banner

image

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Jungfrukällan, Ingmar Bergman, 1959


 Από τον σπουδαίο Σουηδό δραματουργό Ingmar Bergman και το 1959. «Η Πηγή των Παρθένων» είναι ο ελληνικός τίτλος, ενώ η ταινία είναι γνωστή και με τον αγγλικό τίτλο «The Virgin Spring». Ο Μπέργκμαν είχε γίνει διεθνώς γνωστός με την ταινία «Το καλοκαίρι με τη Μόνικα» (1953), για να ακολουθήσουν οι: «Χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας» (1955), «Η έβδομη σφραγίδα» (1957),  «Άγριες φράουλες» (1957) και «Η Πηγή των Παρθένων» με την οποία έκλεισε η δεκαετία του '50 και η πρώτη του περίοδος που αφορά κυρίως στην αναζήτηση του Θεού.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Στη Σουηδία του 14ου αιώνα, η νεαρή Κάριν, κόρη του κτηματία Τέρε βιάζεται και δολοφονείται στο δάσος από δυο βοσκούς υπό το βλέμμα του μικρού αδερφού τους. Οι δράστες ζητούν στη συνέχεια να φιλοξενηθούν στο σπίτι του Τέρε, αγνοώντας την ταυτότητα του, οι πράξεις τους όμως αποκαλύπτονται όταν προσπαθούν να πουλήσουν το χρυσοκέντητο φόρεμα που έκλεψαν από το νεκρό θύμα.Ο Τέρε ετοιμάζει μια τελετουργική εκδίκηση βασισμένη σε παγανιστικές και χριστιανικές δοξασίες. Διασκευή ενός σουηδικού μύθου, που έκανε μεγάλη αίσθηση εξ αιτίας του περιγραφικού ρεαλισμού της σκηνής του βιασμού.

 Μεσαιωνική αλληγορία που υφαίνεται γύρω από το θέμα του βιασμού και της δολοφονίας μιας νεαρής παρθένας στη Σουηδία του 14ου αιώνα. Η αριστουργηματική αυτή ταινία του Μπέργκμαν εικονογραφεί πιστά τον παλαιό Σουηδικό μύθο στον οποίο είναι βασισμένη, διακρίνεται για την έξοχη ασπρόμαυρη φωτογραφία της, ενώ ακόμη η σκηνοθεσία του σημαντικότερου Σκανδιναβού κινηματογραφιστή είναι εκπληκτική και η ερμηνεία του Μαξ Φον Σίντοφ στον ρόλο του πατέρα εκδικητή είναι συγκλονιστική.
 
 Και ο σπουδαίος Σουηδός σκηνοθέτης επαναφέρει στην οθόνη τον Μεσαίωνα, αντιπαραθέτει με μοναδικό τρόπο τις φυσικές ομορφιές με τις ανθρώπινες(;) θηριωδίες, τον χριστιανισμό με τον παγανισμό (σε μία εκπληκτική τελετή εκδίκησης που έχει στήσει ο πατέρας - τιμωρός Μαξ Φον Σίντοφ) και θέτει ερωτήματα και διλήμματα γύρω από την οικογένεια, την πίστη, την εφαρμογή των νόμων και την εκδίκηση, κάνοντας παράλληλα μία τρομερή σπουδή πάνω στο χρόνο, στα νιάτα και τα γηρατειά, στα αποθημένα, στην απώλεια της αθωότητας, στη συμπόνια και τη συγχώρεση, στη δικαιοσύνη, στη φύση του κακού και του καλού.


 Μία από τις σπουδαιότερες ταινίες του Ingmar Bergman και μία από τις δικές μου αγαπημένες.

 Η ταινία απέσπασε Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας (1961), Χρυσή Σφαίρα και Ειδικό Βραβείο Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών (1960)!

 Βαθμολογία: 9/10

Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

Badlands, Terrence Malick, 1973


  Ακόμη μία μεταφορά από το άλλο μπλογκ που αφορά σε ένα υπέροχο road movie από τον Terrence Malick, "Badlands":

 "Badlands", είναι ο τίτλος μίας πολύ όμορφης ταινίας, ενός road-movie απ' τα '70s και τον μεγάλο μάστορα του είδους, Τέρενς Μάλικ (Terrence Malick).
 Ο Malick δημιούργησε μια υπέροχη ταινία βασισμενη σε αληθινά γεγονότα.  Πιο συγκεκριμένα στην αληθινή ιστορία του Τσαρλς Σταρκγουέδερ, ενός παρανοϊκού που το 1958 κατηγορήθηκε για 11 ανθρωποκτονίες χωρίς κίνητρο, χωρίς λόγο...
 Ο σκηνοθέτης όμως δεν αποδίδει τα πράγματα ακριβώς όπως συνέβησαν καθώς προσθέτει αρκετά δικά του στοιχεία, αποδίδοντας εν τέλει μια εντελώς προσωπική του εκδοχή στην ιστορία του παρανοϊκού δολοφόνου.


Η υπόθεση της ταινίας:
Όταν ο πατέρας τής 15χρονης Χόλι δεν συναινεί στο δεσμό της με τον Κιτ, εκείνος τον σκοτώνει. Οι δυο νέοι φεύγουν από τη Νότια Ντακότα με προορισμό τη Μοντάνα, αλλά η απελπισμένη τους φυγή θα σημαδευτεί από σωρεία φόνων.

Όσο τραγικό αν ακούγεται από πρώτης ανάγνωσης, να δολοφονήσει δηλαδή εν ψυχρώ ένας νεαρός τον πατέρα τη φίλης του, επειδή ο τελευταίος... δεν συναινεί στο δεσμό τους(!!!), άλλο τόσο απλό, απλούστατο το κάνει να φαίνεται ο Κιτ και κατ' επέκταση ο Μάλικ που σκηνοθετεί αυτό τον εφιάλτη με τρομακτική ωμότητα.
Ο φόνος θα γίνει και οι δύο κατά τα άλλα συμπαθείς νεαροί πρωταγωνιστές θα ξεκινήσουν το ταξίδι της διαφυγής προς τη Μοντάνα, αφήνοντας πίσω τους έναν σωρό από πτώματα.


 Απ' τη μία πλευρά ο 25χρονος Κιτ (Martin Sheen) είναι οδοκαθαριστής και συχνά περηφανεύεται συγκρίνοντας εαυτόν με τον Τζέιμς Ντιν. Εκείνο όμως που θέλει περισσότερο από οτιδήποτε, εκείνο που λαχταράει πραγματικά είναι να βιώσει ο ίδιος αλλά και να δείξει στον κόσμο την "διαφορετικότητα" που πιστεύει ότι διαθέτει.
 Απ' την άλλη, η μόλις 15 ετών Χόλι (Sissy Spacek) δεν συμμετέχει σε όλο αυτό που έχει στήσει ο σύντροφός της. Ωστόσο, βιώνει την ένταση παρακολουθώντας αμμέτοχη τις πράξεις του, και εξάπτεται μέσα απ' αυτές. Μπορεί να μη συμμετέχει επί τη πράξει, συνενεί όμως με τη σκέψη της, μη κατανοώντας μέσα στην "αθωότητά" της το μέγεθος και τον αντίκτυπο των πράξεων του Κιτ. Μαζί του άλλωστε θα ταξιδέψει ταυτιζόμενη πλήρως με την αναζήτηση της διαφορετικότητάς του.

 Ακριβώς αυτό, την διαφορετικότητα του ατόμου, επισημαίνει ο Τέρενς Μάλικ, ο οποίος δε δείχνει να ενδιαφέρεται για τον αντίκτυπο που έχουν οι πράξεις του νεαρού ζευγαριού. Μάλιστα δεν εμπλέκει κανέναν άλλον στην ιστορία, παρά μόνο σκιαγραφεί αποκλειστικά τις προσωπικότητες των δύο παιδιών στην προσπάθεια που καταβάλουν να ακολουθήσουν το όνειρό τους, που δεν ήταν τίποτα περισσότερο από το να... ξεχωρίσουν. Δύο παιδιά "άσημα" που θέλησαν να μείνουν στην ιστορία απλά με το να... ξεχωρίσουν. Ακόμη και στο τέλος, όταν συλληφθούν, ο Κιτ θα ρωτήσει γεμάτος αγωνία τον αστυνομικό, εάν το δικαστήριο που θα τους δικάσει θα λάβει υπόψην την "διαφορετικότητα" της προσωπικότητάς του! Υπέροχη σκηνή!
 Κάτι που θα πετύχαιναν (την πιστοποίηση της διαφορετικότητας) μονάχα μέσα από ένα δρόμο. Αυτόν του θανάτου (που φυσικά θα συνοδευόταν απ' την ανωνυμία). Κάτι που φυσικά γνώριζαν τα παιδιά, κάτι που αντιλαμβάνονταν όσο κυλούσε βασανιστικά ο χρόνος, όσο αυξανόταν το λουτρό αίματος, όσο όδευαν προς τον τελικό προορισμό τους.
 Κάπου εδώ, συναντάμε πολλά κοινά στοιχεία με την εκπληκτική ταινία, Μπόνι και Κλάιντ.


Και ο πολύ σημαντικός σκηνοθέτης, Terrence Malick, που εδώ υπογράφει τη δεύτερη ταινία του, ενώ συνολικά έκανε τέσσερα φιλμ σε διάρκεια 30 χρόνων(!), δεν κάνει μια συνηθισμένη ταινία απλώς για δύο φυγάδες, αλλά αντίθετα δημιουργεί μία υπέροχη, λυρική ταινία για τη βίαιη ενηλικίωση, όπου ο ίδιος μένει αμμέτοχος και δεν κρίνει το νεαρό ζευγάρι των δολοφόνων, αλλά βέβαια ούτε παίρνει το μέρος τους.


Μία πραγματικά πολύ όμορφη ταινία, απ' τις καλύτερες της δεκαετίας, που δυστυχώς δεν παίχτηκε ποτέ στις ελληνικές αίθουσες. Κυκλοφορεί πάντως σε DVD.


Βαθμολογία: 8/10

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

Kill Bill Volume 1 & Vol. 2, Quentin Tarantino, 2003, 2004


Ακόμη μία μεταφορά από το άλλο μπλογκ, με τα Kill Bill του Tarantino:

 


Πρόκειται για την πασίγνωστη και πολυσυζητημένη ιστορία εκδίκησης του Quentin Tarantino, ενός εκ των σημαντικοτέρων σκηνοθετών της γεννιάς του.
Μία ιστορία εκδίκησης λοιπόν, βουτηγμένη στο αίμα και αποτελούμενη από δύο μέρη, που γυρίστηκαν ως ξεχωριστές ταινίες σε διάστημα ενός έτους, το δεύτερο σαν συνέχεια του πρώτου. Η αλήθεια όμως είναι ότι αποτελούν ξεκάθαρα μία ταινία που τη βλέπεις στο σινεμά σε δύο μέρη με διάλειμμα ανάμεσα. Και δεν γίνεται να αναφερθούμε ξεχωριστά, κρίνοντάς τες σαν δύο διαφορετικά φιλμ.
 Πρόκειται σαφέστατα για μία ταινία, χωρισμένη σε δύο μέρη, που οι δυο ιστορίες αλληλοσυνδέονται και αλληλοσυμπληρώνονται για να αποτελέσουν εν τέλει μία όμορφη, συναρπαστική, κλασική στο ύφος του Ταραντίνο ταινία, "μπασταρδεμένη", αφού για μία ακόμη φορά ο τρελός αυτός τύπος ανακατεύει πάμπολλα είδη ταινιών, αναφέρεται σε ένα σωρό σκηνοθέτες, αποδίσει φόρο τιμής σε συναδέλφους του σκηνοθέτες, αλλά και μουσικούς, οι οποίοι τον σημάδεψαν. Εν τέλει θα έλεγα ότι δημιουργεί επιτέλους μία ταινία για τον ίδιο τον Κουέντιν Ταραντίο. Μια ταινία που ο σκηνοθέτης ονειρευόταν να κάνει εδώ και πολλά χρόνια.


Αλλά ας ξεκινήσουμε απ' το πρώτο μέρος της ταινίας:
Ένα άνευ προηγουμένου φονικό μόλις έλαβε χώρα σε μία μικρή εκκλησία στο Ελ Πάσο του Τέξας. Δολοφονήθηκαν άγρια όσοι παρευρίσκονταν στο γάμο που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, από μια ομάδα επαγγελματιών δολοφόνων. Στόχος κυρίως ήταν η έγκυος νύφη που αποφάσισε δίχως τη συγκατάθεση του αφεντικού και πρώην αγαπημένου της να αποσυρθεί από το οργανωμένο έγκλημα, καθώς και εκείνη υπήρξε στο πρόσφατο παρελθόν μια αδίστακτη φονική μηχανή. Η ανελέητη επίθεση των πρώην συναδέλφων της και η σφαίρα που της φύτεψε στο κεφάλι το πρώην αφεντικό της, ο Bill, παραδόξως δεν καταφέρνουν να τη σκοτώσουν. Πέφτει σε κώμα για τέσσερα χρόνια και όταν καταφέρνει να επανέλθει, έρχεται σε επαφή με την οδυνηρή πραγματικότητα της απώλειας του μωρού που είχε στη κοιλιά της αλλά και της ζωής που έχει πλέον χάσει οριστικά. Με το ένστικτο του γεννημένου φονιά να μη την έχει εγκαταλείψει όμως, η "Νύφη" θα αναζητήσει εκείνους που την έφεραν σε αυτή την κατάσταση με μοναδικό στόχο να εκδικηθεί" πρώτα όλους τους υπόλοιπους και φυσικά τον Bill".

Με την 4η μόλις ταινία που σκηνοθετεί (παλαιότερα είχε απλά γράψει τα σενάρια κάποιων ταινιών), ο Ταραντίνο πραγματοποιεί το παιδικό του όνειρο -όπως ο ίδιος εξομολογείται-, κάνοντας μια ταινία που περιέχει... τα πάντα: Πολεμικές τέχνες, μαφία, καράτε, ιαπωνικά manga, kung-fu, σπαγγέτι γουέστερν, b-movies, με περιτύλιγμα έναν ασταμάτητο βομβαρδισμό στυλιζαρισμένης δράσης, υπέροχες εικόνες, κοφτερές ατάκες, δυνατούς διαλόγους, καλές ερμηνείες, ενδιαφέρουσα αφήγηση και ένα φανταστικό soundrack.

Το σενάριο είναι πολύ "λίγο" και ίσως αποτελεί μειονέκτημα, αν και δε νομίζω να σκοτίζεται ιδιαίτερα ο σκηνοθέτης, που μάλλον εσκεμμένα ξεφεύγει απ' τη μεγάλη δύναμη που αντλούσε απ' το έξοχο σενάριο του "Reservoir Dogs" ή του "Pulp Fiction".
Εδώ δίνει βάση στο βασικό θέμα του Kill Bill, το μίσος και την εκδίκηση. Επιδιώκει να κάνει ένα b-movie, όπως ακριβώς το θέλει αυτός, απ' το να παραδοθεί σε πιθανούς "όρους" κινηματογράφησης.



Υπόθεση Kill Bill vol.2:
Τα μισά από τα μέλη της ομάδας των φονικών ερπετών είναι ήδη νεκρά από τα ορκισμένα για εκδίκηση χέρια της "Νύφης". Το λουτρό αίματος που έχει προηγηθεί προοιωνίζει το τέλος και των εναπομεινάντων μελών με τελικό στόχο φυσικά τον Bill. Στη πορεία μας όμως για τη τελική μάχη, θα δοθούν απαντήσεις και θα λυθούν απορίες που μας είχαν γεννηθεί εν μέσω σφαγών, οργής και μίσους. Τι ήταν άραγε αυτό που οδήγησε την άλλοτε "Black Mamba" να εγκαταλείψει την λαμπρή αιματοβαμμένη καριέρα της και το αφεντικό-εραστή της Bill; Ποια η σχέση των δυο τους; Τι απέγινε το αγέννητο παιδί της; Το παρελθόν και τα μυστικά που κρύβουν τα άτομα που εμπλέκονται στη σφαγή στο Ελ Πάσο του Τέξας πριν τέσσερα περίπου χρόνια βγαίνουν στο προσκήνιο στη πορεία της "Νύφης" προς τη λύτρωση". 




Το δεύτερο μέρος λοιπόν, που ολοκληρώνει την ταινία διαφέρει απ' το πρώτο ως προς τους έντονους ρυθμούς και την ασταμάτητη δράση. Είναι πιο cool, ενώ και οι ρυθμοί είναι πολύ πιο χαλαροί.
Έρχεται όμως με το ξεκίνημα να δώσει εξηγήσεις στους θεατές του πρώτου μέρους, όταν το Kill Bill vol. 1 έμοιαζε να μην πάταγε στέρεα σε κάποιο σενάριο και τα κενά να είναι πάρα πολλά.
'Οχι πια, δείχνει να φωνάζει ο Ταραντίνο, ο οποίος έχοντας ήδη προειδοποιήσει στο τέλος του Kill Bill vol. 1, βάζει τα πράγματα σε μια σειρά και καθιστά απολύτως κατανοητή πλέον την ιστορία.
Ακόμη, κάνει μια στροφή όσον αφορά στην ανεξέλεγκτη βία του πρώτου μέρους, παρουσιάζοντας μία εντελώς διαφορετική Uma Thurman, η οποία μοιάζοντας ευάλωτη, να έχει χάσει τη δυναμική και την αποφασιστικότητά της, δείχνει να μην μπορεί να ξεχωρίσει για ποιον λόγο πρέπει να ολοκληρώσει το σχέδιο εκδίκησή της.

Σε κάθε περίπτωση υστερεί συγκριτικά με το πρώτο μέρος, το οποίο υπερέχει οπτικά και ηχιτικά σε μεγάλο βαθμό. Εκπληκτική παρόλα αυτά είναι η σεκάνς μονομαχίας ανάμεσα στην Uma Thurman και την Daryl Hannah, ενώ αντίθετα μάλλον απογοητεύει η τελική μονομαχία της "Νύφης" με τον Bill, για την οποία άλλα θα περίμενε ο θεατής με όσα βλέπει μέχρι εκείνο το σημείο...

Σύνοψη:

Συνολικά λοιπόν, αφού όπως είπαμε πρόκειται για μία ταινία, το Kill Bill ξεχωρίζει για το άψογο στυλ του, για τη σκηνοθεσία του Ταραντίνο, το χαβαλέ που κάνει ο σκηνοθέτης, για τις αναφορές στην Κίνα και την Ιαπωνία μέσω των πολεμικών μαχών, του anime και των κόμικς manga, για το εκπληκτικό soundrack, τις σινεφιλικές αναφορές και τον φόρο τιμής που αποτίνει ο Κουέντιν σε διάφορα δικά του (και δικά μας) αγαπημένα κινηματογραφικά είδη.
Και τα δύο μαζί αποτελούν μια σπουδαία κινηματογραφική σύνθεση και οπωσδήποτε το Kill Bill ανήκει στις καλύτερες ταινίες της δεκαετίας που διανύουμε και που σε λίγο οδεύει προς το τέλος της.

Κατά την προσωπική μου άποψη, τα Pulp Fiction και Reservoir Dogs είναι δύο φιλμ με τα οποία από νωρίς, ο Κουέντιν Ταραντίνο υπέγραψε την κορυφή της κινηματογράφησής του.
Πολύ απλά ταινία σαν το Reservoir Dogs δε νομίζω ότι ξαναγίνεται!
Ως εκτούτου, το Kill Bill δεν συγκρίνεται με αυτά, αλλά αποτελεί μία διαφορετική πρόταση που ξεχωρίζει για το υπέροχο στυλ της, τη σκηνοθεσία, τις ερμηνείες, τον "εκδικητικό άγγελο", Uma Thurman, τις διάχυτες σινεφιλικές αναφορές και το μοναδικό soundrack.

Βαθμολογία: 6,5/10

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Tengoku to jigoku, Akira Kurosawa, 1963


 Μία ακόμη σπουδαία ταινία του τεράστιου Akira Kurosawa και του 1963. Μεταφρασμένο στα ελληνικά ως «Ο Δολοφόνος του Τόκυο», είναι γνωστό με τον αγγλικό τίτλο «High and Low», ενώ ο Ιαπωνικός τίτλος σημαίνει κατά λέξη «Παράδεισος και Κόλαση» γι' αυτό θα το βρείτε και ως «Heaven and Hell».
 Πρόκειται για μία σύγχρονη ταινία αφού ο κορυφαίος Ιάπωνας δημιουργός αφήνει πίσω τους Σαμουράι και καταπιάνεται με την μεταπολεμική πια Ιαπωνία κάνοντας ένα δυνατό αστυνομικό θρίλερ.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο βιομήχανος υποδηματοποιίας Γκόντο βρίσκεται στα πρόθυρα να κλείσει μια εμπορική συμφωνία που θα του επιτρέψει να πάρει τον πλήρη έλεγχο της επιχείρησης του, όταν πληροφορείται ότι έχει απαχθεί το παιδί του. Όμως οι απαγωγείς έχουν απαγάγει κατά λάθος το παιδί του σοφέρ του, θέτοντας στον Γκόντο ένα τεράστιο ηθικό δίλημμα αν θα πρέπει να πληρώσει τα λύτρα. Στο μεταξύ ο επιθεωρητής Τοκούρα στληνει ένα ανθρωποκυνηγητό στο Τόκιο για να βρει τα ίχνη και να συλλάβει τον απαγωγέα. Αριστουργηματική μεταφορά ενός μυθιστορηματος του Εντ ΜακΜπέιν (που ξανάγινε ταινία με τον Μελ Γκίμπσον με ολότελα διαφορετκό πνεύμα). Ο Κουροσάβα μας μεταφέρει ξανά στα καταγώγια και τους κακόφημους δρόμους του Τόκιο κάνοντας ταυτόχρονα ένα συναρπαστικό θρίλερ που βλέπουμε με κομμένη την ανάσα.

 Ο μέγας Κουροσάβα μετά τις τολμηρές αλλά επιτυχημένες διασκευές έργων των Σαίξπηρ, Ντοστογιέφσκι θα μεταφέρει στην Ιαπωνία το αστυνομικό μυθιστόρημα του Εντ ΜακΜπέιν King's Ransom και το αποτέλεσμα είναι και πάλι εντυπωσιακό!

 Η ταινία είναι χωρισμένη σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος η δράση εξελίσσεται εξ ολοκλήρου στην πολυτελή έπαυλη του ήρωά μας, του βιομήχανου Γκόντο, τον οποίο υποδύεται ο μόνιμος πρωταγωνιστής του Κουροσάβα, ο μοναδικός Toshiro Mifune. Η θεατρικών καταβολών σκηνοθεσία του Κουροσάβα είναι εκπληκτική, αν και καταναλώνει πολύ ώρα στην έπαυλη του ήρωα, κάτι που ίσως να κουράζει λίγο.

 Ο Γκόντο λοιπόν δέχεται ένα τηλεφώνημα και μαθαίνει ότι ο γιος του απήχθει και ο απαγωγέας του ζητά τρελά λύτρα. Αργότερα θα αποδειχθεί ότι ο απαγωγέας έκανε λάθος και αντί του υιού του απήγαγε τον φίλο του μικρού και παιδί του σωφέρ του Γκόντο. Και εδώ ο ήρωας μας θα αντιμετωπίσει το τρομαχτικό δίλημμα: Να πληρώσει ή όχι το υπέρογκο ποσό των λύτρων, το οποίο ναι μεν θα σώσει το παιδί αλλά παράλληλα θα τον οδηγήσει σε χρεοκωπία...

 Στο δεύτερο μέρος ο Κουροσάβα ορμάει στους δρόμους και με κύριο άξονα τις αστυνομικές έρευνες ως κοινωνικό σύνολο θα προσπαθήσει να ανακαλύψει τον απαγωγέα. Ο Γκόντο παραμένει εγκλωβισμένος στη βίλα του και τον εντοπισμό του δράστη θα αναλάβει η συλλογική προσπάθεια. Στο αστυνομικό μυθιστόρημα ο ήρωας παίρνει το νόμο στα χέρια του και προσπαθεί μόνος του να βρει τη λύση. Εδώ όμως ο Κουροσάβα κρατάει μόνο την ιδέα της απαγωγής του λάθους παιδιού με το ακόλουθο δίλημμα αλλα αφήνει τον ήρωα να περιμένει τις κινήσεις της αστυνομίας, του νόμου, της ομαδικής προσπάθειας.

 Και βέβαια με την εξόρμηση αυτή στους δρόμους βλέπουμε και το Τόκυο του '60 και την επίθεση του σκηνοθέτη στον ταξικό διαχωρισμό με την πολυτελή βίλα στο ψηλό μέρος της πόλης από τη μία και τα φτωχά καταγώγια και τα βρωμσόκακα στα χαμηλά από την άλλη... Οι πλούσιοι και οι φτωχοί. Οι έχοντες και οι μη έχοντες. Ο παράδεισος και η κόλαση...

 Το γνωστό στυλ του Κουροσάβα είναι έξοχο κι εδώ, η σκηνοθεσία του Ακίρα εκπληκτική, η ερμηνεία του Μιφούνε αξέχαστη για μία ακόμη φορά, η ένταση κι η αγωνία διάχυτες, η κοινωνική κριτική εύστοχη και το φινάλε υπέροχο. Ο Γκόντο τετ α τετ με τον απαγωγέα που έχει συλληφθεί και βρίσκεται στη φυλακή θα είναι πολύ ήρεμος και συμπονετικός απέναντι στον δράστη περιμένοντας υπομονετικά να μάθει τα κίνητρα που τον οδήγησαν στο να κάνει κάτι τέτοιο καθώς και τα συναισθήματα που νιώθει...

 Πολύ μεγάλη ταινία, στέκεται επάξια δίπλα στα κορυφαία αριστουργήματα του σπουδαίου Ιάπωνα κινηματογραφιστή.

 Βαθμολογία: 8,5/10

Σάββατο, 12 Ιουνίου 2010

Fury, Fritz Lang, 1936


 Ακόμη μία μεταφορά από το άλλο μπλογκ: "Fury" του Fritz Lang, όπου εν μέσω Mundial, μάλλον θα κάνω αρκετές μεταφορές και λιγότερο θα κάτσω να γράψω νέες ταινίες...

Η πρώτη ταινία του Fritz Lang ("Metropolis", "M", "Die Nibelungen") στο Χόλυγουντ αποτελεί την θριαμβευτική του είσοδο στον κόσμο των στούντιο. Με πρωταγωνιστή τον εκπληκτικό Σπένσερ Τρέισι, η "Νέμεσις" είναι ένα δράμα μαζικής βίας, οργής και εκδίκησης, που συγκλόνισε τους Αμερικανούς κριτικούς. Ξεκινώντας να επισκεφθεί την αγαπημένη του, ο Τζο Γουίλσον συλλαμβάνεται για την απαγωγή μιας κοπέλας. Αθώος ο ίδιος, φυλακίζεται και πέφτει θύμα άγριου λιντσαρίσματος από τους κάτοικους της κωμόπολης. Επιβιώνει και, ενώ όλοι τον θεωρούν νεκρό, αυτός οργανώνει την εκδίκησή του.

Αυτή είναι η υπόθεση της πολύ σπουδαίας ταινίας του Φριτς Λανγκ, μια δυναμική καταγγελία της αυτοδικίας και του δημόσιου λιντσαρίσματος, μεθόδου «απονομής δικαιοσύνης» που συνηθιζόταν στις ΗΠΑ και όπου στο χρονικό διάστημα 50 ετών, μετρούσε 6.000 θύματα.

