banner

image

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Οι Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας, Νίκος Παναγιωτόπουλος, 1978


 Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος με τους «Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας» ("The Idlers of the Fertile Valley" στα αγγλικά), μόλις τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, κάνει ένα δοκίμιο πάνω στη φθορά της αστικής τάξης. Εν έτει 1978 και με σαφείς επιρροές από τον ιταλικό κινηματογράφο αλλά και τον Μπουνιουέλ, ο χαρισματικός Έλληνας σκηνοθέτης κάνει μία σπουδαία ευρωπαϊκή ταινία, με πολυεπίπεδη ανάγνωση.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ένας εύπορος μεγαλοαστός και οι τρεις γιοι του αποσύρονται σε μια εξοχική έπαυλη όπου περνούν τις μέρες τους μέσα στην απόλυτη νωθρότητα, με τη νεαρή και όμορφη υπηρέτριά τους να κάνει τα πάντα για αυτούς. Παραδίδονται στην ηδονή του ύπνου και η τεμπελιά εμποτίζει τον κόσμο τους, σε σημείο που μοιάζουν πια ζωντανοί - νεκροί. Αντίθετα, η γυναίκα είναι η μόνη που εκπροσωπεί θετικές αξίες, θέληση και δράση. Η σταδιακή αλλά σταθερή παρακμή αγγίζει την αποσύνθεση και την πλήρη καταστροφή, καθώς ακόμα και βιολογικές ανάγκες αρχίζουν να αδρανούν. Θα θελήσει κανείς να ξεφύγει; Μια ταινία έξω από τα καθιερωμένα εκείνης της εποχής που προκάλεσε, σατιρική ολιγωρία της οκνηρίας και της αστικής τάξης. Πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Λοκάρνο, δεύτερο βραβείο στο Φεστιβάλ του Σικάγο.

 Πρόκειται για τη δεύτερη ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου, μετά το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με το ενδιαφέρον αλλά ξεπερασμένο σήμερα φιλμ «Τα Χρώματα της Ίριδος», του 1977.

 Στο στόρι της ταινίας λοιπόν, ένας πατέρας με τους τρεις γιους του αποτραβιούνται σε μια παλιά αρχοντική έπαυλη, που μόλις κληρονόμησαν, μαζί με την υπηρέτρια τους, την οποία επίσης «κληρονόμησαν», τρόπον τινά. Η οκνηρία, η χαλαρότητα και τέλος ο ύπνος διαβρώνουν σταδιακά τα μέλη αυτής της συμβολικά προσδιορισμένης αστικής οικογένειας, εκτός από την υπηρέτρια, μοναδικό θετικό πρόσωπο σ' ένα βασίλειο ζωντανών νεκρών, με εγγενή αποστροφή απέναντι στις κοινωνικές και ταξικές διακρίσεις.
 Και ο Παναγιωτόπουλος κάνει ξεκάθαρα μια αλληγορία πάνω στην παρακμή της αστικής τάξης.

 Πρώτος συμβολισμός, σε μία ποιητική, ονειρική και σουρεαλιστική ταινία που βρίθει συμβόλων, εικόνων, παρομοιώσεων, αλληγοριών, η ίδια η έπαυλη. Παλαιά και φανερά φθαρμένη από το χρόνο προϊδεάζει για τη φθορά της μεγαλοαστικής οικογένειας που φιλοξενεί. Η οποία, οικογένεια, αποτελείται από τέσσερις άνδρες. Που φτάνουν εκεί και θέτουν σε λειτουργία το... ηδονιστικά τεμπέλικο σχέδιό τους, που δεν περιλαμβάνει τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από... ύπνο. Όλο και περισσότερο ύπνο, τον οποίο θα διακόπτει αποκλειστικά και μόνο ο ήχος από το το βιολογικό ρολόι, που θα χτυπάει μέσα στο λήθαργό τους, να τους υπενθυμίζει ότι πρέπει να... φάνε. Όμως το φαγητό προκαλεί περισσότερα προβλήματα, αφού η αυξανόμενη κατανάλωσή του φέρνει μεγαλύτερη λαιμαργία και ανοίγει την όρεξη με τους ίδιους ρυθμούς που ο συνεχής ύπνος φέρνει επιπλέον νύστα. Και όσο περισσότερο κοιμούνται τόσο πιο πολύ νυστάζουν και αυτός ο φαύλος κύκλος τους βυθίζει (εκούσια) σε έναν άνευ προηγουμένου αλλά και διεξόδου λήθαργο.

 Έτσι, ακόμη και οι βιολογικές τους ανάγκες θα αρχίσουν σιγά σιγά να αδρανούν, ακολουθώντας σώμα και πνεύμα προς την απόλυτη καθίζηση, τη βύθιση προς την εφιαλτικά μη ανατρέψιμη και οδυνηρά οκνηρή πορεία προς τη σταδιακή αποσύνθεση ολόκληρης της ανθρώπινης ύπαρξης και αναπόφευκτα στον πνευματικό αρχικά και εν τέλει σωματικό θάνατο.

 Απέναντι στους... τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας, η γυναίκα. Νεαρή, όμορφη, δυναμική. Η οικιακή βοηθός που ζει μαζί τους, τους φροντίζει, τους μαγειρεύει, τους πλένει, αποτελεί δε, ενίοτε και το σεξουαλικό τους αντικείμενο (η ταινία έχει αρκετό γυμνό και ωραίες ερωτικές σκηνές), κάνει τα πάντα για εκείνους. Αλλά παράλληλα προσπαθεί -μάταια βέβαια- να τους αφυπνίσει και να τους βγάλει από το λήθαργο με το αναπόφευκτο του θανάτου στον οποίο οδηγούνται.

 Μάλιστα ο νεότερος γιος διατηρεί ερωτική σχέση με την υπηρέτρια, για να μείνει ξύπνιος και να κάνει μία απόπειρα να ξεφύγει από αυτό το αδιέξοδο της τεμπελιάς, καθώς αντιλαμβάνεται ότι ο δρόμος που αυτό επιφέρει είναι το απόλυτο χάος, ο αυτο-εγκλεισμός χωρίς ελπίδα επιστροφής.

 Η «Κρυφή Γοητεία της Μπουρζουαζίας» και ο «Εξολοθρευτής Άγγελος» συναντούν το «Μεγάλο Φαγοπότι» και μαζί αποτυπώνουν την παρακμή της αστικής τάξης και το δυναμικό σθένος της εργατικής (οικιακή βοηθός). Και ο Παναγιωτόπουλος κλείνει το μάτι στο μέγα Μπουνιουέλ, στον Μάρκο Φερέρι αλλά και στο Νίκο Νικολαΐδη, που τρία χρόνια πριν έκανε την «Ευριδίκη ΒΑ2037», ενώ συνολικά κάνει μία από τις σημαντικότερες ελληνικές ταινίες, ευρωπαϊκών προδιαγραφών.
 Κι ας κατηγορήθηκε από πολλούς για "κακή απομίμηση του Μπουνιουέλ". Ο Έλληνας σκηνοθέτης κινηματογραφεί με εξαιρετική δεξιοτεχνία, παίρνει και μπόνους από τις ερμηνείες όλων των ηθοποιών του (Βασίλης Διαμαντόπουλος - ο καλύτερος εξ όλων, Νικήτας Τσακίρογλου, Γιώργος Διαλεγμένος, Δημήτρης Πουλικάκος, αλλά και Όλγα Καρλάτος), την ωραία φωτογραφία του Αντρέα Μπέλη και το πολύ καλό μοντάζ και κάνοντας μία εύστοχη σάτιρα -με γενναίες δόσεις χιούμορ- της κοινωνικοπολιτικής Ελλάδας της εποχής κερδίζει το Λοκάρνο, το Σικάγο και φυσικά, τη Θεσσαλονίκη.

 Μα πέρα από κάθε αλληγορία και πάνω απ' όλα ο Παναγιωτόπουλος κάνει μια απολύτως εύστοχη σάτιρα, που παραμένει επίκαιρη όσο ποτέ σήμερα, τόσο για τον καταναγκασμό της εργασίας και την αναζήτηση ανθρώπων - δούλων από τις καπιταλιστικές κοινωνίες όσο και για τη δουλικότητα και την υποταγή των προλετάριων στους αφέντες.

 Μία πολύ αξιόλογη ταινία, που δε δυσκολεύεται να παρασύρει το θεατή σε μία... υπνωτική κατάσταση.

 «Θέλεις να δουλέψεις; Πραγματικά αυτό είναι μια ιδέα εφιαλτική»!

 Χρυσή Λεοπάρδαλη στο φεστιβάλ του Λοκάρνο, τιμητικές διακρίσεις στα φεστιβάλ Σικάγου (Αργυρός Ουγκό) και Θεσσαλονίκης, αλλά και πρόταση για συμμετοχή στις Κάννες.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Μπλογκοπαίχνιδο: «7 πράγματα για μένα»


 Η αλήθεια είναι ότι είχαν λείψει τελευταία τα μπλογκοπαίχνιδα. Για αυτό φαίνεται φρόντισε κάποιος να τα επαναφέρει και να μας βάλει στη γνώριμη διαδικασία να... παιδευτούμε και να παιδέψουμε τους αναγνώστες - φίλους μας!

 Αφού λοιπόν ευχαριστήσω την καλή φίλη Eskli που με προσκάλεσε, ας παίξω το παιχνίδι, οι κανόνες του οποίου είναι απλοί:

 1) αναφέρετε - αποκαλύψτε 7 πράγματα για τον εαυτό σας και

 2) καλέστε με τη σειρά σας 15(!) μπλόγκερς να «παίξουν».

 Πάμε λοιπόν:

 1) Ακόμη και σε καιρούς οικονομικής στενότητας εξακολουθώ να ξοδεύω χρήματα σε αγαπημένες δραστηριότητες / ασχολίες, λ.χ θέατρο ή συναυλίες, αρνούμενος να κάνω περικοπές εκεί (προτιμώ να αγοράσω ένα ρούχο λιγότερο ή να περιορίσω τα delivery).

 2) Είμαι πολύ αναβλητικός. Η φράση «μην αφήνεις για αύριο αυτό που μπορείς να κάνεις μεθαύριο» είναι χαρακτηριστική της κατάστασης!

 3) Μικρός δε χώνευα (και εξακολουθώ να μη χωνεύω) κάποιους "καλούς" χαρακτήρες των Looney Tunes, όπως λ.χ το Road Runner ή τον Tweety. Ορισμένες καταστάσεις που συνέβαιναν ήταν τόσο εξοργιστικά αναληθείς και αδικαιολόγητα ανατρεπτικές, που δεν μπορούσες καν να τις εντάξεις... στο σουρεαλισμό, με αποτέλεσμα να μη συμβαδίζουν με τη λογική. Επομένως με έκανε όλο αυτό να τάσσομαι (ενίοτε μάλιστα φανατικά) υπέρ των αντίστοιχων "κακών".
 20 χρόνια μετά κυκλοφόρησαν κάποια βιντεάκια με το Coyote να τσακώνει επιτέλους το beep beep. Όπως καταλαβαίνετε, αυτό ήταν δικαίωση, για να μην πω κάθαρση!

 4) Ποτέ στη ζωή μου δε ζήλεψα κανέναν και τίποτα. Το μάτι μου δε μένει πουθενά και ποτέ δεν παραπονέθηκα για "κάτι που έχει κάποιος άλλος κι όχι εγώ". Όμως ρε παιδιά, ζηλεύω ΜΟΝΟ ΕΝΑ ΠΡΑΓΜΑ: την τρομερή ιδιαιτερότητα που έχουν ορισμένοι συνάνθρωποι, που με το που ξαπλώνουν στο κρεββάτι... τους παίρνει στη στιγμή ο ύπνος!
 Εγώ πάλι, κάθε φορά φέρνω καμιά δεκαριά σβούρες πριν κοιμηθώ...

