banner

image

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

I'm a Cyborg, but that's OK, Chan-wook Park, 2006

 

Ο Chan-wook Park αφήνει στην άκρη τις αιματηρές ιστορίες εκδίκησης της διάσημης τριλογίας του -με αποκορύφωμα το Oldboy- και κάνει τη γλυκόπικρη, παιχνιδιάρικη κωμωδία "I'm a Cyborg, but that's OK", με τον πρωτότυπο τίτλο "Saibogujiman kwenchana". Σε σενάριο Chan-wook Park και Seo-Gyeong Jeong, σκηνοθεσία -βεβαίως- Park, με τους: Su-jeong Lim, Rain, Hie-jin Choi, Byeong-ok Kim, Yong-nyeo Lee.

 Η υπόθεση:
 Η Yeong-gun τρελαίνεται σταδιακά και σύντομα ξυπνά σε άσυλο, πεπεισμένη ότι είναι cyborg. Πιστεύει πως αποστολή της είναι να σκοτώσει σα θηλυκός Εξολοθρευτής τους γιατρούς και τους νοσοκόμους που την κρατούν αιχμάλωτη και να ανακαλύψει το νόημα της ύπαρξης. Για να πετύχει το στόχο της πρέπει να φορτίσει τον οργανισμό της, αρνούμενη κάθε είδους τροφή και επιλέγοντας να γλείφει μπαταρίες. Μόνο ένας ξέρει το 'μυστικό' της. Ο Il-soon είναι ένας μανιακός κλεπτομανής που δε μπορούσε να αντέξει την ιδέα της υποχρεωτικής στράτευσης. Πιστεύει ότι έχει την ικανότητα να κλέβει χαρακτηριστικά και ιδιότητες άλλων ανθρώπων.

 Ο βιρτουόζους νοτιοκορεάτης σκηνοθέτης Chan-woon Park μετά την τριλογία της εκδίκησης με τα Sympathy for Lady Vengeance, Oldboy και Sympathy for Mr Vengeance, αποφασίζει να πειραματιστεί με μία γλυκόπικρη ρομαντική κωμωδία.
 Η Yeong-gun τρελαίνεται σταδιακά σε ένα εργοστάσιο. Ξυπνά σε άσυλο, έχοντας πειστεί ότι είναι cyborg. Τώρα, με τις μασέλες της γιαγιάς της στο πλάι είναι σε αποστολή, πρέπει να βρει τη γιαγιά της, να σκοτώσει σαν θηλυκός Εξολοθρευτής τους γιατρούς και τους νοσοκόμους που την κρατούν αιχμάλωτη και να ανακαλύψει το νόημα της ύπαρξης. Για να πετύχει το στόχο της πρέπει να φορτίσει τον οργανισμό της, για αυτό και αρνείται κάθε είδους τροφή, από φόβο μη χαλάσει τον εσωτερικό της μηχανισμό και γλείφει μπαταρίες. Τι γίνεται όμως με τη συμπάθεια που νιώθει, ένα από τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα;

 I'm not psycho, i'm only a cyborg φαίνεται να φωνάζει απεγνωσμένα η γλυκύτατη Yeong-gun, στο άσυλο που κρατείται. Το χαριτωμένο αυτό ζήτημα εξετάζει ανάλαφρα ο Παρκ, ο οποίος τοποθετεί μια "τρελή" σε ένα μικρόκοσμο, αυτόν του ψυχιατρικού ασύλου, μεταξύ πολλών διαφορετικών ανθρώπων με περιέργειες, ιδιόρρυθμες έως αλλόκοτες συμπεριφορές, ασυνήθιστες σκέψεις και αστείρευτη φαντασία (μία τρελή παχύσαρκη που τρώει τα γεύματά της Yeong-gun, ένας άντρας που περπατάει με την πλάτη, μία κοπέλα που κοιτάζεται στον καθρέφτη και φαντασιώνεται ότι τραγουδά κάπου στις Άλπεις, μία μυθομανής, ένας παρανοϊκός μεσήλικας που πιστεύει ότι για όλα φταίει αυτός...). Η Yeong-gun ωστόσο δεν είναι ίση μεταξύ ίσων. Τουλάχιστον δεν αντιμετωπίζεται ως τέτοια. Ούτε από τους άλλους τροφίμους που αδυνατούν να την κατανοήσουν ούτε βέβαια κι απ' τους ιατρούς επιτηρητές της, οι οποίοι τη θεωρούν πέρα ως πέρα τρελή.
 Μοναδικό στήριγμα θα βρει στο πρόσωπο του κλεπτομανούς Il-soon και ένα ειδύλλιο θα αναπτυχθεί σύντομα. Ένας έρωτας αγνός, περισσότερο στο όριο της φιλίας, της κατανόησης, της στήριξης και της συμπάθειας. Παράλληλα η πρωταγωνίστρια θα θελήσει να επωφεληθεί της ιδιότητας του Il-soon να «κλέβει» τις ιδιότητες των άλλων. Έτσι θα του ζητήσει να αφαιρέσει από την ίδια τη συμπάθεια, ένα απ' τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα, τουλάχιστον κατά πώς της «υπαγορεύει» η φανταστική φωνή που ακούει. Και αυτό, διότι μόνον χωρίς τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα θα μπορέσει να μεταμορφωθεί στο θηλυκό Εξολοθρευτή, που θα δραπετεύσει απ' το άσυλο σκοτώνοντας τους δεσμοφύλακές της με σκοπό να σώσει την επίσης φυλακισμένη γιαγιά της, η οποία νομίζει ότι είναι... ποντίκι!
 Ο νεαρός «κλεπτομανής» φυσικά θα τη βοηθήσει, γιατί τι κι αν είναι cyborg, είναι οκ!

 Εντάξει εμφανώς σπάει πλάκα ο Παρκ και δυστυχώς θα έλεγα απογοητεύει τους οπαδούς του, οι οποίοι ειδικά μετά την τριλογία της εκδίκησης με αποκορύφωμα το αριστουργηματικό Oldboy, περίμεναν κάτι αντίστοιχο απ' τον εξαίρετο δημιουργό. Κι αν όχι στο ίδιο ύφος, τουλάχιστον στο ίδιο επίπεδο κινηματογράφισης. Όμως ο Νοτιοκορεάτης προτιμά να κάνει χαβαλέ, με αρκετές επαναλαμβανόμενες στιγμές, σε μία άνιση ταινία με χαοτικό σενάριο.
 Σίγουρα δε λείπουν κάποια ενδιαφέροντα πλάνα, η ωραία φωτογραφία με τα εκπληκτικά χρώματα (μέγας λάτρης των εικόνων ο Παρκ), η μουσική, οι έξοχες... σαλταρισμένες ερμηνείες και ορισμένες τεχνικές βιρτουοζιτέ κινηματογράφισης, όμως το αποτέλεσμα δεν ξεπερνά τη μετριότητα.

 Ένα ιδιότυπο love story, μια ασιατική εκδοχή της Amelie σε μία αλλιώτικη «Φωλιά του Κούκου», από τον Chan-wook Park, που μάλλον σκέφτηκε να βγάλει -για λίγο- από πάνω του την ταμπέλα του άκρα βίαιου εκπροσώπου του νεότερου κορεατικού σινεμά.

 Εν κατακλείδι βρήκα εδώ τον Παρκ έξω απ' τα νερά του, θεωρώ πως δεν του ταιριάζει καθόλου αυτό το διαφορετικό είδος που προσπάθησε να αναπτύξει παρεκκλίνοντας απ' τα... συνηθισμένα.

 Βραβείο καλλιτεχνικής αρτιότητας, Φεστιβάλ Βερολίνου, 2007 και Βραβείο Μεγάλου Μήκους ταινίας Φεστιβάλ Νέου Κινηματογράφου, Μόντρεαλ.

 Βαθμολογία: 4,5/10

2 σχόλια:

  1. Την ταινία αυτή την είδα σε μια κινηματογραφική λέσχη και ειλικρινά πιέστηκα για να κάτσω και να μην φυγω...προσωπικά δε μου άφησε κάτι...δε μου άρεσε η ατμόσφαιρα της ταινίας

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μονο για καποια πλανα και τα πανεμορφα χρωματα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή