banner

image

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2011

If I Want to Whistle, I Whistle, Florin Serban, 2010


 Με τον περίεργο τίτλο «Όταν θέλω να σφυρίξω, σφυρίζω» ("Eu Cand Vreau Sa Fluier, Fluier" ο αυθεντικός) η νέα ενδιαφέρουσα πρόταση της Ρουμανίας και νικήτρια της Αργυρής Άρκτου στο φεστιβάλ Βερολίνου, από τον πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη Florin Serban. 
 Ήδη γίνεται λόγος από την παγκόσμια κινηματογραφική κοινότητα για το προερχόμενο από τη Ρουμανία «νέο κύμα» στο σινεμά και αφορά στην τελευταία πενταετία-εξαετία, κατά την οποία η βαλκανική χώρα έχει παραθέσει ορισμένα πραγματικά κινηματογραφικά διαμάντια. Στο ίδιο ύφος, του έντονου ρεαλισμού, υπάγεται η ταινία αυτή του Serban.


 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Silviu είναι μόλις 18 χρονών. Τα τελευταία 4 χρόνια βρίσκεται έγκλειστος στο Κέντρο Κράτησης Ανηλίκων, ενώ του απομένουν μόνο πέντε ημέρες για να αφεθεί ελεύθερος. Οι πέντε όμως αυτές ημέρες μοιάζουν με έναν ατέλειωτο εφιάλτη, όταν η μητέρα του εμφανίζεται μετά από απουσία χρόνων για να πάρει μαζί της στην Ιταλία τον μικρό του αδερφό, που ο Silviu έχει μεγαλώσει σαν γιο του. Παράλληλα, στη ζωή του Silviu, εμφανίζεται η Ana, μία όμορφη συνομήλική του που εργάζεται σαν κοινωνική λειτουργός. Με έντονα συναισθήματα να τον κατακλύζουν και τον χρόνο να κυλάει αντίστροφα, ο Silviu οδηγείται σταδιακά στα άκρα...

 Το σενάριο είναι πολύ δυνατό. Και ο Serban το απογειώνει με μία σκηνοθεσία πλούσια στο γνώριμό μας πια υπαρξιακό ρεαλιστικό δράμα, συνακολουθούμενη από την ταιριαστή μινιμαλιστική ματιά που χαρακτηρίζει το ρουμανικό νέο κύμα.

 Ο τελευταίος ηγέτης της Ρουμανίας, Τσαουσέσκου, που ξεκίνησε ως σοσιαλιστής απελευθερωτής αλλά κατέληξε αδυσώπητος δικτάτορας, έχει σημαδέψει τους κινηματογραφιστές της χώρας, οι οποίοι ρίχνοντας από τη μία ματιές στα κατάλοιπα μιας καταστροφικής εποχής και προσπαθώντας από την άλλη να «ξεφύγουν» κοιτώντας σε ένα μέλλον ευημερίας και εξευρωπαϊσμού της Ρουμανίας, καταγράφουν με τις προαναφερθείσες τεχνικές τη μεταβατική αυτήν περίοδο της χώρας, το «πριν» και το «μετά» του τυραννικού καθεστώτος.

 Το οποίο καθεστώς μας περιέγραψε συγκλονιστικά ο Κριστιάν Μουντζίου στο αριστουργηματικό «4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες», το 2007 αλλά και μεγαλοφυώς ο Κορνέλιου Πορουμπόιου με ένα εκπληκτικό κοινωνικοπολιτικό κατηγορώ στο «Αστυνομία, Ταυτότητα».