 5) Και μιας και πήραμε σβάρνα τα αρνητικά, ας ευλογήσουμε λίγο τα γένια μας:
 Απ' ότι λένε είμαι πολύ καλός ακροατής, κάτι για το οποίο χαίρομαι ιδιαίτερα, μιας κι όπως έχω δυστυχώς διαπιστώσει δεν το έχουν πολλοί και είναι προσόν για κάθε μορφή συζήτησης.

 6) Κάθε φορά που αποταμιεύω κάποια χρήματα επιθυμώ να τα ξοδέψω πραγματοποιώντας ένα ταξίδι στο εξωτερικό (ήδη νιώθω ευγνώμων που στην ηλικία μου έχω κάνει αρκετά) και όχι βλακωδώς, ικανοποιώντας τις πρόσκαιρες καταναλωτικές μου "ανάγκες".

 7) Μιας και είμαστε σε κινηματογραφικό blog, ας κλείσουμε το παιχνίδι με ανάλογο χαρακτηριστικό:
 Στην ταινιοθήκη μου σήμερα πρέπει να βρίσκονται περισσότερες από... 6.000 ταινίες!

 * Κανονικά τώρα πρέπει να καλέσω 15 άτομα να παίξουν, όμως κάνοντας την ανατροπή προσκαλώ στο παιχνίδι όσους αφήσετε κάποιο σχόλιο σε αυτό το post!

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Angst essen Seele auf, Rainer Werner Fassbinder, 1974


 «Ο Φόβος τρώει τα Σωθικά» ("Fear eats the Soul"), από τον Rainer Werner Fassbinder («Λόλα», «Λιλί Μαρλέν», «Τα Πικρά Δάκρυα της Πέτρα φον Καντ», «Μπερλίν Αλεξάντερπλατζ», «Ο Γάμος της Μαρία Μπράουν», «Βερόνικα Φος») και το 1974. Μία όμορφη ταινία, για μία μεσήλικη χήρα από τη Γερμανία που ερωτεύεται και τελικά παντρεύεται έναν κατά 20 χρόνια μικρότερό της Μαροκινό μετανάστη και τη ρατσιστική αντιμετώπιση που ακολούθως θα δεχθεί το ζευγάρι από τη γερμανική κοινωνία των '70s.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Η χήρα Emmi Kurowski, μια μεσόκοπη, καθόλου γοητευτική καθαρίστρια τσακισμένη από τη ζωή, γνωρίζεται τυχαία με το Μαροκινό εργάτη Ali. Σύντομα αναπτύσσεται ανάμεσα τους μια μεγάλη αγάπη που τους οδηγεί μέχρι το γάμο παρά τη διαφορά ηλικίας, την ξένη καταγωγή του άνδρα και την ισχυρή αντίδραση των παιδιών της Έμι, των γειτόνων και των συναδέλφων της. Στην αρχή η κακοβουλία των άλλων τους φέρνει πιο κοντά. Όταν όμως ο περίγυρος αρχίζει να αποδέχεται το ιδιόμορφο ζευγάρι, η σχέση τους κλονίζεται. Ο Φασμπίντερ κάνει με την ταινία ένα συγκλονιστικό κοινωνικό μελόδραμα, που σε αφοπλίζει με την ανθρωπιά του και τη δύναμη των δραματικών συγκρούσεών του. Η μεγάλη ηθοποιός Μπριγκίτε Μίρα, που ο Φασμπίντερ επανέφερε στην οθόνη ύστερα από πολλά χρόνια απουσίας, δίνει μια συγκλονιστική ερμηνεία.

 Ο Rainer Werner Fassbinder, αυτός ο αντισυμβατικός αλλά γενικά «δύσκολος» σκηνοθέτης υπογράφει εδώ μία από τις πιο βατές ταινίες του, κάνοντας αιχμηρή -και μάλιστα διπλή- κριτική απέναντι στη ρατσιστική, ξενοφοβική γερμανική κοινωνία της δεκαετίας του 1970.
 Μία πολύ απλή αλλά πέρα για πέρα ανθρώπινη και ζεστή ταινία, από τον εκκεντρικό και πρωτοπόρο Γερμανό δημιουργό, χάρις στον οποίο θα μπορούσε να δημιουργηθεί το κίνημα του "γερμανικού νεορεαλισμού", το οποίο και θα αποτυπωνόταν πλήρως σε αυτό το φιλμ.

 Ας αφήσουμε όμως στην άκρη το τι "θα" γινόταν και ας επικεντρωθούμε στα της ταινίας..

 Η Έμι λοιπόν (εκπληκτική η Μπριγκίτε Μίρα), μία γερμανίδα χήρα, μοναχική, μεσόκοπη, φανερά γερασμένη και κουρασμένη από τις κακουχίες και τις ατυχίες της ζωής και ο Άλι (καλός ο Ελ Εντί Μπεν Σαλέμ), ένας νεαρός μαροκινός μετανάστης και εξίσου μοναχικός αναπτύσσουν αμοιβαία αισθήματα συμπάθειας από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους. Βασικό κοινό στοιχείο η έλλειψη αγάπης που διακρίνει και τους δύο. Η αρχική συμπάθεια δεν θα αργήσει να μετατραπεί σε ερωτική έλξη και εν τέλει στα ιερά δεσμά του γάμου και μαζί θα ξεκινήσει ο γολγοθάς του «παράταιρου» ζευγαριού, καθώς από τη μία οι γείτονες της Έμι και από την άλλη οι φίλοι του Άλι παίρνουν εξ αρχής με στραβό μάτι αυτήν τη σχέση.

 Βλέπετε, ένας γάμος με αρκετά μεγάλη διαφορά ηλικίας (πάνω από 10, σχεδόν 20 χρόνια) ήταν φοβερό ταμπού στη Γερμανία εκείνα τα χρόνια. Και ερχόταν ως αποτελειωτικό χτύπημα στο... αρχικό σοκ που δεχόταν η τότε οπισθοδρομική κοινωνία στο άκουσμα μιας σχέσης με φυλετική ανισότητα. Πολύ απλά, δεν γινόταν αποδεκτός ένας αλλοδαπός μετανάστης..

 Μεγάλη μαγκιά του Φασμπίντερ εδώ, καθώς εντάσσει στην ίδια ταινία δύο διαφορετικές πτυχές του ίδιου βίαιου και σκληρού κοινωνικού φαινομένου που ονομάζεται ρατσισμός.

 Τα προβλήματα πάντως του «αλλόκοτου» ζεύγους δεν σταματούν στις επικρίσεις και την απόρριψη του κοινωνικού τους περίγυρου αλλά ούτε και στα κοινωνικά ταμπού, τα οποία είναι και οι δύο έτοιμοι να συνθλίψουν. Αντιθέτως, γίνονται ακόμη περισσότερα όταν στο ήδη υπάρχον πρεσάρισμα προστίθενται οι εσωτερικές συγκρούσεις.
 Η αίφνης αμοιβαία συμπάθεια και η γρήγορη ερωτική σπίθα που ανάβει από τις πρώτες κιόλας συναντήσεις της Έμι με τον Άλι, θα παραμεριστούν όταν οι δυο τους έρθουν πολύ κοντά και γνωριστούν καλύτερα, με αποτέλεσμα να βγουν στη φόρα ολοκληρωμένοι οι χαρακτήρες τους, οι οποίοι δεν είναι τόσο όμοιοι όσο -τουλάχιστον- θα πίστευαν..

 Είναι όμως τόσο δυνατή αυτή η σπίθα, που όχι μόνο δε θα σβήσει αλλά το ερωτευμένο και αδίκως κατακριθέν και "αδειασμένο" ζευγάρι θα κάνει τα πάντα για να φουντώσει και να γίνει φλόγα, που θα κάψει κάθε ρατσιστικό κατάλοιπο μιας σάπιας και απάνθρωπης κοινωνίας.

 Μία πραγματικά πολύ όμορφη ταινία, που μιλάει για τί άλλο, για την αγάπη. Και το κάνει με τόσο «παράξενο» αλλά γλυκό τρόπο. Και για τη μοναξιά. Τη μοναξιά που νιώθει όποιος δεν έχει αγάπη και όποιος είναι "ξένος" (με ή χωρίς εισαγωγικά). Και για το φόβο. Το φόβο που νιώθει ο ξένος ότι θα μείνει μόνος. Και πώς αντιμετωπίζεται ο φόβος; Με την αγάπη φυσικά, τί άλλο;

 Ο πιο απλός Φασμπίντερ,  σε μία από τις καλύτερες ταινίες του, με την οποία κέρδισε το Βραβείο Κριτικών στις Κάννες του 1974.

 Βαθμολογία: 8/10

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

Straw dogs, Sam Peckinpah, 1971



 Μεταφορά από το άλλο blog, με την ταινία "Straw dogs" του Sam Peckinpah:

 «Αδέσποτα σκυλιά» ή "αχυρένια σκυλιά" όπως μεταφράζεται ορθότερα ο τίτλος της ταινίας του Πέκινπα, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Γκόρντον Γουίλιαμς "Η πολιορκία της φάρμας του Τρέντσερ".

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Ντέιβιντ Σάμνερ(Dustin Hoffman) είναι ένας ήσυχος μαθηματικός που επέστρεψε με τη γυναίκα του (Susan George) στη γενέτειρά της, την Κορνουάλη, αγροτική επαρχεία της Αγγλίας. Το ζευγάρι μετακόμισε εκεί στην προσπάθεια να απομακρυνθεί από τη βία της Αμερικής χωρίς όμως να μπορέσει να ξεφύγει από αυτή. Ο Ντέιβιντ προσλαμβάνει ντόπιους εργάτες για να επιδιορθώσουν τον αχυρώνα του. Όταν κάποια στιγμή οι άντρες αρχίζουν να παρενοχλούν το ζευγάρι, εκείνος δεν κάνει κάτι για να τους σταματήσει. Η ενόχληση συνεχίζεται και εντείνεται, με τον Ντέιβιντ να την αγνοεί παθητικά. Το αποτέλεσμα είναι, ο ήρεμος και ήπιος σε τρόπους Ντέιβιντ, να επιτεθεί εναντίων τους με κτηνώδη τρόπο για να προστάτευσε το σπίτι και τη ζωή του..

 Το μεγάλο, σκληρό, πεσιμιστικό και τρομακτικά βίαιο αριστούργημα του τεράστιου, αντισυμβατικού Σαμ Πέκινπα εμπεριέχει σκηνές ωμής βίας που σοκάρουν, ενώ σημείο αναφοράς αποτελεί ο περιβόητος βιασμός της Έυμη, που είχε ξεσηκώσει κάθε φεμινιστικό κίνημα.
 Η ερμηνεία του Ντάστιν Χόφμαν είναι τεράστιου βεληνεκούς. Ερμηνεύει τόσο μα τόσο πειστικά αρχικά τον φιλήσυχο και εκνευριστικά ευγενικό καθηγητή, όσο και μετά τη βίαιη, αναμενόμενη (και δικαιολογημένη) αντίδρασή του.

 Δύο χρόνια μετά την αριστουργηματική «Άγρια Συμμορία» ο "Bloody Sam", παρατσούκλι του σκηνοθέτη, σοκάρει ξανά, αλλά παράλληλα μας χαρίζει μία από τις σπουδαιότερες ταινίες των '70s.

 Βαθμολογία: 8,5/10

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

The 39 Steps, Alfred Hitchcock, 1935


 «Τα 39 Σκαλοπάτια» είναι από τις διασημότερες και καλύτερες ταινίες του Alfred Hitchcock, όσον αφορά στην αγγλική περίοδο. Μία αριστουργηματική περιπέτεια κατασκοπείας, από εκείνες που τόσο ξεχωριστά σκάρωνε ο σπουδαίος αυτός κινηματογραφικός δάσκαλος και μια υπέροχη σάτιρα. Βρετανικής παραγωγής, φυσικά, του 1935, βασισμένο στο μυθιστόρημα του John Buchan, συγγραφέα ιδιαιτέρως αρεστό στον Χίτσκοκ.

