banner

image

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

L' Apollonide (Souvenirs de la Maison Close), Bertrand Bonello, 2011

 

  «Οίκος Ανοχής», "House of Tolerance", "L' Apollonide (Souvenirs de la Maison Close) ή πιο απλά "L' Apollonide", η νέα ταινία του Bertrand Bonello (των μέτριων Le pornographe, Tiresia), σε σενάριο και σκηνοθεσία Bertrand Bonello. Παίζουν: Hafsia Herzi, Celine Sallette, Jasmine Trinca, Adele Haenel, Xavier Beauvois.

 Η υπόθεση:
 Στις αρχές του 20ού αιώνα, ένας οίκος ανοχής του Παρισιού ζει τις τελευταίες μέρες της ιστορίας του. Στον μικρόκοσμό του, σαν σε όνειρο, κάτω από τα ακριβά σατέν και τη ζωηρή μουσική, μπορεί κάποιες φορές να κρύβεται ένας μοιραίος έρωτας, μία ανίατη ασθένεια ή και μία επικίνδυνη διαστροφή. Ένα σκοτεινό πάρτι, όπου κάποιοι άνδρες ερωτεύονται κι άλλοι γίνονται επικίνδυνα βίαιοι ενώ οι γυναίκες μοιράζονται μυστικά, φόβους, χαρές, πάθη, πόνους…

 Ο Bertrand Bonello 10 χρόνια μετά το "Le Pornographe", μια ενδιαφέρουσα ιδέα, που δυστυχώς δεν ανταποκρίθηκε ποτέ στο όραμα του σκηνοθέτη, επιθυμεί να εξάρει τον ερωτισμό μέσα απ' τις ιστορίες ενός παριζιάνικου μπορντέλου στα χρόνια της Belle Epoque. Αλλά δεν τα καταφέρνει, καθώς η ματιά του είναι άκρως ηδονοβλεπτική, ενώ κουράζει και πλατειάζει άνευ λόγου, ευτυχώς σε μικρότερο βαθμό απ' τον «Πορνογράφο»...

 Δεν αρκεί μάλιστα η κατά τα άλλα όμορφα προσεγμένη αναπαράσταση της εποχής (Παρίσι, Μπελ Επόκ, τέλη 19ου αιώνα, αρχές 20ού), με τα αντίστοιχα κοστούμια και σκηνικά ούτε το αρκετό και απολαυστικό οφθαλμόλουτρο, για να αναδείξουν την ταινία, που πέραν του περιρρέοντος αισθησιασμού και της εντυπωσιακής ομολογουμένως φωτογραφίας ασφυκτιά σε ένα άδειο από πλοκή στόρι, το οποίο υστερεί ακόμη περισσότερο εξαιτίας του υπερβολικού αναχρονισμού του Μπονελό.

 Μια ιστορία που εκτυλίσσεται εντός της Απολλωνίδας, έναν οίκο ανοχής που προσφέρει τις υπηρεσίες του στην υψηλή παριζιάνικη κοινωνία κάπου στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα. Στο μικρόκοσμο του μπορντέλου, που διάγει τις τελευταίες μέρες της «δόξας» του, η κάμερα του Μπονελό καταγράφει τις ζωές των ερμητικά κλεισμένων (με τη θέλησή τους) κοριτσιών, με τα πάθη, τις σκέψεις, τις φοβίες, τα όνειρα, τους έρωτες, τα μυστικά τους. Μα κυρίως, τη συντροφικότητα, τρυφερότητα, αλληλοστήριξη, παρηγοριά και αγάπη, που τις δένει σα μια μεγάλη οικογένεια.

 Απ' τη μία πλευρά λοιπόν τα κορίτσια. Τα οποία είναι εγκλωβισμένα, σε ένα νοσηρό από κάθε άποψη περιβάλλον. Αν μη τι άλλο βρίσκονται εκεί με δική τους επιλογή, όμως τα προβλήματα είναι πολλά. Πέραν των διαστροφικών απαιτήσεων των πελατών, τα κορίτσια οφείλουν να βγάζουν ολοένα περισσότερα χρήματα για να καλύψουν τα διαρκώς αυξανόμενα χρέη τους, ενώ ζουν υπό το φόβο ασθενειών και δη, της σύφιλης. Όλα αυτά στο δρόμο προς την επίτευξη του μεγάλου τους στόχου, της ανεξαρτητοποίησης.
 Κι απ' την άλλη οι πελάτες. Άνδρες πλούσιοι, που θεωρούν πως επειδή έχουν χρήματα και πληρώνουν αδρά για τις υπηρεσίες της Απολλωνίδας, έχουν και το δικαίωμα να υποβάλουν τα κορίτσια σε ένα σωρό βίτσια και παιχνίδια εξαντλητικά, μαζοχιστικά, διαστροφικά έως κι επικίνδυνα.

