banner

image

Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Κυνόδοντας, Γιώργος Λάνθιμος, 2009


 Ο πολυσυζητημένος «Κυνόδοντας» του Γιώργου Λάνθιμου, μία -επιτέλους- ξεχωριστή ελληνική ταινία, που δεν αποτελεί έκπληξη ως "πολύ καλή για ελληνική" αλλά μας χάρισε την καλύτερη μακράν της -όποιας- δεύτερης, ελληνική ταινία εδώ και πολλά χρόνια και παράλληλα μία σημαντική στιγμή του ανεξάρτητου κινηματογράφου. Ο «Κυνόδοντας» προκάλεσε αίσθηση στις Κάννες, όπου κέρδισε και δύο βραβεία, ενώ διεκδικεί και το Oscar καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, καθώς είναι υποψήφια στο διαγωνισμό της Ακαδημίας, που λαμβάνει χώρα σε λίγες ώρες. Βέβαια πέρα από τις θετικές κριτικές η ταινία του Λάνθιμου απέσπασε και αρνητικά σχόλια, χαρακτηρίστηκε ακόμη και ως άρρωστη ή διαστροφική, ενώ ο σκηνοθέτης κατηγορήθηκε ότι δεν πρωτοτύπησε και τόσο πολύ στο σενάριο, καθώς αντέγραψε το μεξικάνικο "El castillo de la pureza" (1973). Κάτι που φυσικά, αναιρείται με το επιχείρημα ότι στο σινεμά δεν υπάρχει παρθενογένεση.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο πατέρας, η μητέρα και τα τρία τους παιδιά ζουν σε μια μονοκατοικία έξω από την πόλη. Γύρω από το σπίτι υπάρχει ένας ψηλός φράχτης. Τα παιδιά δεν έχουν φύγει ποτέ από το σπίτι. Διαπαιδαγωγούνται, ψυχαγωγούνται, βαριούνται και αθλούνται έτσι όπως οι γονείς τους πιστεύουν ότι θα έπρεπε, χωρίς κανένα εξωτερικό ερέθισμα. Τα παιδιά επίσης πιστεύουν ότι τα αεροπλάνα που πετάνε πάνω από το σπίτι είναι παιχνίδια και ότι τα ζόμπι είναι μικρά κίτρινα λουλούδια. Ο μόνος άνθρωπος που μπαίνει μέσα στο σπίτι είναι η Χριστίνα, η οποία δουλεύει σαν φρουρός security στο εργοστάσιο του πατέρα. Ο πατέρας κανονίζει τις επισκέψεις της στο σπίτι με σκοπό να κατευνάζει τις σεξουαλικές ορμές του γιου. Όλη η οικογένεια, και ιδιαίτερα η μεγάλη κόρη, λατρεύει την Χριστίνα. Μια μέρα η Χριστίνα κάνει δώρο στην μεγάλη κόρη μια στέκα για τα μαλλιά ζητώντας της κάτι άλλο σε αντάλλαγμα.

 Ο Γιώργος Λάνθιμος σκηνοθετεί μία ταινία που δεν μοιάζει με καμία άλλη ελληνική, τουλάχιστον των τελευταίων χρόνων, γιατί ίσως θα μπορούσε να συγκριθεί με την εξαιρετική ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας», του 1978.

 Ο «Κυνόδοντας» είναι η μόλις δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του 37χρονου Λάνθιμου και έστρεψε πάνω του την προσοχή των κριτικών και του κοινού στις Κάννες, αποσπώντας μάλιστα και δύο βραβεία, ενώ ακόμη είχε πολλές συμμετοχές και διακρίσεις σε πληθώρα κινηματογραφικών διαγωνισμών, με αποκορύφωμα την υποψηφιότητα που κέρδισε για το Oscar καλύτερης ξένης ταινίας και που διεκδικεί με αξιώσεις να κατακτήσει το αγαλματίδιο σε λίγες ώρες.

