banner

image

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

The Filth and the Fury, Julien Temple, 2000


 Από τις πιο ξεχωριστές μουσικές ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ. «Η Γοητεία της Οργής», όπως είναι ο ελληνικός τίτλος του "Filth and the Fury", είναι πιθανώς το πιο αντιπροσωπευτικό ντοκιμαντέρ που έγινε για το κίνημα της Punk, το οποίο διέγραψε τη δική του πορεία στο χώρο της Rock αλλά και της μουσικής σκηνής γενικότερα. Από τον Βρετανό σκηνοθέτη Julien Temple και το 2000.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Η 26μηνη ιστορία του πιο γνωστού punk συγκροτήματος, των Sex Pistols, μέσα από αφηγήσεις των ίδιων των μελών, αλλά και ανθρώπων που έζησαν από κοντά την πολυτάραχη πορεία του.

 Η ιστορία των Sex Pistols, της απόλυτης punk μπάντας που ξεκίνησε από το μηδέν, στοχεύοντας στο τίποτα και στη διαδρομή κατέκτησε τα πάντα... Η καταγραφή της ιστορίας της μουσικής μέσα από ένα ντοκιμαντέρ δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πέρα από τη γνώση και την έρευνα, χρειάζεται ισχυρό απόθεμα οράματος και πάθους για το αντικείμενο που θα καταπιαστεί κανείς. Ο Βρεττανός σκηνοθέτης Τζούλιαν Τέμπλ (Absolute Begginers) φανατικός οπαδός του rock n roll και του punk κινήματος και απόλυτος γνώστης των παρασκηνίων, γυρίζει το απόλυτο ντοκιμαντέρ για την πορεία των Sex Pistols και σκαλίζει την Ιστορία με σεβασμό, περιέργεια και μεγάλη αγάπη για το punk και τους ανθρώπους που κινήθηκαν μέσα και γύρω από αυτό. 

  Τα πράγματα είναι απλά. Γουστάρεις την Punk; Τότε θα λατρεύεις τους Sex Pistols. Ακόμη όμως κι αν το συγκεκριμένο μουσικό είδος σε αφήνει αδιάφορο, δεν μπορείς παρά να αναγνωρίσεις στο πρόσωπο των Sex Pistols τον κύριο εκπρόσωπο αυτού του ανατρεπτικού κινήματος.


 Γιατί η Πανκ ήταν, πριν και πέρα από οτιδήποτε άλλο, κίνημα. Και ως επί το πλείστον, τέτοια κινήματα γεννώνται είτε στη Μεγάλη Βρετανία είτε στην Αμερική. Στην περίπτωσή μας, έχουμε να κάνουμε με μία μπάντα, που ξεκίνησε στην Αγγλία, το 1976, με αφετηρία την αντίδραση των πολιτικοκοινωνικών γεγονότων της εποχής, αλλά και του τέλματος στο οποίο είχε επέλθει η ακμάζουσα στα 60s Ροκ μουσική.


 Είμαστε στα μέσα των 70s και στην Αγγλία αντιμετωπίζουν μεγάλα προβλήματα, κυρίως με τον πληθωρισμό, τις αποκρατικοποιήσεις και την ανεργία, ενώ βλέπουν τα πολιτεύματα (ειδικά επί Θάτσερ) να γυρίζουν την πλάτη στους πολίτες. Σα να μην έφταναν αυτά, η Ροκ μουσική, που την περασμένη δεκαετία είχε διαγράψει εκπληκτική πορεία βγάζοντας σπουδαία συγκροτήματα και αστέρες - είδωλα, διανύει φθίνουσα πορεία, με τους νέους να βρίσκονται έτσι προ -κοινωνικού- αδιεξόδου.

