banner

image

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

On the Waterfront, Elia Kazan, 1954



 Αντιγραφή από το άλλο μπλογκ με ένα από τα κορυφαία αριστουργήματα του Elia Kazan, "The Waterfront":

 "Το Λιμάνι της Αγωνίας" είναι μία κλασική, πολυβραβευμένη ταινία από τον Ελληνικών ριζών (Ηλίας Καζαντζόγλου το αληθινό του όνομα) Αμερικανό σκηνοθέτη Elia Kazan και το 1954.
Το σενάριο του Schulberg (σε συνεργασία με τον Kazan) βασίστηκε σε πραγματικά γεγονότα, όπως αυτά παρουσιάστηκαν σε μια σειρά από άρθρα του δημοσιογράφου Malcolm Johnson, με τίτλο "Έγκλημα στο λιμάνι".
 Τα άρθρα αυτά, που κέρδισαν και το βραβείο Πούλιτζερ, είχαν δημοσιευτεί σε εικοσιτέσσερις συνέχειες στην εφημερίδα "New York Sun" και αποκάλυψαν τη διαφθορά, τον χρηματισμό και τα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών των γκάνγκστερ που είχαν τον έλεγχο του συνδικάτου των λιμενεργατών της Nέας Yόρκης.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ένας πρώην πυγμάχος, φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, κάνει διάφορα θελήματα για λογαριασμό των συνδικάτων. Όταν συνειδητοποιεί ότι ο συνδικαλιστικός του φορέας έχει αλωθεί από το οργανωμένο έγκλημα και εκμεταλλεύεται τους λιμενεργάτες, αποφασίζει να εμφανιστεί στην αρμόδια κρατική επιτροπή και να πει την αλήθεια.


 Η ταινία ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών από μερίδα του πνευματικού κόσμου της Αμερικής, οι οποίοι θεώρησαν ότι ο γνωστός για τις σχέσεις του με τους μηχανισμούς του μακαρθισμού σκηνοθέτης πλήττει σκόπιμα τα σωματεία λιμενεργατών, παρουσιάζοντας τους επικεφαλής ως γκάνγκστερ και προτρέποντας τα μέλη να τους "καρφώνουν" στις επιτροπές. Ίσως και να μην είχαν άδικο..




 Ο αξέχαστος Marlon Brando γράφει ιστορία ως Terry Malloy. Επιστρέφει σπίτι του μετά από μία αποτυχημένη πορεία στο χώρο του Boxing. Ο αδελφός του Charley, μεγάλη ερμηνεία και από τον Rod Steiger, είναι το δεξί χέρι του διεφθαρμένου Αρχιγκάνγκστερ Johny Friendly και επικεφαλής του συνδικάτου του Λιμανιού. Ο Μπράντο λοιπόν θα τεθεί υπό την προστασία του John Friendly και όλοι οι εργάτες θα τον αντιπαθούν αλλά και θα τον σέβονται -από φόβο όμως-. Χωρίς ουσιαστικά να το πάρει χαμπάρι, θα γίνει μέλος της συμμορίας και θα καταλήξει συνεργός σε έγκλημα που θα προκύψει από εκφοβισμό προς έναν εργάτη προκειμένου να μην τους "καρφώσει". Αυτό ήταν!
 Ο μέγας Μπράντο ξεκινά μία περιπλάνηση προς την αναζήτηση της αλήθειας με σκοπό να ξεσκεπάσει τον Αρχιγκάνγκστερ και να διαλύσει τη συμμορία. Στην προσπάθειά του αυτή θα τεθεί αντιμέτωπος με πολλούς. Θα προσπαθήσει λοιπόν να αποδείξει σε όλους μα κυρίως και πρωτίστως στον εαυτό του ότι δεν είναι "αλήτης", "προδότης" και "φονιάς", όπως χαρακτηριστικά έχει ονομαστεί.
 Σύμμαχοι του Μπράντο, η αδελφή του θύματος, Edie Doyle (Eva Marie Saint), την οποία και θα ερωτευθεί, και ο παππάς (μεγάλη ερμηνεία και από τον Karl Malden).
 Στο τέλος, μετά από τις εσωτερικές και εξωτερικές συγκρούσεις που θα δεχτεί και όταν οι τύχες ολόκληρης της κοινωνίας βασίζονται πάνω του, θα τα καταφέρει να φτάσει στη λύτρωση μέσα από ένα δυνατό φινάλε.
 