 Ο Έλληνας σκηνοθέτης κινηματογραφεί μία πολύ ιδιαίτερη και επιτηδευμένη ταινία, που αλήθεια είναι ότι δεν εντάσσεται ξεκάθαρα σε κάποια κατηγορία. Πρόκειται σίγουρα για ένα σκοτεινό, σουρεαλιστικό, σοκαριστικό και έντονα δραματικό φιλμ, μία κοινωνική αλληγορία με έντονα τα στοιχεία του ρεαλισμού και του μαύρου χιούμορ, αλλά και επιστημονικής φαντασίας.
 Ο Λάνθιμος τα φέρνει όλα τούμπα. Επιτίθεται αλύπητα σε κάθε μορφής καταπιεστική εξουσία, ξεσκίζει τους παγιωμένους θεσμούς, συνθλίβει οτιδήποτε εμπεριέχει λογική εξήγηση  και καταρρίπτει συντηρημένους μύθους και κοινωνικούς κανόνες, χρησιμοποιώντας -η αλήθεια να λέγεται- ενοχλητικές και επικίνδυνες εικόνες και απεικονίζοντας απαραίτητες αλλά σκληρές καταστάσεις, όπως η αιμομιξία. Όλα αυτά μέσα από το πρίσμα μίας οικογένειας απομονωμένης από τον υπόλοιπο κόσμο και ουσιαστικά φυλακισμένης από τον πατέρα - αυτοαποκαλούμενο προστάτη.

 Μία πενταμελής οικογένεια λοιπόν, κάπου μακρυά από την πόλη. Πατέρας, μητέρα και τα τρία παιδιά, δύο κορίτσια και ένα αγόρι. Σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον, με μεγάλους χώρους και πισίνα. Απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο, τον αληθινό. Και μαθημένα (τα παιδιά) σε έναν άλλο, ψεύτικο, δημιουργημένο και τέλεια αποστειρωμένο από τους γονείς-προστάτες-δικτάτορες. Όλα είναι παραμύθια, ψέματα. Δεν υπάρχει ελευθερία έκφρασης, έχει απαγορευτεί ρητά. Η πρώτη αλλοίωση, στρέβλωση της πραγματικότητας είναι εκείνη της γενικής (όπως μπορεί να προσδιοριστεί) αλήθειας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το αεροπλάνο που "πέφτει από τον ουρανό" στην αυλή τους (παιχνίδι που πετούν οι γονείς χωρίς να γίνονται αντιληπτοί) και το αποκτούν τα παιδιά. Και η δεύτερη, εκείνη της γλώσσας. Με το «παιχνίδι» που κάνει εδώ ο Λάνθιμος, με τις λέξεις, ηθελημένα προκαλεί το γέλιο των θεατών, καθώς επιθυμεί να προσδώσει ένα σατυρικό τόνο στην ιστορία. Ίδιες λέξεις που όμως παραπέμπουν σε διαφορετικές έννοιες και νοήματα, με πιο αστείο παράδειγμα η ερμηνεία για το «μουνί», όπου σύμφωνα με την «εκπαίδευση» των γονιών, μουνί είναι η μεγάλη λάμπα και άρα όταν σβήνει, επικρατεί σκοτάδι! Ενώ ακόμη, «ζόμπι» είναι τα κίτρινα λουλουδάκια και «γάτα» το πιο απειλητικό και ανθρωποφάγο πλάσμα.
 Στη ερώτηση γιατί τα παιδιά δεν επιχειρούν να φύγουν από το σπίτι, η απάντηση είναι μάλλον εύκολη και παραπέμπω στην ατάκα του πατέρα: «Ένα παιδί είναι έτοιμο να εγκαταλείψει το σπίτι του όταν πέσει ο δεξιός ή ο αριστερός κυνόδοντας, δεν έχει σημασία κι ύστερα ξαναβγεί. Αυτός είναι ο πρώτος απαράβατος κανόνας, τότε το παιδί μπορεί να μετακινηθεί με το αμάξι έξω από το σπίτι, κανόνας δεύτερος». Από την αρχή δημιουργεί μία ψεύτικη ελπίδα στα παιδιά...


 Εκτός των στρεβλώσεων όμως το ακόμη χειρότερο είναι η υποτιθέμενη παροχή ασφάλειας και προστασίας των γονιών προς τα παιδιά, από όλα τα κακά, επικίνδυνα και φρικτά πράγματα του κόσμου, που τους απειλούν. Μιλάμε για την απόλυτη καθοδήγηση, την ελεεινή χειραγώγηση και την αυτοματοποίηση κινήσεων, την απαγόρευση γνώσης και αληθινής μάθησης, την καταπίεση (συν)αισθημάτων, την καταστολή της σκέψης και της ελεύθερης έκφρασης.

 Όπως γίνεται άλλωστε και με κάθε δικτάτορα, φασίστα, καταπιεστή, ακόμη και απολυταρχικό καθεστώς, έτσι και ο Πατέρας εδώ (ένας εξαιρετικός Χρήστος Στέργιογλου) ενώ υποτίθεται ότι προστατεύει και προφυλάσσει τη φαμίλια του από κάθε κίνδυνο και στέκεται βράχος στην οικογένεια, στην πράξη είναι εκείνος που τους έχει φυλακισμένους εντός του φράκτη, που ασκεί τον απόλυτο έλεγχο, τόσο στα παιδιά του που δεν τολμούν καν να αντιμιλήσουν, όσο και στη γυναίκα του, που επίσης σκύβει το κεφάλι και υπακούει οτιδήποτε πει ή κάνει ο αφέντης, που καταπιέζει κάθε έννοια ελευθερίας και που ουσιαστικά, εκείνος είναι ο εχθρός τους. Κανένας υποτιθέμενος κακός δεν ασκεί μεγαλύτερη βία σε αυτά τα παιδιά όση ο ίδιος ο πατέρας τους.
 Όμως θα κάνει ένα λάθος, που θα αποβεί μοιραίο. Θα φέρει σπίτι τη Χριστίνα, που εργάζεται security στο εργοστάσιό του, με σκοπό να κατευνάσει τις σεξουαλικές ορμές του γιου. Η Χριστίνα όμως αφού γίνει αρεστή σε όλα τα μέλη της οικογένειας και ειδικά στη μεγάλη κόρη, στη συνέχεια θα τους αναστατώσει παρεισφρέοντας νέα στοιχεία, τα οποία τα παιδιά αγνοούσαν έως εκείνη τη στιγμή. Όλα θα ξεκινήσουν όταν δώσει μία στέκα της στη μεγάλη κόρη και της ζητήσει για αντάλλαγμα σεξουαλική ικανοποίηση. Θα αφυπνίσει έτσι τα σεξουαλικά ένστικτα της κόρης αλλά και του γιου. Και μιλώντας τους θα γεννήσει προβληματισμούς και απορίες, δίνοντας ουσιαστικά το έναυσμα για τη μεγάλη επανάσταση, το βάρος της οποίας θα επωμιστεί η μεγάλη κόρη, που θα αποφασίσει να μπει κρυφά στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου, για να βγει έξω από το σπίτι, βγάζοντας πρωτύτερα από μόνη της τον κυνόδοντά της. Το τέλος αφήνει ερωτηματικά καθότι δίσημο, αλλά προσωπικά δεν θα μπω στη διαδικασία του να σκεφτώ τι από τα δύο συνέβη τελικά, μιας και λίγη σημασία έχει. Ίσως κι ο ίδιος ο Λάνθιμος να μην ήθελε να «δείξει» κάποιο φινάλε.

 Επιτηδευμένος αλλά και εξαιρετικά γυρισμένος (όλα, από σκηνοθεσία και σενάριο μέχρι ερμηνείες, μουσική επένδυση και φωτογραφία, πολύ προσεγμένα), φαινομενικά νοσηρός αλλά αναγκαία προκλητικός, επηρεασμένος από άλλες ταινίες (σίγουρα φέρνει στο νου το σουρεαλιστικό αριστούργημα του Μπουνιουέλ «Εξολοθρευτής Άγελος», όπως και το μεξικάνικο και επίσης τον Χάνεκε, τον Τρίερ αλλά και τη σπουδαία ταινία του Παναγιωτόπουλου) αλλά και έξυπνα πρωτότυπος, αντισυμβατικός, σοκαριστικός και ιδιαίτερος ο «Κυνόδοντας» είναι μία εξαιρετική ελληνική ταινία, που τραντάζει τα θεμέλια της (όχι απαραίτητα ελληνικής) σημερινής κοινωνίας με τρόπο σκοτεινό, σαγηνευτικό, εφιαλτικό.

 Προσωπικά με χάλασαν μόνο κάποια σημεία του σεναρίου και συγκεκριμένα η γενική (μη) αντίδραση των παιδιών, τα οποία παρουσιάζονται πολύ ευκολόπιστα, να ακολουθούν τυφλά τις εντολές του πατέρα-αφέντη, να μην είναι καθόλου περίεργα ή υποψιασμένα, πολλές φορές σε ενοχλητικό βαθμό, λες και είναι τελείως φυτά ή καθυστερημένα. Δίχως αυτό το -πάντα κατά τη γνώμη μου- αρνητικό, θα χαρακτήριζα τον «Κυνόδοντα» ευρωπαϊκό αριστούργημα. Οπωσδήποτε πρόκειται για μία κινηματογραφική εμπειρία, η οποία -τουλάχιστον από τη χώρα μας- απουσίαζε εδώ και πολλά χρόνια, με εξαίρεση το «Σπιρτόκουτο» του Οικονομίδη.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Politist, adjectiv, Corneliu Porumboiu, 2009


 Από τις καλύτερες ταινίες της περυσινής κινηματογραφικής σεζόν: «Αστυνομία, Ταυτότητα» ("Police, Adjective" στα αγγλικά) ο τίτλος του δεύτερου φιλμ του 35χρονου Ρουμάνου σκηνοθέτη Corneliu Porumboiu μετά το βραβευμένο στις Κάννες με τη Χρυσή Κάμερα "12:08 East of Bucharest" (2006), που προστίθεται στις αξιόλογες κινηματογραφικές προτάσεις της βαλκανικής χώρας, μετά και το αριστουργηματικό «4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες» του Κριστιάν Μουντζίου.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Κρίστι είναι αστυνομικός που αρνείται να συλλάβει ένα νεαρό που πρόσφερε χασίς σε δύο συμμαθητές του στο Λύκειο, θεωρώντας ότι ο νόμος είναι υπερβολικά αυστηρός, θ’ αλλάξει σύντομα και, εν πάση περιπτώσει, δεν θέλει να ‘χει βάρος στη συνείδησή του την καταστροφή ενός νέου ανθρώπου. Για τον προϊστάμενό του, όμως, η λέξη «συνείδηση» έχει άλλο νόημα…

 Ο Κρίστι λοιπόν, ένας νέος αστυνομικός στο Βασλούι της Ρουμανίας αναλαμβάνει την αποστολή της παρακολούθησης ενός ανήλικου, για να εξακριβώσει ότι καπνίζει χασίς. Οι υποψίες της αστυνομίες θα επαληθευθούν, αλλά ο Κρίστι θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα ηθικό δίλημμα, που τον φέρνει προ της σύγκρουσης με τη συνείδησή του, καθώς ναι μεν κάνει τη δουλειά του, ως εκπρόσωπος επιβολής του νόμου, αλλά πιστεύει ότι ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πολύ αυστηρός και η εφαρμογή του θα επιφέρει καταστροφικά αποτελέσματα για ένα νέο άνθρωπο...

 Και ο Corneliu Porumboiu ασχολείται ξεκάθαρα με την αστυνομία και τις μεθόδους εκτέλεσης του «έργου» της, για τις οποίες οι σκέψεις του Ρουμάνου σκηνοθέτη παίρνουν φιλοσοφικές διαστάσεις, ενώ η κριτική του ασκείται επεκτατικά προς την ίδια τη χώρα του, την πολιτική που ακολουθεί, την άθλια γραφειοκρατεία που έχει φέρει πίσω σημαντικά, εθνικά ζητήματα καθώς και την επιπολαιότητα με την οποία αντιμετωπίζεται η επιθυμία για εξευρωπαϊσμό.

 Ο Ρουμάνος, που υπογράφει και το σενάριο αλλά και την παραγωγή της ταινίας, δεν φλυαρεί αλλά σκηνοθετεί με ακρίβεια και αποτελεσματικότητα. Και καταπιάνεται με κύρια θεματική τη «συνείδηση». Η οποία είναι μία λέξη και μία έννοια εύπλαστη, ποικιλοτρόπως εξηγήσιμη, υποκειμενικά ερμηνευόμενη και γενικά δεν μπορεί να οριστεί ή να μπει σε καλούπια/κατηγορίες εννοιολογικές ή σημασιολογικές.

 Το βασανιστικό δίλημμα του πρωταγωνιστή είναι τρομακτικό. Η αίσθηση ότι από σένα εξαρτάται το μέλλον ενός νέο ανθρώπου και ειδικά αν αυτό μοιάζει και είναι καταστροφικό (στη Ρουμανία η χρήση ινδικής κάνναβης τιμωρείται με φυλάκιση έως και 7 χρόνια, όταν σε όμορες ευρωπαϊκές χώρες δεν τιμωρείται καθόλου), σε βάζει (όπως συμβαίνει με τον Κρίστι) ανάμεσα, στο ρόλο του διαιτητή, στην προσπάθεια προσέγγισης του κομματιού της «συνείδησης» και εκείνου του «καθήκοντος». Ξέρεις και ξέρει (ο νέος αστυνομικός) πως δεν είναι εύκολο να «ρίξεις» τη μία ή την άλλη πλευρά, γιατί μετά θα χαθείς σε ακόμη πιο βασανιστικά ερωτήματα και διλήμματα.

 Η σεκάνς προς το τέλος της ταινίας, στο αστυνομικού τμήμα, με τον Κρίστι, τον έτερο αστυνομικό και τον διοικητή είναι εκπληκτική. Ο οπισθοδρομικός και «μπάτσος» με όλη την σημασία της λέξης, διοικητής προστάζει τον Κρίστι να ανοίξει ένα λεξικό και να διαβάζει όρους! Αρνούμενος να δεχτεί την ανθρώπινη και προοδευτική πλευρά του «οργάνου» του, ο διοικητής θα βάλει τον Κρίστι να διαβάσει τους ορισμούς της «συνείδησης» και κατόπιν εκείνους του «καθήκοντος», της «ηθικής», του «δικαίου» και του «νόμου», ενώ στη συνέχεια θα τους (παρ)ερμηνεύσει κατά πώς θέλει, με ισχυρή πειθώ η αλήθεια είναι, για να περάσει τα δικά του μηνύματα στον ανόητο και αφελή, κατά τη γνώμη του πάντα, νεαρό αστυνομικό.

 Ο Ρουμάνος μπορεί να κινηματογραφεί με αργούς ρυθμούς αλλά τίποτα από όσα βλέπουμε δεν είναι περιττό. Δίνοντας βάση στους χαρακτήρες του αλλά κυρίως στο κοινωνικό πλαίσιο που αυτοί δραστηριοποιούνται, προσδίδει ειδικό βάρος και αναλύει σε βάθος ένα θα έλεγε κανείς όχι και τόσο σπάνιο θέμα, όπως είναι αυτό της ανακάλυψης των ορίων της συνείδησης. Κι όμως, το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό, για τον απλό λόγο ότι ο Πορουμπόιου δεν κάνει (δεν ήταν ο στόχος του άλλωστε) μία κοινή αστυνομική περιπέτεια, αλλά ενδιαφέρεται για την ενδοσκοπική σκιαγράφιση των χαρακτήρων και του προσωπικού τους μικρόκοσμου.

 Ο λιτός τρόπος περιγραφής, απεικόνισης αν θέλετε της επικρατούσας κατάστασης αρκεί και με το παραπάνω στο σκηνοθέτη, για να (μας) παρουσιάσει σημαντικότατα συμβάντα στη μετακομμουνιστική Ρουμανία, με ηθικές, νομικές και πολιτικές προεκτάσεις, ενώ παράλληλα εξετάζει τις ισορροπίες που διαταράσσει η διαφοροποίηση της ατομικότητας που συγκρούεται με ολόκληρα το Σύστημα και το οικοδόμημα των κανονισμών, πριν τελικά επέλθει ο -λογικός- συμβιβασμός με βάση το νομοθετικό σύστημα.

 Βραβείο FIPRESCI (Διεθνούς Ένωσης Κριτικών) και επιτροπής στο τμήμα "Ένα Κάποιο Βλέμμα" στο φεστιβάλ Καννών 2009, για μία ακόμη Ρουμάνικη ταινία που εξετάζει με ξεχωριστό τρόπο ένα εσωτερικό πολιτικοκοινωνικό φαινόμενο.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

Kikujiro, Takeshi Kitano, 1999


 «Kikujiro», με τον αυθεντικό, Ιαπωνικό τίτλο «Kikujiro No Natsu» από τον τρομερό, πολυτάλαντο Takeshi Kitano. Στα ελληνικά είναι γνωστό ως «Το ταξίδι του Κικουτζίρο» αλλά συναντάται και με τον τίτλο «Το καλοκαίρι του Κικουτζίρο». Πολλοί το θεωρούν από τις όχι και τόσο δυνατές στιγμές του σκηνοθέτη, ωστόσο πρόκειται για μία ευχάριστη και ευαίσθητη ταινία αλλά και ένα ξεχωριστά δοσμένο ύμνο στη φιλία.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Άλλο ένα καλοκαίρι πλήξης έρχεται για το μικρό Μασάο. Με μια διεύθυνση και μια φωτογραφία στο χέρι, το εννιάχρονο αγόρι αποφασίζει πως ήρθε η ώρα να αναζητήσει τη μητέρα του που δεν έχει γνωρίσει ποτέ.
Ο σύζυγος μιας γειτόνισσας υποχρεώνεται να συνοδεύσει το Μασάο σ' αυτό του το ταξίδι. Ανεύθυνος, παράτολμος, φωνακλάς και πάντοτε σε αναζήτηση του εύκολου χρήματος, ο Κικουτζίρο θα γίνει αιτία να μπλέξουν σε μια σειρά από περιπέτειες, αστείες εκπλήξεις και εκκεντρικές συναντήσεις.


  Μην έχοντας λοιπόν γνωρίσει ποτέ τη μητέρα του και με οδηγό μια φωτογραφία και τη διεύθυνσή της, ο εννιάχρονος Μασάο ξεκινά να τη βρει, έχοντας στο πλευρό του τον Κικουτζίρο, έναν άεργο, ανεύθυνο και έως ένα βαθμό μισάνθρωπο ενήλικα.

 Σίγουρα αυτός ο παράδοξος, ανεύθυνος, φωνακλάς, μισάνθρωπος και τζογαδόρος δεν αποτελεί την κατάλληλη συντροφιά για τον πιτσιρικά, που είναι αποφασισμένος να γυρίσει και όλον τον κόσμο αν χρειαστεί, για να βρει και να γνωρίσει ουσιαστικά τη μητέρα του, σε ένα «ιδιαίτερο» από κάθε άποψη road trip. Εκ πρώτης ανάγνωσης έτσι είναι. Όμως στην πορεία ο ιδιόρρυθμος Κικουτζίρο θα αποδειχθεί πέρα από φύλακας του μικρού, ο καλύτερος, αν όχι ο μοναδικός του φίλος ή έστω ο μοναδικός άνθρωπος που θα του δείξει πραγματικό ενδιαφέρον, μιας και ο «μικρός» πριν ξεκινήσει το ταξίδι του βίωνε την απόλυτη αδιαφορία ακόμη και από τους ανθρώπους που τον μεγάλωναν, μελαγχολώντας μπροστά σε ακόμη ένα ρουτινιάρικο και «κενό» καλοκαίρι.

 Ο σπουδαίος Τακέσι Κιτάνο κρατάει τον πρωταγωνιστικό ρόλο για τον ίδιο και φυσικά υπογράφει μία πολύ όμορφη, ευχάριστη και τρυφερή ταινία, η οποία διαθέτει καλό χιούμορ, πλούσιο αυθορμητισμό και μεγάλη δόση ανθρωπιάς, ενώ προτάσσει με πολύ ξεχωριστό τρόπο τη φιλία.

 Η σκηνοθεσία του Κιτάνο δεν ξεφεύγει από το κλασικό στυλ του Ιάπωνα δημιουργού, όμως δυστυχώς «χάνει» στο πρώτο μέρος, το οποίο κυλάει αργά, ενώ προσωπικά βρήκα αχρείαστες ορισμένες σκηνές, που θα μπορούσαν να μην υπήρχαν. Ωστόσο, το δεύτερο μέρος και όσο η ταινία πλησιάζει προς το τέλος το ενδιαφέρον γίνεται όλο και μεγαλύτερο, με το αποτέλεσμα να αποζημιώνει εν τέλει το θεατή.

 Το βασικό θέμα με το οποίο καταπιάνεται εδώ ο αγαπητός Τακέσι, πέραν της φιλίας, είναι το χάσμα των γενεών, με τον ονειροπόλο πιτσιρικά από τη μία και τον αδιάφορο ενήλικα από την άλλη, να τους χωρίζουν χίλια δύο πράγματα. Το οποίο χάσμα παρουσιάζεται τόσο ποιητικά, τόσο λυρικά από τον Τακέσι, που σε συνδυασμό με το σκηνοθετικό ρεαλισμό και την όμορφη φωτογραφία, αλλά και την υπέροχη μουσική του μόνιμου συνεργάτη του Κιτάνο, Joe Hisaishi, δημιουργούν ένα άρτιο εικαστικά φιλμ, που σου αφήνει μία έντονα ευαίσθητη και τρυφερά αστεία αίσθηση, στο τέλος.

 Δεν είναι ούτε «Πυροτεχνήματα», ούτε «Κούκλες», άλλωστε όπως προείπα δεν συγκαταλέγεται στα αριστουργήματα του σημαντικού Ιάπωνα σκηνοθέτη. Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση πως δεν αξίζει, κάθε άλλο! Πρόκειται σίγουρα για μία από τις ωραιότερες ταινίες δρόμου ever και αναμφισβήτητα την πιο ανατρεπτική.

 Εκπληκτικό είναι το τέλος, όπου ο Κιτάνο δείχνει την ίδια σεκάνς, της αρχής, όπου ο Κικουτζίρο με τον πιτσιρικά περπατούν πάνω σε μία γέφυρα, με πλάνο όμως από διαφορετική γωνία, σε μία ενδιαφέρουσα κινηματογραφική τεχνική. Θέλει έτσι να δείξει τον κύκλο που πραγματοποίησε η σχέση των δύο πρωταγωνιστών και κατ' επέκταση τη διαδρομή κάθε ανθρώπινης σχέσης, που ολοκληρώνεται.

 Το «Ταξίδι του Κικουτζίρο» ήταν υποψήφιο για το Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, στο φεστιβάλ του 1999.

 Βαθμολογία: 7/10

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Lourdes, Jessica Hausner, 2009


 «Lourdes», με τον ελληνικό τίτλο «Προσκύνημα στη Λούρδη», μία συμπαραγωγή Αυστρίας-Γαλλίας, από την Αυστριακή σκηνοθέτιδα, Jessica Hausner, που υπογράφει εδώ, την τρίτη κατά σειρά ταινία της. Μία ταινία όμορφη, ιδιαίτερη αλλά και έντονα αμφιλεγόμενη, που κέρδισε το βραβείο των κριτικών, στο φεστιβάλ της Βενετίας.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Η Κριστίν έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της πάνω σε μια αναπηρική πολυθρόνα. Όταν αποφασίζει να επισκεφτεί τη Λούρδη, θρυλικό τόπο προσκυνήματος στην καρδιά των Πυρηναίων, το κάνει περισσότερο για να ξεφύγει απ' την απομόνωσή της, παρά από πίστη σ' ένα θαύμα. Ένα πρωί, όμως, ξυπνάει θεραπευμένη, μπορεί ξανά να περπατήσει. Κι ενώ το θαύμα προκαλεί ζήλια και θαυμασμό, η Κριστίν προσπαθεί να επωφεληθεί απ' αυτή την απρόσμενη τύχη.

 Αναμφισβήτητα μία από τις (ευχάριστες) εκπλήξεις της προπερυσινής κινηματογραφικής σεζόν. Μοντέρνο ευρωπαϊκό σινεμά, όπου η Τζέσικα Χάουσνερ, με εμφανή ωριμότητα σκηνοθετεί εντελώς αφαιρετικά ένα χαμηλών τόνων υπαρξιακό δράμα, με το οποίο ερευνά την προσέγγιση του κάθε λογής «θαύματος», ενώ -επιτρέψτε μου την αδόκιμη έκφραση- χρησιμοποιεί τον οικείο σε εμάς, Χριστιανισμό, για να εξαπολύσει την ειρωνική της επίθεση προς κάθε μορφής πίστη σε οτιδήποτε δεν φτάνουν οι ανθρώπινες δυνάμεις, θεϊκό, άφταστο, μη απτό. Καθώς επίσης, ξεσκεπάζει την εμπορευματοποίηση της πίστης και εν προκειμένω, του καθολικισμού, με τα δεκάδες μαγαζιά, τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια, τα καφενεία, τα καταστήματα με εμπορεύματα, από όπου οι κάθε λογής «πιστοί» ψωνίζουν ελπίδα...

 Επίκεντρο της ταινίας το «θαύμα» και η πίστη και πρόσωπο αυτής η Κριστίν, την οποία υποδύεται η μεγάλη Γαλλίδα ηθοποιός, Σιλβί Τεστίντ (Sylvie Testud), που παρεμπιπτόντως δίνει μία εξαιρετική ερμηνεία.
 Η Κριστίν λοιπόν, πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας και είναι καθηλωμένη σε αναπηρικό καροτσάκι. Πρόκειται για ασθένεια που πολλοί ισχυρίζονται πως είναι περισσότερο ψυχική παρά σωματική, αν και οι επιστήμονες δεν έχουν ακόμη, αποφανθεί επίσημα επί τούτου.
 Η ηρωίδα θα πάει εκδρομή στη Λούρδη, μία περιοχή στη νοτιοδυτική Γαλλία, που φημίζεται ως θαυματουργός τόπος προσκυνήματος. Άλλωστε ο χρόνος της ταινίας είναι και η διάρκεια του προσκυνήματος. Είναι φανερό πως συμμετέχει ελαφρά τη καρδία, αλλά όσο μένει αδιάφορη απέναντι στο θέμα θρησκεία, τόσο βλέπει με καλό μάτι την ψυχαγωγική πλευρά της εκδρομής. Η συνοδός της, μία εθελόντρια, είναι ιδιαίτερα φιλική μαζί της καθώς δείχνει πραγματικά να τη συμπαθεί, όχι από οίκτο ή αδιαφορία. Οι υπόλοιποι εκδρομείς, στην συντριπτική πλειονότητα έκαναν το μακρινό ταξίδι κάνοντας όνειρα ο καθείς να βιώσει το προσωπικό του, μικρό ή μεγάλο θαύμα στα ιαματικά λουτρά της Λούρδης.
 Όταν η Κριστίν θα καταφέρει ξαφνικά να περπατήσει, «σαν από θαύμα», με τους προσκυνητές να πιάνονται εξαπίνης με την «θεϊκή» παρέμβαση και να σαστίζουν, γεμάτοι άγχος και ανασφάλεια μπροστά σε κάτι που δεν ξέρουν πώς να το προσεγγίσουν. Άλλοι αναφωνούν δίχως δισταγμό «θάυμα, θαύμα!», άλλοι απορούν «μα, πώς;», κάποιοι άλλοι αμφισβητούν το ιστορικό ασθενείας της Κριστίν, ενώ υπάρχουν και εκείνοι που φθονούν την τυχερή γυναίκα, ερωτώμενοι «γιατί σε αυτήν και όχι σε μένα;». Αντίθετα με όλους τους εξωτερικούς παρατηρητές, η Κριστίν θα αντιμετωπίσει την κατάσταση που βιώνει, αρχικά με σκεπτικισμό και εν συνεχεία με συγκρατημένη αισιοδοξία, ενώ η Αυστριακή σκηνοθέτιδα παρακολουθεί την κεντρική ηρωίδα αποστασιοποιημένα, με αστείρευτα όμως αποθέματα στοργής και κατανόησης, καθώς και με την απαραίτητη, διακριτική ειρωνεία, αλλά και τη γλυκόπικρη αλήθεια, που πηγάζει από το φινάλε της ταινίας.

 Τα ερωτήματα που θέτει η Αυστριακή σκηνοθέτιδα είναι πολλά, όμως το βασικό είναι ότι επάγονται στη σφαίρα της φιλοσοφίας και όχι σε εκείνη της θρησκείας. Το θαύμα (με μικρό ή κεφαλαίο Θήτα) είναι το συμβάν, με αφορμή το οποίο θα ξεδιπλωθεί το κουβάρι των ερωταπαντήσεων, συναισθημάτων, ελπίδων τόσο της πρωταγωνίστριας όσο και των υπολοίπων, γύρω από το τι τελικά είναι «θαύμα», πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί και εάν η πίστη, όχι με τη θρησκευτική έννοια αλλά με εκείνη της εσωτερικής δύναμης, έχει τη δύναμη να το πραγματώσει ή απλώς τυγχάνει και συμβαίνει...

 Άλλωστε στο τέλος η όλη ιστορία του θαύματος συρρικνώνεται τρόπον τινά, με το γεγονός να παρουσιάζεται πλέον ως κάτι παράδοξο, που μάλιστα κράτησε προσωρινά, για λίγο και εντελώς τυχαία.

 Και οι εικόνες της Χάουσνερ λένε τα πάντα. Η δύναμή τους είναι εκπληκτική, όμοια με την εκφραστική δεινότητα της Τεστίντ. Σκηνοθέτιδα και πρωταγωνίστρια μας λένε τα άκρως απαραίτητα, το ζουμί, χωρίς πολυλογίες και σάλτσες. Η αποθέωση του μινιμαλισμού από έναν θηλυκό Ρομπέρ Μπρεσόν. Στο περίπου φυσικά, γιατί Μπρεσόν στην ιστορία του σινεμά υπήρξε ένας και μοναδικός!

 Μια ταινία για τους «πιστούς» του απαιτητικού σινεμά, που μιλά για τα θαύματα της πίστης, όπως τα ερμηνεύσει καθείς. Είτε δηλαδή γίνονται επειδή πιστεύουμε, είτε απλώς και μόνο πιστεύουμε ότι γίνονται.

 Όσοι πιστεύουν ότι η σκηνοθέτιδα και κατ' επέκταση η ταινία περνάει μηνύματα υπέρ του Χριστιανισμού και της θρησκείας, θα τους πρότεινα να την επανεξετάσουν πιο προσεκτικά.

 Βραβείο Καλύτερης Ταινίας FIPRESCI (Διεθνής Ένωση Κριτικών), Βραβείο Brian, Βραβείο Sergio Trasatti, Βραβείο SIGNIS, Υποψήφια για Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας 2009, Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βιέννης 2009, Μεγάλο Βραβείο Διεθνούς Διαγωνιστικού στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βαρσοβίας 2009.

 Βαθμολογία: 7,5/10