 Εδώ, ο συμπατριώτης και συνάδελφός τους, Φλορίν Σέρμπαν χρησιμοποιεί ως κεντρικό χαρακτήρα τον 18χρονο Σίλβιου. Ο πιτσιρικάς βρίσκεται, προφανώς έχοντας παρανομήσει (δε γνωρίζουμε τι ακριβώς έχει κάνει, αλλά δεν έχει σημασία), σε αναμορφωτήριο ανηλίκων. Μάλιστα, απομένουν μόλις δύο βδομάδες στο νεαρό για να αποφυλακιστεί και -υποτίθεται- να επανενταχθεί στην κοινωνία αναμορφωμένος, λαμβάνοντας όλη τη γνώση και τις αξίες από το σωφρονιστικό ίδρυμα, στο οποίο «φιλοξενήθηκε» τα τελευταία τέσσερα χρόνια.
 Όμως οι τελευταίες πέντε μέρες θα του φανούν ατελείωτες. Και αυτό επειδή η μητέρα του, που του έχει καταστρέψει τη ζωή με τις πράξεις της και ουσιαστικά τον ώθησε στο να καταλήξει στους δρόμους και από κει παρατυπώντας στο αναμορφωτήριο, έχει βαλθεί να τον «σκοτώσει» και δεύτερη φορά, όταν τον επισκέπτεται μετά από τόσα χρόνια, για να του ανακοινώσει ότι σκοπεύει να πάρει μαζί της στο εξωτερικό το μικρό του αδελφό, τον οποίο ο Σέρμπαν μεγάλωσε σα γιο του. Αυτό ήταν. Ο φαινομενικά ήσυχος, πράος και με τεράστια αποθέματα υπομονής απέναντι στις προκλήσεις που συναντάει στο ίδρυμα, πιτσιρικάς, θα θυσιάσει δίχως δεύτερη σκέψη την επερχόμενη ελευθερία του προκειμένου να σώσει τον αδελφό του από την αποδεδειγμένα καταστροφική φύση της μητέρας του. Και θα κάνει τα πάντα, θα φτάσει κυριολεκτικά στα άκρα (οδηγούμενος από την απομόνωση και την απελπισία στην οποία τον έφεραν η μητέρα του, η εσωτερική του σύγκρουση, το Σύστημα, ο διοικητής), έστω στο βαθμό που μπορεί όντας έγκλειστος, ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται το να αποσπάσει, απλώς, τον όρκο της μητέρας του ότι θα αφήσει πίσω το μικρό του αδερφό.
 Ακόμη, ο συμπαθής παρά τις πράξεις του πιτσιρικάς θα γνωρίσει την Άννα, συνομήλικη κοινωνική λειτουργό, που πραγματοποιεί την πρακτική της στις φυλακές και η οποία θα του γεννήσει έντονα συναισθήματα, στο βαθμό που παράλληλα με τον αρχικό του στόχο θα θέσει ακόμη έναν, να βγάλει την Άννα για ένα καφέ. Απλά...

 Το εγχείρημα του σκηνοθέτη είναι να αποτυπώσει τις συνθήκες κράτησης στα σωφρονιστικά ιδρύματα και τις μεθόδους με τις οποίες επιτυγχάνουν(;) το «σοφρωνισμό» των κρατουμένων.
 Και το μεγάλο όπλο στα χέρια του Ρουμάνου είναι οι ρεαλιστικές και ιδιαίτερα δυνατές ερασιτεχνικές ερμηνείες των -στην συντριπτική τους πλειονότητα- αληθινών έγκλειστων ανήλικου αναμορφωτήριου, προεξάρχοντος του, επίσης πρωτοεμφανιζόμενου, και βραβευμένου Γκεόργκε Πιστερεάνου, ο οποίος δίνει μία εξαιρετική ερμηνεία κρατώντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ένα παιδί, που πήγαινε ακόμη στο γυμνάσιο όταν τον ανακάλυψε ο Σέρμπαν και τον επέλεξε για πρωταγωνιστή.

 Παράλληλα ο Σέρμπαν αναδεικνύει τα διάφορα παιχνίδια εξουσίας και τον άγραφο νόμο των φυλακών, όπου δε λείπουν οι εντάσεις μεταξύ συγκρατουμένων αλλά και έγκλειστων με φύλακες, οι διάφορες ανταλλαγές, η υποταγή, οι χάρες κλπ.

 Σαφής αποτύπωση ενός συγκεκριμένου, σκληρά στημένου και αδυσώπητα εφαρμοσμένου κρατικού μηχανισμού. Ούτε νύξη περί πολιτικών πεπραγμένων του παρελθόντος ούτε υπενθύμιση κοινωνικών ανισοτήτων και αδικιών. Ξεκάθαρα ανάπτυξη της θεματικής του Σέρμπαν. Και όλα λιτά και ανθρωποκεντρικά αναδεδειγμένα, δίχως υπόνοιες και αλληγορίες. Απογείωση του ρεαλισμού με αφηγητική οικονομία από το Ρουμάνο!

 Εντάξει, δεν πρόκειται περί κορυφαίου αριστουργήματος, ενώ δε λείπουν και οι -λίγες- σεναριακές αφέλειες και κάποια «κενά», όμως το δυνατό αυτό φιλμ κρατάει το θεατή καθηλωμένο μέχρι το αναμενόμενα άσχημο για τον πρωταγωνιστή φινάλε.

 Αργυρή Άρκτος (Μεγάλο Βραβείο Επιτροπής) - Φεστιβάλ Βερολίνου (2010). Ειδικό Βραβείο Άλφρεντ Μπάουερ - Φεστιβάλ Βερολίνου (2010). Βραβείο καλύτερης ανδρικής ερμηνείας (Γκεόργκε Πιστερεάνου) – Φεστιβάλ Στοκχόλμης (2010). Βραβείο καλύτερης ανδρικής ερμηνείας (Γκεόργκε Πιστερεάνου) – Φεστιβάλ Δαμασκού (2010).

 Βαθμολογία: 7/10

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου