banner

image

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

The Element of Crime, Lars von Trier, 1984


 «Το στοιχείο του Εγκλήματος» ("Forbrydelsens element", ο πρωτότυπος τίτλος), από τη Δανία και το σημαντικό σκηνοθέτη Λαρς φον Τρίερ. Είναι η πρώτη ταινία του Δανού, ενώ αποτελεί και το πρώτο μέρος της «τριλογίας της Ευρώπης», που τη συμπληρώνουν τα «Epidemic», το 1987 και «Europa», το 1991.


 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Φίσερ, ένας πρώην αστυνομικός, καλείται μετά από 13 χρόνια απουσίας του στο Κάιρο να επιστρέψει στην Ευρώπη για να αναλάβει την εξιχνίαση μιας υπόθεσης. Ο πρώην μέντορας του και συγγραφέας μιας διατριβής με τίτλο «Το στοιχείο του εγκλήματος» τον παρακινεί να ακολουθήσει τις συμβουλές του βιβλίου του. Ο Φίσερ οδηγούμενος από τις θεωρίες του βιβλίου, αναπαριστάνει τα βήματα του βασικού ύποπτου και αρχίζει να χάνει το μυαλό του μέσα στην παραφροσύνη του εγκληματία. Σκοτεινή ταινία που η υπόθεσή της ξετυλίγεται σαν σε όνειρο.

 Πρόκειται για το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Δανού σκηνοθέτη, Λαρς φον Τρίερ, ενός εκ των σημαντικότερων της γενιάς του. Ο Τρίερ, που στη χώρα μας έγινε γνωστός περισσότερο από το εικαστικά άρτιο αλλά συναισθηματικά βίαιο «Δαμάζοντας τα Κύματα», το βραβευμένο με το Χρυσό Φοίνικα των Καννών, «Χορεύοντας στο Σκοτάδι» και φυσικά το αριστουργηματικό, θεατρικών καταβολών «Dogville», παρά με την πρώτη τριλογία του, πρώτο κομμάτι της οποίας, αποτελεί το «Το στοιχείο του Εγκλήματος».

 «Το στοιχείο του εγκλήματος» είναι η ιστορία του ντετέκτιβ Φίσερ, που επιστρέφει σε μια φουτουριστική, αγνώριστη Ευρώπη (Αγγλία) μετά από μακρόχρονη εξορία στο Κάιρο. Θα κληθεί να διαλευκάνει μια σειρά κτηνωδών φόνων παιδιών. Εφαρμόζει τις θεωρίες του αφεντικού του, που βασίζονται στην ταύτιση του αστυνόμου με τον εγκληματία. Υποπτεύεται τον Χάρι Γκρέι, κάποιον άνδρα που μπορεί και να έχει πεθάνει, και σιγά-σιγά, βυθίζεται σε ένα κόσμο αινιγμάτων, παραισθήσεων και διαδοχικών γεγονότων που τον φέρνουν όλο και πιο κοντά στην λογική του εγκληματία. Συναντά μια παράξενη εξωτική αισθησιακή καλλονή που δείχνει να έχει κάποια σχέση με τους φόνους. Ο Φίσερ, θα πλησιάσει ακόμα περισσότερο στην φοβερή αλήθεια πίσω από τα εγκλήματα, ζώντας μια κατάσταση συνεχούς κινδύνου και συγκρουόμενων στοιχείων, όπου οι πάντες, μέχρι και ο εαυτός του, είναι ύποπτοι. Τα όρια πραγματικότητας και παραίσθησης είναι πια πολύ ασαφή.

 Ο Δανός δημιουργεί και (μας) παρουσιάζει μία ταινία, η οποία εκ πρώτης ματιάς δυσανασχετεί το θεατή, καθώς σκοπίμως είναι κατασκότεινη και απόμακρη της γενικής κινηματογραφικής αισθητικής (πολύ εξεζητημένη), με βαριά, «καφκική» ατμόσφαιρα, σε σημείο που δεν την καθιστά ευχάριστη προς θέαση και ιδιαίτερα νοσηρή.
 Όμως παράλληλα, κάνει ένα εκπληκτικό νέο-νουάρ, εμπνευσμένο από το γερμανικό εξπρεσιονισμό, διαποτισμένο με φουτουριστικά και σουρεαλιστικά στοιχεία, θαρρείς βγαλμένα από κάποιο όνειρο και μας δίνει μία Ευρώπη σε νάρκη, αποπνικτική, παρακμιακή, που ασφυκτιά και βρίσκεται σε πραγματική αποσύνθεση.

 Η σκηνοθεσία του Τρίερ είναι εκπληκτική, με τον τρομερό Δανό να αφήνει πολλές υποσχέσεις, από το πρώτο κιόλας, φιλμ του. Τα πλάνα εξαιρετικά, η σέπια εκπληκτική, η ατμόσφαιρα επιτηδευμένα βαριά, οι ρυθμοί υπνωτικοί, ενώ το τελικό αποτέλεσμα σου γεννά έναν κυκεώνα (συν)αισθημάτων, που δεν σου επιτρέπουν να ξεχάσεις, εύκολα, την ταινία.

 Σα μοναδικό αρνητικό (η επιτηδευμένη, εξεζητημένη σκηνοθεσία ίσως επίσης, δεν αρέσει σε ορισμένους) θα έβαζα το γεγονός, ότι το φιλμ είναι αγγλόφωνο. Μάλλον δεν ταιριάζει στο στυλ του Δανού.

 Το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Λαρς Φον Τρίερ, μια παραισθητική νουάρ αλληγορία για τη βρισκόμενη σε αποσύνθεση Ευρώπη. Ένα όνειρο που εξελίσσεται στον απόλυτο, καφκικό εφιάλτη. Ένα πειραματικό φιλμ, που καθιέρωσε το δημιουργό του, ως ένα σημαντικό σύγχρονο σκηνοθέτη. Πολύ δυνατό!

 Βαθμολογία: 7,5/10

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

If.... Lindsay Anderson, 1968


 Στη χρονιά του Μάη του 1968, ο Βρετανός σκηνοθέτης, Lindsay Anderson, ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του αγγλικού «free cinema» γύρισε αυτήν εδώ τη σπουδαία ταινία («Εάν...»), με θέμα μία εξέγερση μαθητών ενάντια σε ένα καταπιεστικό και αυταρχικό σύστημα εκπαίδευσης και τους εκπροσώπους του. Χρυσός Φοίνικας στο φεστιβάλ των Καννών, για την αλληγορική και προφητική ταινία των γεγονότων του γαλλικού Μάη, που συνέβησαν την ίδια χρονιά. Ακόμη, πρώτος μεγάλος ρόλος του Μάλκομ ΜακΝτάουελ, από τον οποίο ο μεγάλος Στάνλεϊ Κιούμπρικ εμπνεύστηκε και του ανέθεσε τον έτερο ρόλο επαναστάτη στο θρυλικό «Κουρδιστό Πορτοκάλι», 3 χρόνια μετά.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Οι μαθητές ενός αγγλικού σχολείου βικτωριανών προδιαγραφών «σωφρονίζονται» τελετουργικά από τη βέργα του διευθυντή, μέχρι τη στιγμή που παίρνουν (κυριολεκτικά) τα όπλα για να τακτοποιήσουν τους εκκρεμείς λογαριασμούς. Η ταινία προβλήθηκε έντονα λογοκριμένη στην Ελλάδα της χούντας αλλά, παρόλα αυτά, δημιούργησε το δικό της θρύλο. Χρυσός Φοίνικας στο Φεστιβάλ Καννών.

  Ο Λίντσεϊ Άντερσον πραγματοποιεί εδώ, στη δεύτερη ταινία του, μία πολυεπίπεδη «ανάγνωση» πάνω στην εφηβική οργή, η οποία εκδηλώνεται από τρεις φίλους, που επαναστατούν ενάντια στο συντηρητικό σύστημα διδασκαλίας και τους αυταρχικούς καθηγητές ενός καθωσπρέπει, δημόσιου αγγλικού κολεγίου, όπου είναι οικότροφοι.

 Κάπου στη Βρετανία και σε απροσδιόριστο χρόνο, μία παρέα επιστρέφει από τις καλοκαιρινές διακοπές και ενσωματώνεται στη σκληρή καθημερινότητα του συντηρητικού σχολείου. Η παρέα αυτή αποτελείται από τους Μικ, Τζόνι και Γουάλας και ηλικιακά είναι απ' τους μεγαλύτερους μαθητές του σχολείου, κάτι που τους δίνει το δικαίωμα να περιπαίζουν, μέχρι και να εκμεταλλεύονται τους νεαρότερους συμμαθητές τους, συνεχίζοντας έτσι μία παράδοση, που παραπέμπει σε λογική στρατού, όπου οι «παλιοί» κάνουν καψόνια στους «νέους»...

 Βέβαια η χειρότερη εκμετάλλευση είναι εκείνη, με θύτες τους καθηγητές και θύματα όλους τους μαθητές. Οι δάσκαλοι αναγκάζουν τα ανήλικα αγόρια να πραγματοποιούν κάθε καπρίτσιο τους και να ικανοποιούν οιαδήποτε αρρωστημένη όρεξή τους, τιμωρώντας μάλιστα με απάνθρωπο και σε σημεία βασανιστικό τρόπο τους φέροντες αντίσταση και ανυπάκουους μαθητές.

 Κόντρα σε αυτό το εκνευριστικά οπισθοδρομικό, αυστηρά πειθαρχικό και αδυσώπητα τιμωρό, «σωφρονιστικό» κατά τα άλλα, εκπαιδευτικό σύστημα θα επαναστατήσουν οι τρεις φίλοι. Οι περισσότεροι συνομήλικοί τους απολαμβάνουν τα προνόμια της ηλικίας, που τους επιτρέπει να κάνουν κουμάντο στο ίδρυμα, μεταξύ των μαθητών, φυσικά. Και αν ήταν κάποιος να προβάλλει αντίσταση στο σύστημα, η κοινή λογική θα επέβαλε ως επαναστάτες, τους μικρότερους σε ηλικία μαθητές. Όμως ο Λίντσεϊ Άντερσον καταρρίπτει αυτήν τη στερεότυπη σκέψη.
 Έτσι η παρέα, προεξάρχοντος του Μικ (ένας πολύ καλός Μάλκομ ΜακΝτάουελ, στον πρώτο μεγάλο ρόλο της καριέρας του) θα οργανώσει μεθοδικά, σαν πραγματικά να βρισκόμαστε σε πόλεμο, την εκδίκησή της, καταλήγοντας ότι ο μόνος τρόπος να εξουδετερώσουν ένα τέτοιο σύστημα, είναι να το χτυπήσουν «από μέσα».

 Και ο Βρετανός σκηνοθέτης θα χωρίσει την ιστορία αυτή, της εξέγερσης σε 8 κεφάλαια:
 1) η επιστροφή των μαθητών στο κολέγιο μετά τις διακοπές, οι φιλοσοφικές αναζητήσεις του νεαρού επαναστάτη και η ομιλία του διευθυντή, που εξ αρχής δίνει το στίγμα της αυστηρής πειθαρχίας που εφαρμόζεται.
 2) καθημερινότητα, με εφαρμογή του προγράμματος, μαθήματα και εκκλησιασμό.
 3) η γνωριμία των τελειόφοιτων με τον «εκφυλισμένο» σεξουαλικά Μικ Τράβις.
 4) η γυναικεία παρουσία, που αναστατώνει τους μαθητές.
 5) ο βασανισμός του «ταραξία» και «αναρχικού στοιχείου» Μικ, με μαστίγωμα, δίχως τον παραμικρό δισταγμό.
 6) ο όρκος εκδίκησης της παρέας.
 7) η φάρσα της συμμορίας στον ιερέα, με τα ψεύτικα σκάγια.
 8) η προετοιμασία της μεγάλης «μάχης».

 Όλα προχωρούν κλιμακωτά. Κάθε πράξη φέρνει την επόμενη. Κάθε δράση φέρνει αντίδραση και κάθε μορφή βίας φέρνει βία. Η αδικία, η καταπίεση, η ψυχολογική και σωματική βία, η σιδηρά πειθαρχία, η αφόρητη ιεραρχία, η εξαντλητική αυστηρότητα, η επιδεικτική αδιαφορία και η ακραίας μορφής τιμωρία από τους καθηγητές προς τους μαθητές θα γεννήσουν την επανάσταση των νεαρών, που θα λειτουργήσουν όχι παρορμητικά, αλλά μεθοδικά, ακολουθούμενοι κατά κανόνα από το ευρισκόμενο σε λήθαργο μέχρι εκείνη τη στιγμή, ένστικτο της αυτοσυντήρησης και το αίσθημα της ατομικής ελευθερίας απέναντι στους εξουσιαστές και αφού πρώτα, περάσουν από το στάδιο της αμφισβήτησης απέναντί τους και απέναντι γενικά στο σύστημα.


 Η κλιμάκωση θα επιφέρει την τελική, καλοσκηνοθετημένη από τη συμμορία πράξη. Οι τρεις επαναστάτες μετά τις αρχικές «αθώες» φάρσες τους θα πάρουν τα όπλα ανά χείρας και θα λάβουν θέση μάχης. Σαν στρατιώτες εν πολέμω θα εξαπολύσουν πυρά ενάντια στο εχθρικό «στρατόπεδο», των καταπιεστών τους, των δασκάλων αλλά και των επίσημων καλεσμένων, που παρευρίσκονται στο κολέγιο, για την τελετή αποφοίτησης άλλης μίας μαθητικής γενιάς. Γιατί οι επαναστατούντες νέοι δεν ξεχωρίζουν καθηγητές από γονείς ή άλλους ενήλικες. Δεν τους ενδιαφέρει τί εκπροσωπεί ο καθένας. Πολεμούν κάθε μορφής εξουσία: εκπαιδευτική, οικογενειακή, θρησκευτική, πολιτική. Και πυροβολούν στα τυφλά, κατά ριπάς!


 Ο Λίντσεϊ Άντερσον, που ξεκίνησε την καριέρα του ως κριτικός κινηματογράφου, κάνει ένα δοκίμιο πάνω στην αριστουργηματική «Διαγωγή Μηδέν», του Ζαν Βιγκό και του 1933 (μόνο που εδώ δεν έχουμε... μαξιλαροπόλεμο αλλά κανονικό πόλεμο, με όπλα), σε μία χρονιά (1968) κατά την οποία το κλίμα εξέγερσης των φοιτητών εξαπλώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο. Ενώ αν και κύριος εκφραστής του «free cinema», δεν έχουν άδικο όσοι ισχυρίζονται πως το ύφος του «Εάν....» βρίσκεται πιο κοντά στη «nouvelle vague». Επιπλέον διάχυτο στο φιλμ είναι και το μαύρο χιούμορ, που αναδεικνύει τον ρεαλισμό μιας σκηνοθεσίας, που δεν έχει σκοπό να αναδείξει το επαναστατικό κίνημα των φοιτητών μέσα από μία ντοκουμενταρίστικη καταγραφή γεγονότων, αλλά μέσω ποιητικών και σουρεαλιστικών στοιχείων, να καταγράψει την πραγματικότητα και τις ολέθριες συνέπειες, που μπορεί να έχει μία επανάσταση, που πραγματοποιείται στο όνομα οποιασδήποτε ιδεολογίας ή ενός ιδανικού.

 Βαθμολογία: 8,5/10

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

Io Sono L'Amore, Luca Guadagnino, 2009


 "Io Sono L'Amore" («Είμαι ο Έρωτας») μας λέει με ναρκισσισμό ο Luca Guadagnino, με την ομώνυμη ταινία του, σε αυτό το δυνατό ερωτικό οικογενειακό δράμα, με τη θεσπέσια, Οσκαρικών προδιαγραφών φωτογραφία, την κατά σημεία μεγαλεπήβολη σκηνοθεσία ενός Βισκόντι, αλλά και τις εμφανείς σεναριακές αδυναμίες.
 Πρόκειται για ακόμη μία καλή ταινία από τη γείτονα χώρα, για αυτήν τη δεκαετία, που βγάζει τον σπουδαίο και προσωπικά αγαπημένο, ιταλικό κινηματογράφο από τη γενική μετριότητα των τελευταίων πολλών ετών.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Οι Recchi είναι μία ισχυρή μεγαλοαστική οικογένεια στο σύγχρονο Μιλάνο. Την ημέρα των γενεθλίων του, ο Edoardo Recchi ο πρεσβύτερος (Gabriele Ferzetti), παραδίδει με κάθε επισημότητα τα ηνία της οικογενειακής επιχείρησης στον γιο του, τον Tancredi (Pippo Delbono). Στο ίδιο τραπέζι ο εγγονός του, Edoardo Jr. (Flavio Parenti), συστήνει τη μέλλουσα γυναίκα του. Ένα άλλο όμως πρόσωπο, καλός φίλος του εγγονού και σεφ στο επάγγελμα, Antonio (Edoardo Gabbriellini), θα παρεισφρήσει διαβρωτικά στο οικογενειακό σύμπαν κλέβοντας την καρδιά της μητέρας του φίλου του, Emma (Tilda Swinton).

  Πρόκειται για έντονο οικογενειακό δράμα, δια χειρός Luca Guadagnino, ο οποίος προηγουμένως είχε γυρίσει αρκετές μικρού μήκους ταινίες, κάποια ντοκιμαντέρ και ελάχιστες μεγάλου μήκους ταινίες, που όμως πέρασαν απαρατήρητες.
 Εδώ, ο Γκουαντανίνο κινηματογραφεί με έντονο ρεαλισμό και υψηλή αισθητική ένα ερωτικό-οικογενειακό δράμα, που όμως βρίθει υπερβολών και αρκετών σεναριακών κενών. Το μόνο αρνητικό άλλωστε είναι η έλλειψη ενός καλού σεναρίου, με αποτέλεσμα η πολύ καλή σκηνοθεσία μαζί με την πανέμορφη, ονειρική φωτογραφία του Yorick Le Saux να μην αρκούν, ώστε να χαρακτηριστεί η ταινία αριστουργηματική.

 Το θέμα μας είναι η Μιλανέζικη, μεγαλοαστική οικογένεια «Βέκι», επίκεντρο της οποίας αποτελεί ένας παράνομος έρωτας. Η Έμα, κατά τη διάρκεια της απουσίας του συζύγου και «πάτερ φαμίλια», Τανκρέντι θα αναπτύξει εξωσυζυγική ερωτική σχέση με τον Αντόνιο, το μάγειρα της οικογένειας και φίλο του γιου της, Εντοάρντο.

 Όλα ξεκίνησαν το βράδυ, που ο πρεσβύτερος των Βέκι, στο τελευταίο πάρτι γενεθλίων του, ανακοινώνει ότι αποχωρεί από την οικογενειακή επιχείρηση και παραδίδει τη σκυτάλη στους γιο του, Τανκρέντι και εγγονό του, Εντοάρντο. Όμως την ίδια βραδιά ένας απρόσκλητος επισκέπτης θα αλλάξει για πάντα τις ισορροπίες της οικογένειας. Πρόκειται για το φίλο του Εντοάρντο τζούνιορ, τον αρχιμάγειρα Αντόνιο. Θα έρθει στη βίλα των Βέκι, για να δώσει ένα δώρο στον φίλο του και εκεί θα γνωρίσει για πρώτη φορά την Έμα...

 Η μεγάλη Βρετανίδα ηθοποιός, Tilda Swinton υποδύεται τη μεσήλικη, γεννημένη στη Ρωσία και πολιτογραφημένη Ιταλίδα, Έμα, που καταργεί κάθε κοινωνικό κανόνα και σπάει όλα τα δεσμά καταπίεσης, για να κυνηγήσει τον έρωτα στο πρόσωπο του νεαρού Αντόνιο. Πολλά γράφτηκαν και ειπώθηκαν για τη Σουίντον, άλλωστε οι ερμηνείες αυτού του φιλμ εκθειάστηκαν, στο σύνολό τους, κατά κόρον. Αναμφισβήτητα η Σουίντον μας δίνει μία από τις καλύτερες γυναικείες ερμηνείες της χρονιάς, σε έναν από τους πιο σέξι ρόλους της καριέρας της, αν και προσωπικά την θεωρούσα ανέκαθεν πολύ «κρύα».

 Μήνες μετά την πρώτη συνάντησή τους στη βίλα των Βέκι, η Έμα με τον Αντόνιο θα συναντηθούν ξανά, τυχαία και η ιστορία θα προχωρήσει. Ο Τανκρέντι θα φύγει για το Λονδίνο, για να τρέξει τις επιχειρήσεις της οικογένειας και το ζευγάρι θα βιώσει τον παράνομο έρωτα, ενώ ο Γκουαντανίνο θα σκηνοθετήσει εκπληκτικά την ερωτική σκηνή στην ύπαιθρο, αν και γενικά ο έρωτας, θα έλεγε κανείς απουσιάζει, ή τουλάχιστον δεν υπάρχει στο βαθμό, που «φωνάζει» ο τίτλος της ταινίας.
 Στο μεταξύ, ο Εντοάρντο τρέφει αισθήματα  πλατωνικού έρωτα προς τον Αντόνιο, ενώ η κόρη της Έμα, Ελισαμπέτα, φωτογράφος στο επάγγελμα θα ανακαλύψει τη δική της ερωτική ταυτότητα, όταν ερωτευθεί μία άλλη γυναίκα, συνάδελφό της. Με το γαϊτανάκι των σχέσεων, με τους παράνομους έρωτες και τα κρυφά πάθη είναι σαφής πρόθεση από το σκηνοθέτη να σατιρίσει εύστοχα τις μεγαλοαστικές οικογένειες, όπως είναι οι Βέκι και την υποκρισία, τα μυστικά και τα ψέμματα που υπάρχουν σε αυτές. Και φυσικά, δε μένει μόνο στα ερωτικά παιχνίδια των μεγαλοαστών, αλλά εξετάζει με την ίδια σατυρική ματιά την αλαζονεία των εκπροσώπων της εν λόγω τάξης, αλλά και τους οικονομικούς κινδύνους που αντιμετωπίζει αυτή η τάξη σήμερα, περισσότερο από ποτέ, εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης. Βλέπουμε δηλαδή πώς από την απλή μεταβίβαση μίας οικογενειακής επιχείρησης από το πρεσβύτερο μέλος της οικογένειας στους νεότερους διαδόχους, μπορεί ξαφνικά να μεταπωληθεί σε χέρια ξένων ιδιοκτητών, όπως είναι ο Ινδός που θα την εξαγοράσει. Και όλα αυτά στο όνομα της προόδου και της εξέλιξης, που με τόσο υπέροχα αλλά κενά λόγια, τους εξηγεί ο νέος αγοραστής, ενώ φυσικά νωρίτερα έχουν «αναγκαστεί» να απολύσουν δεκάδες εργαζομένους. Η οικονομική πτώση της ισχυρής μεγαλοαστής οικογένειας θα επιφέρει και την κοινωνική πτώση των Βέκι.

 Στο μεταξύ η ιστορία εξελίσσεται, συγκεκριμένα ο έρωτας του παράνομου ζευγαριού, μέχρι την κορύφωση του έργου. Υπάρχει κορύφωση και έρχεται με τον πιο σκληρό και διόλου αναμενόμενο τρόπο, σε ένα αδυσώπητο, για την ηρωίδα αλλά και τους θεατές, φινάλε, το οποίο είναι σίγουρα αμφιλεγόμενο, ως προς τις προθέσεις του σκηνοθέτη αλλά και ως προς το μεγάλο θέμα που ανοίγει: το κατά πόσο δηλαδή μπορεί ένας έρωτας, ακόμη κι αν είναι θυελλώδης, να σε παρασύρει σε πράξεις ανήκουστες, σε ολική ρήξη με αγαπημένα πρόσωπα, σε μοιραίες καταστάσεις, σε άρνηση της μητρότητας, στην απότομη διακοπή του θρήνου για το χαμό του παιδιού σου, στο άδειασμα του Εγώ σου, στην εκμηδένιση της προσωπικότητάς σου, στον απόλυτο αυτο-ξεφτιλισμό. Όλα αυτά βιώνει/πράττει η ηρωίδα, για να κυνηγήσει επί της ουσίας μακρινά όνειρα, κάνοντας την προσωπική της επανάσταση, για να ξεφύγει από το καταπιεσμένο και αδιάφορο περιβάλλον της, να δραπετεύσει από τη ρουτίνα της, που ξεχειλίζει από αδιαφορία και υποκρισία...

 Η μουσική πάντως, του John Adams συγκαταλέγεται στα ατού της ταινίας, αφού δένει υπέροχα με το ύφος και τη γενικότερη ατμόσφαιρα, ενώ τονίζει δεόντως το φινάλε, στην τελευταία, μεγάλη στιγμή της Swinton, λίγο αφότου η Έμα βιώσει το απόλυτο «άδειασμα» από το σύζυγό της, μέσα στην εκκλησία, όπου θα του αποκαλύψει την αλήθεια: «είμαι ερωτευμένη με άλλον», για να εισπράξει την απάντηση του Τανκρέντι: «για μένα τελείωσες, δεν υπάρχεις».

 Μία ταινία φιλόδοξη, με καλή σκηνοθεσία, εκπληκτική αισθητική, ονειρική φωτογραφία, πολύ όμορφη μουσική, καλές ερμηνείες, φόρο τιμής σε πολλούς σκηνοθέτες, αλλά ένα σενάριο με αισθητές αδυναμίες και ερωτήματα σχετικά με τις προθέσεις του σκηνοθέτη.

 Βαθμολογία: 7/10