banner

image

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

La Danza de la Realidad, Alejandro Jodorowsky, 2013

 

 «Ο Χορός της Πραγματικότητας» ("The Dance of Reality") είναι η κινηματογραφική εμπειρία που αποκομίσαμε στο πλαίσιο του 26ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού κινηματογράφου, που διεξάγεται αυτές τις μέρες στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος καθώς και στο Capitol Cinema, ενώ από την Πέμπτη 21/11 μπαίνει στο χορό και το Ιντεάλ, με αρκετές ευρωπαϊκές πρεμιέρες. Σε σενάριο, παραγωγή και σκηνοθεσία Alejandro Jodorowsky φυσικά, με τους: Brontis Jodorowsky, Pamela Flores, Jeremias Herskovtis, Cristobal Jodorowsky, Adan Jodorowsky.

 Ο Alejandro Jodorowsky λοιπόν επιστρέφει μετά από 23 ολόκληρα χρόνια(!) στη μεγάλη οθόνη, για να παρουσιάσει την καθ' ομολογίαν πλέον αυτοβιογραφική ταινία του και μόλις 7η σε 45 χρόνια πορείας, εκθέτοντας ανελέητα εαυτόν, οικογένεια, τόπο καταγωγής και κυρίως τα νεανικά προεφηβικά του χρόνια, τα οποία τον σημάδευσαν βάναυσα. Μια τολμηρή πράξη που, κυρίως από έναν 84χρονο, ασυζητητί θέλει πολλά κότσια, muchos cojones!
 Γράφοντας παλαιότερα κριτική για το Santa Sangre, είχα αναφερθεί στη μεγαλομανία και το ναρκισσισμό του Χιλιανού με αφορμή την περίφημη δήλωσή του: «Οι περισσότεροι σκηνοθέτες κάνουν ταινίες με τα μάτια τους. Εγώ τις κάνω με τα αρχίδια μου». Ε λοιπόν, αυτή η ταινία είναι πέρα για πέρα «αρχιδάτη»!

 Δεν είναι λίγο πράγμα να κάνει κανείς αυτό που αποτολμά ο Χιλιανός. Να εκτείθεται δηλαδή δημοσίως με τέτοιον τρόπο, να ξεγυμνώνεται ψυχικά, ψυχολογικά, ηθικά, πνευματικά, βιωματικά εμπρός των θεατών, κατά τη διάρκεια μιας βαθιάς σε επίπεδο και ουσία, σουρεαλιστικά πραγματικής εξομολόγησης, που αφορά στην πρώτη δεκαετία της ζωής του, την οποία πέρασε στην Τοκοπίγια, μια παράκτια πόλη της Χιλής όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, πριν φύγει για το Σαντιάγο για σπουδές και από κει για το Παρίσι για περαιτέρω σπουδές αλλά και επαγγελματική σταδιοδρομία.

 Όλα βγαίνουν στη φορά, εξαρχής. Ο μικρός Γιοντορόφσκι αντιμετωπίζεται εχθρικά, περιθωριακά, χλευαστικά και σεξιστικά από τους συνομήλικους συμμαθητές του, ενώ παράλληλα βρίσκεται έρμαιο υπό το ζυγό και το έλεος του ακραία αυταρχικού, φανατικά άθεου, βαθιά συντηρητικού, μέλος του Κ.Κ, υποκριτή πατέρα του, ο οποίος με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ασκώντας του πότε ψυχολογική και πότε σωματική βία τον υποβάλλει σε ένα σωρό μαρτύρια ή, για τον ίδιο, διαπαιδαγωγικά μαθήματα. Μοναδικό στήριγμα του Αλεχαντρίτο, όπως τον αποκαλεί εκείνη, η ήρεμη, με βαθιά θρησκευτική αλλά περισσότερο εσωτερική πίστη και τεράστια αποθέματα αγάπης μητέρα του, η οποία παρουσιάζεται λίγο πολύ σαν «αγία» από τον δημιουργό και την υποδύεται γνωστή σοπράνο τραγουδώντας καθόλη τη διάρκεια του φιλμ!

 Από κει και πέρα διάχυτοι και ιδιαίτερα απλοί και σαφείς είναι οι συμβολισμοί του Χιλιανού, με τα αντιπολεμικά και αντιφασιστικά του μηνύματα, την αναρχία, την ειρωνεία και το διασυρμό της θρησκείας, το χλευασμό του κομμουνισμού, την αποτίναξη των φαντασμάτων του παρελθόντος και κυρίως του Στάλιν κλπ., ενώ όμορφα πλαισιώνονται από άλλες αγάπες του Γιοντορόφσκι, όπως οι κλόουν και οι μίμοι, αμφότερα επαγγέλματα που ακολούθησε κάποια στιγμή στη ζωή του.

 Ευφάνταστο και σπουδαίο εύρημα είναι η εξιστόρηση των γεγονότων από τον ίδιο τον Γιοντορόφσκι, στον «ειδικό ρόλο» σαν καλή νεράιδα του πιτσιρικά, που ως έμπειρος πια αλλά και ως κάποιος που δεν τον γνωρίζει ενώ ούτε και ο μικρός τον ξέρει ακόμη, τον καθοδηγεί σε κάθε του κίνηση, τον συμβουλεύει, τον αποτρέπει από το να προβεί σε μοιραίες πράξεις, τον συμπονεί, τον στηρίζει...

 Το σύμπαν που δημιουργεί ο πολυδιάστατος καλλιτέχνης είναι -όπως σε κάθε ταινία του βέβαια- μοναδικά εντυπωσιακό, πολυεπίπεδο, βαθιά ποιητικό, μαγικό, σουρεαλιστικά αληθινό. Άλλωστε μπορεί να κάνουμε λόγο για αυτοβιογραφία, όμως αυτό δε σημαίνει ότι όσα βλέπουμε στο πανί έγιναν με ακρίβεια... καρέ. Αντίθετα οι εικόνες που χρησιμοποιεί ο Χιλιανός, συχνά γεμάτες μεταφορές, αλληγορίες και σουρεάλ στοιχεία, αναδεικνύουν την πολυτάραχη νεανική του ζωή μέσα από το πρίσμα του ίδιου του Γιοντορόφσκι, ο οποίος θεωρεί πως η πραγματικότητα δεν -μπορεί να- είναι υποκειμενική αλλά μάλλον μια χορογραφία βασισμένη στη φαντασία μας. Στην άποψή του αυτή, σε συνδυασμό με τη φράση «έχοντας αποσπαστεί από τον εξαπατημένο μου εαυτό, αναζητούσα απεγνωσμένα ένα μονοπάτι κι ένα νόημα στη ζωή» συνοψίζεται ολόκληρο το βιογραφικό πρότζεκτ της ταραχώδους ζωής του Γιοντορόφκσι, ενώ κάπως έτσι προέκυψε κι ο τίτλος της ταινίας...

 Μία ιστορική κατάθεση ψυχής, ένα αυτοβιογραφικό μεγαλείο και μία κινηματογραφική εμπειρία από έναν αγέρωχο, ανεξάρτητο και ανεξάντλητο δημιουργό.

 Βαθμολογία: 8/10

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

The Abominable Dr. Phibes, Robert Fuest, 1971

 

 Ταινία τρόμου με έντονα στοιχεία μαύρης κωμωδίας από έναν σκηνοθέτη πολλών τηλεοπτικών σειρών και ταινιών και μόλις 8 κινηματογραφικών, εκ των οποίων οι 2 ήταν «Ο Σατανικός Δρ. Φάιμπς» και η συνέχειά του ένα χρόνο αργότερα, όχι πάντως το ίδιο πετυχημένη με το φιλμ του 1971. Σε σκηνοθεσία Robert Fuest, σενάριο James Whiton, William Goldstein, με τους: Vincent Price, Joseph Cotten, Virginia North, Peter Jefrey, Hugh Griffith, Terry-Thomas, Derek Godfrey, Norman Jones κ.ά..

 Υπόθεση:
 Ο Δρ Φάιμπς, θεολόγος και μουσικός, σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα τρέχοντας στο νοσοκομείο όπου η γυναίκα του Βικτόρια εγχειρίζεται από ομάδα εννέα γιατρών με επικεφαλής τον Δρ Βεσάλιους. Δυστυχώς, η Βικτόρια πεθαίνει κατά τη διάρκεια της εγχείρισης και το ζεύγος Φάιμπς θάβεται. Μερικά χρόνια αργότερα, οι εννέα γιατροί ένας ένας αρχίζουν να δολοφονούνται με παράξενες μεθόδους. Ο Επιθεωρητής Τράουτ, με βάση ένα στοιχείο από τον φόνο ενός από τους γιατρούς, αποκαλύπτει πως οι τρόποι που οι γιατροί δολοφονούνται είναι όμοιος με τις δέκα πληγές της Αιγύπτου. Εκείνος και ο Δρ Βεσάλιους αρχίζουν να υποπτεύονται πως πίσω από τους φόνους είναι ο Δρ Φάιμπς, αλλά είναι νεκρός. Έτσι τουλάχιστον πιστεύεται, μέχρι που ανακαλύπτεται άδειο το φέρετρο του γιατρού...


 Περί ταινίας τρόμου πρόκειται και μάλιστα από τις καλές του είδους, διανθισμένη με στοιχεία μαύρης κωμωδίας, μπόλικο μυστήριο, υπέροχη ρεαλιστική ατμόσφαιρα αλλά και έξοχα εμπνευσμένους και εκτελεσμένους φόνους, από έναν "τηλεοπτικό" σκηνοθέτη.
Γνωστό και ως "The Curse of Dr. Phibes", το φιλμ αποτελεί την καλύτερη στιγμή του Βρετανού Robert Fuest, ο οποίος μάλιστα έφυγε από τη ζωή την άνοιξη του 2012.
Μια αφοσιωμένη αγάπη το κίνητρο πίσω από τις ιεροτελεστικά εκτελεσμένες δολοφονίες, στο πλαίσιο της εκδίκησης του συζύγου για τη νεκρή γυναίκα του με αιτιότητα 9 ιατρών. Κάθε δολοφονία είναι ιδιαίτερη περίεργη και... θρησκευτικά ενορχηστρωμένη (μουσικός εκκλησιαστικού οργάνου και θεολόγος ο Άντον Φάιμπς) από τον δόκτορα και ένα μουγκό βοηθό, θυμίζοντας τις Βιβλικές πληγές (νυχτερίδες, μέλισσες, βάτραχοι, αρουραίοι, ακρίδες κλπ.).
Ο σύζυγος όμως θεωρείται επίσης νεκρός, αφού είναι γνωστό πως μόλις πληροφορήθηκε για το θάνατο της λατρεμένης του γυναίκας σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό. Έτσι η θεωρία εκδίκησης του επιθεωρητή Trout πέφτει στο κενό, μέχρι ωστόσο αποφασίσουν να ανοίξουν τον οικογενειακό τάφο...
Ο θεατής βέβαια γνωρίζει από πολύ νωρίς ότι πίσω από τους θανάτους των ιατρών βρίσκεται ο σύζυγος εκδικητής και αυτό δεν έχει σημασία για την πλοκή του έργου, καθώς εκείνο που μετράει είναι περισσότερο το κίνητρο, το οποίο και αναπτύσσεται σταδιακά κατά την εξέλιξη, παράλληλα με τις εύστοχες ανατροπές και αποκαλύψεις.

 Μεγάλο ατού για τον σκηνοθέτη και συνολικά για το φιλμ, που έρχεται να ενισχύσει την άποψή μου περί κακώς χαρακτηριζόμενου ως b-movie, αποτελούν οι πολύ καλές ερμηνείες. Ο "καθιερωμένος τρομακτικός" των ταινιών τρόμου Vincent Price είναι όπως πάντα απολαυστικός, ενώ χωρίς καν να ανοίξει το στόμα του(!) δίνει μια έξοχη δραματική ερμηνεία, πλαισιωμένος ερμηνευτικά από τον έτερο μεγάλο ηθοποιό Joseph Cotten, στο ρόλο του Dr. Vecalious, χειρουργό και «δολοφόνο» της συζύγου του Phibes.
Αλλά και οι κωμικοί ρόλοι από τους Peter Jefrey, Hugh Griffith και Terry-Thomas είναι εξίσου άξιοι αναφοράς, συμπληρώνοντας έτσι ένα «φουλ» αξιοσημείωτων ερμηνειών.

 Μία ανεξήγητα παραγνωρισμένη ταινία, αφού κακώς έχει μείνει συνειδητά μεν λανθασμένα δε, ως "ένα καλό b-movie", πιθανώς βέβαια εξαιτίας του σκηνοθέτη, της υπόθεσης ή ακόμη και του τίτλου. Όμως κάποια καλογυρισμένα πλάνα, ειδικά οι σκηνές ιεροτελεστικής εκτέλεσης των φαντασικών σε σύλληψη φόνων, το σενάριο, που δεν κάνει κοιλιά και βέβαια οι εξαιρετικές ερμηνείες δεν αφήνουν κανένα παράθυρο αμφισβήτησης της ποιότητας του φιλμ. Αξίζει!

 Βαθμολογία: 7,5/10

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Νύχτες Πρεμιέρας: Short Term 12, Destin Cretton, 2013

 

 Μπαίνοντας στο ΠΣΚ που σηματοδοτεί το τελευταίο τριήμερο των Νυχτών Πρεμιέρας, ας διαλέξουμε σιγά σιγά τις ταινίες εκείνες που ξεχώρισαν από το φετινό, 19ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας.
 Τo Short Term 12 λοιπόν ήταν σίγουρα από τις κορυφαίες στιγμές του φεστιβάλ. Ερχόμενο από τον ανεξάρτητο αμερικανικό κινηματογράφο, αυτό το δράμα του Destin Daniel Cretton κέρδισε τις εντυπώσεις και τα βραβεία στο Φεστιβάλ του SXSW, ενώ βάζει ήδη υποψηφιότητα για μια εκ των κορυφαίων ταινιών της σεζόν. 
Σε σκηνοθεσία και σενάριο Destin Daniel Cretton, με τους: Brie Larson, John Gallagher, Jr. Kaitlyn Dever, Stephanie Beatriz, Rami Malek, Keith Stanfield, Alex Calloway, Kevin Hernandez.

 Η υπόθεση:
 Νεαρή υπεύθυνη σε κέντρο φιλοξενίας παιδιών με προβλήματα συμπεριφοράς ταυτίζεται με την ιστορία ενός κοριτσιού, καθώς ταυτόχρονα οι δικοί της δαίμονες αφυπνίζονται. Βραβείο Καλύτερης Ταινίας και Κοινού στο Φεστιβάλ του SXSW για αυτή τη συγκλονιστική σπουδή μιας βαθιά πληγωμένης ενηλικίωσης.

 Με τις δύο άνωθεν προτάσεις μας «συστήθηκε» η ταινία στο πλαίσιο της επίσημης παρουσίασής της στις 19ες Νύχτες Πρεμιέρας και ομολογουμένως οι προτάσεις αυτές ήταν αρκούντως παραινετικές για να δει κανείς το φιλμ. Και όποιος εν τέλει το έπραξε, μόνο κερδισμένος βγήκε..

 Η Γκρέις και ο Μέισον, ένα νεαρό ζευγάρι, εργάζονται ως σύμβουλοι σε ίδρυμα όπου φιλοξενούνται παιδιά και έφηβοι με ανάρμοστη κοινωνική συμπεριφορά. Όταν στο κέντρο εμφανίζεται η Τζέιντεν, ένα χαρισματικό και ιδιαίτερα ταλαιπωρημένο ψυχολογικά κορίτσι, η Γκρέις ταυτίζεται με τους πόνους ενός παιδιού που οφείλει αρχικά να προστατέψει, ενώ παράλληλα αφυπνίζονται οι προσωπικοί δαίμονες του σκοτεινού παρελθόντος της.

 Η Brie Larson, την οποία θα δούμε ξανά στις Νύχτες Πρεμιέρας, στο "Don Jon", χωρίς να δίνει την ερμηνεία της χρονιάς ή έστω να αποτελεί ερμηνευτική αποκάλυψη (όπως πράγματι είναι ο νεοεμφανιζόμενος Keith Stanfield στο ρόλο του νεαρού ράπερ Μάρκους) δείχνει σημάδια ταχέως εξελισσόμενης ηθοποιού, καθώς στο ρόλο της Γκρέις οφείλεται εν πολλοίς η έκρηξη συναισθημάτων που γεννά το φιλμ, μιας και από τη δική της οπτική γωνία μαθαίνουμε τα τεκταινόμενα στο ίδρυμα.
Η ίδια, θύμα σωματικής βίας και σεξουαλικής κακοποίησης από τον πατέρα της, προσπαθεί πια -και ενώ ο άνθρωπος που της κατέστρεψε τα παιδικά χρόνια βρίσκεται στη φυλακή- να μεταλαμπαδεύσει όλα τα αποθέματα αγάπης και στοργής σε κακοποιημένα ή περιορισμένης νόησης ανήλικα παιδιά, όντας ταυτόχρονα σκληρή και γλυκιά, δυναμική και ευάλωτη, παθιασμένη και φοβισμένη, αφοσιωμένη στη δουλειά της και μητρική απέναντι σε κάθε ένα από τα μη προνομιούχα παιδιά. Παράλληλα, εξαιτίας του προσωπικού της Γολγοθά είναι παγιδευμένη σε μία φαινομενικά τέλεια σχέση, αφού ο φίλος και συνάδελφός της, Μέισον, την λατρεύει κυριολεκτικά.
Όλα στη ζωή της θα πάρουν νέα τροπή άμα τη εμφανίσει της νεαρής «γλωσσοκοπάνας» και ατίθασης αλλά εξίσου χαρισματικής Τζέιντεν, με την οποία η Γκρέις θα έρθει πολύ κοντά, μέσα από ένα ταξίδι αυτογνωσίας, ψυχολογικής ταύτισης και ελπίδας... Μάλιστα μέσα από την ιστορία της Τζέιντεν θα μάθουμε και εκείνη της Γκρέις.

 Ο σκηνοθέτης Destin Cretton μας είχε συστηθεί λιγότερους από 12 μήνες πριν με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του "I am not a Hipster", ενώ αξίζει να αναφερθεί πως την ιδέα για το νέο του φιλμ την πήρε από ένα ομότιτλο μικρού μήκους... δικό του από το 2008!
Με το Short Term 12... μεγάλης διάρκειας λοιπόν, δημιουργεί ένα έντονο, εκρηκτικό σε συναισθήματα φιλμ, που κερδίζει μεμιάς τον θεατή. Αυτό το πετυχαίνει καταρχάς χρησιμοποιώντας αρκετό χιούμορ, αφενός για να «σπάσει» τη δραματικότητα του θέματος και αφετέρου για να δείξει ότι με το καλό χιούμορ μπορούμε να βρούμε διέξοδο, έστω προσωρινά, από καταστάσεις ιδιαίτερα δύσκολες ή και ακραίες ακόμη. Ακόμη, ο Cretton χρησιμοποιεί κι άλλα εύστοχα τρικς με απώτερο σκοπό να μην εκμαιεύσει τη συγκίνηση, κάτι που προσωπικά αποδέχομαι ως άκρως θετικό σε ταινίες που εκ των πραγμάτων θα σε κάνουν -έστω και τμηματικά- να βουρκώσεις, όπως είναι οι «εκμυστηρεύσεις» των ψυχολογικών τραυμάτων από τους ανήλικους, μέσα από ζωγραφιές (Μέιντεν) ή τραγούδι (Μάρκους) και βέβαια μπόλικο παιχνίδι ή ορισμένες στιγμές χαλάρωσης για εκπαιδευτές και τροφίμους.

 Με αφοπλιστική ειλικρίνεια τόσο ο σκηνοθέτης όσο και το φιλμ γενικά, μας εξιστορούν μια απριόρι «σκοτεινή» και συγκινητική ιστορία, αποφεύγουν όμως έξυπνα το μελοδραματισμό και κλείνουν ανέλπιστα αλλά όχι αταίριαστα ευχάριστα με μια τεράστια χαραμάδα ελπίδας και αισιοδοξίας, με βάση τί άλλο; το χιούμορ!

 Πληθώρα βραβείων και διακρίσεων, για μία από τις κορυφαίες ταινίες της σεζόν... που μόλις ξεκίνησε!

 Βαθμολογία: 8/10

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Tacones Lejanos, Pedro Almodovar, 1991

 
 
 Μία από τις όχι κορυφαίες ταινίες στην ώριμη ωστόσο δεκαετία του Pedro Almodovar, τα «Ψηλά Τακούνια» είναι μία ξέφρενη κωμωδία, που σε κάθε περίπτωση δεν απογοητεύει τους οπαδούς του «τρελού» Ισπανού. 
Σε σενάριο και σκηνοθεσία Almodovar, με τους: Victoria Abril, Marisa Paredes, Miguel Bosé.
 
 Η υπόθεση:
 Η διάσημη τραγουδίστρια Becky Del Paramo (Marisa Paredes) επισκέπτεται μετά από 15 χρόνια απουσίας την κόρη της (Victoria Abril) για να ανακαλύψει ότι είναι παντρεμένη με έναν πρώην δεσμό της. Η δολοφονία του συζύγου (Miguel Bosé) θα αναστατώσει τις ζωές τους στρέφοντας τις υποψίες επάνω τους
 
 Ένα ιδιαιτέρως... φονικό τρίγωνο θα δημιουργηθεί, όταν μια διάσημη τραγουδίστρια και ηθοποιός επιστρέφει μετά από πολύχρονη πορεία στο εξωτερικό στη Μαδρίτη, για να επανασυνδεθεί με την κόρη της. Πολύ σύντομα θα επέλθει η σύγκρουση, με αφορμές την εγκατάλειψη της κόρης στην τρυφερή ηλικία των 13 ετών από μια μάνα που ενδιαφερόταν μόνο για την καλλιτεχνική της ανέλιξη αλλά και το γεγονός ότι πλέον, η πρώτη είναι παντρεμένη με έναν πρώην γκόμενο της τελευταίας.