 Ώσπου ξαφνικά ένα νέο και ιδιαίτερο μουσικό γκρουπ ξεπετάγεται ως αντίδραση στο παραπάνω απογοητευτικό σκηνικό. Είναι οι Sex Pistols με επικεφαλής τον Johnny Rotten και ψυχή τον Sid Vicious, ο οποίος δεν υπήρξε σπουδαίος μουσικός, κάθε άλλο, όμως αποτέλεσε μία εξέχουσα επαναστατική μορφή. Η punk χαρακτηρίζεται ως πιο σκληρή και άγρια από τη rock, ο τόνος και ο ρυθμός της μουσικής εξαντλητικά δυνατός, ενώ τα τραγούδια μιλούν για τη φτώχεια, την ανέχεια, την απογοήτευση και το αδιέξοδο των νέων ανθρώπων, την κενότητα συναισθημάτων και αξιών, την επιβολή τρόπων και γούστων από τους "ειδικούς", τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το βρώμικο ρόλο αυτών κ.ά.  
 Και όπως ήταν λογικό, το συγκρότημα αυτό απέκτησε -σταδιακά- φανατικούς οπαδούς, ενώ το κίνημα γενικά (με εκπροσώπους τους Jam, τους Clash, τους Stranglers κλπ) της νέας αυτής μουσικής εξαπλώθηκε ταχέως στη Βρετανία, την Αμερική και εν συνεχεία στην υπόλοιπη Ευρώπη, πραγματοποιώντας μία πολιτιστική επανάσταση και υιοθετώντας άτυπους κανόνες συμπεριφοράς, ντυσίματος κλπ.

 Βέβαια υπάρχει και η άλλη πλευρά, σχετικά με την ιστορία Sex Pistols, σύμφωνα με την οποία ο μάνατζερ του γκρουπ, Malcolm McLaren χρησιμοποίησε τα μέλη, στις πλάτες των οποίων έβγαλε πολλά εκατομμύρια δολάρια, ανοίγοντας παράλληλα το δρόμο για το marketing στη μουσική. Όχι πως δεν προϋπήρχε, καθώς μεγάλα ροκ συγκροτήματα όπως οι Rolling Stones είχαν μάνατζερς, όμως ο McLaren πήγε το πράγμα ένα βήμα παρακάτω...

 Προσωπικά λατρεύω τη Ροκ μουσική, όπως και τη Μέταλ, όμως η Πανκ δε με συγκίνησε ποτέ, δεν με ενθουσίασε ποτέ. Και συγκεκριμένα οι Sex Pistols, επιτρέψτε μου την «αυθαιρεσία», έγιναν αυτό που έγιναν από συγκυρία. Τα πιτσιρίκια (τότε) που ίδρυσαν το γκρουπ δήλωναν ότι ψάχνουν έναν τρόπο να βρουν χρήματα, για να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαΐ, να «φτιαχτούν» και να αγοράζουν κανά καινούριο δερμάτινο! Να σημειωθεί επιπροσθέτως ότι ο ηγέτης τους, Sid Vicious διακρινόταν για την απίστευτη αφέλειά του ενώ έχει μείνει μέχρι σήμερα το μότο του Live Fast Die Young, το οποίο έκανε και πράξη "φεύγοντας" νωρίς, για να "συναντήσει" την αγαπημένη του Nancy Spungen. Παράλληλα εμφανίσθηκε και ο πανούργος και απατεώνας μάνατζερ και... το νερό κύλισε στο αυλάκι.


 Όμως, όντας ή μη κανείς φαν των Sex Pistols, οφείλει να παραδεχτεί στην προσφορά τους στο χώρο της Ροκ μουσικής, την οποία εν μέρει ανανέωσαν, ενώ με το κίνημα της Πανκ έδωσαν μία πραγματική γροθιά στο πολιτικό κατεστημένο.


 Στο καθαρά κινηματογραφικό κομμάτι, ο Τζούλιαν Τεμπλ (του πήρε επτά χρόνια να ολοκληρώσει το φιλμ) δεν ήθελε να γυρίσει ακόμη ένα μουσικό ντοκιμαντέρ, αλλά αποπειράθηκε να αφηγηθεί μία ιστορία, για ένα θρυλικό μουσικό συγκρότημα, κρατώντας όσο μπορούσε μία αντικειμενική ματιά, κάτι που ίσως αποτρέψει πολλούς να παρακολουθήσουν την ταινία.


 Στα μπόνους της σημαντικής αυτής ταινίας του Τεμπλ, μια σπάνια και όμορφη συνέντευξη του σκηνοθέτη με τον Σιντ Βίσιους, λίγο πριν τον θάνατο του μπασίστα του συγκροτήματος!


 Βαθμολογία: 7/10

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Βίος και Πολιτεία, Νίκος Περάκης, 1987


 Ίσως η καλύτερη στιγμή του αξιόλογου Έλληνα σκηνοθέτη Νίκου Περάκη. Μία ωραία κωμωδία και πολύ εύστοχη σάτιρα, που παραμένει «φρέσκια» απευθυνόμενη ακόμη και στο σήμερα, 24 ολόκληρα χρόνια αφού γυρίστηκε η ταινία. Παίζουν: Γιώργος Κιμούλης, Γιώργος Κοτανίδης, Άλκης Παναγιωτίδης, Δημήτρης Καλλιβωκάς, Παύλος Κοντογιαννίδης, Δημήτρης Πουλικάκος, Βάνα Μπάρμπα, Άννα Μακράκη, Γιώργος Νινιός κ.ά.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Την ημέρα του τελικού του Παγκόσμιου Κυπέλλου, στην οποία θα παίξει η Εθνική Ελλάδας, ο Μιχάλης Καραμάνος(Γιώργος Κιμούλης), ένας εργαζόμενος του ΟΤΕ, συνδέει τον υπολογιστή του διευθυντή του με έναν εκρηκτικό μηχανισμό. Απειλεί ότι θα ανατινάξει το κτίριο αν δεν του επιτρέψουν να εμφανισθεί στην τηλεόραση πριν από τη μετάδοση του ποδοσφαιρικού αγώνα για να καταγγείλει όλα εκείνα τα στραβά που καταπιέζουν τον Έλληνα πολίτη. Στην προσπάθεια τους να ματαιώσουν τα σχέδια του, συγκεντρώνουν τους παλιούς στρατιώτες του, αναζητώντας κάποια ενοχοποιητικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι συμμετέχουν στην τρομοκρατική οργάνωση  Σ.Π (Συνταγματική Πάλη),  μέλος της οποίας δηλώνει ο Καραμάνος. Τα πάντα περνούν από την πυρά της σάτιρας, αποκαλύπτοντας τη σύγχρονη κοινωνική κρίση και σύγκρουση των ιδεολογιών.

 Ο Νίκος Περάκης με το «Μπόμπα και Παγκανίνι» (1974) μας συστήνει την κωμική φλέβα του. Στα 1978-1979 αναλαμβάνει την καλλιτεχνική διεύθυνση στο «Ταμπούρλο» (Die Blechtrommel) του Φόλκερ Σλέντορφ, με τον οποίο θα ξανασυνεργαστεί στον «Ταξιδιώτη» (Homo Faber, 1991).
 Ο Γερμανός σκηνοθέτης θα τον βοηθήσει στην επόμενη σκηνοθετική του απόπειρα, τη διεθνή παραγωγή «Ιδού η Μήλος, ιδού και το πήδημα» (Milo-Milo, 1979), η οποία όμως διακρίνεται μόνο για... το κρυόκωλο χιούμορ της.
 Ωστόσο λίγο αργότερα έρχεται και η πρώτη αμιγώς (σοβαρή) ελληνική σάτιρα, με το «Άρπα Colla», το 1982.

 Για να φτάσουμε σιγά σιγά στο «Βίος και Πολιτεία». Της οποίας η σάτιρα έχει στόχο... ποιο άλλο; Το ελληνικό κράτος, που (από τότε) είναι μπουρδέλο, μπάχαλο, υπό διάλυση!
 Και ο Περάκης δε χάνει την ευκαιρία να ρίξει μία σοβαρού ύφους σατιρική ματιά σε κάθε πτυχή αυτού του υπό παράλυση κρατικού συστήματος. Από τα κόμματα και τους πολιτικούς, μέχρι τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών και την αστυνομία, τους επιχειρηματίες και την τηλεόραση!


 Ο φαινομενικά ή και πραγματικά αληθινός και σίγουρα αστείος κόσμος του Νίκου Περάκη ξεδιπλώνεται εδώ, παραστατικά και πειστικά, με ακρίβεια και σαφήνεια. Και βέβαια αναδεικνύεται έξοχα από το πολύ δυνατό σενάριο (δια χειρός, επίσης, Περάκη), ατού του οποίου αποτελούν οι εξαιρετικές ατάκες, που εκτοξεύονται πολύ εύστοχα και δυναμικά από το σπουδαίο cast, όπως ακριβώς εκτοξεύει τα βέλη της σάτιράς του ο έμπειρος Έλληνας σκηνοθέτης!

 Ο οποίος (Νίκος Περάκης), θέλει εν τέλει να (μας) επιστήσει την προσοχή, σα να λέει «να η νέα χούντα, μία πολιτική ηγεσία, η οποία επιβάλλεται εμμέσως στους πολίτες, τους ελέγχει και τους λογοκρίνει», με αφορμή τη μεγάλη ανάγκη του «αγανακτισμένου» πρωταγωνιστή να βγει ζωντανά στην τηλεόραση, για να μπορέσει επιτέλους να ακουστεί...

 Το «Βίος και Πολιτεία» είναι πιθανώς το καλύτερο ελληνικό σατιρικό φιλμ που γυρίστηκε ποτέ, ενώ και γενικότερα πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες στιγμές του εγχώριου κινηματογράφου.
 Και μπορεί να έγινε πολύς λόγος για κωμωδία, σάτιρα, γέλιο, τρομερές ατάκες, αλλά τα μηνύματα που περνάει αυτή η ταινία κάθε άλλο παρά αστεία είναι...

 Βαθμολογία: 7/10

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

Il Grande Silenzio, Sergio Corbucci, 1968


 Με τον φανταστικό (προϊόν μεγάλης φαντασίας) ελληνικό τίτλο «Ο Εκδικητής του Διαβόλου» ("Great Silence" ο αγγλικός), αυτό εδώ το σπουδαίο γουέστερν, από τα εξέχοντα των ιταλικών Spaghetti, του Sergio Corbucci και του 1968.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Μια έγχρωμη γυναίκα προσλαμβάνει ένα μουγκό κυνηγό επικυρηγμένων να εκδικηθεί για τον θάνατο του άντρα της μια συμμορία κυνηγών επικυρηγμένων, στη μεγάλη χιονοθύελλα του 1899.
Ένα χιονισμένο και βαρύ τοπίο, ένας σιωπηλός πιστολέρο κι ένας τρελός φονιάς. Στο τέλος ο νόμος θριαμβεύει. Ένα ασυνήθιστο αλλά και υπέροχο δίδυμο συνθέτουν ο Jean-Louis Trintignant και ο Klaus Kinski.
 
 Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα δείγματα του περίφημου Spaghetti ή Italo-western. Συνήθως όταν γίνεται αναφορά σε αυτό το κινηματογραφικό είδος, το μυαλό των περισσοτέρων πηγαίνει στον σπουδαίο Σέρτζιο Λεόνε (Sergio Leone), όμως και ο Σέρτζιο Κορμπούτσι έχει γυρίσει πολλά ενδιαφέροντα γουέστερν, με αυτό εδώ να συγκαταλέγεται σίγουρα στις κορυφαίες δουλειές του.

 Ξεχωρίζει για πολλούς λόγους, όπως για τα υπέροχα πάλλευκα, χιονισμένα τοπία (ανατροπή των συνηθισμένων τοποθεσιών των western), για το εξαιρετικό δίδυμο Τρεντινιάν - Κίνσκι, στο μοναδικό γουέστερν για το Γάλλο (υποδέχεται τον Silence, υπερασπιστή των αδυνάτων, που ακολουθεί το δικό του "νόμο") και το Γερμανό σε έναν απ' τους καλύτερους ρόλους τους (υποδύεται το Loco, μανιώδη κυνηγό επικυρηγμένων, που ακολουθεί κατά γράμμα το Νόμο), την εξαιρετική θεματική, που επικεντρώνεται στη σύγκρουση φτωχών - πλούσιων, στην εκπληκτική μουσική του μοναδικού Ennio Morricone και στο ανατρεπτικό, απαισιόδοξο και αμφιλεγόμενο αλλά στο πνεύμα της επιβολής του νόμου (τα όρια του οποίου είναι ασαφή και δυσδιάκριτα), φινάλε. Με το τέλος και τη "δικαιοσύνη" που απονέμει ο Κορμπούτσι, γκρεμίζεται εξ ολοκλήρου από τον Ιταλό κάθε σύμβαση με τα κλασικά γουέστερν, όπου είχαμε μάθει στην επικράτηση του "καλού" έναντι του "κακού", τουλάχιστον έτσι όπως εκπροσωπούνταν από τους ήρωες και παρουσιάζονταν στα μάτια μας.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

Babel, 2006, Alejandro González Iñárritu


 Ο πολύ σημαντικός και άκρως αναγνωρίσιμος Μεξικανός σκηνοθέτης Alejandro González Iñárritu μαζί με τον εξαιρετικό σεναριογράφο και μόνιμο συνεργάτη του, Guillermo Arriaga αποτελούν ένα εξαιρετικά πετυχημένο κινηματογραφικό δίδυμο. Εδώ (και μετά από το εξαιρετικό "21 Grams"), με τη «Βαβέλ» δημιουργούν ένα εντυπωσιακό μωσαϊκό καταστάσεων, χρωμάτων και πολιτισμών, υποσχόμενοι μία πέρα για πέρα ενδιαφέρουσα κινηματογραφική εμπειρία!
  
 Η υπόθεση της ταινίας:
 Τέσσερις ιστορίες ξετυλίγονται μέσα από ένα κουβάρι καταστάσεων με όχι κατ' ανάγκη ευδιάκριτα σημεία επαφής μεταξύ τους, οι οποίες πραγματεύονται τη δυσκολία συνεννόησης ανάμεσα στους ανθρώπους που έρχονται από διαφορετικούς κόσμους και που οι τροχιές τους τέμνονται τυχαία προκαλώντας τραγωδίες. Μια σύμπτωση φαινομενικά ασήμαντη 'ενώνει' τους πρωταγωνιστές σε μια αφήγηση ιδιαίτερη, μη γραμμική. Το μοτίβο θάνατος - ενοχή επαναλαμβάνεται διαρκώς όπως και η έννοια της ευθραυστότητας της ζωής. Η ταινία  "Babel" είναι καθηλωτική για την απόλυτη γεωμετρία που διακρίνει τη δραματουργία του σεναρίου (Guillermo Arriaga), τη σκηνοθετική ικανότητα του Inarritu, την εντυπωσιακή φωτογραφία, την εξαιρετική ερμηνεία του Brad Pitt και τη μουσική επένδυση εμπνευσμένη από τον Gustavo Alfredo Santaolalla ο οποίος συνοδεύει με απαράμιλλο τρόπο το πολύχρωμο, πολυπολιτισμικό μωσαϊκό της Βαβέλ.

 Οι τέσσερις ιστορίες που ενώνονται εντυπωσιακά για να φτιάξουν το παζλ της σπονδυλωτής Βαβέλ έχουν ως εξής: Μία κωφάλαλη Γιαπωνέζα που δε διατηρεί και τις καλύτερες σχέσεις με τον πατέρα της, αρχίζει να εκβιάζει την πρώτη της ολοκληρωμένη σεξουαλική εμπειρία. Δύο Μαροκινοί ανήλικοι πιάνουν για πρώτη φορά όπλο στα χέρια τους για κυνηγετικούς σκοπούς προς τέρψιν του πατέρα τους. Το όπλο όμως αυτό θα τα οδηγήσει σε ένα μοιραίο συμβάν. Ένας Αμερικανός τουρίστας (Brad Pitt) αγνοώντας τις ενστάσεις της συζύγου του (Cate Blanchett) για την παρουσία τους στο Μαρόκο, θα έχουν ένα ατύχημα που θα θέσει σε θανάσιμο κίνδυνο τη ζωή της γυναίκας. Στο μεταξύ, η Μεξικανή κουβερνάντα των παιδιών του ζεύγους που διαμένει παράνομα στις Η.Π.Α. προκειμένου να παρασταθεί στο γάμο του γιου της στο Μεξικό θα πάρει μαζί της τα παιδιά κρυφά από τους γονείς τους.