Περισσότερα από 70 χρόνια μετά, η ταινία αυτή, τόσο επίκαιρη και τόσο σύγχρονη. Το μεγάλο αριστούργημα ενός τεράστιου Ευρωπαίου (Αυστριακού συγκεκριμένα) σκηνοθέτη, που μετά την άνοδο του ναζιστικού κόμματος στην εξουσία, κατέφυγε στην Αμερική, όπου και συνέχισε το σπουδαίο έργο του. Σύμφωνοι ρε παιδιά, τις πολύ μεγάλες ταινίες τις έκανε στην Ευρώπη, αλλά αυτό δε μηδενίζει την προσφορά του στο Χόλυγουντ!


"Οι ταινίες μου δείχνουν τη μάχη του ατόμου ενάντια στις συνθήκες -αυτόν τον αιώνιο προβληματισμό των αρχαίων Ελλήνων- τη μάχη ενάντια στους θεούς, τη μάχη του Προμηθέα.
Με τον ίδιο τρόπο σήμερα μαχόμαστε νόμους,
πολεμάμε τα πρέπει που δεν μας φαίνονται ούτε καλά ούτε δίκαια για την εποχή μας…
Πάντα αγωνιζόμαστε
".
Fritz Lang

Ένας ακόμη σπουδαίος σκηνοθέτης που είχε την "ατυχία" να ζει πολλά χρόνια μπροστά από την εποχή του. Καλό θα ήταν πάντως να ρίξουμε ένα βλέφαρο στο έργο ενός ανθρώπου που ταυτίζεται με τον Γερμανικό εξπρεσιονισμό και που ενέπνευσε τους Γκοντάρ, Τρυφώ, Σαμπρόλ, Χίτσκοκ μεταξύ άλλων.

Βαθμολογία: 8/10

Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

Boogie Nights, Paul Thomas Anderson, 1997


 Μεταφορών συνέχεια με την ταινία «Boogie Nights» του Paul Thomas Anderson:

 "Boogie Nights", "Ξέφρενες Νύχτες" στα ελληνικά, είναι ο τίτλος της δεύτερης μεγάλου μήκους ταινίας του ολοένα εξελισσόμενου σε πολύ μεγάλο σκηνοθέτη του ανεξάρτητου Αμερικανικού σινεμά, Paul Thomas Anderson ("Hard Eight", "Magnolia", "Punch-Drunk Love" και φυσικά το αριστουργηματικό "There will be Blood").

Εδώ, με την μόλις δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, στα 27 του μόλις χρόνια(!) ο Anderson  θα γίνει παγκοσμίως γνωστός, ενώ θα κερδίσει κοινό και κριτικούς. Και μάλιστα όχι επειδή πρόκειται για καμία ταινιάρα, αλλά για το ιδιαίτερα τολμηρό θέμα της. Ο αθεόφοβος κάνει μια ταινία με θέμα τη μεγάλη βιομηχανία του πορνό και την τεράστια άνθιση που γνώρισε προς το τέλος της δεκαετίας του 1970 αλλά και την παρακμή της στις αρχές του 1980!

 Η υπόθεση της ταινίας, απλή:
  Η ακμή και η παρακμή της βιομηχανίας πορνογραφικών ταινιών μέσα από την ιστορία του Έντι Άνταμς, ενός άντρα με "πλούσια προσόντα" που γίνεται περιζήτητος πορνοστάρ, αλλά στη συνέχεια πέφτει στην αφάνεια, όταν ανατέλλει το άστρο ενός νεότερου.

 Ο Έντι Άνταμς λοιπόν, θα ήταν ένας ακόμη συνηθισμένος Αμερικανός έφηβος με μέτριο μέλλον, αν δεν διέθετε ένα απολύτως ξεχωριστό... ανατομικό χάρισμα.
Ο σκηνοθέτης μεγάλων επιτυχιών του πορνό, Τζακ Χόρνερ, εκτιμώντας το 'ταλέντο' του Έντι, βρίσκει στο πρόσωπό του τον σπουδαιότερο πρωταγωνιστή του, και σύντομα τον μεταμορφώνει σε σούπερ-σταρ της ανθηρής αυτής βιομηχανίας.
Ο Ντερκ Ντίγκλερ, όπως είναι το "καλλιτεχνικό" του ψευδώνυμο, θα ζήσει στην κόψη του ξυραφιού όλη την αίγλη του ερωτικού κινηματογράφου στη δεκαετία του '70 αλλά και την παρακμή στις αρχές της δεκαετίας του '80
.

Και εντός ενός δυόμιση ωρών ντελιριακού sex & drugs ο Αμερικανός σκηνοθέτης βουτάει στα άδυτα της πορνοβιομηχανίας και μας οδηγεί σε αλλόκοτα μονοπάτια ενός μυστήριου χώρου, μιας βιομηχανίας "θεάματος" που κρύβει όπως κάθε ανάλογος χώρος βέβαια, τα δικά της μυστικά...

 Τα 70s λοιπόν. Μία ιστορική δεκαετία. Λαμπερή, γεμάτη χρώματα, όμορφους ρυθμούς, ντίσκο μουσικές, και παράλληλα ροκ, ψυχεδέλεια, ρεμπελιά, ελεύθερο sex και σκληρά drugs. Η απόλυτη, "πολύχρωμη", ανέμελη ελευθερία!

 Και μέσα σε όλα, ξεπετάγεται μία νέα βιομηχανία, αυτή του πορνό. Αυτή που ανοίγει πολλές πόρτες σε όσους διαθέτουν τα κατάλληλα και απαιτούμενα προσόντα, και μοιράζει το χρήμα με το τσουβάλι. Αυτή, που εξασφαλίζει σε νεαρούς, "ταλαντούχους" ηθοποιούς, ένα μέλλον ευοίωνο, ανάμεσα σε μεγάλους σταρ και τους προσφέρει τόσα χρήματα και τέτοιες "πολυτέλειες" που όμοιές τους δεν είχαν τολμήσει να ονειρευτούν!


