banner

image

Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Ένας Ήρωας με Παντούφλες, Αλέκος Σακελλάριος, 1958


 Κλασική ελληνική κωμωδία του 1958 από τον Αλέκο Σακελλάριο που γράφει -μαζί με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο- και σκηνοθετεί το πορτραίτο του τέως στρατηγού Λάμπρου Δεκαβάλλα (ένας εξαιρετικός Βασίλης Λογοθετίδης) σατυρίζοντας εύστοχα τους μηχανισμούς που στήνουν διάφοροι επιτήδειοι στο όνομα του έθνους με απώτερο σκοπό το προσωπικό κέρδος. 

 Η υπόθεση της ταινίας γνωστή:
 Ο απόστρατος στρατηγός Λάμπρος Δεκαβάλλας, που ζει φτωχικά πλην όμως έντιμα με τη γυναίκα του Ειρήνη και την κόρη του Πόπη, δέχεται την επίσκεψη του μέλλοντα γαμπρού του, ο οποίος του ανακοινώνει ότι σκοπεύει να ξενιτευτεί στην Αυστραλία, για να βγάλει λεφτά και να παντρευτεί την Πόπη. Την ίδια μέρα, ο Δεκαβάλλας δέχεται και την επίσκεψη του εξαδέλφου του Απόστολου, ο οποίος τον πληροφορεί ότι η πατρίδα, για να τον τιμήσει, αποφάσισε να αναγείρει τον ανδριάντα του, στη μικρή πλατεία μπροστά στο σπίτι του. Ωστόσο, την ημέρα των αποκαλυπτηρίων, η Πόπη αντιλαμβάνεται ότι η Τζένη, η κόρη του Απόστολου, σκοπεύει να παντρευτεί τον μνηστήρα της, πνίγει όμως τα δάκρυά της για να μη στενοχωρήσει τον πατέρα της, ο οποίος πλέει σε πελάγη ευτυχίας. Γρήγορα όμως, ο καλοκάγαθος στρατηγός αντιλαμβάνεται ότι η υπόθεση του ανδριάντα δεν ήταν παρά μια ακόμα κομπίνα για να φαγωθούν κρατικά χρήματα.

  Ο Αλέκος Σακελλάριος υπήρξε ένας σπουδαίος θεατρικός κυρίως συγγραφέας και σκηνοθέτης, που όμως έχει να επιδείξει σημαντικό έργο και στον κινηματογράφο. Εδώ, με τον "Ήρωα με Παντούφλες" κάνει ακόμη μία ηθογραφική κωμωδία -το γνώριμο είδος του- και μας χαρίζει μία από τις καλύτερες ελληνικές κωμωδίες.

 Βεβαίως ο άνθρωπος στον οποίο πιστώνεται περισσότερο η επιτυχία της ταινίας, η οποία περισσότερα από 50 χρόνια μετά παραμένει το ίδιο επίκαιρη και δημοφιλής, είναι ο Βασίλης Λογοθετίδης. Ένας εξαιρετικός ηθοποιός, από τους κορυφαίους που έβγαλε ποτέ η χώρα μας και που δυστυχώς γύρισε μόλις 12 ταινίες. Εδώ μάλιστα, στο κινηματογραφικό του αντίο είναι αρκετά συγκινητικός.
 Υποδύεται τον τέως στρατηγό Λάμπρο Δεκαβάλλα, έναν απλό, φτωχό πλην τίμιο και αγαθό άνθρωπο, που μαθαίνει ότι η πολιτεία αποφάσισε να του στήσει έναν ανδριάντα ως φόρο τιμής για τις υψηλές υπηρεσίες που πρόσφερε στην πατρίδα. Βέβαια τα πράγματα μόνο έτσι δεν είναι, αφού καμία πατρίδα και κανένας άλλος δεν ενδιαφέρεται για τον Λάμπρο Δεκαβάλλα, αλλά η όλη ιστορία είναι μία καλοστημένη κομπίνα που εξυπηρετεί πολιτικά συμφέροντα και έχει στηθεί σε βάρος του αφελούς τέως στρατηγού με σκοπό κάποιοι επιτήδειοι να πλουτίσουν. Και φυσικά, μόλις το αντιληφθεί θα αφήσει στην άκρη τις ευγένειες και τους καλούς του τρόπους και θα διαολοστείλει με τις κλωτσιές όλους εκείνους που πήγαν να κοροϊδέψουν τον ίδιο, την κόρη του και την πατρίδα του.

 Προεξάρχοντος του Λογοθετίδη, πολύ καλοί στους ρόλους τους είναι και το υπόλοιπο καστ: Βύρων Πάλλης, Ίλια Λιβυκού, Λαυρέντης Διανέλλος, Λίτσα Τσαγανέα, ενώ η μουσική ανήκει στον Μάνο Χατζιδάκι.

 Η δε, τελευταία σεκάνς είναι συγκινητική και αξέχαστη: Ο Λογοθετίδης βγαίνει στο μπαλκόνι και βλέποντας φωταγωγημένο το άγαλμα μονολογεί: «Ε ψιτ, σε σένα μιλάω, με το σπαθί και την πανοπλία, είσαι να κάνουμε μία ανταλλαγή; Να σου δώσω τη λάμπα για να μου δώσεις έναν προβολέα; Έναν μόνο...»

 Βαθμολογία: 7,5/10

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Glengarry glenross, James Foley, 1992

Μία ακόμη μεταφορά από το άλλο blog, ένα κρυμμένο διαμάντι με τίτλο «Glengarry glenross»:

Το "Glengarry Glenross", ή "Οικόπεδα με Θέα" όπως είναι ο ελληνικός τίτλος είναι μια ταινία "must see" για κάθε φίλο του κινηματογράφου. Πρόκειται για ένα κρυμμένο διαμαντάκι, μιας και δεν κυκλοφορεί σε dvd clubs ενώ σπανίως προβάλλεται από την t.v..
Ο James Foley σκηνοθετεί μαεστρικά το έξοχο σενάριο του θεατρικού συγγραφέα David Mamet (ο ίδιος προσαρμόζει το σενάριο στην ταινία), σε μια ταινία που μας αφηγείται την ασφυκτική πίεση στην οποία υπόκεινται οι πωλητές ενός μεσιτικού γραφείου στη Νέα Υόρκη για να πουλήσουν μέχρι το πρωί ακίνητα αμφίβολης αξίας, σε ανθρώπους που δεν έχουν κάποιο ιστορικό επενδύσεων σε οικόπεδα. Αυτοί που θα τα καταφέρουν, θα αποκτήσουν μια λίστα με τους καλούς πελάτες. Σε περίπτωση που αποτύχουν, οι εργαζόμενοι θα απολυθούν.

Μια καυστική σάτυρα με πολύ καλό, μαύρο χιούμορ από τον Φόλεϊ γύρω απ΄ τον κόσμο των πωλήσεων. Το δε καστ, απολαυστικότατο: Τζακ Λέμον, Αλ Πατσίνο, Άλαν Άρκιν, Κέβιν Σπέισι, Εντ Χάρις, Τζόναθαν Πράις, Άλεκ Μπάλντουϊν!

Τρομερό καστ, σπουδαίες ερμηνείες, έξοχο σενάριο, πολύ καλή σκηνοθεσία.
Ψάξτε το αλλά καλού κακού έχετε έτοιμο το βίντεο (ή dvd τώρα πια...)!

Βαθμολογία: 9/10

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Chicken Heart, Hiroshi Shimizu, 2002


 «Chicken Heart» από τον Ιάπωνα σκηνοθέτη Hiroshi Shimizu και το 2002, παραγωγής της εταιρείας του σπουδαίου, πολυτάλαντου καλλιτέχνη Takeshi Kitano, της Office Kitano.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Τρεις άνδρες συναντιόνται κάθε βράδυ στο αγαπημένο τους στέκι, για να μοιραστούν την ανυπόφορη μοναξιά τους και την μίζερη τύχη τους. Κανένας από αυτούς στην πραγματικότητα δεν πιστεύει ότι το μέλλον κρύβει ένα χαμόγελο, μια καλύτερη τύχη.
Σπρωγμένοι από συγγενείς και φίλους, που θέλουν να του δώσουν κουράγιο, οι τρεις άνδρες αφήνουν να κυλάει ο καιρός χωρίς να κάνουν τίποτα. Ο πιο νεαρός έχει βρει ένα πρωτότυπο τρόπο να βγάζει τα προς το ζην. Έτσι κάθε βράδυ προσφέρει σε μεθυσμένους επιχειρηματίες μια ασυνήθιστη υπηρεσία. 

 Για 2000 γεν τους δίνει την ευκαιρία, να τον σπάσουν στο ξύλο, χρησιμοποιώντας τον σαν ανθρώπινο σάκο του μποξ. Ο τριάντα και κάτι Μαρού, πουλάει καπέλα, στην υπό διάλυση οικογενειακή επιχείρηση. Μέσα σε μια στιγμή απελπισίας, προσπαθώντας να αλλάξει καριέρα, αρχίζει να πουλάει τούφες μαλλιών σε φαλακρούς, που συναντάει στον δρόμο. Κι ο Ασάντα η πιο μυστηριώδης φιγούρα από όλη την παρέα, αγοράζει ένα παμπάλαιο πλοιάριο και ονειρεύεται να σαλπάρει σε μακρινές θάλασσες στα πέρατα του κόσμου. Αυτοαποκαλούνται αντικομφορμιστές που έπεσαν με εκκωφαντικό θόρυβο στο ρινγκ της άγριας καθημερινότητας μιας βάναυσης πόλης.

  Ο μέγας Takeshi Kitano λοιπόν κρύβεται πίσω από αυτήν την εξόχως ενδιαφέρουσα ταινία του Hiroshi Shimizu. Ο οποίος Shimizu δεν είναι κανένας τυχαίος, καθώς υπήρξε επί χρόνια μαθητής του Κιτάνο και βοηθός του. Συγκεκριμένα υπήρξε βοηθός σκηνοθέτη σε τέσσερις ταινίες του Κιτάνο, τις: Kizzu ritân, Hana-bi, Kikujirô no natsu και Brother!

 Με το «Chicken Heart» υπογράφει την μόλις δεύτερη δική του ταινία, έχοντας προηγηθεί το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με το «Ikinai».
 Δικό του είναι και το αρκετά ενδιαφέρον σενάριο, που αναφέρεται σε τρεις άνδρες με πολλά όνειρα και φιλοδοξίες, που στην πραγματικότητα δεν είναι ικανοί να πραγματοποιήσουν. Εξ ου και ο πραγματικά ευφυής τίτλος, που ερμηνεύει επακριβώς το νόημα που θέλει να περάσει ο Shimizu για τους ήρωές του. Άντρες με δύναμη, όνειρα αλλά καρδιά κότας!

 Παραγωγής της Office Kitano λοιπόν και όντας επί χρόνια μαθητής και βοηθός του Κιτάνο, ο Σιμίζου έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τον σημαντικό δάσκαλό του. Με όπλο το πολύ καλό μαύρο χιούμορ του "Beat" Takeshi, ο Σιμίζου αναπτύσσει πολύ όμορφα ένα δυνατό, σοβαρό θέμα για τις φιλοδοξίες ονειροπόλων ανδρών.
 Ο 20 και κάτι Ιβάνο προσφέρεται, με αντάλλαγμα λίγα χρήματα, ως ανθρώπινος σάκος του μποξ σε μεθυσμένους επιχειρηματίες που ψάχνουν κάτι να ξεσπάσουν από τα βάσανα και τα άγχη τους.
 Ο 30 και κάτι Μαρού πουλάει αρχικά καπέλα, για να συνεχίσει στην πορεία να ψάχνει στυς δρόμους για φαλακρούς και να τους πουλάει εμφυτεύσεις μαλλιών.
 Τέλος, ο 50 και κάτι Σάντα ο πιο ονειροπόλος της παρέας φτιάχνει μόνος ένα παλιό καΐκι, με το οποίο θέλει να πραγματοποιήσει το μεγάλο του όνειρο. Να κάνει τον γύρο του κόσμου.
 Οι τρεις φίλοι μαζεύονται κάθε βράδυ στο αγαπημένο τους στέκι, κουβεντιάζοντας για την καθημερινή, ρουτινιάρικη και άχαρη ζωή τους και προσπαθώντας να ρίξουν γυναίκες, με ελάχιστη έως μηδαμινή επιτυχία.

 Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών είναι καλές και η σκηνοθεσία του Shimizu πολύ δυνατή. Δεν ξέρω αν έχει βάλει και το χεράκι του ο Kitano, αλλά έτσι κι αλλιώς οι επιρροές γύρω από την γενικότερη αισθητική του Takeshi είναι περισσότερο από εμφανείς.

 Οι φανς του Κιτάνο θα την εκτιμήσουν δεόντως!

 Βαθμολογία: 6/10

Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

Der Blaue Engel, Josef von Sternberg, 1930


 «The Blue Angel» ο αγγλικός τίτλος, «Γαλάζιος Άγγελος» ο ελληνικός, αυτής της πολύ σημαντικής ταινίας, του πιο φημισμένου προχιτλερικού φιλμ και ενός εκ των πρώτων του ομιλούντος κινηματογράφου, από τον Αυστριακό σκηνοθέτη Josef von Sternberg, ο οποίος μας συστήνει εδώ έναν μύθο του κινηματογράφου, την Marlene Dietrich.
Ήδη καθιερωμένος στην Αμερική, ο Στέρνμπεργκ αποδέχτηκε μια πρόσκληση της Γερμανικής Εταιρείας Παραγωγής UFA να γυρίσει μια από τις πρώτες ομιλούσες ταινίες του γερμανικού κινηματογράφου, τον «Γαλάζιο Άγγελο». Αναζητώντας τη συμπρωταγωνίστρια της ταινίας, ανακάλυψε ο ίδιος την Ντίντριχ: «Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα πως η γυναίκα αυτή θα σημάδευε τη ζωή μου», είχε γράψει ο ίδιος, ο οποίος έγινε ο μέντορας της Ντίντριχ και μαζί γύρισαν 7 ταινίες.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Η ταινία αυτή είναι μια αλληγορία για την πτώση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, όπου το ηθικό και ψυχολογικό κατρακύλισμα του πρωταγωνιστή της ταινίας, ο οποίος είναι καθηγητής (στυλοβάτης του κοινωνικού κατεστημένου), συνδυάζεται μ' αυτό της Γερμανίας. Με μεγάλη σκληρότητα ο Στέρνμπεργκ παρακολουθεί τον ξεπεσμό του πρωταγωνιστή του. Παρ' όλο που η ταινία αυτή ανέδειξε τη Μάρλεν Ντίτριχ σε μεγάλο αστέρι, η εκπληκτική ερμηνεία του Εμίλ Γιάνιγκς είναι αυτή που ξεχωρίζει στην ταινία, με κορύφωση τη σεκάνς του τέλους.

 Ο «Γαλάζιος Άγγελος» λοιπόν ήταν το πρώτο και μοναδικό φιλμ που γύρισε ο Sternberg στη Γερμανία. Παρά τις προτάσεις που είχε από τους συνεργάτες του, ο Αυστριακός σκηνοθέτης επέμεινε να δώσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην Marlene Dietrich, με την ιστορία φυσικά να τον δικαιώνει απόλυτα!
 Μπορεί να γεννήθηκε ένας κινηματογραφικός μύθος, ωστόσο ερμηνευτικά στέκεται επάξια δίπλα στην Dietrich ο Emil Jannings, υποδυόμενος τον καθηγητή Ιμανουέλ Ρατ.

 Ο Ιμανουέλ είναι ένας σχολαστικός και συντηρητικός καθηγητής στο πανεπιστήμιο, ο οποίος σε μία προσπάθεια να διαπιστώσει ποιοι από τους μαθητές του συχνάζουν στο καμπαρέ "Γαλάζιος Άγγελος", το επισκέπτεται και γνωρίζει την σαγηνευτική Lola Lola τραγουδίστρια και χορεύτρια. Όμως θα παγιδευτεί από τα θέλγητρα της και εν τέλει θα παραδοθεί στην ακαταμάχητη γοητεία και σεξουαλικότητά της, θα την παντρευτεί και θα διασχίσει μαζί της όλο τον δυσβάσταχτο δρόμο προς την προσωπική εξαθλίωση, την απώλεια και του τελευταίου ίχνους αξιοπρέπειας και αυτοσεβασμού, για να καταλήξει ένα ακόμη πιόνι, μία διαλυμένη και ανήμπορη μαριονέτα στα χέρια της μοιραίας γυναίκας -είναι η πρώτη ταινία που θέτει τον χαρακτήρα της femme fatale στο σινεμά-, ένα ακόμη μέλος του προσωπικού της θιάσου.
 Η δε Lola, στην αρχή θα δείχνει πλήρη αδιαφορία απέναντι στον καθηγητή, θα τον περιφρονεί, σιγά σιγά θα αρχίσει να δείχνει λίγο ενδιαφέρον, θα παίζει μαζί του, θα τον κοροϊδεύει, μέχρι να τον κάνει απόλυτο υποχείριό της και να τον οδηγήσει στην καταστροφή. Πρώτα στον ανθρώπινο εξευτελισμό και εν τέλει στον θάνατο...

 Εκπληκτική είναι και η σκηνοθεσία του Sternberg. Στην μόλις 2η ομιλούσα ταινία του, κάνει χρήση των εκτός σκηνής φυσικών ήχων με σκοπό ένα ακόμη καλύτερο ακουστικό αποτέλεσμα. Επίσης οι χαμηλοί φωτισμοί, οι σκιές, το κιαρόσκουρο (απόδοση των μορφών μέσω μιας ισσοροπημένης αντίθεσης ανάμεσα στο φως και στις σκοτεινές περιοχές. Μία τεχνική, που δημιουργεί αποτελεσματικά μία ψευδαίσθηση του βάθους και του χώρου γύρω από τις κυρίαρχες φιγούρες σε μία σύνθεση), το σκοτεινό περιβάλλον και η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα είναι στοιχεία, απομεινάρια θα έλεγα, που χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης από τους δασκάλους του γερμανικού εξπρεσιονισμού.

 Ακόμη, το αυστηρό σχολείο από τη μία και το καμπαρέ από την άλλη συμβολίζουν δύο αρχές, την
τάξη και την αταξία, την καταστολή και την ελευθερία στην επιλογή, αντίστοιχα.

 Ενώ επίσης ο Στέρνμπεργκ θα θέσει και ορισμένα δύσκολα ερωτήματα, όπως εάν ο καθηγητής έχει ευθύνη για την αυτοκαταστροφή του ή όχι, αν δηλαδή ευθύνεται για τις πράξεις και τις επιλογές του, οι οποίες πηγάζουν από την στερημένη σεξουαλικά και συναισθηματικά ζωή του, ή αν είναι άμοιρος των ευθυνών του και ανήμπορος να προβάλει οποιαδήποτε αντίσταση. Και για το εάν η καμπαρετζού είναι τελικά πόρνη ή όχι, εάν φτάνει μέχρι τον γάμο για να κρύψει το πρόσωπο της πόρνης ή επειδή αναγνωρίζει στον δύσμοιρο καθηγητή τον πρώτο άνθρωπο που την σεβάστηκε ως προσωπικότητα...

 Τέλος, η Marlene Dietrich ως Lola Lola τραγουδάει το "Falling in love again" ("Ich bin von Kopf bis Fuss aug Liebe Einestellt") και καθηλώνει τους τότε απανταχού θεατές.

 Βαθμολογία: 8/10

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

The Cincinnati Kid, Norman Jewison, 1965


 Ακόμη μία μεταφορά από το άλλο blog, «The Cincinnati Kid»:

 "Ο Χαρτοπαίχτης", όπως είναι η ελληνική μετάφραση αυτού του φιλμ από τον Norman Jewison και το 1965. Μία πανέμορφη ταινία, σίγουρα μέσα στην καλύτερη πεντάδα ταινιών με θέμα τον τζόγο και συγκεκριμένα το poker!
 Και όπως μας αυτοπαρουσιάζεται το "Cincinnati Kid", <<"Ο Χαρτοπαίχτης" είναι για το πόκερ ότι το "The Hustler" για το μπιλιάρδο: μια εκπληκτική σπουδή χαρακτήρων σε δράση, με τη στόφα του επαγγελματία>>.
 Κλασικό πια, 45 χρόνια μετά, εξακολουθεί να γοητεύει κυρίως τους φαν του πόκερ, αυτού του μαγικού πραγματικά χαρτοπαιγνίου! Και επίσης οφείλει πολλά στον πρωταγωνιστή του, έναν εξαιρετικό και απόλυτα πειστικό στο ρόλο του Cincinnati Kid, Steve Mc Queen!


 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Στιβ Μακ Κουίν ενσαρκώνει τον Σινσινάτι Κιντ, έναν ασήμαντο χαρτοπαίκτη που είναι αποφασισμένος να δοκιμάσει την τύχη του στα... υψηλά κλιμάκια του πόκερ! Ο αριστοκρατικός και αμείλικτος Λάνσεϊ Χάουαρντ (Έντουαρντ Τζι Ρόμπινσον), με το παρατσούκλι «Ο Αρχηγός», δέχεται την πρόκληση του Κιντ. Και ο αγώνας αρχίζει... Ο Νόρμαν Τζούισον («Κάτω από τη Λάμψη του Φεγγαριού») ρίχνει μια διεισδυτική ματιά στα άδυτα της χαρτοπαιξίας, δημιουργώντας καθηλωτικό σασπένς με... κάθε ανακάτεμα της τράπουλας! Η Αν Μάργκρετ, ο Καρλ Μάλντεν, ο Ριπ Τορν και η Τζοάν Μπλοντέλ (που κέρδισε το Βραβείο καλύτερου β' ρόλου του National Board of Review) αλλά και πολλοί άλλοι απαρτίζουν ένα «Full House» αξέχαστων χαρακτήρων.

  Ο Steve Mc Queen γράφει ιστορία υποδυόμενος τον ταλαντούχο παίχτη πόκερ και αθεράπευτα ματαιόδοξο κυνηγό της κορυφής, Σινσινάτι Κιντ και ο Norman Jewison ("The Thomas Crown Affair", τρία χρόνια μετά τον "Χαρτοπαίχτη" και πάλι με τον Μακ Κουίν, "Rollerball", "The Hurricane") εδώ απογειώνεται σκηνοθετικά!
 Και φυσικά, η πράσινη τσόχα! Εκεί πάνω που παίζεται το λαμπερότερο, συναρπαστικότερο και πολλά υποσχόμενο παιχνίδι της τράπουλας, το πόκερ!
 Για το οποίο καλό, για να μην πω αναγκαίο είναι να είσαι γνώστης για να παρακολουθήσεις με ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον και μεγαλύτερη αγωνία την ταινία!
 Το πόκερ ως γνωστόν έχει πολλές παραλλαγές. Εδώ, και συγκεκριμένα στο φινάλε της ταινίας ο Eric "The Kid" Stoner και ο Lancey "The Man" Howard τα παίζουν όλα για όλα σε μια παρτίδα heads up 5-card stud (πρόκειται για το παλαιότερο είδος πόκερ! Σε κάθε παίκτη μοιράζονται δύο φύλλα, ένα κρυφό και ένα φανερό. Ο παίκτης με το μικρότερο φανερό φύλλο με βάση τη φυλή, πρέπει να βάλει το αρχικό στοίχημα (bring-in). Στον δεύτερο γύρο, ένα ακόμη φύλλο μοιράζεται φανερά σε όλους τους Παίκτες στο τραπέζι. Ένας γύρος στοιχήματος ακολουθεί. Οι παίκτες μπορούν: να αυξήσουν, να κάνουν Call ή να πάνε πάσο. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται μέχρι κάθε παίκτης να έχει ένα κρυφό φύλλο και τέσσερα φανερά. Μετά το τελευταίο φανερό φύλλο, ένας τελικός γύρος πονταρίσματος ακολουθεί. Οι εναπομείναντες παίκτες δείχνουν το κρυφό τους φύλλο. Το μεγαλύτερο φύλλο κερδίζει).

  Και η αγωνία που βιώνει ο θεατής δεν έχει προηγούμενο!
  Και πέρα από τα χαρτιά της τράπουλας που ανακατεύονται και μοιράζονται, πάνω στην τσόχα ρέει το -απαραίτητο συνοδευτικό- αλκοόλ, ενώ παράλληλα ξεδιπλώνονται, μαζί με τις παιχτικές ικανότητες των συμμετεχόντων, τα όνειρα και οι ελπίδες τους, εναλλάσσονται τα συναισθήματά τους, με αποκορύφωμα τί άλλο, το βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του Σινισινάτι. Την ματαιοδοξία. Αυτή, η οποία θα τον κάνει άπληστο, να κηνυγάει μανιωδώς τα χρηματικά έπαθλα, την δόξα, την εξέλιξη και εν τέλει την κατάκτηση της κορυφής!
  Μπορεί να μην είναι ο καλύτερος παίχτης, αλλά έχει ταλέντο, πιστεύει στις ικανότητές του και είναι τσαμπουκάς. Και δεν θα διστάσει να αναμετρηθεί με τους καλύτερους. Και ο -γνώστης- θεατής θα απορροφηθεί από τις παρτίδες πόκερ αφουγκραζόμενος την αγωνία του πρωταγωνιστή κατά το γύρισμα των φύλλων!
 Αλλά και εκείνος ο θεατής, ο οπόιος έχει περιορισμένες σχετικές γνώσεις, δεν μπορεί παρά να αποορροφηθεί με τη σειρά του από την ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο Τζούισον, να ενθουσιαστεί με τις ερμηνείες (πέραν του τρομερού Στηβ Μακ Κουίν, πολύ καλές είναι και οι υπόλοιπες ερμηνείες!) και στο τέλος, στην περιβόητη τελική παρτίδα, θα παρακολουθεί "σφιγμένος" μέχρι το showdown. Κι ας μην ξέρει τί φύλλο "θέλουμε" να ανοίξει!!

  «Αυτό είναι το πόκερ. Να κάνεις τη λάθος κίνηση, στη σωστή στιγμή», είναι η ατάκα του Σινσινάτι στο τέλος, που έχει μείνει στην ιστορία!

 Μία διασκεδαστικότατη ταινία, ένας Στηβ Μακ Κουίν σε τρομερά κέφια και το πόκερ φυσικά, έχει την τιμητική του!