 Η υπόθεση της ταινίας:

 Ο Καναδός Ρίτσαρντ Χάνεϊ επισκέπτεται την Αγγλία. Σε ένα μιούζικ χολ του Λονδίνου, παρακολουθεί μια παράσταση με την επίδειξη ενός παράξενου ανθρώπου, που έχει φωτογραφική μνήμη. Ξαφνικά όμως ακούγονται πυροβολισμοί και επικρατεί πανικός στο θέατρο. Μέσα στην αναστάτωση γνωρίζει μια όμορφη κοπέλα, την Αναμπέλα, η οποία ζητά τη βοήθειά του. Ο Ρίτσαρντ την παίρνει μαζί του στο διαμέρισμά του και εκείνη του αποκαλύπτει ότι είναι κατάσκοπος και έχει ανακαλύψει στοιχεία που θα ξεσκεπάσουν μια μεγάλη υπόθεση κατασκοπίας ενάντια στην Αγγλία. Και του αναφέρει τα μυστηριώδη «39 σκαλοπάτια». Πριν προλάβει όμως ο Ρίτσαρντ να μάθει περισσότερα, η Αναμπέλα βρίσκεται μαχαιρωμένη στο διαμέρισμά του και ο Ρίτσαρντ φεύγει σαν τον κλέφτη. Αργότερα, μαθαίνει ότι η αστυνομία τον θεωρεί βασικό ύποπτο για τον φόνο της Αναμπέλα και έχει εξαπολύσει κυνηγητό εναντίον του!
 Ο Ρίτσαρντ, με την αστυνομία στο κατόπι του, παίρνει το τρένο για τη Σκωτία, προσπαθώντας να βρει την «εγκέφαλο» της κατασκοπικής συνωμοσίας, που σύμφωνα με τα λίγα στοιχεία που έμαθε από την Ανναμπέλα, βρίσκεται εκεί… Στη διαδρομή γνωρίζει όμως και μια όμορφη νέα γυναίκα, την Πάμελα, και οι μοίρες τους διασταυρώνονται σε αυτή την απίστευτη υπόθεση μυστηρίου και κυνηγητού…

 Ο Χίτσκοκ μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη τα λογοτεχνικά «39 Σκαλοπάτια» υπέγραψε, μαζί με την «Εξαφάνιση της Κυρίας», την κορυφαία ταινία του στην Αγγλία (έπεται «Ο Άνθρωπος που ήξερε πολλά») και ήταν εκείνη, η οποία μάλιστα με την τεράστια εμπορική επιτυχία που γνώρισε έδωσε στον Χιτς το εισιτήριο για το Χόλιγουντ. Και μια επιτυχία που «ανάγκασε» το δημιουργό να μεταφέρει το ύφος του φιλμ σε ένα μεγάλο μέρος της μετέπειτα φιλμογραφίας του.

 Το μυστικό της επιτυχίας αυτής οφείλεται στη θεματική της ταινίας, η οποία βέβαια εμπεριέχει όλα εκείνα τα στοιχεία μέσα από τα οποία γνωρίσαμε και αγαπήσαμε τον κορυφαίο σκηνοθέτη: ένας αθώος που καταδιώκεται χωρίς καν να έχει μάθει τον ακριβή λόγο, μυστήριο, ίντριγκες, σεξουαλικά υπονοούμενα, ερωτικοί καβγάδες, μετάδοση ενοχής, σύμπλεγμα ευνουχισμού, δολοφονίες, λεπτό χιούμορ, και φυσικά, σασπένς. Κυρίως όμως στρέφεται γύρω από το κλασικό χιτσκοκικό μοτίβο του κυνηγημένου μεν αθώου δε άντρα, ο οποίος από παρεξήγηση κατηγορείται ως δολοφόνος και πρέπει μόνος να φτάσει στη λύση του μυστηρίου. Παράλληλα όντας νέος και γοητευτικός επιδίδεται και στο κυνήγι του έρωτα..

 Από μία παρεξήγηση άλλωστε ξετυλίγεται ένα κουβάρι γεγονότων, ατυχών και μη, στην ίδια τη ζωή και ο Χίτσκοκ τη χρησιμοποιεί ως αφετηρία για να αρχίσει να ξετυλίγει τα κουβάρια στις ιστορίες των ταινιών του. Έτσι κι εδώ, ο ήρωας εξαιτίας μιας παρεξήγησης θα ενοχοποιηθεί από το Νόμο, ο οποίος και θα τον καταδιώξει, ενώ θα τοποθετηθεί στο επίκεντρο μιας διεθνούς συνωμοσίας.

 Και ο σπουδαίος κινηματογραφιστής ουσιαστικά καθιερώνει την έννοια του σασπένς στο σινεμά, ενώ με τον δικό του, μοναδικό τρόπο «τρέχει» τα γεγονότα και τη δράση με γρήγορους ρυθμούς, ενώ βέβαια δε δίνει ξεκάθαρες απαντήσεις όταν το τοπίο θολώνει, προς αποφυγή πιθανής κωλυσιεργίας και για να κρατάει την ένταση και την αγωνία αμείωτες, όσο κορυφώνεται το μυστήριο. Παράλληλα διαποτίζει το φιλμ με λεπτό, έξοχο χιούμορ, το οποίο και αλαφραίνει την ιστορία, ενώ αξέχαστες έχουν μείνει αρκετές σεκάνς του φιλμ, που αμέσως έγιναν κλασικές.

 Ο Ρόμπερτ Ντόνατ υποδύεται έξοχα τον πρωταγωνιστή και παράλληλα και κλιμακωτά με την εξέλιξη του στόρι άλλους πέντε ρόλους!

 Το εκπληκτικό είναι ότι ο Χίτσκοκ διασκεύασε σε τέτοιο βαθμό το διάσημο ομώνυμο μυθιστόρημα, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να μη θυμίζει στο ελάχιστο την αρχική προέλευση του κειμένου, τουλάχιστον όσον αφορά στην -ανύπαρκτη- αναφορά του Χιτς στα σκαλοπάτια! Έτσι και αφού με την εξέλιξη της πλοκής ξεχάστηκε(!) ο τίτλος αναγκάστηκε ο Άγγλος σκηνοθέτης να τον επαναφέρει πετώντας απλώς μια σχετική «ατάκα» προς το τέλος. Απίστευτος! Ακόμη, πρόσθεσε ένα γυναικείο χαρακτήρα, που δεν υπήρχε στο βιβλίο και που έντυσε ακόμη πιο περίπλοκα το στόρι.

 Πάντως ο John Buchan έμεινε ευχαριστημένος από τη μεταφορά του έργου του στη μεγάλη οθόνη και, αφού είδε την ταινία, δήλωσε ότι η υπόθεση ήταν καλύτερη από το βιβλίο του.

 Το ερώτημα που παραμένει, είναι τί σήμαιναν τα 39 Σκαλοπάτια στις τρεις διαφορετικές ταινίες, που γυρίστηκαν βασισμένες στο λογοτεχνικό κείμενο. Στο βιβλίο είναι ξεκάθαρο ότι πρόκειται για τον αριθμό των σκαλοπατιών που οδηγούν από το ύψωμα όπου βρισκόταν το άντρο των κατασκόπων κάτω στη θάλασσα. Ο Hitchock παρέβλεψε αυτό το στοιχείο και χρησιμοποίησε τον τίτλο του έργου ως ψευδώνυμο της ομάδας των κατασκόπων (στο βιβλίο ονομάζονταν “Black Stone”), ενώ στην ταινία του 1978 (την τελευταία χρονολογικά, μετά τη μεσαία του '59) ο τίτλος παραπέμπει στα 39 σκαλοπάτια του Big Ben.

  Τα «39 Σκαλοπάτια» παρά τα όποια μειονεκτήματα, κυρίως εξαιτίας της ηλικίας και της «κοιλιάς» που κάνει η αφήγηση, εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να έχουν την ικανότητα να διατηρούν υψηλά το σασπένς και γιατί όχι, να καθηλώνουν το θεατή. Και σίγουρα παραμένουν μέσα στις κορυφαίες και σημαντικότερες βρετανικές ταινίες όλων των εποχών.

 Βαθμολογία: 8/10