 Η πορνοβιομηχανία λοιπόν, που στα τέλη της δεκαετίας του '70 ξεπετάχτηκε, γνωρίζοντας τεράστια άνθιση. Και φυσικά διατηρώντας μία υπέροχη βιτρίνα. Μία βιτρίνα που πέρναγε προς τα έξω την λαμπερή και πολύχρωμη εικόνα της, με σκοπό φυσικά τη δημιουργία "ωραίου προτύπου". 
 Γιατί από μέσα, άπαντες, σκηνοθέτες, πρωταγωνιστές, παραγωγοί, όλοι βουτηγμένοι στην κοκαΐνη, το κρακ, το όπιο. Σε έναν κόσμο δικό τους, όπου σαν χαζοχαρούμενοι διαμορφώνουν την (ψευδ)αίσθηση ότι "όλα είναι ωραία και καλά", ενώ είναι ξεκάθαρο πως, όλοι οι εξωτερικοί παρατηρητές αυτού του "λαμπερού" κόσμου, νιώθουν αηδία και τον περιφρονούν.

«Έχω την αίσθηση ότι κάτω από αυτά τα jeans υπάρχει κάτι υπέροχο που περιμένει να φανερωθεί…», είναι η φράση την οποία... εκτοξεύει ο σκηνοθέτης Τζακ Χόρνερ (ένας εκπληκτικός Burt Reynolds!) στον νεαρό σερβιτόρο Έντι Άνταμς, και κάπως έτσι αρχίζουν όλα!


 Ο Άντερσον αποσπά μεγάλες ερμηνείες από όλο το καστ: Burt Reynolds, Julianne Moore, Mark Wahlberg, Plilip Seymour Hoffman, Heather Graham, αλλά και από τους υπόλοιπους. 
 Ακόμη, σκηνοθετεί μαεστρικά αποτυπώνοντας εξαιρετικά τα στοιχεία εκείνα που αναδεικνύουν την κουλτούρα της τότε εποχής. Όλα εύστοχα, τα κοστούμια, τα σκηνικά, οι συνήθειες, η μουσική που ακούμε, τα κλαμπ που βλέπουμε. Πιστή αναπαράσταση των 70s. Μεγάλος μάγκας ο Τόμας Άντερσον!


 Και μετά, ο Αμερικανός σκηνοθέτης παρά το τολμηρό θέμα που μας παρουσιάζει, δεν προχωράει και σε ανάλογες σκηνές. Δεν γυρίζει τσόντα άλλωστε. Αντίθετα, ενδιαφέρεται πολύ για τους ήρωές του και προσπαθεί να αναλύσει τους χαρακτήρες του. Αρχικά ο Ρέινολντς. Στοργικός, κοιτάει να είναι δίκαιος και σωστός με όλους, αφού ενδιαφέρεται πρώτα για τους ανθρώπους-συνεργάτες του και μετά για τις ταινίες του. Παράλληλα πιστεύει στις δυνατότητές του και παρά το γεγονός ότι είναι σκηνοθέτης πορνό, θέλει να γυρίσει μία "καλλιτεχνική τσόντα" με την οποία επιθυμεί να τον θυμάται ο κόσμος. Μετά ο Ουάλμπεργκ. Ο νεαρός απ' τη μία στιγμή στην άλλη γίνεται διάσημος και φτάνει στην απόλυτη καταξίωση ως big sex star, για να πάρουν τα μυαλά του αέρα, να γνωρίσει την παρακμή και να κάνει αγώνα δρόμου για να επιστρέψει και να οδηγηθεί στην προσωπική λύτρωση. Όμοια ακολουθούν και οι υπόλοιποι χαρακτήρες.


 Και ο Anderson, βαθιά επηρεασμένος από τον Martin Scorsese, δημιουργεί ένα παρόμοιο σύμπαν με αυτό του μεγάλου δημιουργού, αναλύοντας για πρώτη φορά τόσο ρεαλιστικά έναν κόσμο όπως είναι αυτός της πορνοβιομηχανίας κάτι που ποτέ πριν δεν δοκίμασε να κάνει κάποιος άλλος.


 Βαθμολογία: 8/10

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Wilbur Wants To Kill Himself, Lone Scherfig, 2002


 Μία ακόμη πολύ ενδιαφέρουσα ταινία από την διακεκριμένη Δανή σκηνοθέτιδα Lone Scherfig («Ιταλικά για αρχάριους») και το 2002 με τον ελληνικό τίτλο «Ο Γουίλμπουρ δεν θέλει τη ζωή του». Είναι η πρώτη αγγλόφωνη ταινία της, η οποία κέρδισε το βραβείο FIPRESCI και μια σειρά από άλλα διεθνή βραβεία. Το σενάριο είναι της ιδίας μαζί με τον συγγραφέα - σεναριογράφο Anders Thomas Jensen.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Γουίλμπουρ μετά το θάνατο των γονιών του αποπειράται διαρκώς να αυτοκτονήσει. Όμως, ο αδελφός του, Χάρμπουρ, τον σώζει κάθε φορά. Η Άλις, μια ανύπαντρη μητέρα, πουλάει στο βιβλιοπωλείο τους τα βιβλία που βρίσκει στο νοσοκομείο που εργάζεται ως καθαρίστρια. Ο Χάρμπουρ την παντρεύεται. Οι τρεις τους γίνονται αχώριστοι. Η απειλή του θανάτου φεύγει οριστικά από τον Γουίλμπουρ, όχι όμως από τη ζωή τους... Ο Χάρμπουρ κρατά ένα μυστικό που απειλεί να ταράξει τη φαινομενικά ήρεμη επιφάνεια...