 Το όνομα της ταινίας, «Βαβέλ» (παραπέμπει σε μία Βαβέλ πολιτισμών, γλωσσών, κόσμων, νοοτροπιών, εθίμων, ανθρώπων) είναι τόσο «ηχηρό», που ανεβάζει κι άλλο τον πήχη των προσδοκιών, ο οποίος αναμφίβολα είναι ήδη ψηλά από τα σπουδαία ονόματα σε σκηνοθεσία-σενάριο (Iñárritu-Arriaga), cast (Brad Pitt, Cate Blanchett αλλά και Gael Garcia Bernal), μουσική σύνθεση (Gustavo Santaolalla). Στην ερώτηση αν τελικά τα καταφέρνει με το τελικό αποτέλεσμα να δικαιώσει τις προσδοκίες, η απάντηση είναι ότι ακόμη κι αν δεν το κάνει αυτό, αν μη τι άλλο δεν απογοητεύει!

 Να ξεκινήσω όμως από το (μοναδικό ευτυχώς) αρνητικό του κατά τα άλλα υπέροχου φιλμ του Ινιάριτου. Κανείς δε νομίζω να αμφισβητεί τη δυναμική του σεναρίου με τις ιδιαίτερα ξεχωριστές διαφορετικές ιστορίες. Ωστόσο μπορεί η ανάπτυξη της καθεμιάς ξεχωριστά να είναι γοητευτικά δαιδαλώδης, όμως ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η περίφημη "ένωση" αυτών, στην κατάληξη της ταινίας, προϋποθέτει μεγάλη φαντασία από τον θεατή, για να δεχτεί ότι αυτή (η ένωση των ιστοριών) γίνεται με άρτιο τρόπο. Βρήκα σημεία από ορισμένες ιστορίες ιδιαίτερα τραβηγμένα (σχεδόν απίθανα), αν αναλογιστεί κανείς ότι συνδέονται πρόσωπα και καταστάσεις από όλον τον κόσμο(!) και όχι, έστω, από μία ήπειρο (που και πάλι θα γεννούνταν ερωτηματικά, ως προς την νοηματική σαφήνεια της μεταξύ τους σύνδεσης). Για αυτόν το λόγο δε δύναμαι να χαρακτηρίσω ευρηματικό το σενάριο, καθώς ακόμη κι ένα μικρό παιδί με αμέτρητα αποθέματα φαντασίας θα μπορούσε να αναπτύξει κάτι -ανάλογης τρέλας- τόσο δαιδαλώδες.

 Από κει και πέρα, η υπερπαραγωγή αυτή είναι γυρισμένη σε τρεις ηπείρους, ενώ όπως προαναφέρθηκε, το καστ είναι έξοχο, με τον Μπραντ Πιτ να είναι εξαιρετικός, στην πιο ώριμη ερμηνεία της καριέρας του και την Κέιτ Μπλάνσετ πάρα πολύ καλή όπως πάντα.

 Η απώλεια, κάθε μορφής, είναι το κοινό στοιχείο σε όλες τις ιστορίες. Η απώλεια της ζωής, η απώλεια της οικογένειας, η ξενιτιά, το σπάσιμο των ανθρώπινων δεσμών και τέλος, ο θάνατος. Άλλωστε με αυτήν την ταινία ο Ινιάριτου ολοκληρώνει μια άτυπη τριλογία αφιερωμένη στην απώλεια, που εκφράζεται με το θάνατο, το νεκρό χρόνο και την απουσία («Χαμένες αγάπες» και «21 γραμμάρια» οι άλλες δύο).

 Τέλος, η κριτική της «Βαβέλ» μέσω των έμμεσων αλλά σαφέστατων και δυνατών πολιτικών σχολίων έχει τη βάση της στο σύγχρονο δυτικό κόσμο, την υψηλού βαθμού ξενοφοβίας των Αμερικανών, που αποτυπώνεται στις συμπεριφορές τους απέναντι στους τουρίστες, την τρομοκρατία φυσικά, αλλά και τις ταξικές διαφορές, τους κοινωνικούς διαχωρισμούς και αποκλίσεις.

  Η «Βαβέλ» ήταν υποψήφια για 7 Oscar, με κυριότερες υποψηφιότητες αυτές της καλύτερης ταινίας, σκηνοθέτη, σεναρίου και μουσικής, αποσπώντας τελικά το Όσκαρ καλύτερης μουσικής, ενώ είχε και πάμπολλες διακρίσεις σε διάφορα φεστιβάλ, όπου σαφώς ξεχωρίζει ο Χρυσός Φοίνικας των Καννών, καλύτερης σκηνοθεσίας στον Iñárritu.

 Βαθμολογία: 7,5/10