 Αυτή είναι μόλις η αρχή μια ξέφρενης αλμοδοβαρικής ταινίας, στο γνώριμο στιλ του ισπανού σκηνοθέτη, με το ανάλογο χιούμορ, πολύ και όμορφο τραγούδι, εικαστική πανσπερμία και πολλά στοιχεία από το παρελθόν του ιδιαίτερου αλμοδοβαρικού σύμπαντος.
 
 Στην πορεία τα πράγματα θα μπλεχτούν ακόμη περισσότερο, όταν ο σύζυγος της κόρης βρεθεί νεκρός και φυσικά, οι υποψίες θα πέσουν σε μάνα-κόρη. Ακολουθεί ο κακός... αλμοδοβαρικός χαμός μέχρι το έντονο δραματικά φινάλε και ο υπέροχος σκηνοθετικός... φόρος τιμής στον τίτλο του φιλμ.

 Πέρα από όλα όμως, ξεχωρίζουν οι συνολικά έξοχες πρωταγωνιστικές ερμηνείες (με λιγότερο καλή την Victoria Abril), ακολουθούμενες από 2-3 πραγματικές σπουδαίες σεκάνς, μία εκ των οποίων και εκείνη στο φινάλε.
 
 Το... τρελό αγόρι της Ισπανίας και ανατόμος της γυναικείας ψυχολογίας, καταπιάνεται με τί άλλο, τις αγαπημένες του γυναίκες. Τοποθετεί λοιπόν στο επίκεντρο της ιστορίας του μάνα και κόρη, που έχουν να ιδωθούν 15 χρόνια και έρχονται σε σύγκρουση εξαιτίας ενός άντρα. Η σχέση τους θα δοκιμαστεί έντονα, όμως η επανασύνδεση θα έρθει μέσα από ένα λυτρωτικά επώδυνο τρόπο.
 
 Δεν ξέρω βέβαια κατά πόσο το κωμικό στοιχείο -αναφαίρετο κομμάτι της αλμοδοβαρικής παλέτας- ενισχύει και/ή συμπληρώνει τη δραματουργική εξέλιξη της ιστορίας. Άποψη πολλών ότι με βάση το σενάριο, θα μπορούσε να αποφευχθεί, για να τονιστούν καλύτερα οι δραματικές στιγμές. Ίσως κι ο ίδιος ο Αλμοδόβαρ να μην ήταν σίγουρος για το ποια στροφή ήθελε να πάρει το στόρι του (κωμική / δραματική). Αλλά, καλύτερα, ας αποφασίσουν για αυτό οι οπαδοί του ισπανού σκηνοθέτη.
 
 Η ατμόσφαιρα πάντως που στήνει ο Αλμοδόβαρ είναι εντυπωσιακή, οι ερμηνείες όπως προαναφέρθηκε άψογες, προεξάρχουσας της σταθερά πολύ καλής Marisa Paredes, ενώ οι υπέροχες μουσικές μαζί με τα πανέμορφα χρώματα ντύνουν με έναν ποικιλόμορφο μανδύα την ιστορία. Δε λείπουν βέβαια τόσο οι γνώριμες παρανοϊκές καταστάσεις που στήνει ο Ισπανός όσο και η ιδιότυπη αφήγηση που τον συντροφεύει στο σύνολο του έργου του.

 Βέβαια η ταινία δε συγκαταλέγεται στα αριστουργήματά του, καθώς υπολείπεται των άλλων πέντε κορυφαίων ταινιών του. Κατά χρονολογική -όχι αξιολογική- σειρά: Καυτή Σάρκα (1997), Όλα για τη Μητέρα μου (1999), Μίλα της (2002), Κακή Εκπαίδευση (2004), Γύρνα Πίσω (2006).
 
 Βραβείο Σεζάρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας και υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα στην ίδια κατηγορία, για αυτή την «έξαλλη» ταινία από την πρώιμη περίοδο του ισπανού σκηνοθέτη.

 Βαθμολογία: 6/10

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Cezare deve morire, Paolo e Vittorio Taviani, 2012

 

 Το τελευταίο αριστούργημα των αδερφών Ταβιάνι, «Ο Καίσαρας Πρέπει να Πεθάνει» είναι ένα ντοκιμαντέρ μυθοπλασίας, που μεταφέρει το διάσημο σαιξπηρικό έργο «Ιούλιος Καίσαρας» σε φυλακές υψίστης ασφαλείας της Ρώμης. Σε σενάριο-σκηνοθεσία Paolo, Vittorio Taviani, με τους: Salvatore Striano, Cosimo Rega, Giovanni Arcuri, Antonio Frasca, Juan Dario Bonetti, Vincenzo Gallo, Rosario Majorana, Francesco De Masi, Francesco Carusone, Maurilio Giaffreda.

 Η υπόθεση:
 Η κάμερα των Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι εισχωρεί στη φυλακή Ρεμπίμπια, στα προάστια της Ρώμης και καταγράφει την οντισιόν, τις κουβέντες και τη διανομή των ρόλων, τις προετοιμασίες, και εντέλει το ανέβασμα της παράστασης «Ιούλιος Καίσαρας», με πρωταγωνιστές πραγματικούς κρατουμένους των φυλακών. Η ταινία αποτελεί μια μεταφορά όλο συμβολισμούς, ένα πείραμα, το παιχνίδι της αναμόρφωσης, ή καλύτερα τον άκρως ιδιαίτερο τρόπο προσέγγισης της ελευθερίας, με φόντο το περιβάλλον των φυλακών...

 Διανύοντας την 9η(!) δεκαετία της ζωής τους οι σπουδαίοι Ιταλοί, που ανέκαθεν δούλευαν μαζί, εμπνεύστηκαν τη δημιουργία αυτού του φιλμ από μία επίσκεψή τους στη φυλακή Υψίστης Ασφαλείας, Rebibbia, στην πρωτεύουσα της Ιταλίας. 
 Εκεί, παρακολούθησαν μία εκδήλωση όπου οι κρατούμενοι ανέβασαν αποσπάσματα από την αριστουργηματική «Κόλαση» του Dante. Τα αδέρφια έφυγαν, αλλά επιστρέφοντας λίγο αργότερα στη φυλακή, ρώτησαν τον επικεφαλής της καλλιτεχνικής αναμόρφωσης αλλά και τους κρατούμενους εάν θα ήθελαν να ανεβάσουν τον «Ιούλιο Καίσαρα» του Shakespeare. Ενθουσιασμένοι αμφότεροι, απάντησαν θετικά, ανυπομονώντας μάλιστα για το ξεκίνημα των γυρισμάτων!

 Κάπως έτσι φθάνουμε στη δημιουργία του "Cezare deve morrire". Η παράσταση «Ιούλιος Καίσαρας» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ έχει μόλις τελειώσει εν μέσω ενθουσιασμού και θερμότατων επιδοκιμασιών. Τα φώτα σβήνουν και οι ηθοποιοί επιστρέφουν στα κελιά τους... Πρόκειται βεβαίως για βαρυποινίτες, που κρατούνται στη φυλακή υψίστης ασφαλείας Rebibbia, λίγο έξω από τη Ρώμη. Οι περισσότεροι εκτίουν ποινή ισόβιας κάθειρξης εξαιτίας των διασυνδέσεων με την Καμόρα, την ιταλική Μαφία. Ορισμένοι άλλοι για διακίνηση ναρκωτικών, ενώ κάποιοι λίγοι για ανθρωποκτονία από πρόθεση.

 Και οι υπερήλικες Ταβιάνι ορμούν με νεανική τόλμη, δυναμισμό και φαντασία στις φυλακές Ρεμπίμπια, για να σκηνοθετήσουν βαρυποινίτες, οι οποίοι με τη βοήθεια της παγκόσμιας γλώσσας του Σαίξπηρ μελετούν πολύ και ανακαλύπτουν την ελπίδα αλλά και οτιδήποτε εμπεριέχουν οι χαρακτήρες που υποδύονται στο δρόμο προς το ανέβασμα της παράστασης. Αντιμετωπίζοντας το όλο εγχείρημα ως παιχνίδι, απελευθερώνονται, ξεχνούν προς στιγμήν ότι είναι φυλακισμένοι και κυριεύονται από συναισθήματα ευφορίας, πίστης, αγωνίας, φόβου, τα οποία τους συντροφεύουν κατά τις νυχτερινές ώρες, όπου αδυνατούν να κοιμηθούν μπροστά στη λαχτάρα της πρωινής πρόβας.  

 Στις πρόβες πάλι, που θα ξεκινήσουν μετά από οντισιόν για τη διανομή των χαρακτήρων, θα μπουν για τα καλά στο πετσί των ρόλων που υποδύονται, σε βαθμό αδιανόητης ταύτισης, αλλά ταυτόχρονα δε θα απαγκιστρωθούν από τα δικά τους, εσωτερικά προβλήματα, εξαιτίας των οποίων ορισμένοι πιάνονται στα χέρια, λίγο πριν επέμβουν οι ψυχραιμότεροι και επαναφέρουν την -καλλιτεχνική- τάξη. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, οι τρόφιμοι θα αφήσουν στην άκρη τις διαφορές τους και θα ενωθούν για έναν ύψιστο σκοπό. Όχι, δε θα σκεφτούν στιγμή να αποδράσουν, αλλά να πετύχουν σε αυτό το υπέροχο καλλιτεχνικό εγχείρημα.

 Οι πρόβες εν τέλει, μετά από έξη μήνες, θα στεφθούν με επιτυχία κι εμείς θα παρακολουθήσουμε αρκετά αποσπάσματα του σαιξπηρικού έργου, από τις φιλοδοξίες του Καίσαρα μέχρι τη συνωμοσία του Βρούτου και από τη δολοφονία του Καίσαρα μέχρι τη «δίκη» του συνωμότη και δολοφόνου, την υπεράσπισή του από τον Κάσιο και την τελική μάχη στους Φιλίππους. Όλα όσα πραγματεύεται ο Βάρδος επί «σκηνής»: Εξουσία, φιλοδοξία, τυραννία, αυλοκόλακες, συνωμοσία, δολοφονία, βασανισμοί, φιλίες που μετατρέπονται σε έχθρες, προδοσίες, αναζήτηση της αλήθειας, ανάγκη για ελευθερία.
 Η παράσταση θα ανέβει και θα καταπλήξει τους παρευρισκόμενους θεατές, μεταξύ των οποίων άλλοι τρόφιμοι, φοιτητές, άνθρωποι του καλλιτεχνικού χώρου. Μετά το πέρας της παράστασης, όταν τα φώτα... και τα χρώματα (μόνο η παράσταση είναι γυρισμένη σε έγχρωμο, όλο το υπόλοιπο έργο σε ασπρόμαυρο, σε μία από τις πολλές ενδιαφέρουσες αντιθέσεις των Ταβιάνι, με το χρώμα να προσδίδει ρεαλισμό, το ασπρόμαυρο όχι) θα πέσουν, οι «ηθοποιοί» (παρεμπιπτόντως πολύ καλοί στους ρόλους τους ο Βρούτος και ο Κάσιος) θα επιστρέψουν στα κελιά τους, με τον Κάσιο να μονολογεί «Από τότε που ήρθα σε επαφή με την Τέχνη, το κελί μετατράπηκε σε φυλακή».