 Ένας μικρόκοσμος που σιγά σιγά γνωρίζει ότι οδεύει στην κατάρρευση, ακολουθώντας τα συντρίμμια μιας παρακμάζουσας κοινωνίας. Παραλληλισμός της παρακμής μιας ολόκληρης εποχής από τον Μπονελό, αυτήν της «Ωραίας Εποχής», που δείχνει να χάνεται ανεπιστρεπτί. Τί αφήνει πίσω της; Εκτός από πολύχρωμες αναμνήσεις, φωτογραφίες για «σουβενίρ», απ' την Απολλωνίδα, που απεικονίζουν με νοσταλγία την πάλαι ποτέ αισθησιακή ατμόσφαιρα και το ρομαντισμό που απέπνεαν στο πάντα προσεγμένο, αν και κουβαλάει τη φήμη του ανηδονικού και κατ' επέκταση παρακμιακού, παριζιάνικο μπορντέλο πολυτελείας.

 Οι υπέροχες μουσικές διασκευές και γενικά, τα ροκ κομμάτια που ακούγονται, όπως και τα κλασικά ακούσματα είναι στα συν της ταινίας (αν και δεν ταιριάζουν όλα), η οποία δυστυχώς χάνει τόσο απ' την πλοκή όσο και απ' την κενή, αποστασιοποιημένη ματιά του Μπονελό απέναντι στην πορνεία, την ιστορία των κοριτσιών και τον φόρο τιμής που τελικά... δεν αποτίει στην Μπελ Επόκ, αλλά και τον εκνευριστικά υψηλού βαθμού αναχρονισμό (το κάνει βέβαια ηθελημένα, δεν είναι ανιστόρητος) του σκηνοθέτη.

 Βαθμολογία: 4/10

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Persona, Ingmar Bergman, 1966

 

 Η «Περσόνα» αποτελεί την πιο πειραματική ταινία του κορυφαίου σκηνοθέτη Ingmar Bergman. Πρόκειται για το φιλμ που, εν έτει 1966, καταξίωσε τον Σουηδό, ο οποίος εδώ, με απανωτά μαθήματα κινηματογράφου απλώνει στην οθόνη όλες τις αρετές του αλλά και εμμονές, σε ασπρόμαυρο φυσικά, που δεν παύει να προσφέρει κατάπληξη, μέχρι και σήμερα. Σε σενάριο και σκηνοθεσία Ingmar Bergman, με τις: Bibi Andersson, Liv Ullmann, Margareta Krook.

 Η υπόθεση:
 Μία νέα νοσοκόμα αναλαμβάνει τη φροντίδα της Elisabeth Vogler, η οποία φαίνεται αρκετά υγιής, αλλά δε μιλάει. Καθώς περνούν χρόνο μαζί, η Alma μιλάει στην Elisabeth συνεχώς, χωρίς να παίρνει κάποια απάντηση. Της εξομολογείται τα μυστικά της και εντέλει ανακαλύπτει ότι τις συνδέουν πολλά όμοια στοιχεία των χαρακτήρων τους.

 Δύο γυναίκες. Διαφορετικές ή μήπως όχι; Μήπως πρόκειται για ένα άτομο με δύο προσωπεία; Γιατί αυτό δηλώνει ο τίτλος της ταινίας. Η Persona, λέξη λατινικής προελεύσεως, σημαίνει προσωπείο και όχι άτομο, όπως λανθασμένα έχει περάσει σε ορισμένους. Η μάσκα δηλαδή, που φοράει το άτομο και εν προκειμένω ο ηθοποιός.

 Απ' τον τίτλο λοιπόν ακόμη, ξεκινάει το μπεργκμανικό μυστήριο, το οποίο ξεδιπλώνεται άψογα σε όλα τα επίπεδα, σκηνοθετικά, τεχνικά, σεναριακά, εικονοκλαστικά, αφηγηματικά και τέλος, ερμηνευτικά από δύο σπουδαίες, εκφραστικότατες ηθοποιούς. Με διαρκή και ασταμάτητη ένταση, με «παιχνίδι» - πρόκληση προς το θεατή απ' το μέγα κινηματογραφιστή.

