banner

image

Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

The Nightmare Before Christmas, Tim Burton, 1993




 "The Nightmare Before Christmas", "Ο Χριστουγεννιάτικος Εφιάλτης" του Tim Burton θεωρώ ότι είναι ότι πρέπει για αυτές τις μέρες, μετά φυσικά από το κινηματογραφικό ασπρόμαυρο αριστούργημα του Frank Capra, "It' s a Wonderful Life" με την απόλυτη, πανέμορφη Χριστουγεννιάτικη ιστορία του.

 Εδώ, ο μεγάλος παραμυθάς Tim Burton, επιμελείται αυτού του ανατρεπτικού, θεότρελου animation μιούζικαλ του 1993. Την σκηνοθεσία την αναλαμβάνει... κάποιος Henry Selick, αλλά δικαίως την... δόξα δέχεται ο Burton. Άλλωστε, είναι ο παραγωγός και εις εκ των σεναριογράφων. Ενώ βέβαια έχει την όλη ιδέα καθώς και την επιμέλεια πάνω απ' τον... σκηνοθέτη Henry Selick!

 Βέβαια, 13 χρόνια μετά την πρώτη προβολή της ταινίας, εν έτει 2006, ο Burton θα αναλάβει -και- τη σκηνοθεσία της επανέκδοσης του φιλμ, σε 3D μορφή τούτη τη φορά!

 Στην πρώτη λοιπόν, αρχική έκδοση του 1993, ο Burton φτιάχνει τους χαρακτήρες, την ιστορία και ο Selick σκηνοθετεί, δεξιοτεχνικά μπορώ να πω, με τεχνική stop motion animation (Οι χαρακτήρες δεν είναι σχεδιασμένοι σε χαρτί, αλλά είναι κατασκευασμένοι, όπως τα σκηνικά. Οι ήρωες έχουν πραγματικές διαστάσεις, βρίσκονται σε πραγματικό σκηνικό, με πραγματικό φωτισμό, τα πιο βασικά στοιχεία της εν λόγω τεχνικής) και το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Και πώς να μην ήταν βέβαια, όταν χρειάστηκαν 3 ολόκληρα χρόνια για να ολοκληρωθεί η ταινία! Ναι, από το 1990 έπιασε δουλειά ο Tim Burton, ο οποίος επικαλούμενος έλλειψη χρόνου παρέδωσε τα ηνία της σκηνοθεσίας στον Selick. Έτσι και οι δύο έβαλαν τον καλύτερό τους εαυτό και τρία χρόνια μετά, αυτό το Χριστουγεννιάτικο "έπος" πλέον, πήρε σάρκα και οστά!



 Η υπόθεση της ταινίας:
Το κοινό μεταφέρεται στο τρισδιάστατο κέντρο ενός στοιχειωμένου σπιτιού, σε μια πόλη μεταμφιέσεων του Βασιλιά Κολοκύθα, Τζακ Σκέλιγκτον, που προσπαθεί να κυριαρχήσει πανηγυρικά στην περίοδο των Χριστουγέννων και να αλλάξει τους ρυθμούς της πόλης. Ενάντια στη συμβουλή της Σάλλι, της μοναχικής ζαβολιάρας κούκλας, που έχει κρυφά αισθήματα για αυτόν, ο Τζακ βάζει σε δράση τρία άτομα για το έθιμο του Halloween - τους Λοκ, Σοκ και Μπάρελ - για να τον βοηθήσουν να απαγάγει τον Αγιο Βασίλη. Όμως, ακόμα και όταν ο Τζακ συνειδητοποιεί το λάθος του, θα πρέπει να παλέψει με τον κακό Ούγκι Μπούγκι, πριν επαναφέρει τα πράγματα και αποκαταστήσει τη γιορτινή διάθεση της πόλης...


  Μία γιορτινή ταινία που περιέχει τα πάντα: παραμύθι, κέφι, τραγούδι, μουσική, χιούμορ, γέλιο, δράση, μυστήριο, ειρωνία, υπέροχα τεχνολογικά εφέ, εορταστική ατμόσφαιρα, αστείρευτη δημιουργικότητα, μαγεία...

 Το αξέχαστο soundtrack της ταινίας, βραβευμένο με Grammy, διαθέτει 10 τραγούδια του υποψήφιου για Όσκαρ Ντάνι Έλφμαν («Corpse Bride», «Big Fish»), τα οποία ερμηνεύει η φωνή του Τζακ.

  Χριστούγεννα και Εφιάλτης... πάνε μαζί; Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα βροντοφωνάζαμε "οχι", αλλά με τον Tim Burton απέναντι νομίζω ότι όχι μόνο... πάνε αλλά μας παρουσιάζονται με τέτοιο μοναδικό τρόπο απ' τον Αμερικανό παραμυθά ώστε γίνονται... ένα και το αυτό και αποτελούν το εφιαλτικά ατμοσφαιρικό must των γιορτών!

 Βαθμολογία: 8,5/10

 * Καλές γιορτές σε όλες και όλους σας, καλή χρονιά να έχουμε, με υγεία και αγάπη! 
 Εύχομαι ο νέος χρόνος να φέρει στον καθένα σας ξεχωριστά, ότι επιθυμεί. Ευτυχισμένο το 2011!

Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

It' s a Wonderful Life, Frank Capra, 1946




 Στο πνεύμα των ημερών είναι αφιερωμένη αυτή εδώ η ταινία του Frank Capra και του 1946.
 Σήμερα, με πάνω από 60 χρόνια ζωής παραμένει τόσο "φρέσκια", τόσο όμορφη και τόσο αισιόδοξη!

Μια ταινία που προβάλεται πολύ συχνά τέτοια εποχή -και- στην ελληνική τηλεόραση και οπωσδήποτε αποτελεί την νούμερο 1 επιλογή (μην ξεχνάμε φυσικά και τον "Χριστουγεννιάτικο Εφιάλτη" του μεγάλου παραμυθά Tim Burton!) για τις γιορτές των Χριστουγέννων.
 Ξεχωρίζει τόσο για την πανέμορφη ιστορία της, όσο και για την άρτια κινηματογραφική δομή της. Την εκπληκτική σκηνοθεσία του Κάπρα, τη μεγάλη ερμηνεία του James Stewart, τις υπόλοιπες πολύ καλές ερμηνείες (Donna Reed, Lionel Barrymore), το σενάριο φυσικά, το μοντάζ... δεν υστερεί πουθενά! Μάλιστα, θα τολμούσα να πω ότι όλα αυτά τα στοιχεία κάνουν την ταινία ένα μικρό κινηματογραφικό αριστούργημα!

 Η υπόθεση της ταινίας:
Ο George Bailey είναι ένας καλόκαρδος άνθρωπος που νοιάζεται πάντα για τους συνανθρώπους του. Την παραμονή των Χριστουγέννων ο George, απογοητευμένος και πιεσμένος από οικονομικά χρέη, είναι έτοιμος να βάλει τέλος στη ζωή του. Τότε εμφανίζεται ο φύλακας άγγελός του για να του δείξει πόσο πολύτιμος είναι για τη ζωή πολλών ανθρώπων και ότι αξίζει πολλά περισσότερα απ’ ότι ο ίδιος νομίζει...

 

Μερικές "ατάκες" του φύλακα άγγελου του Τζορτζ είναι πράγματι μνημειώδεις:

"Δεν είναι παράξενο; Η ζωή κάποιου επηρεάζει πολλές άλλες ζωές. Όταν αυτός λείπει, αφήνει ένα μεγάλο κενό. Έζησες μια υπέροχη ζωή. Δε βλέπεις ότι είναι λάθος να τη χαραμίσεις;" και φυσικά:

"Κανείς δεν είναι φτωχός όταν έχει κοντά του άτομα που τον αγαπάνε." 

Σε αυτή τη φράση συνοψίζεται και το υπέροχο νόημα της ταινίας, των ημερών αυτών αλλά και... μιας υπέροχης ζωής!


 
5 υποψηφιότητες στα Oscar (καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, Α' ανδρικού ρόλου,μοντάζ και ήχου) και το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου (AFI) την συμπεριέλαβε στον κατάλογο με τις 100 καλύτερες ταινίες!

Βαθμολογία: 10/10!


Καλά Χριστούγεννα εύχομαι σε όλες και όλους σας, να περάσετε πάρα πολύ όμορφα, με υγεία, χαρά, αγάπη, ευτυχία!

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Lebanon, Samuel Maoz, 2009


 "Lebanon" («Λίβανος») από τον νεοεμφανιζόμενο Samuel Maoz. Ένα ιδιαίτερο, ντοκουμενταρίστικο φιλμ, για την πρώτη μέρα από τον πόλεμο του Λιβάνου, γυρισμένο εξ ολοκλήρου μέσα από ένα τανκ. Μία ταινία-σοκ που κέρδισε το Χρυσό Λιοντάρι στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ιούνιος 1982: Ο πρώτος πόλεμος στο Λίβανο. Ένα τανκ και μια διμοιρία στρατιωτών είναι προς αναζήτηση μιας εχθρικής πόλης που έχει ήδη βομβαρδιστεί από τις Ισραηλιτικές Δυνάμεις. Αυτή η απλή αποστολή όμως, θα εξελιχθεί σε εφιάλτη και θα καταλήξει σε παγίδα θανάτου. Τα τέσσερα μέλη του τανκ βρίσκονται σε μια βίαιη κατάσταση και δεν μπορούν να αντιδράσουν. Σε αυτό το χάος του πολέμου, κινητήριες δυνάμεις τους είναι ο φόβος και το ένστικτο της επιβίωσης. Τα τέσσερα παιδιά που είναι ηλικίας μόνο 20 ετών, χάνουν την αθωότητά τους με τον πιο σκληρό τρόπο και καταστρέφονται ψυχολογικά...

 Ο Samuel Maoz στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο προχωράει σε ένα αναμφισβήτητα πρωτοποριακό, σίγουρα δύσκολο και οπωσδήποτε εντυπωσιακό εγχείρημα. Εσωκλείνει τον θεατή επί μιάμιση ώρα σε ένα τανκ και τον πνίγει με την ομολογουμένως ασφυκτική ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι περιστάσεις. Δηλαδή ο πόλεμος. Δηλαδή όχι καθαυτός ο πόλεμος, αλλά οι αγωνιώδεις και κατά σημεία μάταιες προσπάθειες των εσώκλειστων στρατιωτών να ξεφύγουν, να αποδράσουν από τις αιωρούμενες απειλές αυτής της απαίσιας, ηλίθιας και εντελώς απάνθρωπης κατάστασης, που λέγεται πόλεμος.
 Το όλο εγχείρημα του Maoz αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αίγλη και, αν θέλετε, μεγαλύτερη δόση αληθοφάνειας όσον αφορά στην αφήγηση των γεγονότων, από το γεγονός ότι ο σκηνοθέτης επί της ουσίας ξαναζεί στην οθόνη τα δικά του, προσωπικά βιώματα από τον πρώτο πόλεμο του Λιβάνου, το μακρινό -ή όχι και τόσο- καλοκαίρι του 1982.
 Όλα όσα παρακολουθούμε, όλα όσα μας δείχνει ο Maoz, είναι φιλτραρισμένα μέσα από το μοναδικό μέσο παρατήρησης του έξω κόσμου από το τανκ, το περισκόπιο του οχήματος. Μέσα από αυτό οι στρατιώτες βλέπουν, αφουγκράζονται, νιώθουν, γνωρίζουν τον έξω κόσμο, την κόλαση. Μέσα από αυτό ο ίδιος ο σκηνοθέτης θυμάται πώς και τί έβλεπε κι ένιωθε εκείνη την πρώτη εισβολή του Ισραήλ στον Λίβανο. Πώς ο ίδιος μαζί με την ομάδα του βίωναν ώρα με την ώρα, λεπτό με το λεπτό τους φόβους, τις αγωνίες, τα άγχη και εν τέλει την σωματική και ψυχική κόπωση μέχρι την οριστική κατάρρευση σε αυτή την «παγίδα θανάτου», όπως χαρακτηριστικά και πολύ εύστοχα ονομάστηκε.
 Άλλωστε η συγκλονιστική φράση με την οποία επιλέγει να ξεκινήσει την ταινία του ο Ισραηλινός σκηνοθέτης «Ο άντρας είναι το ατσάλι, το όχημα είναι μόνο σίδερα», αποτυπώνει ακριβώς αυτή την ψυχική δύναμη που χρειαζόταν για να βγουν από αυτή την παγίδα οι τέσσερις στρατιώτες. Ναι, ατσάλι... Αρχίδια! Για τι ατσάλι μιλάμε αναφερόμενοι σε 20 χρονών παιδιά;;