 Σαφέστατα το σπουδαίο σαιξπηρικό έργο αποκτά διαφορετική διάσταση ερμηνευμένο από έγκλειστους φυλακών, όπως φυσικά και από το «ιδιαίτερο» περιβάλλον μεταφοράς του. Ενώ τόσο ταιριαστά το προαύλιο της φυλακής θα μας «μεταφέρει» στην αρχαία ρωμαϊκή αγορά. 
 Και η κινηματογραφική ποίηση των Ταβιάνι συναντά την επίσης γνώριμη πολιτική φόρμα των αγέραστων δημιουργών, που εν αντιθέσει με τον Καίσαρα, δεν πρέπει να πεθάνουν ποτέ!

 Ο Καίσαρας πάντως, ήτοι κάθε μορφή τυραννίας, καταπιεστικής εξουσίας και κατεστημένου ΠΡΕΠΕΙ να πεθάνει, πολλώ δε μάλλον όταν στέκεται εμπόδιο στην Ελευθερία.

 Η Τέχνη προς αναζήτηση της προσωπικής και συλλογικής ελευθερίας, μέσα σε μόλις 76' έξοχου λυρισμού, ψήγματα νεορεαλισμού, ανείπωτης εικαστικής δύναμης και υπέροχα θλιμμένης μουσικής από τους Τζιουλιάνο Ταβιάνι και Καρμέλο Τράβια.

 «Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει» κέρδισε πέραν της Χρυσής Αρκούδας και το βραβείο της Οικουμενικής Επιτροπής του 62ου Φεστιβάλ Βερολίνου, όπως και σημαντικές διακρίσεις στα ιταλικά βραβεία.

 Βαθμολογία: 8/10

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Boy A, John Crowley, 2007

 

 Μια όμορφη ιστορία με κεντρικά θέματα το δικαίωμα μιας δεύτερης ευκαιρίας και τη συγχώρεση. Σε σκηνοθεσία John Crowley, σενάριο Mark O'Rowe, βασισμένο στην πολυβραβευμένη νουβέλα του Jonathan Trigell, με τους: Andrew Garfield, Peter Mullan, Katie, Lyons, Siobhan Finneran, Alfie Owen, κ.ά..

 Η υπόθεση:
 Βασισμένο στο πολυβραβευμένο ομώνυμο μυθιστόρημα του νεαρού Βρετανού συγγραφέα Τζόναθαν Τρίγκελ, το "Boy A" είναι μια τολμηρή και όμορφη ιστορία για τη φύση της συγχώρεσης και την αναζήτηση ταυτότητας. Πρωταγωνιστής είναι ο Τζακ, ένας 24χρονος νεαρός που έχει ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη φυλακή, για ένα έγκλημα που διέπραξε ως παιδί. Τώρα πρέπει να επανενταχθεί σε μια κοινωνία, για την οποία γνωρίζει ελάχιστα, πρέπει να αφήσει πίσω το παρελθόν και να διαμορφώσει μια νέα ταυτότητα, με νέους φίλους και μια νέα φιλενάδα. Δεν ξεφεύγεις όμως τόσο εύκολα από το παρελθόν. Θα καταφέρει ο Τζακ να λυτρωθεί από αυτό;

 Καταρχάς το εν λόγω φιλμ, λόγω σεναρίου (βασισμένο στο ομώνυμο πολυβραβευμένο μυθιστόρημα του βρετανού συγγραφέα Jonathan Trigell), επρόκειτο να γυριστεί για την τηλεόραση. Ωστόσο η οπτική του John Crowley (Intermission), που αφορά στην ουδέτερη προσέγγιση του παρελθόντος του πρωταγωνιστή, ώθησε τους παραγωγούς να το γυρίσουν για τη μεγάλη οθόνη. Και φυσικά, να δικαιωθούν από το αποτέλεσμα.

 Σε αυτήν λοιπόν τη low budget ταινία, με ύφος πλησίον του βρετανικού Free Cinema των '60s, θίγονται κυρίως τα ζητήματα της δεύτερης ευκαιρίας αλλά και της συγχώρεσης. Δεύτερη ευκαιρία σε έναν εγκληματία (εντός ή εκτός εισαγωγικών) να επανενταχθεί στην κοινωνία και συγχώρεση για το αμαρτωλό παρελθόν από τον κοινωνικό περίγυρο.
 Γράφω κυρίως, διότι ο Crowley ασχολείται και με τα αιμοβόρα ΜΜΕ στο ρόλο δικαστών-εισαγγελέων, με τις αδιάφορες μητέρες, την οικογενειακή εγκατάλειψη γενικά, τον εφηβικό και αγνό έρωτα, τις συμμορίες ανηλίκων, τη λεκτική, σωματική και σεξουαλική κακοποίηση, τα ναρκωτικά, την υποκρισία της κοινωνίας, την ευκολία με την οποία μικρά παιδιά προβαίνουν σε άνομες πράξεις, ακόμη και σε δολοφονία ζώων, τη μοναξιά, τη μετάνοια, την αναζήτηση νέας ταυτότητας και το θάψιμο του παρελθόντος, την εσωτερική κραυγή αγωνίας, το θάνατο...

 Η ιστορία ξεκινάει παρουσιάζοντας τον νεαρό Jack. Είναι το Αγόρι Α, μόνο που παλιά... δε λεγόταν Jack Barridge αλλά Eric Wilson. Ουσιαστικά του πήραν το όνομα για να του δώσουν τη ζωή...
 Στην ηλικία των 11 ετών διέπραξε μαζί με το φίλο του (ένα αντικοινωνικό, επιθετικό παιδί, θύμα σεξουαλικής κακοποίησης) ένα αποτρόπαιο έγκλημα (σκότωσαν ένα συνομήλικο κορίτσι), εξαιτίας του οποίου πέρασε τα προεφηβικά του χρόνια στη φυλακή, ενώ μόλις έχει αποφυλακιστεί, περίπου 15 χρόνια μετά και έφηβος πια και αυτό που θέλει είναι να ξανακερδίσει τη ζωή του, συμπληρώνοντας το κενό των χαμένων χρόνων. Όμως τα εμπόδια είναι πάρα πολλά, με αναγκαιότερο να διαγράψει την παλιά του ταυτότητα και να ξεκινήσει από το μηδέν, με άλλο όνομα. 
Έτσι τυχαία επιλέγει το Τζακ και με την πολύτιμη βοήθεια του Terry, κοινωνικού λειτουργού / δικαστικού επιμελητή προσπαθεί να ενσωματωθεί σε μια εντελώς αλλαγμένη κοινωνία.

 Σιγά σιγά, υπό τη σωστή καθοδήγηση του μέντορά του και την αρμόζουσα συμπεριφορά, ο έτσι κι αλλιώς συμπαθής, χαμηλών τόνων, καλοκάθαγος έφηβος θα ενσωματωθεί στην κοινωνία βρίσκοντας δουλειά, δημιουργώντας νέες φιλίες αλλά και ανακαλύπτοντας τον εφηβικό έρωτα, κάτι που δεν είχε την ευκαιρία να κάνει «τότε».

 Όμως γνωρίζει καλά ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποκρύψει για πάντα την παλιά του ταυτότητα και ώ, τι ειρωνεία, αυτό θα γίνει με αφορμή μια ηρωική πράξη. Όντας συνοδηγός στο φορτηγάκι του καλύτερού του φίλου και συναδέλφου, ο Τζακ ενστικτωδώς θα του φωνάξει να σταματήσει μόλις είδε ένα αυτοκίνητο εκτός πορείας κάπου μέσα στα χωράφια. Οι δυο τους θα τρέξουν και θα σώσουν εν τέλει ένα κοριτσάκι απεγκλωβίζοντάς το. Η ηρωική του πράξη θα γίνει γνωστή και δημοσιογράφοι θα εμφανιστούν στη δουλειά του για να του κάνουν αφιέρωμα. 
Οι ίδιοι δημοσιογράφοι που λίγο καιρό μετά θα ταυτοποιήσουν τον Τζακ με τον Έρικ και ουσιαστικά θα τον επαναφέρουν απότομα στην ωμή πραγματικότητα επιβεβαιώνοντας τους φόβους του, ότι δηλαδή δε θα μπορέσει ποτέ να «δραπετεύσει»...

 Ο Andrew Garfield (Λέοντες αντί Αμνών), στον πρώτο πρωταγωνιστικό ρόλο της καριέρας του, σε ηλικία μόλις 25 ετών, δίνει μία καθηλωτική ερμηνεία και αποτελεί έναν ισχυρό λόγο για να δει κανείς την ταινία. Η οποία ωστόσο έχει κι άλλα θετικά. Όπως αυτήν την ουδέτερη ματιά του σκηνοθέτη στο παρελθόν του Τζακ ή τον σταθερά αξιόλογο ερμηνευτικά Σκοτσέζο Peter Mullan αλλά και όλους τους δεύτερους ρόλους ή την έξοχη φωτογραφία και ακόμη, κάποια credits στο μοντάζ και ορισμένα ιδιαίτερα προσεγμένα πλάνα. 
Η αλήθεια βέβαια είναι ότι παρουσιάζει κενά στο σενάριο, με τον Κρόουλι να προσπαθεί μάταια να τα καλύψει με τα απανωτά flashbacks αλλά και μέσω μιας αναίτιας αγιοποίησης του ήρωα, κάτι που αποτελεί ένα (μεγάλο για πολλούς) μείον για μια θλιβερά όμορφη, σκληρή, έντονα συναισθηματική και αληθινά συγκινητική ταινία (ειδικά το φινάλε, όπου επιτέλους παρακολουθούμε την ψυχική κραυγή του ήρωα), που ναι μεν πραγματεύεται ένα γνώριμο και χιλιοειπωμένο θέμα, όμως είναι τόσο μα τόσο διαφορετική από κάθε άλλη ταινία του είδους.

 Τελικά δεύτερη ευκαιρία υπάρχει; Δυστυχώς, όχι! Όχι, εξαιτίας των προκαταλήψεων, των εισαγγελικών ΜΜΕ, των ανθρώπων που δεν έχουν μάθει να συγχωρούν αλλά αντίθετα ταμπελοποιούν εύκολα, των οπισθοδρομικών, υποκριτικών κοινωνιών.

 Το Boy A τιμήθηκε με βραβεία BAFTA για την ερμηνεία του Άντριου Γκάρφιλντ, τη σκηνοθεσία του Τζον Κρόουλι και το μοντάζ της Λουκία Ζουκέτι αλλά και με βραβείο Οικουμενικής Επιτροπής στο φεστιβάλ του Βερολίνου 2008.