 Ασπρόμαυρο φυσικά, με έξοχη φωτογραφία, όμορφους φυσικούς χώρους όπου έγιναν τα γυρίσματα, πολύ δυνατές ερμηνείες στο σύνολό τους, σημαντικούς συμβολισμούς και νοήματα, εξαιρετική σκηνοθεσία απ' τον Καζάν, αξέχαστη εμφάνιση απ' τον Μάρλον Μπράντο. Σίγουρα το φιλμ θα ήταν διαφορετικό με οποιονδήποτε άλλο πέραν του Μπράντο, στον οποίο το "On the Waterfront" αλλά και ο ίδιος ο Καζάν χρωστάνε πολλά!
 Μοναδικό "αρνητικό" σημείο της ταινίας, το γεγονός ότι κρίθηκε ως -και φυσικά είναι- αμφιλεγόμενη. Αλλά κι αυτό μονάχα ως προς τις προθέσεις της, γιατί η κάμερα του Kazan και οι ερμηνείες επισκίασαν κάθε "δυσάρεστη" πτυχή της.

 Στο "On the Waterfront" πρωτοεμφανίστηκαν οι Εύα Μαρί Σεντ, Μάρτιν Μπάλσαμ και Πατ Χινγκλ.

 Η ταινία απέσπασε 8 βραβεία Όσκαρ (υποψήφια για 12 συνολικά): καλύτερης ταινίας (στον παραγωγό Σαμ Σπίγκελ), σκηνοθεσίας (στον Ελία Καζάν), σεναρίου (στον Μπαντ Σούλμπεργκ), φωτογραφίας (στον Μπόρις Κάουφμαν), καλλιτεχνικής διεύθυνσης (στον Ρίτσαρντ Ντέι), καλύτερου μοντάζ (στον Τζιν Μίλφορντ), αντρικής ερμηνείας (στον Μάρλον Μπράντο), και δεύτερης γυναικείας ερμηνείας (στην Εύα Μαρί Σεντ).


 Μία κλασική ταινία από τα 50s. Με το America America οι δύο καλύτερες του Καζάν, ενώ ο Μάρλον Μπράντο ως Τέρι Μαλόι μας δίνει ότι καλύτερο μετά τον Δον Κορλεόνε στον Νονό!

 Γιατί πώς να το κάνουμε ρε παιδιά, μεγάλος προδότης ο Καζάν (η γνωστή ιστορία, όπου κατέδωσε 8 συναδέλφους και συντρόφους του στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών επί Μακαρθισμού), αλλά και πολύ μεγάλος σκηνοθέτης!
 
 Βαθμολογία: 9,5/10

Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

The Sting, George Roy Hill, 1973



 Μεταφορά από το άλλο μπλογκ με το πολυβραβευμένο «Κεντρί» του George Roy Hill:

  Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Χένρι Γκόντφορντ (Νούμαν) και ο Τζόνι Χούκερ (Ρέντφορντ) είναι δύο φιλόδοξοι κομπιναδόροι. Όταν όμως ο μαφιόζος Ντόιλ Λόνεγκαν (Ρομπερτ Σώ) σκοτώνει έναν από τους φίλους τους, οι δύο άντρες αποφασίζουν να εκδικηθούν με τη βοήθεια ανθρώπων του υποκόσμου.

 Οι Paul Newman και Robert Redford ξανασυνεργάζονται μετά τους "Δύο Ληστές" του 1969 και συνθέτουν ένα απολαυστικό δίδυμο στο «Κεντρί», την πολυβραβευμένη με 7 Oscar περιπέτεια που σκηνοθέτησε (και πάλι) ο George Roy Hill. Το ευφυές σενάριο του David S. Ward, το εκπληκτικό δίδυμο Newman - Redford, το όμορφο τραγούδι The Entertainer" του Marvin Hamlisch, το οποίο βραβεύτηκε με το βραβείο Oscar καλύτερης μουσικής επένδυσης (Scott Joplin), οι κομπίνες και οι στημένες παρτίδες πόκερ συνθέτουν το παζλ της υπέροχης και φρέσκιας αυτής, ύστερα από 36 χρόνια, ταινίας.
 Το «Κεντρί» χωρίζεται σε 7 μέρη (The Players, The Set-Up, The Hook, The Tale, The Wire, The Shut-Out, The Sting). Η δράση τοποθετείται στο Σικάγο την εποχή μετά το μεγάλο κραχ:

 Ο σκηνοθέτης Τζορτζ Ρόι Χιλ λειτουργεί έξυπνα αφήνοντας ελευθερία στις κινήσεις του πρωταγωνιστικού διδύμου. Θα τολμούσα μάλιστα να πω ότι ο Ρέντφορντ κλέβει την παράσταση από τον Νιούμαν. Και οι δύο σπουδαίοι σταρ δεν τον απογοητεύουν. Αντίθετα, μας ταξιδεύουν ευχάριστα στον (υπο)κόσμο της απάτης ενώ παράλληλα δίνουν νόημα στις έννοιες της φιλίας, της πίστης, της αφοσίωσης. Μια συναρπαστική περιπέτεια με διάχυτα κωμικά σημεία και δύο λαμπερούς σταρ. Σίγουρα(;) δεν είναι σινεμά υψηλών κινηματογραφικών επιδόσεων, αλλά είναι ότι πρέπει για διασκέδαση!

Βαθμολογία: 8/10

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Die Welle, Dennis Gansel, 2008




 «Το Κύμα» ("Die Welle"), η ταινία του Dennis Gansel και του 2008, που συζητήθηκε παγκοσμίως πολύ καιρό μετά την προβολή της, ενώ ξεπέρασε στο γερμανικό box office το έτερο πολύ αξιόλογο και καλύτερο ευρωπαϊκό φιλμ για το 2006 «Οι Ζωές των Άλλων». Με το διεθνή τίτλο "The Wave", η ταινία θέτει το ερώτημα: «μπορεί να ξαναγεννηθεί ο ναζισμός στη Γερμανία;». Μία σημαντική ευρωπαϊκή πρόταση για την περασμένη δεκαετία.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Όταν συνειδητοποιεί, ότι οι παραδοσιακές μέθοδοι διδασκαλίας της Ιστορίας, προκαλούν αφόρητη ανία στους μαθητές του, ένας νεαρός καθηγητής, προτείνει την εφαρμογή ενός ιδιότυπου πειράματος, που προβλέπει συγκρότηση μιας ελίτ με μυστικούς κώδικες, σκληρή πειθαρχία και υψηλούς στόχους. Οι μαθητές θα οδηγήσουν το πείραμα σε απόλυτη επιτυχία και, χωρίς να το καταλάβουν, θα αρχίσουν να υποκύπτουν στη διακριτική γοητεία του φασισμού.

  Βασισμένη σε αληθινά γεγονότα που διαδραματίστηκαν σε γυμνάσιο του Palo Alto της Καλιφόρνια το 1967 και τα οποία αποτυπώθηκαν αργότερα στο best seller μυθιστόρημα του Tod Strasser (καλλιτεχνικό όνομα Morton Rhue) με τίτλο “The Wave”, η ομώνυμη ταινία του Dennis Gansel εξετάζει το τρομακτικό ερώτημα αν και κατά πόσο είναι εύκολο να αναβιώσει ο φασισμός στη σημερινή αποπνέουσα απολιτίκ αίσθηση Γερμανία.

 Σε γερμανικό σχολείο λοιπόν το πείραμα ενός νεαρού καθηγητή ιστορίας με αναρχικό παρελθόν και προχωρημένες μεθόδους διδασκαλίας καταλήγει σε μακελειό. Ο Juergen Voegel (Rainer Wegner) αποφασίζει να υιοθετήσει μια "διαφορετική" μέθοδο διδασκαλίας της ιστορίας του Φασισμού, καλώντας τους μαθητές του να δημιουργήσουν μια κλειστή ομάδα με μυστικούς κώδικες, αυστηρή πειθαρχία και ομοιομορφία. Όλα δείχνουν να πηγαίνουν καλά μέχρι τη στιγμή που η κατάσταση ξεφεύγει από τον έλεγχό του και τα παιδιά γοητεύονται επικίνδυνα από την εξουσία που θεωρούν πως έχουν αποκτήσει.

 Και ο Γερμανός σκηνοθέτης μεταφέρει το βιβλίο στη μεγάλη οθόνη γιατί ενδιαφέρεται να δείξει πώς συμπεριφέρονται ατομικά ή μαζικά οι άνθρωποι υπό την ανάπτυξη περίεργων και ασυνήθιστων περιστάσεων.

 Μόλις ο καθηγητής ξεκινάει τη νέα μέθοδο διδασκαλίας του, οι μαθητές θα αντιδράσουν αμέσως. Όλοι θα συμφωνήσουν πως οι ναζί «είναι κακοί», ότι στη σημερινή Γερμανία «δεν μπορεί να αναβιώσει ο ναζισμός», ότι ακόμη ντρέπονται για το παρελθόν της χώρας τους κλπ. Όμως σιγά σιγά θα εγκλιματιστούν και θα «συμμορφωθούν» με το πείραμα, ενώ μέσα σε μόλις μία εβδομάδα (τόση είναι η διάρκειά του) θα παρασυρθούν από την κρυφή γοητεία που κρύβουν τα γκέμια της εξουσίας και θα έχουν μεταμορφωθεί -δίχως να το καταλάβουν- σε μικρούς ναζί, όντας έτοιμοι να ακολουθήσουν τον αρχηγό και καθοδηγητή τους στο όραμα της... εξάπλωσης και απόλυτης κυριαρχίας του γερμανικού έθνους απέναντι σε οποιονδήποτε εσωτερικό ή εξωτερικό εχθρό!

 Η κεντρική ιδέα του σκηνοθέτη είναι εξαιρετική, όμως δυστυχώς, δεν είναι τέτοια και η ταινία. Πρώτον, εξαιτίας του ναι μεν δυνατού, αλλά αναμενόμενου και διδακτικού φινάλε και δεύτερον, για κάποιες σεναριακές υπερβολές (που συνηθίζουν να χαρακτηρίζουν αρκετές ευρωπαϊκές παραγωγές), όπως το γεγονός της τεράστιας και ραγδαίας εξάπλωσης ενός απολυταρχικού καθεστώτος, το οποίο «χτίστηκε» και αναπτύχθηκε μέσα από τις μεγάλες σκέψεις και ιδέες ενός «ηγέτη» ακολουθούμενου από απλούς, καθημερινούς ανθρώπους (μαθητές). Σα να μας λέει ο σκηνοθέτης ότι όλοι κρύβουμε εντός μας έναν Χίτλερ και μπορούμε ανά πάσα στιγμή όχι μόνο να τον βγάλουμε στην επιφάνεια αλλά και να επιβληθούμε σε μία μάζα ανθρώπων. Ε, όχι δα!

 Ο καθηγητής πιστός στις παράξενες αλλά πρωτοποριακές(;) μεθόδους που χρησιμοποιεί στις τάξεις του θα μεταγγίσει το δηλητήριο του φασισμού στους αρχικά προβληματισμένους αλλά γρήγορα υποκύψαντες στην ομολογουμένως διακριτική γοητεία που υποβόσκει οιαδήποτε ισχυρή κοινωνική ενότητα (μονάδα), η οποία διαλύει κάθε ατομικότητα και αναδεικνύει όλα εκείνα τα στοιχεία μιας ομάδας, μαθητές του.

 Το παιχνίδι ρόλων που στήνει ο Βέγκνερ, κρατώντας εκείνον του ηγέτη για τον ίδιο θα πάρει διαστάσεις που δεν θα μπορούσε να προβλέψει. Στην αρχή θα χαρεί που οι μαθητές του ακολούθησαν την «ιδέα» του και τα πρώτα δείγματα της ομαδικής ταυτότητας (ονομάζουν τη μικρή τους κοινωνία «Το Κύμα», ντύνονται ομοιόμορφα, υιοθετούν έναν κοινό χαιρετισμό και ένα σήμα που υποδηλώνει την ταυτότητά τους, συμπεριφέρονται σαν ίσοι προς ίσους, σαν μία μεγάλη οικογένεια) μοιάζουν αθώα...

 Μόνο η Κάρο θα «επαναστατήσει» θεωρώντας βλακεία το «Κύμα» και θα περιθωριοποιηθεί μόλις αρνηθεί να φορέσει το ίδιο με τους συμμαθητές της λευκό πουκάμισο. Όμως ακόμη και η νεαρή επαναστάτρια δεν θα μπορέσει να σταματήσει το φαινόμενο αυτό που σαν κύμα καταπίνει τους πάντες στο πέρασμά του. Το οποίο κύμα είναι η τάξη, είναι το σχολείο και αυτό με τη σειρά του είναι η τοπική κοινωνία, όλη η Γερμανία και η συνέχεια γνωστή: η άρια φυλή και... ολόκληρος ο κόσμος!

 Τα μαθήματα πολιτικής σκέψης από τον Γκάνσελ εξαιρετικά, το σενάριο πολύ καλό αλλά με πολλές αφέλειες και υπερβολές, οι ερμηνείες έξοχες στο σύνολό τους, όπως και η σκηνοθεσία και η φωτογραφία, το φινάλε πολύ δυνατό αλλά αναμενόμενο και διδακτικό.

 Μία τοποθέτηση του ίδιου του σκηνοθέτη:
 «Έδειχνα ανέκαθεν ειδικό ενδιαφέρον για την ιστορία της Ναζιστικής Γερμανίας. Για το αν θα μπορεί να υπάρξει φασισμός ξανά, για το πώς λειτουργεί το φασιστικό σύστημα, το πώς μπορεί να εκτροχιαστούν οι άνθρωποι από το δρόμο τους. Ήταν κάτι που πάντα με συνάρπαζε. Υποθέτω πως αυτό έχει να κάνει και με την ιστορία της οικογένειάς μου. Ο παππούς μου ήταν αξιωματικός του Τρίτου Ράιχ, κάτι για το οποίο ο πατέρας μου, αλλά και οι δύο θείοι μου, συνάντησαν πολλά και διάφορα προβλήματα στη ζωή τους. Όταν ήμουν νέος συχνά αναρωτιόμουν για το τι θα έκανα αν θα βρισκόμουν σε μια κατάσταση σαν κι αυτή του παρελθόντος. Στο "Wave" η ερώτησή μου είναι το πώς θα μπορούσε να δουλεύει σήμερα ο φασισμός. Θα ήταν πιθανός σήμερα; Θα μπορούσε να ξανασυμβεί αυτό το πράγμα, εδώ και τώρα, σε ένα συνηθισμένο σχολείο στη Γερμανία;... Και πάλι, όταν ήμουν νέος πάντα ευχόμουν να υπήρχε κάτι με το οποίο θα μπορούσα να ταυτιστώ. Ζήλευα τους γονείς μου που έζησαν τη δεκαετία του '60 και το φοιτητικό κίνημα, όπου οι άνθρωποι είχαν ένα είδος κοινού στόχου, προσπαθώντας να αλλάξουν το κόσμο και να κάνουν τη διαφορά. Εγώ μεγάλωσε στη δεκαετία του '80 και του '90, όταν πια υπήρχαν χιλιάδες πολιτικά ρεύματα και ομάδες, αλλά καμιά πραγματική κατεύθυνση. Δεν μπορούσα να ενθουσιαστώ με τίποτα. Κι αυτό μου έλειπε. Αυτό νομίζω πως λείπει και από τα παιδιά σήμερα. Εννοώ, δεν μπορούμε να ορίζουμε τους εαυτούς μας μόνο μέσα από τη μουσική και το ντύσιμο. Νομίζω πως οι άνθρωποι έχουν μια βαθιά ανάγκη για την ουσία, μια ανάγκη που γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη. Η τάση για τον ατομικισμό και την ιδιώτευση, τη διάσπαση της κοινωνίας σε μικρές ομάδες, δεν μπορεί να συνεχιστεί για πάντα. Σε κάποιο σημείο θα βρεθεί ένα τεράστιο κενό. Και τότε ο κίνδυνος θα είναι ότι κάποιος «-ισμός» θα ξεπεταχτεί και θα θελήσει να γεμίσει αυτό το κενό».


 Βαθμολογία: 6,5/10

Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

Touch of Evil, Orson Welles, 1958



 Αντιγραφή από το άλλο μπλογκ με το αριστουργηματικό "Touch of Evil" του Orson Welles:

 «Το άγγιγμα του κακού» είναι ένα εκπληκτικό, σαιξπηρικών αναφορών, φιλμ νουάρ. Ο Όρσον Γουέλς σκηνοθετεί αριστουργηματικά και ενσαρκώνει ιδανικά τον διεφθαρμένο αστυνομικό Κουίνλαν, τον διφορούμενο ηθικά και εκπληκτικό ερμηνευτικά χαρακτήρα της ταινίας. Μιας εκπληκτικής ταινίας γύρω απ΄την αέναη μάχη του καλού (Βάργκας, τον υποδύεται ο Charlton Heston) με το κακό (Κουίνλαν, τον υποδύεται φυσικά ο Welles).
Αλλά κυρίως, το "Touch of Evil" αναλύει τους κώδικες της εξουσίας, της δικαιοσύνης και της ηθικής, όπως η τελευταία διαγράφεται μέσα από τις πράξεις των χαρακτήρων.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ένας κυβερνητικός πράκτορας του Μεξικού, που βρίσκεται με τη νεαρή Αμερικανίδα σύζυγό του στα σύνορα της χώρας για το μήνα του μέλιτος, έρχεται αντιμέτωπος με διεφθαρμένους αστυνομικούς, πολιτικούς-πιόνια, μοιραίες γυναίκες και ανθρώπους του υποκόσμου όταν οι άνθρωποι ενός βαρόνου των ναρκωτικών επιχειρούν να τρομάξουν τη σύζυγό του ώστε να τον αφήσει ήσυχο...

 Η ταινία ξεκινάει με ένα αξεπέραστης εικαστικής ομορφιάς μονοπλάνο διάρκειας περίπου 5 λεπτών. Εξελίσσεται ξετυλίγοντας το κουβάρι των χαρακτήρων αλλά κυρίως του "κακού", καθώς ενδιαφέρεται να ψάξει στο εσωτερικό των ηρώων, να ρίξει φως στις απόκρυφες έννοιες και πράξεις της ηθικής και της δικαιοσύνης και ολοκληρώνεται με την αυτοκαταστροφή στην οποία οδηγείται -με βάση τη δική του ιδεολογία- ο διεφθαρμένος χαρακτήρας του Γουέλς.
 Καθ΄όλη τη διάρκεια της, ο Γουέλς σκηνοθετεί με απίστευτη μαεστρία, καλύπτοντας τις όποιες σεναριακές αφέλειες, αποδεικνύοντας για πολλοστή φορά ότι βρισκόταν πάρα πολλά χρόνια μπροστά απ΄την εποχή του!
 Σε μικρό ρόλο-έκπληξη εμφανίζεται η Μάρλεν Ντίντριχ, ξεδιπλώνοντας τη γοητεία της παρά τα 60 της σχεδόν χρόνια!

Βαθμολογία: 8/10

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Straw Dog (Nora inu), Akira Kurosawa, 1949


 Ο «Λυσσασμένος Σκύλος», με τον αγγλικό τίτλο "Straw Dog" και αυθεντικό ιαπωνικό "Nora inu" είναι από τα πρώτα φιλμ του διασημότερου και σπουδαιότερου κινηματογραφιστή της Ασίας, Ακίρα Κουροσάβα (Akira Kurosawa). Συγκεκριμένα πρόκειται για το ένατο κατά σειρά φιλμ αλλά το πρώτο αριστούργημα του κορυφαίου Ιάπωνα σκηνοθέτη.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Μουρακάμι, ένας νέος στο σώμα αστυνομικός, χάνει το όπλο του σε λεωφορείο του Τόκυο και ταπεινωμένος θέτει την παραίτηση του στον επιθεωρητή Σάτο, η οποία δεν γίνεται δεκτή.
Το κλεμμένο όπλο χρησιμοποιείται σε φόνο και ο Μουρακάμι αναζητά με λυσσασμένη μανία τον κάτοχο του στη μαύρη αγορά και τα καταγώγια του Τόκιο, για να ανακαλύψει στο τέλος ότι δεν πρόκειται για ένα «λυσσασμένο σκυλί» που δεν μπορεί να συγκρατήσει τα φονικά του ένστικτα, αλλά για μια αδερφή ψυχή, έναν συμπολεμιστή του, ο οποίος απλώς πήρε διαφορετικό δρόμο από τον ίδιο.
Ο Κουροσάβα, επηρεασμένος από τον Σιμενόν, τον Ζιλ Ντασέν (Γυμνή Πόλη) και το νεορεαλισμό (η 8 ½ λεπτών σεκάνς στη μαύρη αγορά κινηματογραφήθηκε όλη στα κρυφά), έθεσε σε λειτουργία ένα νέο είδος, το ιαπωνικό φιλμ νουάρ, υπογράφοντας το πρώτο αριστούργημα της καριέρας του.


 Μπορεί να μην είναι από τις γνωστότερες στο ευρύ κοινό ταινίες του Κουροσάβα, κυρίως εξαιτίας της χρονολογίας που γυρίστηκε (1949), ωστόσο πρόκειται για το πρώτο αριστούργημα του Ιάπωνα, αλλά και από τα πρώτα φιλμ νουάρ εκτός Αμερικής.

 Ο Τοσίρο Μιφούνε σε ηλικία 29 ετών πρωταγωνιστεί, στην τρίτη του εδώ (από τις 16 συνολικά) συνεργασία με τον Κουροσάβα μετά τις ταινίες "Drunken Angel" και "Quiet Duel", υποδυόμενος τον Μουρακάμι, ένα «ψαρωμένο» αστυνομικό ντετέκτιβ, ο οποίος θα ψάξει με λύσσα να βρει τον κλέφτη που βούτηξε το υπηρεσιακό του όπλο και το χρησιμοποίησε για φόνο. Τελικά όταν φτάσει στην αλήθεια, θα ανακαλύψει ότι δεν επρόκειτο για κάποιον "λυσσασμένο σκύλο" που ληστεύει και σκοτώνει κατά συρροήν, αλλά για ένα συμπολεμιστή του που απλώς χάραξε διαφορετική πορεία από τον ίδιο.

 Τη δική του πορεία χαράζει και το μοιραίο αντικείμενο της ιστορίας, το περίστροφο. Αρχικά θα κλαπεί από τον αστυνομικό και εν συνεχεία θα χρησιμοποιηθεί για μία σειρά από φόνους, ενώ ο δράστης θα ταλαντευτεί αν πρέπει να το επιστρέψει(!) ή να το εξαφανίσει. Η απειρία του, καθότι δεν πρόκειται για οργανωμένο εγκληματία, θα μπλέξει τα πράγματα και θα δώσει την ευκαιρία στο Μουρακάμι να τον πλησιάσει αναζητώντας τον στις λαϊκές συνοικίες του Τόκυο και τελικά να τον ανακαλύψει. Μέχρι να φτάσει όμως σε εκείνον, θα γνωρίσει την ειρωνεία και το χλευασμό των συναδέλφων του, ενώ θα αγγίξει τα όρια της τρέλας. Θα τον κατακλύσουν οι ενοχές για την κατάσταση του ηλικιωμένου Σάτο (Τακάσι Σιμούρα), του ανωτέρου του, ο οποίος δίνει μάχη για τη ζωή του.

 Το δίδυμο Σιμούρα - Μιφούνε δένει πολύ όμορφα και ο Κουροσάβα σκηνοθετεί εκπληκτικά δημιουργώντας εξαιρετική ατμόσφαιρα, παρουσιάζοντας την εικόνα της μεταπολεμικής Ιαπωνίας που προσπαθεί να ξαναστηριχθεί στα πόδια της μέσα από δύσκολες καταστάσεις (μαύρη αγορά, γραφειοκρατία, συμμορίες, πορνεία) και χαρίζοντας στην κινηματογραφική ιστορία ένα σπουδαίο νουάρ, καινοτομώντας, καθώς είναι το πρώτο προερχόμενο από την Ασία.


 Το "Stray Dog" είναι η ιστορία ενός νέου ντετέκτιβ που κυνηγάει την ίδια του τη σκιά. Ξεχωρίζει πάνω απ' όλα για την εκπληκτική του ατμόσφαιρα, ενώ ο κορυφαίος Ιάπωνας σκηνοθέτης κάνει ένα πανανθρώπινο πορτρέτο για την καθ' υπέρβαση συμπεριφορά του ήρωά του.

 Βαθμολογία: 8,5/10