 Και φυσικά η φαινομενικά εύκολα αποστολή των τεσσάρων εξελίσσεται σε έναν τρομερό εφιάλτη δίχως τελειωμό, δίχως έστω μία ελπίδα επιβίωσης από αυτή την παγίδα θανάτου που στήνει η πνιγηρή, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα μέσα στο τεθωρακισμένο, που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο ψυχολογικό αδιέξοδο των στρατιωτών, που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι τίποτα άλλο από θύματα ενός συστήματος, που τους πνίγει, τους καταστρέφει.
 Από τις πολλές συγκλονιστικές σκηνές ξεχωρίζει έντονα μία. Εκείνη που ο Σμουλγκ, ακολουθώντας το ένστικτο της επιβίωσης, σκοτώνει, με κρύα καρδιά και ξεσπώντας σε λυγμούς η αλήθεια, για να σώσει το τομάρι του. Μαντέψτε: ο Σμουλγκ δεν είναι άλλος από τον Maoz, ο οποίος σε ηλικία 20 ετών οδηγήθηκε μέσα από την τρομακτική περιρρέουσα πολεμική κατάσταση στον φόνο.
 «Στις 6 Ιουνίου 1982, στις έξι και τέταρτο το πρωί, σκότωσα έναν άνθρωπο για πρώτη φορά στην ζωή μου. Δεν το έκανα από επιλογή και δεν με διέταξε κανείς, απλά αντέδρασα βρισκόμενος σε αυτοάμυνα. Δεν υπήρχε συναισθηματικό ή πνευματικό κίνητρο, παρά μόνο το βασικό ένστικτο της επιβίωσης που δεν λαμβάνει υπόψη κανέναν ανθρώπινο παράγοντα, ένα ένστικτο που πιέζει τον άνθρωπο υπό την απειλή του θανάτου. Τότε ήμουν μόνο 20 χρονών...» θυμάται με αφοπλιστική ειλικρίνεια σε ένα σημείωμα ο Maoz.
 Για την οποία πολεμική κατάσταση και γενικά ολόκληρο τον πόλεμο δεν ενδιαφέρεται απόλυτα ο Maoz. Εκείνο που θέλει να δείξει είναι ακριβώς τα συναισθήματα που γεννούνται σε αυτό τον σπαραχτικό μικρόκοσμο εντός των λαμαρινών του τανκ.

 Πολύ δυνατό αντιπολεμικό δράμα, γυρισμένο με εκπληκτικό σκηνοθετικό ρεαλισμό, με σκοτεινή, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, που γεννά αδιέξοδα, με τον θάνατο να πλανάται τριγύρω και τον παραλογισμό του πολέμου μέσα από τα δραματοποιημένα αυτοβιογραφικά βιώματα του σκηνοθέτη. Τα οποία ήταν τόσο σοκαριστικά που ο Ισραηλινός χρειάστηκε 25 ολόκληρα χρόνια για να τα ξεπεράσει(;) και να γυρίσει την ταινία.

 Κατά την άποψή μου πάντοτε, μπορούμε να κάνουμε λόγο για ένα μικρό αριστούργημα. Ίσως μάλιστα να το πήγαινα ένα βήμα παρακάτω κατατάσσοντας τον «Λίβανο» σε μία λίστα με τις καλύτερες (10, 15 ίσως;) -αντι-πολεμικές ταινίες όλων των εποχών.

 Βαθμολογία: 8,5/10

Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

Vodka Lemon, Hiner Saleem, 2003


 «Βότκα Λεμόνι», μία όμορφη, γλυκόπικρη κομεντί απ' τον γεννημένο στο ιρακινό Κουρδιστάν σκηνοθέτη, Χινέρ Σαλέεμ (Hiner Saleem) και το 2003. Ένα μικρό διαμαντάκι απ' την Αρμενία, με την χρηματοδότηση ωστόσο γαλλικών κεφαλαίων.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Hamo, ένας συνταξιούχος του Σοβιετικού στρατού που ζει σε ένα Κουρδικό χωριό της Αρμενίας, περιμένει μάταια οικονομική ενίσχυση από το μικρότερο γιο του που ζει στη Γαλλία, καθώς πρέπει να τα βγάζει πέρα με 7 δολάρια το μήνα. Η γυναίκα του έχει πεθάνει και επισκέπτεται καθημερινά τον τάφο της στο νεκροταφείο, όπου γνωρίζει μια όμορφη χήρα τη Ντίνα. Μεταξύ τους αναπτύσσεται μια σχέση. Ο Hamo για να ζήσει ξεπουλά την περιουσία του.

 Βρισκόμαστε στην περίοδο λίγο μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Σ’ ένα απομακρυσμένο χωριό της Νότιας Αρμενίας ζει ο Χάμο. Η γυναίκα του έχει πρόσφατα πεθάνει και η οικονομική του κατάσταση είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Προσπαθεί να επιβιώσει ο ίδιος και η οικογένειά του με μια μικρή σύνταξη, ενώ περιμένει νέα - και μάταια και κάποια χρήματα - από τον ένα του γιο, που είναι οικονομικός μετανάστης στο Παρίσι. Ο Χάμο επισκέπτεται συχνά τον τάφο της γυναίκας του και μια μέρα στο νεκροταφείο γνωρίζει μια χήρα, τη Νίνα, τακτική και αυτή επισκέπτρια, στον τάφο του άντρα της. Εκείνη, εργάζεται σε ένα από τα λίγα μπαρ που έχουν απομείνει στην περιοχή. Μεταξύ τους δημιουργείται μια αμοιβαία έλξη, ωστόσο κανείς δεν είναι έτοιμος να κάνει το πρώτο βήμα..
 Πολύ απλά θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για τον καθημερινό αγώνα επιβίωσης του συνταξιούχου πρωταγωνιστή, αλλά και των κατοίκων ενός απομακρυσμένου κουρδικού χωριού, στα χιονισμένα βουνά του Καυκάσου. Προσοχή όμως! Το γεγονός ότι στις περιλήψεις αλλά και παντού θα διαβάσετε για Αρμενία δεν σημαίνει ότι το κεντρικό θέμα της ταινίας είναι οι Αρμένιοι. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τους Κούρδους «Γιαζιντι», οι οποίοι δεν αντικατοπτρίζουν την κουλτούρα της Αρμενίας, παρά την ενσάρκωση των ρόλων από Αρμένιους -ερασιτέχνες ή μη- ηθοποιούς. Χαρακτηριστική απόδειξη η μη παρουσία σταυρών στο νεκροταφείο, δείγμα της μουσουλμανικής αντίληψης που υιοθετούν οι Κούρδοι, αυτή η μειονότητα στα σύνορα των Αρμένικων βουνών..

 Από κει και πέρα η ταινία είναι καθαρά ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα, που ξεχώρισε στο φεστιβάλ Βενετίας του 2003, χάρις στο πολύ ιδιαίτερο χιούμορ της, την παρουσίαση διαφορετικών -σε σχέση με τη Δύση- λαών και κουλτούρων, που μάχονται καθημερινά για την επιβίωση, την αξιοπρέπεια και πολλά άλλα πράγματα που εμείς κακώς θεωρούμε δεδομένα, αλλά που φυσικά ΔΕΝ είναι.
 Καταστάσεις αλλόκοτες και εξωφρενικές, ίντριγκες και συνωμοσίες, μελαγχολική αναπόληση ενός καλύτερου παρελθόντος και ελπιδοφόρα όνειρα για ένα ευοίωνο μέλλον, αργοί ρυθμοί και επαναλαμβανόμενα μοτίβα μίας πικρής μα και ενίοτε γλυκιάς αφήγησης. Όλα αυτά συνδυάζονται όμορφα με το πάλλευκο τοπίο και την ενδιαφέρουσα μουσική, στοιχεία που βελτιώνουν το καλλιτεχνικό κομμάτι της ταινίας.

  Μία πολύ απλή και ανθρώπινη ιστορία για την προσπάθεια των Αρμενίων να αντιμετωπίσουν την νέα καπιταλιστική πραγματικότητα μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού, που δεν εκμαιεύει αλλά κερδίζει την ειλικρινή συγκίνηση του θεατή και κέρδισε τις εντυπώσεις στο φεστιβάλ Βενετίας το 2003 και μαζί, το βραβείο καλύτερης ταινίας.
 Στο τέλος πάντως αφήνει σίγουρα μία αισιόδοξη διάθεση.

  Θα κάναμε λόγο για ένα μικρό διαμαντάκι, αλλά ορισμένες τραβηγμένες καταστάσεις και αλλόκοτα πράγματα κρίνουν το τελικό αποτέλεσμα μάλλον ως άνισο, κάτι που με τη σειρά του μειώνει και την συνολική αξία της κατά τα άλλα αρκετά ενδιαφέρουσας ταινίας.

 Βραβείο San Marco Καλύτερης Ταινίας στο Τμήμα «Κόντρα στο Ρεύμα» του Φεστιβάλ Βενετίας.

 Βαθμολογία: 5,5/10