 Βαθμολογία: 6,5/10

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Murder at the Gallop, George Pollock, 1963

 

 Η δεύτερη από τις συνολικά πέντε ταινίες με τη Miss Marple, δια χειρός George Pollock. Του 1963, βασισμένο φυσικά στη νουβέλα της Agatha Christie, με την απολαυστική Margaret Rutherford στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

 Η υπόθεση:
 Όταν ένας πλούσιος ηλικιωμένος άνδρας φαίνεται να έχει πεθάνει από φόβο εξ αιτίας μιας γάτας, τότε η Μις Μαρπλ υποπτεύεται έναν από τους τέσσερις συγγενείς του, όλους κληρονόμους της περιουσίας του...
 Ο άσημος σκηνοθέτης George Pollock έκανε μεγαλύτερη καριέρα ως βοηθός σκηνοθέτη, όμως τουλάχιστον μας χάρισε έναν από τους πλέον απολαυστικούς πρωταγωνιστικούς ρόλους, αυτόν της Miss Marple, υποδυόμενη έξοχα από την Margaret Rutherford, μέσα από μια σειρά πέντε ταινιών, βασισμένες στις νουβέλες της Agatha Christie
 Το Murder at the Gallop ήταν η δεύτερη χρονικά, εν έτει 1963, μετά το αρχικό Murder She Said, το 1961 και ακολουθούμενο από τα Murder Most Foul, Murder Ahoy, αμφότερα το 1964 και τέλος, το The Alphabet Murders, το 1965, όπου η Μις Μαρπλ θα συναντήσει τον... Ηρακλή Πουαρό, όμως αυτό δεν αρκεί για να γλιτώσει το φιλμ από μια ανεκτική μετριότητα και να το καταστήσει σίγουρα ως το λιγότερο καλό της σειράς.
 Εδώ λοιπόν, στο Μυστήριο των Τεσσάρων Κληρονόμων, όπως είναι ο ελληνικός τίτλος, μάλλον παρακολουθούμε το πιο ενδιαφέρον από τα πέντε φιλμ, κυρίως χάρη στο έξυπνο, καλογραμμένο σενάριο, από τον James P. Cavanagh. 
 Η Μις Μαρπλ έχοντας στο πλευρό της τον πιστό της φίλο κ. Στρίνγκερ θα βρεθεί τυχαία -όπως πάντα- στον τόπο του εγκλήματος. Στο σπίτι του κείτεται νεκρός ο ηλικιωμένος ζάπλουτος Έντερμπι. «Καρδιακή προσβολή» απεφάνθη ο ιατρός, όμως η... δαιμόνια γεροντοκόρη, που βρίσκει πολλές ασχολίες εξίσου ενδιαφέρουσες με το πλέξιμο, έχει τις αμφιβολίες της. Ναι μεν καρδιά σου λέει, όχι όμως ξαφνικά. Κάποιος προκάλεσε ηθελημένα το επεισόδιο. Κάποιος που πιθανώς είχε οφέλη από το θάνατο του γέρου. Πολύ πιθανό ένας εκ των τεσσάρων συγγενών του, όλοι κληρονόμοι της μεγάλης περιουσίας του...
 Οι κληρονόμοι θα συναντηθούν στο Gallop, όπου η οικογένεια διατηρεί ένα σπίτι για εξοχική κατοικία αλλά και ως χώρο μαθημάτων ιππασίας. Η Μαρπλ θα βρει τον τρόπο να μείνει μαζί τους ώστε να εξερευνήσει από κοντά τα κίνητρα των συγγενών και να επιβεβαιώσει τις υποψίες της αποκαλύπτοντας τον δολοφόνο του γερο Έντερμπι.
 Φωτογραφία, φωτισμοί και μουσική δένουν έξοχα, σε ένα τεχνικά άρτιο αποτέλεσμα. Η αστεία παρουσία της Μάργκαρετ Ράδερφορντ επιβεβαιώνεται εκ νέου, ενώ εξίσου απολαυστικός -όπως πάντα βέβαια- είναι ο ταλαντούχος Stringer Davis (ως κ. Στρίνγκερ) στο πλάι της αγέραστης ντετέκτιβ.
 Τέλος θα μπορούσε να γίνει λόγος για την πιο καλογραμμένη ιστορία με έντονη την αγωνία ως προς την έκβασή της μέχρι την επίλυση του μυστηρίου. Κάτι βέβαια που είναι δεδομένο όταν μιλάμε για Άγκαθα Κρίστι, όμως θεωρώ πως εδώ γίνεται ακόμη εντονότερο.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Hangmen Also Die!, Fritz Lang, 1943

 

 Ένα κλασικό φιλμ νουάρ και μία από τις κορυφαίες αντιναζιστικές ταινίες της ιστορίας. Με τις υπογραφές δύο σπουδαίων προσωπικοτήτων της Τέχνης, των Bertolt Brecht και Fritz Lang. Του 1943, σε σενάριο Brecht, Lang αλλά και John Wexley, σκηνοθεσία Fritz Lang, με τους: Brian Donlevy, Walter Brennan, Hans Heinrich von Twardowski, Anna Lee, Nana Bryant, Gene Lockhart, Margaret Wycherly.

 Υπόθεση:
 Στις 27 Μαΐου του 1942, ο ναζί διοικητής Βοημίας και Μοράβιας πέφτει νεκρός από σφαίρα της αντίστασης. Ο δολοφόνος βρίσκει βοήθεια από Τσέχους, οι οποίοι κινδυνεύουν άμεσα από θάνατο. Ο κλοιός σφίγγει... 

 Κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής της Τσεχοσλοβακίας ο χειρουργός Δρ. Franticek Svoboda (Brian Donlevy), ένας Τσέχος πατριώτης, δολοφονεί τον άγριο “Δήμιο της Ευρώπης” Reichsprotektor Reinhard Heydrich (Hans Heinrich von Twardowski) και τραυματίζεται κατά τη διάρκεια. Στην προσπάθειά του να διαφύγει λαμβάνει βοήθεια από ένα Καθηγητή Ιστορίας τον Stephen Novotny (Walter Brennan), ο οποίος παρακολουθείται από τους Ναζί και την κόρη του Mascha (Anna Lee). Ως αντίποινα για τη δολοφονία ο αρθρογράφος Emil Czaka (Gene Lockhart) κι ένας ζυθοποιός βοηθούν τις διαδικασίες για την εκτέλεση 400 πολιτών της Πράγας, συμπεριλαμβανομένου του Καθηγητή Novotny, αν δεν αποκαλυφθεί ο δολοφόνος. Μέσα από μία σύνθετη αλληλουχία γεγονότων, η Αντίσταση καταφέρνει να παγιδέψει και να υποδείξει τον Czaka ως τον δολοφόνο, αλλά όχι πριν οι Ναζί εκτελέσουν πολλούς ομήρους.

 Ο ίδιος ο Fritz Lang, αυτός ο σπουδαίος κινηματογραφιστής (Destiny, Metropolis, M, Fury, You Only Live Once, Scarlet Street), θεωρεί αυτό εδώ το φιλμ «Και οι Δήμιοι Πεθαίνουν», ως την πλέον ικανοποιητική δουλειά του στο Χόλιγουντ, μαζί με την αριστουργηματική Μεγάλη Κάψα, δέκα χρόνια μετά.
 Κάτι τέτοιο βέβαια έγκειται στην προσωπική άποψη και αισθητική του θεατή, όμως σκεφτείτε: Γυρίζει μια ταινία για τους Ναζί εν έτει 1943, πριν δηλαδή παύσει η παράνοια του ΒΠΠ'. Αναφέρεται σε ένα αληθινό πολεμικό γεγονός, που συνέβη μόλις λίγους μήνες πριν τα γυρίσματα, τα οποία με τη σειρά τους ολοκληρώθηκαν ταχύτατα, ενώ τέλος, ο Αυστριακός δημιουργός και του γερμανικού εξπρεσιονισμού (μαζί με τον F.W. Murnau, φυσικά) «ντύνει» την ιστορία του με ένα εντυπωσιακό νουάρ πέπλο.

 Κι όμως, από τα απίστευτα που όμως συμβαίνουν, το Hangmen Also Die! είναι από τις λιγότερο γνωστές ταινίες του Lang... 

 Από το σημείο λοιπόν (δολοφονία του Reinhard Heydrich) που ο Lang (μαζί βέβαια με τον Brecht) σκαρφίστηκαν το στόρι της ταινίας, ξεκίνησαν από την Αμερική να ερευνούν τα αίτια του θανάτου. Ωστόσο δυσκολεύονταν αισθητά, καθώς ναι μεν συγκέντρωναν διάφορες «μαρτυρίες», όμως δεν μπορούσαν να διασταυρώσουν τις πηγές των και μη θέλοντας να παραχαράξουν την ιστορία στράφηκαν στην πανέξυπνη ιδέα της δημιουργίας μιας αντιναζιστικής ή αν θέλετε ακόμη καλύτερα, μιας αντιστασιακής ταινίας με κεντρικό θέμα την ανεύρεση των αιτίων της δολοφονίας του «Προστάτη του Γ' Ράιχ», διοικητή της Βοημίας και Μοράβιας, νυν Τσεχίας, ενός εκ των πιο αδίστακτων Ναζί, «άνθρωπο» χάρη στην αγριότητα του οποίου ο Χίτλερ είχε προσδώσει το χαρακτηρισμό «Σιδηρά Καρδιά»...

 Κάπου εκεί το δαιμόνιο δίδυμο Brecht-Lang, προκειμένου να κερδίσει και τους τελευταίους θεατές τοποθέτησε το χαρακτήρα της Mascha, κοπέλας που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας, αφού είναι εκείνη που βοηθάει και μάλιστα δύο φορές τον κύριο καταζητούμενο για τη δολοφονία του «Δήμιου» (έναν χειρουργό, επίσης σεναριακή επινόηση, που φυσικά κλείνει το μάτι στις θυσίες που απαιτεί η Ελευθερία -ένας γιατρός δηλαδή διαπράττει φόνο-), ενώ παράλληλα αγωνιά για την τύχη του πατέρα της Novotny, Καθηγητή Ιστορίας και πρώην αντιστασιακού, ο οποίος μαζί με εκατοντάδες άλλους Τσέχους συλλαμβάνεται από τους Ναζί, οι οποίοι για να τους αφήσουν ελεύθερους ζητούν ως αντάλλαγμα από την Αντίσταση ένα εξιλαστήριο θύμα, τον δολοφόνο δηλαδή του «Προστάτη». 
 Τότε, ο περήφανος τσεχικός λαός, αν και θα ανταμώσει με τα όρια του εθνικού διχασμού, εντούτοις θα παραμείνει ενωμένος στήνοντας παγίδα στον Czaka, προδότη των Τσέχων και πιστό σκυλί των Γερμανών. Βέβαια η απανθρωπιά των Ναζί γνωστή. Δε χάνουν χρόνο, δεν κάνουν χάρες, δεν αναστέλλουν παρά εντείνουν τις εκτελέσεις, με αποτέλεσμα να θανατωθούν πολλοί αθώοι έως ότου παραδοθεί από τους Τσέχους ο «δολοφόνος».

 Η έντονη αγωνία μέχρι το φινάλε καθιστά το φιλμ ως ένα καλογυρισμένο θρίλερ, ενώ με βάση την επιτηδευμένη στόχευση σε Ναζί-καρικατούρες αλλά και την παρουσίαση των κτηνωδιών της φασιστικής Γερμανίας, σαφώς γίνεται λόγος για την πλέον πολιτική ταινία στην πλουσιότατη φιλμογραφία του Λανγκ, οπωσδήποτε για μία από τις κορυφαίες αντιναζιστικές και ακόμη περισσότερο μέσα στις σημαντικότερες αντιστασιακές, γενικά. Το μοναδικό αρνητικό σε αυτό το υπέροχο ασπρόμαυρο νουάρ προπαγανδιστικό αντιφασιστικό μανιφέστο, η αχρείαστα μεγάλη διάρκεια, που ξεπερνάει τις δύο ώρες.

