, ο σπουδαίος εκφραστής του Σουρρεαλισμού, Luis Bunuel, σκηνοθετεί εν έτει 1965 μία εξαιρετική σάτιρα, βασισμένος στην ιστορία του Συμεών του Στυλίτη. 

 Η υπόθεση:
 4ος αιώνας μ.Χ. Ο Σιμών θέλει να πλησιάσει τον Θεό κι ανεβαίνει πάνω σε έναν στύλο. Ο Διάβολος προσπαθεί να τον κάνει να κατέβει και με διάφορες φορές προσπαθεί να τον αποπλανήσει. Αφού αποτυγχάνει συνεχώς, βρίσκει τρόπο να τον μεταφέρει σε ένα κλαμπ του Λονδίνου των 1960

 Με βάση μια ιστορία, του Συμεών του Στυλίτη, ενός ασκητή του 5ου αιώνα από τη Συρία, ο οποίος πέρασε 37 χρόνια από τη ζωή του πάνω σε μια κολόνα, για να βρίσκεται πιο κοντά στο θεό(!), ο δαιμόνιος Λουίς Μπουνουέλ μέσα από μία μεσαίου μήκους ταινία (45') κάνει μια έξοχη θρησκευτική σάτιρα, όπου με το δικό του μοναδικά εύστοχο, υπόγεια καυστικό, ανελέητα επιθετικό στιλ ασκεί δριμεία κριτική στην «αγιοσύνη», στα «θαύματα», στη χριστιανοσύνη γενικά, ενώ σφραγίζει την τρίτη συνεργασία του με τους πρωταγωνιστές Claudio Brook, Silvia Pinal αλλά και το σύζυγο της τελευταίας και παραγωγό Gustavo Alatriste.

 Ο Σιμών λοιπόν, γιος του Συμεών του Στυλίτη, έχει ζήσει επί 6 χρόνια, 6 βδομάδες και 6 μέρες πάνω σε μία κολόνα, ώστε να «έρθει πιο κοντά στο Θεό», ενώ παράλληλα έχει ως μοναδική ασχολία την προσευχή με σκοπό την πνευματική αγνότητα. Από κάτω ένα σωρό ιερείς αλλά και πιστοί τον εξυμνούν και «διδάσκονται» από την αγαθοσύνη και την πίστη του. Ακόμη η μητέρα του του μιλάει συχνά αδυνατώντας να δεχτεί το δρόμο που τράβηξε ο γιος της, ενώ τέλος, ο Σατανάς με τη μορφή μιας γυναίκας τον επισκέπτεται τρεις φορές προσπαθώντας να τον πείσει να κατέβει στη Γη. Μετά από ανεπιτυχείς προσπάθειες, θα τον πάρει με το ζόρι και θα εξαφανιστούν... εμφανιζόμενοι λίγο αργότερα σε ένα... nightclub, όπου ροκ συγκρότημα παίζει instrumental και οι θασιώτες χορεύουν έξαλλα τον τελευταίας μόδας χορό. Ο Σιμών, εμφανώς «παρασυρόμενος» υποκρίνεται ότι θέλει να επιστρέψει σπίτι, όμως ο Σατανάς του απαντάει πως αυτό δεν είναι εφικτό.

 Η ταινία κέρδισε το βραβείο FIPRESCI στο φεστιβάλ Βενετίας του 1965, καθώς και το Ειδικό βραβείο της Επιτροπής, ενώ ήταν υποψήφια για το Χρυσό Λιοντάρι.

 Βαθμολογία: 8/10