 Πρόσωπα ή προσωπεία, αλήθειες ή κατασκευάσματα, ψέματα, σιωπές, εντάσεις, ψυχώσεις, διαταραχές, επιφανειακές ομοιότητες και ουσιαστικές διαφορές, νευρικός κλονισμός (ε, αλίμονο!), πραγματικότητα και ψευδαισθήσεις, γυναικεία φύση, ανθρώπινη ύπαρξη, σημειολογία, φως και σκιά, συνεχές και ασυνεχές, φόρμα και περιεχόμενο, μοντέρνα κινηματογράφηση. Το magnum opus ενός τεράστιου δημιουργού, όσο κι αν ακούγεται βαρύγδουπο, για έναν κορυφαίο, δάσκαλο και πρωτοπόρο του σινεμά, που μας έχει χαρίσει αμέτρητα αριστουργήματα.

 Η πλέον αινιγματική ταινία του Ingmar Bergman. Δυο γυναίκες. Μια ηθοποιός, σε νευρικό κλονισμό και η προσωπική της νοσοκόμα. Μεταξύ των αναπτύσσεται μια ιδιότυπη, ανεξήγητη σχέση. Όσο προχωράμε τόσο τα όρια γίνονται δυσδιάκριτα και πλανάται διαρκώς η υπόνοια μήπως και τελικά έχουμε να κάνουμε με μονάχα ένα άτομο, με απλώς δύο προσωπεία.
 Το πιο μπεργκμανικό ψυχολογικό παιχνίδι, που στέλνει συνεχή ερωτήματα στο θεατή, πολλά εκ των οποίων μένουν αναπάντητα. 
 Ο αξεπέραστος Σουηδός βγάζει όλες του τις εμμονές επί της οθόνης και πειραματίζεται πιο έντονα από ποτέ, σε μια σεμιναριακού επιπέδου ψυχολογική/εγκεφαλική εξερεύνηση, που ακροβατεί μεταξύ υποσυνειδήτου και πραγματικότητας, μεταξύ λογικής και τρέλας.

 Σημειώστε ότι η αρχική σκέψη του Bergman για την ονομασία του φιλμ ήταν Cinematography. Κάτι που με τον οριστικό τίτλο Persona, μπορούμε να «καταλογίσουμε» στον Σουηδό ότι έκανε ένα φιλμ εξ ολοκλήρου για τον εαυτό του. Άλλωστε το ένα προσωπείο είναι ο ίδιος ο σκηνοθέτης και το άλλο η μεγάλη του αγάπη, ο κινηματογράφος. 
 Ομοίως, ο θεατής παρακολουθεί καθηλωμένος αυτό το εξαιρετικό δημιούργημα, ψάχνοντας, πιθανώς, κατά τη διάρκεια και έως το τελευταίο πλάνο, να βρει τη δική του, χαμένη Persona..

 Βαθμολογία: 10/10

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012

Nobody Knows (Dare mo shiranai), Hirokazu Koreeda, 2004

 

  Μια ιδιαίτερη, ευαίσθητη ταινία απ' την Ιαπωνία και το σκηνοθέτη Hirokazu Koreeda(Still Walking, After Life), σε σενάριο του ίδιου με τους: Yuya Yagira, Ayu Kitaura, Hiei Kimura, Momoko Shimizu, Hanae Kan...

 Η υπόθεση:
 Τέσσερα αδέρφια από διαφορετικό πατέρα ζουν απομονωμένα σε ένα διαμέρισμα του Τόκιο, χωρίς να έχουν πάει ποτέ σχολείο. Μια μέρα, ξαφνικά η μητέρα φεύγει. Αφήνει λίγα χρήματα κι ένα μήνυμα προς τον μεγαλύτερο γιο της, ζητώντας του να προσέχει τα αδέρφια του. Κάπως έτσι αρχίζει η οδύσσεια των παιδιών, που θα προσπαθήσουν να επιβιώσουν σε έναν άγνωστο κόσμο, επινοώντας δικούς τους κανόνες..

 Ο Hirokazu Koreeda με αυστηρά προσωπικό κινηματογραφικό στυλ φιλμογραφεί την εύθραυστη ισορροπία του κόσμου των παιδιών, όταν αυτός έρχεται σε σύγκρουση με το κόσμο των ενηλίκων. 