 Η ταινία το 1944 προτάθηκε για Oscar Καλύτερου Ήχου και Καλύτερης Μουσικής. 

 Βαθμολογία: 8/10

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

The Hunt (Jagten), Thomas Vinterberg, 2012

 

 Ο Thomas Vinterberg επιστρέφει δύο χρόνια μετά το αξιόλογο -αν και σχεδόν άγνωστο- Submarino και 14 ολόκληρα ~ μετά το αριστουργηματικό Festen χαρίζοντάς μας μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Το «Κυνήγι» είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ, το οποίο εξετάζει ρεαλιστικά ηθικά ζητήματα που πηγάζουν από ένα παιδικό ψέμα, το οποίο με τη σειρά του επιφέρει λαϊκά δικαστήρια, την «καταδίκη» ενός αθώου αλλά και τη ρετσινιά, στοιχεία που επιφέρει ένας κοινωνικός φασισμός.
Σε σενάριο Tobias Lindholm, Thomas Vinterberg, σκηνοθεσία Thomas Vinterberg, με τους: Mads Mikkelsen, Thomas Bo Larsen, Alexandra Rapaport.

 Η υπόθεση:
 Ο Λούκας είναι ένας άνδρας μοναχικός, επικεντρωμένος στην προσπάθειά του να διεκδικήσει περισσότερο χρόνο με τον γιο του απ’ την πρώην σύζυγό του. Εργάζεται στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς του όπου τα παιδιά τον αγαπούν, τρελαίνονται να παίζουν με τον γιγαντόσωμο, ευγενικό άνδρα. Ιδιαίτερη αδυναμία του δείχνει και η μικρή κόρη του καλύτερου του φίλου, η εσωστρεφής και συγκρατημένη Κλάρα. Όταν μια μέρα θυμώνει μαζί του όμως, στο μυαλό της διευθύντριας μπαίνουν υποψίες για άσεμνη συμπεριφορά έως και ασέλγεια. Οι υποψίες γρήγορα γίνονται βεβαιότητα και το νέο φτάνει στα αυτιά των γονέων και ολόκληρης της κωμόπολης φέρνοντας τον Λούκας στη θέση του ένοχου με συνοπτικές διαδικασίες. Τότε, με μοναδικούς συμμάχους τον κουμπάρο και τον γιο του, θα προσπαθήσει να ανατρέψει αυτό που φαίνεται μη αντιστρέψιμο…

 Ο Lucas (ένας εκφραστικά εξαιρετικός Mads Mikkelsen, με βράβευση στις Κάνες) είναι ένας μοναχικός, φιλήσυχος άνδρας, που εργάζεται σε ένα βρεφονηπιακό σταθμό, όπου και είναι ιδιαίτερα αγαπητός από όλα τα παιδάκια. Εκείνο που τον απασχολεί έντονα είναι το πώς θα κερδίσει περισσότερο χρόνο με το γιο του, απ' την όχι ιδιαίτερα διαλλακτική πρώην σύζυγό του. Πάνω που θα τα καταφέρει, ένα «αθώο» ψέμα δείχνει περισσότερο από ικανό να του καταστρέψει τη ζωή.
 Ουσιαστικά όλα ξεκινούν από αυτό το ψέμα. Ένα παιδικό ψέμα, απόρροια καταπιεσμένων αναμνήσεων και τραυματικών γεγονότων της κόρης του καλύτερου φίλου του, Κλάρα, η οποία τρέφει ιδιαίτερα αισθήματα προς εκείνον (αυτή είναι και η ατυχία του), που εξαπλώνεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα σαν ιός στη μικρή δανέζικη πόλη και εξελίσσεται σε ένα σύγχρονο κυνήγι μαγισσών. Η αμφιβολία θα δώσει πολύ γρήγορα τη θέση της στη βεβαιότητα.
"Ένοχος ο «κατηγορούμενος»!" φωνάζει, μετά από υπόδειξη της διευθύντριας του νηπιαγωγείου, σύσσωμη η κλειστή, ταραγμένη η κοινωνία του ευρωπαϊκού βορρά, που είναι έτοιμη να λιντσάρει το εγκλωβισμένο, απομονωμένο, ανήμπορο να αντιδράσει και μοιρολατρικά αποδεχόμενο την τύχη του, θήραμά της.
 Γιατί κάπως έτσι «αντιστέκεται» ο Λούκας. Δε φωνάζει για το δίκιο του, δεν περνάει στην αντεπίθεση, δεν αναποδογυρίζει τον κόσμο προκειμένου να αποδείξει την αθωότητά του, δε ζητά νομική στήριξη (η συνολική μη αντίδραση ουσιαστικά του Λούκας μέγα φάουλ του Βίντερμπεργκ), παρά προσπαθεί να επανακτήσει τη χαμένη του αξιοπρέπεια βρίσκοντας στα πρόσωπα του κουμπάρου και του γιου του τους μοναδικούς συμμάχους. Μονάχα ξεσπάει στους άμεσα εμπλεκόμενους, τους γονείς δηλαδή του κοριτσιού που τον κατηγόρησε, ο πατέρας του οποίου τυγχάνει να είναι ο καλύτερός του φίλος...

 Επί δύο ώρες ο θεατής παρακολουθεί με αγωνία την προσπάθεια του αθώου πρωταγωνιστή και θύματος να γλιτώσει από τη συλλογική παράνοια των σε παροξυσμό «κυνηγών» συμπολιτών του, οι οποίοι σε ρόλο δικαστών τον καταδίκασαν ερήμην, βασισμένοι στην «εξομολόγηση» ενός μικρού κοριτσιού. Ενώ η κάμερα του Δανού κινηματογραφεί υποβλητικά προσδίδοντας -μαζί με την έξοχη φωτογραφία- μεγαλύτερη δόση έντασης και αγχωτικής ατμόσφαιρας. Και φυσικά, ο συμπάσχων θεατής ταυτίζεται με τον άτυχο και αδικημένο πρωταγωνιστή, εννοείται πως κατανοεί πλήρως το μικρό κορίτσι, τον κατά λάθος «θύτη» της ιστορίας, ενώ στρέφεται με οργή και αηδία κατά της μάζας. Παράλληλα βέβαια ο καθείς εξ ημών θα μπει και στη θέση του «κακού όχλου» προσπαθώντας να εκτιμήσει πως εκείνος θα αντιδρούσε απέναντι σε κάποιον κατηγορούμενο ως παιδεραστή για ασέλγεια επάνω σε ανήλικο παιδί.

 Εδώ στάθηκαν πολλοί «χρεώνοντας» ως αρνητικό της ταινίας την «υπερβολική» αντίδραση της μάζας ή την όχι ιδιαίτερη ψυχραιμία των κατά τα άλλα ψυχρών, ώριμων και δίκαιων Βορείων. Εμ, δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Σίγουρα θα μπορούσαν όλοι να μην είναι απόλυτοι και να έδιναν την ευκαιρία στον συμπολίτη τους αν μη τι άλλο να «απολογηθεί» πριν του κολλήσουν την στάμπα του παιδεραστή και τον απομονώσουν πλήρως από την κοινωνία βασισμένοι στη μαρτυρία ενός 5χρονου κοριτσιού, όμως από την άλλη πρόκειται για ένα ιδιαιτέρως ευαίσθητο ζήτημα, αυτός της ασέλγεια ανηλίκου που δεν αφήνει πολλά περιθώρια για ψύχραιμη στάση και αποστασιοποιημένη ματιά.
Για τον γράφοντα μάλιστα ο βιασμός ανηλίκου είναι χειρότερος κι από φόνο, επομένως προσωπικά μπορώ να κατανοήσω την αγανάκτηση και το θυμό, όχι όμως τα λαϊκά δικαστήρια και τη δημόσια διαπόμπευση.

 Όλα αυτά μέχρι το εκπληκτικό φινάλε, όπου στο καθιερωμένο ετήσιο κυνήγι που «οι άνδρες γίνονται παιδιά και τα παιδιά άνδρες», μέσα από μια σαφέστατη και εξαιρετική σκηνή, ο Κυνηγός γίνεται θήραμα. Θύτης αυτήν τη φορά; Μια ολόκληρη κοινωνία...

 Ιδιαίτερη αξία έχει η σημείωση του Thomas Vinterberg, σχετικά με το πώς συνέλαβε την ιδέα για να γυρίσει το Κυνήγι: 
 "Μια χειμωνιάτικη βραδιά το 1999, κάποιος χτύπησε την πόρτα μου. Ένας περίφημος Δανός παιδοψυχολόγος, στεκόταν με κάποια έγγραφα στα χέρια του παραληρώντας για τα παιδιά και τις φαντασιώσεις τους. Μίλαγε για έννοιες όπως «καταπιεσμένες αναμνήσεις», και ακόμη πιο ανησυχητικά για τη θεωρία του ότι «πίστευε ότι είναι ιός». Δεν τον άφησα να μπει. Δε διάβασα τα χαρτιά. Πήγα για ύπνο. Δέκα χρόνια αργότερα χρειάστηκα ψυχολόγο. Του τηλεφώνησα, και κάπως σαν καθυστερημένη πράξη ευγένειας, διάβασα τα έγγραφα. Σοκαρίστηκα. Μαγεύτηκα. Ένοιωσα ότι υπήρχε μια ιστορία που έπρεπε να ειπωθεί. Μια ιστορία ενός σύγχρονου κυνηγιού μαγισσών. Το Κυνήγι είναι το αποτέλεσμα αυτής της ανάγνωσης." Τόμας Βίντερμπεργκ.

 Βαθμολογία: 8/10

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Simon del Desierto, Luis Bunuel, 1965

 

 Έχοντας ήδη ένα πλούσιο ιστορικό σημαντικών ταινιών (An Andalusian Dog, The Golden Age, Nazarin, Viridiana, The Exterminating Angel) πίσω του, ο σπουδαίος εκφραστής του Σουρρεαλισμού, Luis Bunuel, σκηνοθετεί εν έτει 1965 μία εξαιρετική σάτιρα, βασισμένος στην ιστορία του Συμεών του Στυλίτη. 

 Η υπόθεση:
 4ος αιώνας μ.Χ. Ο Σιμών θέλει να πλησιάσει τον Θεό κι ανεβαίνει πάνω σε έναν στύλο. Ο Διάβολος προσπαθεί να τον κάνει να κατέβει και με διάφορες φορές προσπαθεί να τον αποπλανήσει. Αφού αποτυγχάνει συνεχώς, βρίσκει τρόπο να τον μεταφέρει σε ένα κλαμπ του Λονδίνου των 1960

 Με βάση μια ιστορία, του Συμεών του Στυλίτη, ενός ασκητή του 5ου αιώνα από τη Συρία, ο οποίος πέρασε 37 χρόνια από τη ζωή του πάνω σε μια κολόνα, για να βρίσκεται πιο κοντά στο θεό(!), ο δαιμόνιος Λουίς Μπουνουέλ μέσα από μία μεσαίου μήκους ταινία (45') κάνει μια έξοχη θρησκευτική σάτιρα, όπου με το δικό του μοναδικά εύστοχο, υπόγεια καυστικό, ανελέητα επιθετικό στιλ ασκεί δριμεία κριτική στην «αγιοσύνη», στα «θαύματα», στη χριστιανοσύνη γενικά, ενώ σφραγίζει την τρίτη συνεργασία του με τους πρωταγωνιστές Claudio Brook, Silvia Pinal αλλά και το σύζυγο της τελευταίας και παραγωγό Gustavo Alatriste.