  Ο ήρωάς μας λοιπόν, ο Γουίλμπουρ είναι ένας Σκωτσέτζος, ο οποίος διαθέτει εξυπνάδα και ασκεί εμφανή γοητεία στις γυναίκες. Παρ' όλα αυτά, εξαιτίας της απαισιοδοξίας που έχει προσπαθεί συνεχώς, επιθυμεί να βάλει ένα τέλος στη ζωή του.
 Πάντοτε δίπλα του βρίσκεται ο μικρότερος αδερφός του και πολύ αισιόδοξος, Χάρμπουρ. Ο οποίος όμως υποφέρει από μία ανίατη ασθένεια. Τι ειρωνική αυτή η αντίθεση ανάμεσα στα αδέρφια!
 Από τη στιγμή που ο Χάρμπουρ θα πείσει τον Γουίλμπουρ να πάει ζήσουν μαζί (μετά από ακόμη μία αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας) θα παρακολουθήσουμε τη σχέση μεταξύ των δύο αδερφών που δείχνει να πηγαίνει προς το καλύτερο. Μέχρι που, κι ενώ ο Χάρμπουρ πίστευε ότι μία γυναίκα θα ήταν ότι πρέπει για τον μεγάλο του αδερφό (ιδέα που υποστηρίζει o κυνικός ψυχολόγος του νοσοκομείου, Χορστ, και ενθαρρύνει η εμφατική προϊσταμένη νοσοκόμα, Μόιρα, η οποία ελπίζει ότι μπορεί και να αποτελεί την γυναίκα αυτή), ο μικρότερος αδερφός θα είναι εκείνος που θα βρει γυναίκα. Και μάλιστα τη γυναίκα που γοήτευσε τον Γουίλμπουρ, την Άλις, που δουλεύει ως καθαρίστρια στο νοσοκομείο, μαζεύει τα βιβλία που αφήνουν οι ασθενείς και τα πουλά στο βιβλιοπωλείο ως μεταχειρισμένα.
Πλέον θα παρακολουθούμε τις σχέσεις των τριών με φόντο πάντα το βιβλιοπωλείο που τα αδέρφια κληρονόμησαν από τον πατέρα τους. Ή μάλλον των τεσσάρων, μαζί με τη μικρή κόρη της Άλις. Η οποία νιώθει υπέροχα αφού βρήκε μία οικογένεια, η Άλις από την πλευρά της απελευθερώνεται, ενώ ο Γουίλμπουρ βρίσκει επιτέλους το χαμένο νόημα που έψαχνε για τη ζωή του. Όλα φαινομενικά βαίνουν καλώς, όμως το επτασρφράγιστο μυστικό του Χάρμπουρ, όταν ανακαλυφθεί θα φέρει ανακατατάξεις...

 Και εδώ είναι ένα μεγάλο στοίχημα που κερδίζει η σκηνοθέτιδα. Η Scherfig δεν πέφτει στην παγίδα του μελοδραματισμού, ούτε εκμαιεύει τη συγκίνηση. Αντίθετα, χρησιμοποιώντυας το -απαραίτητο- μαύρο, πικρό χιούμορ δημιουργεί μία πολύ όμορφη και ανθρώπινη ταινία, αναπτύσσει έξοχα τους συμπαθητικούς χαρακτήρες και ισορροπεί επιτυχώς ανάμεσα στις κωμικές και δραματικές στιγμές.

 Και κάπου εδώ, ας πάμε και στον τίτλο της ταινίας. Ο οποίος είναι ημιτελής. Και το λέω αυτό με βάση τα όσα παρακολουθούμε. «Ο Γουίλμπουρ δεν θέλει τη ζωή του» λοιπόν. Σύμφωνοι. Όμως αυτό συμβαίνει επειδή ο ήρωας δεν βρίσκει κάτι διαφορετικό. Όντας εκ φύσεως απαισιόδοξος θεωρεί ότι η ζωή του είναι άδεια, κενή, ότι κάτι λείπει από αυτήν. Ότι δεν υπάρχει κάτι να περιμένει, να προσδοκά, να επιθυμεί, να σκοπεύει. Μόλις όμως το βρει όλα αλλάζουν μεμιάς! Τότε ο Γουίλμπουρ όχι μόνο θα ξεχάσει κάθε σκέψη περί αυτοκτονίας, αλλά θα κάνει τα πάντα για να ζήσει. Και όχι απλά να ζήσει, αλλά να το κάνει με τις καλύτερες των συνθηκών!
 Μια ανατροπή που δείχνει ότι μπορεί ο Γουίλμπουρ να μην θέλει τη ζωή του, αλλά η Ζωή θέλει αυτόν!

 Και επίσης μπορεί η ατμόσφαιρα της ταινίας να είναι μουντή, οι ήρωες να ασφυκτιούν σε μία μεγαλούπολη όπως η Γλασκώβη, και η μελαγχολία που βγάζει διάχυτη, όμως το τελικό μήνυμά της είναι πέρα για πέρα αισιόδοξο. Κι όταν οι πέντε χαρακτήρες συναντηθούν και ζήσουν μαζί ο καθένας θα κάνει ότι μπορεί για να περνάει καλά, αφήνοντας πίσω τα προσωπικά προβλήματα με γνώμονα το κοινό ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο, και μία γενικά αισιόδοξη νότα θα αιωρείται μέχρι την αποκάλυψη του καταραμένου μυστικού...

 Μία πολύ όμορφη και ανθρώπινη ταινία, η οποία αναδεικνύει το γνήσιο και αληθινό ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο, τον φίλο, το μέλος αυτής της ιδιότυπης οικογένειας. Αυτό το καθημερινό ενδιαφέρον που γεννά συναισθήματα όπως το θάρρος και την ψυχική δύναμη!

 Βαθμολογία: 8/10