 Ανεύθυνη, αδικαιολόγητη, εγκληματική μητέρα παρατάει κυριολεκτικά τα τέσσερα παιδιά της, τα οποία μάλιστα έχει κάνει με διαφορετικούς πατεράδες, κλεισμένα σε διαμέρισμα του Τόκιο και εξαφανίζεται για μεγάλα χρονικά διαστήματα με διάφορους εραστές, προφασιζόμενη «δουλειές». 
 Ακόμη αφήνει ρητή εντολή στα τρία μικρότερα παιδιά (δύο κορίτσια, ένα αγόρι) να μη φωνάζουν (είτε απαγορεύονται στην εκάστοτε πολυκατοικία τα μικρά παιδιά και τα κατοικίδια, είτε για εξοικονόμηση χρημάτων του ενοικίου-για αυτό άλλωστε κατά τη μετακόμιση τα μεταφέρει σε βαλίτσες!) και να μη βγαίνουν καθόλου έξω απ' το σπίτι, κάτι που «επιτρέπει» μονάχα στο αγόρι, ηλικίας 12 ετών, το οποίο και χρήζει αρχηγό της οικογένειας, ενώ επίσης δεν επιτρέπει σε κανένα να πάει σχολείο, παρά μόνο να διαβάζουν σπίτι. Σταδιακά η απουσία της παίρνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις, μέχρι που λίγο πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων εξαφανίζεται για πάντα, αφήνοντας πίσω της ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα και τέσσερα μικρά αθώα, ανυπεράσπιστα πλάσματα στο έλεος του κόσμου των ενηλίκων και την απροσωπία της μεγαλούπολης.

 Τώρα, τα τέσσερα αδέλφια θα πρέπει να βασιστούν στις δικές τους δυνάμεις, να αντιμετωπίσουν όλα τα προβλήματα, να αντεπεξέλθουν των και να βρουν λύσεις επιβίωσης, καθώς ξεμένουν από χρήματα. Όπως γίνεται ευκόλως κατανοητό γινόμαστε μάρτυρες μια απότομης ιστορίας ενηλικίωσης

 Μία ταινία σε ντοκουμενταρίστικη μορφή και αργή σε ρυθμούς, σύμφωνα με την ιαπωνική κινηματογραφική σχολή, που επιπλέον, μολονότι διαρκεί 143', πραγματικά δε μοιάζει καθόλου περιττή, καθώς ούτε ένα πλάνο περισσεύει, ούτε ένας διάλογος δείχνει άκαιρος.
 Ένα δυνατό κοινωνικό δράμα, ρεαλιστικό μιας και βασίζεται σε μαρτυρίες του 12χρονου πρωταγωνιστικού χαρακτήρα, ο οποίος περιγράφει ουσιαστικά μια βιωματική σκληρή εμπειρία ενηλικίωσης, που έμεινε το 1988 στην ιστορία της ιαπωνικής κοινωνίας ως «Η υπόθεση των τεσσάρων εγκαταλειμμένων παιδιών».

 Παρεμπιπτόντως ο ανήλικος «ηθοποιός» Yuya Yagira (ερασιτέχνης, όπως και όλοι οι πρωταγωνιστές του Koreeda) αποτελεί αληθινή αποκάλυψη, κατορθώνοντας μάλιστα να κερδίσει το βραβείο αντρικής ερμηνείας στις Κάννες. 
 Αξιολάτρευτη είναι και η πιτσιρίκα που υποδύεται τη μικρότερη αδελφή της οικογένειας, η οποία τελικώς, σηκώνει (χωρίς να αντέξει) το βάρος της τραγικής ιστορίας.

 Οι μεγάλοι ανεύθυνοι, ριψάσπιδες, ανώριμοι, απαράδεκτοι, οι μικροί υπεύθυνοι, ώριμοι, μάγκες.

 Ρεαλισμός, ιμπρεσιονισμός, τρυφερότητα, συγκίνηση δίχως μελοδραματισμούς, ανθρωπιά, εξαίρετες ερμηνείες και ουσιαστική ανάδειξη του στόρι, σε ένα υπέροχο σινεμά.

 Μοναδικό αρνητικό μιας ξεχωριστής, πολύ όμορφης ταινίας, η ψυχρή κινηματογράφηση του Ιάπωνα σκηνοθέτη (εδώ ίσως ταιριάζει με τον Ozu περισσότερο κι απ' τη μινιμαλιστική αφήγηση), κάτι που ξένισε και κούρασε πολλούς θεατές και δευτερευόντως η μεγάλη διάρκεια, αν και επαναλαμβάνω, δεν περισσεύει το παραμικρό.

 Βαθμολογία: 7,5/10