 Ο Σιμών λοιπόν, γιος του Συμεών του Στυλίτη, έχει ζήσει επί 6 χρόνια, 6 βδομάδες και 6 μέρες πάνω σε μία κολόνα, ώστε να «έρθει πιο κοντά στο Θεό», ενώ παράλληλα έχει ως μοναδική ασχολία την προσευχή με σκοπό την πνευματική αγνότητα. Από κάτω ένα σωρό ιερείς αλλά και πιστοί τον εξυμνούν και «διδάσκονται» από την αγαθοσύνη και την πίστη του. Ακόμη η μητέρα του του μιλάει συχνά αδυνατώντας να δεχτεί το δρόμο που τράβηξε ο γιος της, ενώ τέλος, ο Σατανάς με τη μορφή μιας γυναίκας τον επισκέπτεται τρεις φορές προσπαθώντας να τον πείσει να κατέβει στη Γη. Μετά από ανεπιτυχείς προσπάθειες, θα τον πάρει με το ζόρι και θα εξαφανιστούν... εμφανιζόμενοι λίγο αργότερα σε ένα... nightclub, όπου ροκ συγκρότημα παίζει instrumental και οι θασιώτες χορεύουν έξαλλα τον τελευταίας μόδας χορό. Ο Σιμών, εμφανώς «παρασυρόμενος» υποκρίνεται ότι θέλει να επιστρέψει σπίτι, όμως ο Σατανάς του απαντάει πως αυτό δεν είναι εφικτό.

 Η ταινία κέρδισε το βραβείο FIPRESCI στο φεστιβάλ Βενετίας του 1965, καθώς και το Ειδικό βραβείο της Επιτροπής, ενώ ήταν υποψήφια για το Χρυσό Λιοντάρι.

 Βαθμολογία: 8/10

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

The Bow, Kim Ki-duk, 2005

 

 Λίγο καιρό μετά τα αριστουργηματικά "Spring, Summer, Fall, Winter... and Spring" "3-Iron", με ενδιάμεσα το "Samaritan Girl" ο σπουδαίος νοτιοκορεάτης σκηνοθέτης Kim Ki-duk μας χαρίζει, εν έτει 2005, ακόμη μία ενδιαφέρουσα ταινία, το «Τόξο» (Hwal). Σε σενάριο και σκηνοθεσία Kim Ki-duk, με τους: Yeo-reum Han, Si-jeok Seo, Gook-hwan Jeon, Seong-hwang Jeon.

 Η υπόθεση:
 Δέκα χρόνια μακριά από τον πολιτισμό, πάνω σε μια αγκυροβολημένη μαούνα, στην ανοιχτή θάλασσα, την οποία χρησιμοποιούν οι ερασιτέχνες ψαράδες, βρίσκεται η νεαρή κοπέλα, που ο ηλικιωμένος βαρκάρης περιμάζεψε από την ηλικία των έξι ετών. Όμορφη και συνάμα φιλική με τους κατά καιρούς επισκέπτες του σαπισμένου από την πολυκαιρία σκαριού, έχει εξάψει πολλές φορές την ερωτική τους διάθεση, που όμως σβήνει πάντοτε μπρος στις απειλητικές διαθέσεις του γερο-καπετάνιου, όταν τους σημαδεύει με το αυτοσχέδιο τόξο του. Η μέρα της ενηλικίωσης της μικρής όμως πλησιάζει, μαζί με την στιγμή που ο μαουνιέρης έχει υποσχεθεί πως θα την κάνει γυναίκα του... 

 Στη μέση του πουθενά ή τέλος πάντων της απέραντης θάλασσας σαν... σταγόνα στον ωκεανό βρίσκεται αγκυροβολημένο ένα καΐκι, το οποίο φιλοξενεί το παράξενο ζευγάρι της ταινίας. Δηλαδή έναν 60χρονο άνδρα και ένα 16χρονο κορίτσι, που ζουν μαζί τα τελευταία δέκα χρόνια, από την ημέρα που ο ηλικιωμένος πια βαρκάρης περιμάζεψε το έξη ετών τότε νεαρό κορίτσι. Και που ο οποίος, όντας παθολογικά ερωτευμένος μαζί της περιμένει να γίνει 17 ετών ώστε να μπορεί πλέον να την παντρευτεί. Το καΐκι επισκέπτονται συχνά διάφοροι ψαράδες, οι οποίοι το νοικιάζουν, ενώ παράλληλα απολαμβάνουν την ευγενική φιλοξενία της κοπέλας, την οποία, όπως φαντάζει λογικό, πολιορκούν ερωτικά. Όμως κάθε φορά έρχονται αντιμέτωποι με το... τόξο του γέρου, ο οποίος τους κρατάει μακρυά ενώ ο τελευταίος δεν... κρατιέται έως ότου μπορέσει να πραγματοποιήσει το όνειρό του μέχρι την πραγμάτωση του οποίου φροντίζει, περιποιείται στο έπακρο τη νεαρή σύντροφό του. Στο οποίο όμως θα μπουν, καθώς φαίνεται, ανυπέρβλητα εμπόδια με τον ερχομό στο καΐκι ενός νεαρού...

 Μια ταινία γεμάτη λυρισμό και συμβολισμούς. Από τον ίδιο τον τίτλο (το αγγλικό Bow σημαίνει πέρα από Τόξο και Πλώρη) και τους πρωταγωνιστές δίχως ονόματα (οι ίδιοι αποτελούν σύμβολα του έργου) μέχρι το τόξο πότε σαν όπλο, πότε σα μουσικό όργανο και άλλοτε ως μαντικό εργαλείο, τη βάρκα ως καθρέφτη και το νερό, το οποίο φυσικό διαδραματίζει καθαρτήριο ρόλο και τα διάχυτα ζητήματα που θίγει ο Νοτιοκορεάτης γύρω από τη θρησκεία, τη ζωή, τον έρωτα, τη ζήλια, το αίσθημα ιδιοκτησίας, τα γηρατειά, τη νιότη, την προσωπική ελευθερία και τέλος, την ίδια την Κορέα, η οποία καθρεφτίζεται στο πρόσωπο της νεαρής κοπέλας, έρμαιο των παραδόσεων και της ιστορίας.

 Όλα αυτά δοσμένα με απαράμιλλη τεχνική, από το ιδιαίτερο στιλ του Κιμ Κι-ντουκ, με υπέροχα πλάνα, λυρισμό και πανέμορφες εικόνες (εδώ φυσικά βοηθάει πολύ η φύση, το νερό κι ο ήλιος) όπου η εικαστική πανδαισία του Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας... και Άνοιξη συναντάει το πάθος και τη δυναμική του 3-Iron και βεβαίως οικονομία στους διαλόγους, η αισθητή απουσία των οποίων εξυπηρετεί στο έπακρο τη μετάδοση των μηνυμάτων αυτού του ιδιαίτερου νοτιοκορεάτη δημιουργού. Οπωσδήποτε να σημειωθούν οι έξοχες ερμηνείες και ιδιαίτερα της κοπέλας, που είναι έντονα εκφραστική.

 Ακόμη, την εμφάνισή τους κάνουν όλα τα γνώριμα μοτίβα και οι εμμονές του Νοτιοκορεάτη, σε ένα φιλμ που επαναλαμβάνεται συχνά αποτελώντας το μοναδικό αρνητικό του σημείο, καθώς με την εκκωφαντική σιωπή, τη λιτότητα και την ποίησή του δεν μπορεί παρά να σε καθηλώσει και να αφήσει τις αισθήσεις σου να ταξιδέψουν...

 Προσωπικά δε συγκαταλέγω το Τόξο ανάμεσα στα αριστουργήματα του Kim Ki-duk, όμως είναι ακόμη μια βαθιά ποιητική ταινία, ένας υπέροχος πίνακας ζωγραφικής του Νοτιοκορεάτη, μία ιχνογραφία που ακροβατεί μεταξύ μύθου και αλληγορίας.

 Βαθμολογία: 7/10

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Antoine et Colette, Francois Truffaut, 1962

 

 Ο έρωτας στα χρόνια της εφηβείας... ανά τον κόσμο μέσα από μία διεθνή, πολυγλωσσική συνεργασία διάφορων δημιουργών. Εδώ, ο Francois Truffaut, «ανοίγει» το σετ των ιστοριών του σπονδυλωτού “L'amour à vingt ans” («Έρωτας στα Είκοσι») με το μεγαλύτερης διάρκειας φιλμάκι (32') ακολουθώντας το alter ego του, Antoine Doinel (Jean-Pierre Leaud) από τα «400 Χτυπήματα» και τις νεανικές περιπέτειες στον εφηβικό έρωτα.

 Η υπόθεση, γνωστή: Η ιστορία ενός δεκαεφτάχρονου ο οποίος ερωτεύεται παράφορα μια κοπέλα, που την είδε σε μια συναυλία.

 Η Γαλλία, η Ιταλία, η Πολωνία, η Δυτική Γερμανία, αλλά και η Ιαπωνία εκπροσωπούνται από τους Francois Truffaut, Renzo Rossellini, Andrzej Wajda, Marcel Ophuls και Shintaro Ishihara, αντίστοιχα και μας παρουσιάζουν διάφορες οπτικές του εφηβικού έρωτα, με κάθε συναίσθημα χαρμολύπης και κάθε ευτυχή ή μη κατάληξη, που αυτός επιφέρει.

 Πρωταγωνιστής ο Antoine Doinel, κινηματογραφικός ήρωας και alter ego του Φρανσουά Τρυφό, ο οποίος παρακολούθησε κινηματογραφικά τον άνθρωπο που τον υποδύθηκε, Jean-Pierre Leaud καθόλη τη νεανική, προεφηβική και εφηβική ηλικία του, μέσα από συνολικά πέντε φιλμ. 
 Το πρώτο ήταν, φυσικά, τα «400 Χτυπήματα», ένα φιλμ πανέμορφο, τρυφερό και ημιαυτογραφικό του σπουδαίου σκηνοθέτη, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του "ηγέτη" του γαλλικού νέου κύματος, το 1959.
 Ακολούθησε αυτό εδώ τρία χρόνια αργότερα, πριν από τα Baisers volés (1968), Domicile conjugal (1970) και L'amour en fuite (1979), που έκλεισαν την 5άδα.

 Ο Antoine Doinel λοιπόν, εδώ, είναι ένας 17χρονος πιτσιρικάς, ο οποίος ζει μόνος του, καθώς θεωρεί αρκετά σημαντική την ανεξαρτησία του και το να καταφέρνει να κερδίζει από μόνος του τα προς το ζην, δίχως την παραμικρή βοήθεια και την στήριξη άλλων. Αυτό το πετυχαίνει δουλεύοντας σε ένα εργοστάσιο παραγωγής δίσκων βινυλίου. 
 Ακούγοντας τις αγαπημένες του όπερες και γενικά, κλασική μουσική στο πικ απ και περνώντας τον ελεύθερο χρόνο του πότε με τον φίλο του René (τον παιδικό του φίλο στα 400 Χτυπήματα) και πότε σε κινηματογραφικές αίθουσες, μουσικά κοντσέρτα και συναυλίες, ο Αντουάν θα γνωρίσει την Κολέτ (Marie-France Pisier), μια μικροαστή, σχεδόν συνομήλικη κοπέλα την οποία μεμιάς θα ερωτευθεί. Θα κάνει τα πάντα για να ευχαριστεί την ίδια και τους γονείς της. Εκείνη όμως δεν τον βλέπει καθόλου ερωτικά, αντίθετα δείχνει να απολαμβάνει τη φιλία που έχει χτιστεί μεταξύ των γύρω από συζητήσεις, ως επί το πλείστον μουσικού ενδιαφέροντος.

 Ο Αντουάν αδυνατεί ή δε θέλει να αποδεχθεί τις φιλικές προθέσεις της Κολέτ εντείνοντας την ερωτική προσέγγιση έως ότου προσγειωθεί απότομα με την απόρριψη, όταν, σε ένα από τα τραπέζια που του κάνει συχνά η οικογένεια, η Κολέτ θα καλέσει το νέο της φίλο, με τον οποίο θα φύγει μαζί για βραδινή έξοδο, μπροστά στα έκπληκτα μάτια τόσο του Αντουάν όσο και των γονιών της, που σε όλο το διάστημα της γνωριμίας των είναι φιλικοί και ευχάριστοι απέναντί του, ενώ δείχνουν ότι θα ήθελαν να γίνει κάτι μεταξύ των παιδιών.

 Μία ιδιαίτερα όμορφη ματιά του Τρυφό πάνω στον δίχως ανταπόκριση εφηβικό έρωτα.

 Όσο για το “L'amour à vingt ans” συνολικά, που ήταν υποψήφιο για τη Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ του Βερολίνου (1962), για την ιστορία στο φιλμάκι του Rossellini μια σκληρή ερωμένη θέλει τον εραστή της δεμένο με σκοινί. Σε εκείνο του Wajda ένας στρατιώτης γίνεται ήρωας και κερδίζει τον θαυμασμό μιας γυναίκας. Σε αυτό του Ophuls ένας δημοσιογράφος αναγκάζεται να κάνει οικογένεια μετά από ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη και τέλος, στου Ishihara ένας εργάτης γίνεται δολοφόνος γυναικών.

 Βαθμολογία: 6,5/10

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

No, Pablo Larraín, 2012

 

 Η νέα ταινία του Pablo Larraín (Post Mortem) είναι ένα μάθημα πολιτικής ιστορίας αλλά και μία σάτιρα πάνω στη χρήση του marketing και της διαφήμισης, ως μέσα χειραγώγησης. Σε σενάριο, σκηνοθεσία Pablo Larraín, με τους: Gael García Bernal, Alfredo Castro, Antonia Zegers, Alejandro Goic, Ricardo, Luis Gnecco, Néstor Cantillana.

 Η υπόθεση:
 Το 1988, όταν ο Πινοσέτ ετοιμάζεται για το δημοψήφισμα που θα καθορίσει την προεδρία του στη Χιλή, η αντιπολίτευση αναθέτει σ' ένα νεαρό μαρκετίστα την καμπάνια της.
 O Gael Garcia Bernal υποδύεται έναν παράτολμο νέο, στέλεχος μιας διαφημιστικής εταιρίας που ηγείται της εκστρατείας ‘ΝΟ', εναντίον του Πινοσέτ. Δεκαπέντε χρόνια μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους καθεστωτικούς ο René Saavedra παράλληλα με την δική του μάχη στην προσωπική του ζωή, επιστρατεύει τους πιο δυνατούς όρους μάρκετινγκ και με τη βοήθεια των ακτιβιστών της αντιπολίτευσης καταστρώνουν ένα σχέδιο κι έχουν 27 ημέρες για να το εκτελέσουν σωστά, να υπερισχύσουν στο δημοψήφισμα και να απελευθερώσουν την χώρα τους.
 

 Ο Πάμπλο Λαραΐν, που έγινε γνωστός στη χώρα μας όσο και διεθνώς με το Post Mortem, εδώ, με την 4η μεγάλου μήκους ταινία του, εξετάζει την πολιτική ανατροπή του δικτάτορα Αουγκούστο Πινοσέτ στη Χιλή του 1988, εστιάζοντας σε ένα «απίθανο» γεγονός, όπως είναι αυτό της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, τα οποία στάθηκαν αρωγοί στον αγώνα για την ανατροπή του διδακτορικού καθεστώτος!

 Εμμέσως λοιπόν ο Χιλιανός στήνει μία σάτιρα γύρω από το χώρο της διαφήμισης και πώς αυτή μπορεί να επηρεάζει την κοινή γνώμη και να διαμορφώνει καταστάσεις, ακόμη και, όπως βεβαίως συνέβη στην πραγματικότητα, να καταφέρει, μέσω ενός χαζού jingle, να γκρεμίσει μια δικτατορία και μάλιστα από τις πλέον στυγερές στην ιστορία του 20ού αιώνα...

 Βρισκόμαστε στα 1988. Δεκαπέντε χρόνια μετά το πραξικόπημα κατά του Σαλβαδόρ Αγιέντε (από τη CIA και τον Κίσινγκερ επί προεδρίας Νίξον) και τη δολοφονία του πρώην μαρξιστή Προέδρου (και μαζί χιλιάδων Χιλιανών), άπαντες στη Χιλή είναι δυσαρεστημένοι με την πολιτική Πινοσέτ, ακόμη και οι ίδιοι οι υποστηρικτές του. 
 Αποτέλεσμα της γενικής δυσαρέσκειας αλλά και των πιέσεων από το εξωτερικό, είναι το επιτελείο συμβούλων του δικτάτορα να θέσει ένα δημοψήφισμα, στο οποίο ο λαός θα ερωτάται εάν επιθυμεί ή όχι να συνεχίσει η Χιλή με τον Πινοσέτ στο τιμόνι της διακυβέρνησης για ακόμη οχτώ χρόνια.

 Φυσικά, το δημοψήφισμα είναι «στημένο», καθοδηγώντας έτσι το λαό με ψευτοδιλήμματα να «σφραγίσει» την παραμονή του δικτάτορα στον προεδρικό θώκο, για το «καλό» και την «ασφάλεια» της χώρας. Την υποστηρικτική καμπάνια του «ΝΑΙ» αναλαμβάνει το δεξί χέρι του δικτάτορα, Λούτσο Γκάζμαν.

 Τότε, η αντιπολίτευση με επικεφαλής τον Ρενέ Σααβέδρα, ένα θαρραλέο πιτσιρικά, με αμερικανικές ρίζες, φιλόδοξο μαρκετίστα, έμπειρο στο χώρο της διαφήμισης, θα στήσει με πυρετώδεις ρυθμούς μια καμπάνια με κεντρικό φυσικά σύνθημα «ΟΧΙ», ενώ οι αντικαθεστωτικοί μαζί με τη βοήθεια ακτιβιστών θα έχουν μπροστά τους 27 μέρες και 15' καθημερινά, για να πείσουν το χιλιανό λαό για τις φρικαλεότητες του Πινοσέτ, να κερδίσουν τις εκλογές και να οδηγήσουν οι ίδιοι τη Χιλή στην επόμενη μέρα, ελεύθερη.

 Μια μεγάλη μάχη θα ξεσπάσει. Το αστείο; Όχι σε πολιτικό επίπεδο, το οποίο περνάει δεν περνάει καν σε δεύτερη μοίρα, εξαφανίζεται από το παιχνίδι των εντυπώσεων. Γιατί ως τέτοιο θα εξελιχθεί το δημοψήφισμα. Οι δυο πλευρές θα αφήσουν στην άκρη πολιτικοϊδεολογικές πεποιθήσεις και θα «μιλήσουν» στο μυαλό και την καρδιά των πολιτών, χτυπώντας τον αντίπαλο κάτω απ' τη μέση τόσο με την προπαγάνδα όσο και με διάφορα τρικς που τους προσφέρει η χρήση των μίντια.

 Κι ο Λαραΐν, που ήταν μόλις 12 ετών τη χρονιά του δημοψηφίσματος, αναβιώνει ρεαλιστικά τη σκοτεινότερη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της πατρίδας του, υπό το πρίσμα της σάτιρας γύρω από το μάρκετινγκ, τη διαφήμιση και την τηλεόραση, ως μέσα χειραγώγησης των μαζών και προπαγάνδας.

 Ωστόσο ο Χιλιανός κατηγορήθηκε από τους μετέχοντες στην καμπάνια NO συμπατριώτες του, οι οποίοι, μόλις είδαν την ταινία διαμαρτυρήθηκαν στον σκηνοθέτη για την «ήπια αναπαράσταση» των σκληρών πολιτικών αναταραχών. 
 Εντάξει, πιθανώς δεν έχουν άδικο, άλλωστε μόνον εκείνοι αντιμετώπισαν τη φρίκη του δικτάτορα Πινοσέτ όντας μάρτυρες γεγονότων που κανείς δε θα μάθει ποτέ, όμως από την άλλη πλευρά ο Λαραΐν ήταν έντιμος ως προς τις προθέσεις του. Ο ταλαντούχος σκηνοθέτης είχε δηλώσει πως αυτό που ήθελε ήταν να αναβιώσει τις μαύρες πολιτικές στιγμές της Χιλής του Πινοσέτ, χωρίς όμως να κάνει ακόμη μία αντιστασιακή ταινία, αλλά εστιάζοντας σε μία τόσο σημαντική και καθοριστική αν και άγνωστη περίοδο της χιλιανής δικτατορίας. Αυτές δηλαδή τις 27 μέρες, κατά τις οποίες οργανώθηκε, προωθήθηκε και εν τέλει διαδραμάτισε καίριο ρόλο στην ανατροπή του δικτάτορα, μία αντικαθεστωτική καμπάνια.

 Για να παραδώσει τελικά ένα ολοκληρωμένο μάθημα πολιτικής ιστορίας, μακρυά από αντίστοιχες επιτηδευμένες προσπάθειες (Σπίλμπεργκ-Λίνκολν) και αποσπώντας εξίσου ρεαλιστικές ερμηνείες (προεξάρχοντος του Μπερνάλ) να μας χαρίσει -μαζί με το Amour του Haneke- την καλύτερη ξενόγλωσση ταινία της σεζόν και γενικά, μία από τις καλύτερες πολιτικές (και όχι μόνο) ταινίες των τελευταίων χρόνων.  

 Συμμετοχές και βραβεία:
 - Μέσα στις 5 υποψήφιες ταινίες για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας 2013.
 - Βραβείο Κοινού στο 53ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
 - Η ταινία προβλήθηκε στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών στο Φεστιβάλ Καννών 2012 και απέσπασε το C.I.C.A.E. Award.
 - Βραβείο Κοινού Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Σάο Πάολο. 

 Βαθμολογία: 8/10