 Βαθμολογία: 7,5/10 

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

Σπιρτόκουτο, Γιάννης Οικονομίδης, 2003


 Το «Σπιρτόκουτο» («Matchbox» ο αγγλικός τίτλος) αποτελεί την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Κυπριακής καταγωγής Έλληνα σκηνοθέτη, Γιάννη Οικονομίδη, η οποία ενθουσίασε την πλειονότητα των κριτικών αλλά και του κοινού, απέκτησε ένθερμους υποστηρικτές, προβλημάτισε έντονα, ενώ μας συστήθηκε ως κάτι εντελώς πρωτότυπο και "ανένταχτο" τρόπον τινά σε οιοδήποτε κινηματογραφικό είδος, αφού δεν υπήρχε κάποια άλλη παρόμοια ελληνική ταινία, με την οποία το «Σπιρτόκουτο» μπορούσε να συγκριθεί ή να αποτελέσει κοινό άξονα αναφοράς.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Μια μέρα, εν μέσω καύσωνα, το σπίτι του Δημήτρη, ενός μικρομεσαίου 50άρη οικογενειάρχη, κάπου στον Κορυδαλλό, μετατρέπεται σε πεδίο μάχης! Όλα τα μέλη της οικογένειας ξεσπούν ο ένας στον άλλο με απίστευτη λεκτική βία και αποκαλύψεις για πάθη, ζήλειες, ανομολόγητες επιθυμίες και διαφωνίες. Μέχρι που μια απρόσμενη εξομολόγηση τινάζει τα πάντα, ακόμη πιο ψηλά, στον αέρα! Το δράμα μιας λαϊκής οικογένειας, που περνά τη ζωή της ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους, σε έναν απόλυτα μάταιο, αδιάφορο και «γκρίζο» κόσμο, ένα σωστό μακελειό που θα σας καθηλώσει και ίσως, ενοχλήσει.

 Η υπόθεση μυρίζει μπαρούτι από μόνη της. Και ο Γιάννης Οικονομίδης το ανάβει και βάζει μία μεγάλη φωτιά στην περίφημη "Αγία Ελληνική Οικογένεια", με τρόπο που μπορεί να ενοχλεί αλλά που επιτρέψτε μου, είναι ο μόνος, απόλυτα "διαφωτιστικός".
 Ο τίτλος; Πανέξυπνος. Αναφέρεται στους τέσσερις τοίχους ενός κοινού διαμερίσματος, όπως είναι αυτό του Δημήτρη στο οποίο εξελίσσεται το δράμα των αντι-ηρώων της ταινίας.
 Στο Σπιρτόκουτο του Δημήτρη λοιπόν, ενός μεσήλικα πάτερ φαμίλια μαζεύονται τα 8 μέλη-σπίρτα της οικογένειας, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι εκεί κρύβονται και προστατεύονται. Όμως το Σπιρτόκουτο του Δημήτρη δεν αποτελεί φυσικά χώρο προστασίας και ελευθερίας αλλά φυλάκισης, πνιγηρής αίσθησης, μιζέριας και απελπισίας.
 Εκεί θα πέσουν οι μάσκες. Σε αυτή την πνιγηρή, μουντή, ασφυκτική ατμόσφαιρα θα διαλυθούν οι οικογενειακές - κοινωνικές αξίες που περνούνταν σαν πρότυπα. Εκεί θα συγκρουστεί η "Αγία Οικογένεια", μυστικά θα αποκαλυφθούν, πάθη και ζήλειες θα αποκαλυφθούν, σχέσεις θα τιναχτούν στον αέρα, η ένταση θα κλιμακωθεί μέσω κυρίως της λεκτικής βίας, ο ρατσισμός και ο σεξισμός θα γίνουν πιο φανεροί από ποτέ, οι σπόντες θα δώσουν τη θέση τους στις βρισιές και αυτές με τη σειρά τους στα χοντρά μπινελίκια, ο κάθε ένας θα επιτεθεί κατά πάντων, μέχρις ότου να επέλθει η οριστική ρήξη, η οποία θα βάλει τη μεγάλη φωτιά στο Σπιρτόκουτο που μοιάζει πια με μικρή Κόλαση.

 Και η διάλυσή του θα έρθει σταδιακά, κλιμακωτά. Πρώτα οι μικροί. Οι οποίοι είναι αδιάφοροι, προσβλητικοί, ασεβείς, με περιορισμένη στο ελάχιστο χρήση λέξεων και ως μόνα ενδιαφέροντα το -διαστροφικό- σεξ και τα τηλεσκουπίδια. Και μετά, οι μεγάλοι. Που ξεσπούν για τα προβλήματά τους στα παιδιά, που δεν είναι στοργικοί, που αδιαφορούν... 

 Ο Οικονομίδης σκηνοθετεί με μεγάλο ρεαλισμό. Σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορώ καν να χαρακτηρίσω πολύ "υπερβολική" τη χρήση βίας -λεκτικής και σωματικής- που πραγματικά αποτυπώνει το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινότητας της σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Είτε το θέλουμε είτε όχι!
 Εντάξει, δεν συμβαίνουν αυτά στον ίδιο βαθμό σε όλες τις οικογένειες και σε καθημερινή βάση, αλλά οι συγκρούσεις που παρακολουθούμε στο «Σπιρτόκουτο», δυστυχώς, δεν απέχουν πολύ από τραγικά περιστατικά, γνώριμα στην χώρα μας...

 Ειδικά οι εκατέρωθεν αγριοφωνάρες, τα ακατάπαυστα μπινελίκια, οι σπόντες για χίλια δυο πράγματα, η προσωπική προβολή και ο φιγουραρισμός και τέλος η απόλυτη ασυνεννοησία σε κάθε προσπάθεια "πολιτισμένου" διαλόγου.

 Ο Οικονομίδης κάνει ακόμη μια μαγκιά. Μπορεί να χειρίζεται πολύ σκληρά το θέμα του, αλλά δεν κάνει και το ίδιο με τους (αντι)ήρωές του, τους οποίους αγκαλιάζει με "πατρική στοργή", με το αποτέλεσμα να είναι μία πέρα για πέρα αυθεντική ελληνική ταινία.
 Φυσικά στο τέλος δεν προσφέρει κάποια λύση, αφού δεν προτίθεται να ηθικολογήσει, αλλά να κάνει τον θεατή να ταυτιστεί σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό με τους αντιήρωές του, ώστε (ο θεατής) να μπει ο ίδιος στη θέση του κριτή.

 Αλλά και οι ερμηνείες είναι πολύ ρεαλιστικές και δυνατές. Με πρώτο και καλύτερο τον Ερρίκο Λίτση στο ρόλο του Δημήτρη, αλλά και τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές: Ελένη Κοκκίδου, Λένια Σπυροπούλου, Γιάννη Βουλγαράκη, Κώστα Ξυκομηνό, Ιωάννα Ιβανούδη, Αγγελική Παπούλια, Σταύρο Γιαγλουλή, Σεραφείτα Γρηγοριάδου, το «Σπιρτόκουτο» και ο Γιάννης Οικονομίδης οφείλουν πολλά στις ερμηνείες.

 Μία ελληνική ταινία ιδιαίτερη, ξεχωριστή όπως ήδη ανέφερα, και σκληρή, που μιλάει για αλήθειες με αφοπλιστικό τρόπο που ενοχλεί.
 Ακολούθησε μία σαφώς υποδεέστερη ταινία, η «Ψυχή στο Στόμα», ενώ πλέον περιμένουμε την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του, τον «Μαχαιροβγάλτη».

 Βαθμολογία: 7,5/10

Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

Dangerous Liaisons, Stephen Frears, 1988


 Επέστρεψα από το εξωτερικό όπου και βρισκόμουν τις προηγούμενες ημέρες και επανέρχομαι στις αναρτήσεις με ακόμη μία μεταφορά από το άλλο blog που αφορά σε μία πολύ όμορφη κατά τη γνώμη μου ταινία από τον Stephen Frears, το «Dangerous Liaisons»:

 "Dangerous Liaisons", "Επικίνδυνες Σχέσεις", από τον Stephen Frears και το 1988.
 Πρόκειται για την σημαντικότερη δουλειά του Αμερικανού σκηνοθέτη -μακράν- και μία απ' τις σπουδαιότερες -μετρημένες στα δάχτυλα η αλήθεια είναι- ταινίες των 80s. Μια δεκαετία που έχει χαρακτηριστεί ως η ασθενέστερη κινηματογραφικά. Anyway..


 Η υπόθεση της ταινίας:
 Γαλλία, 1760-1770. Oι πλούσιοι και κακομαθημένοι, Μαρκήσια Ντε Μαρτέιγ και ο κόμης Βαλμόν, πρώην εραστές και απόλυτα διεστραμμένοι, βάζουν ένα διπλό στοίχημα. Η Μαρκήσια του ζητάει να αποπλανήσει την αφελή και αθώα Σεσίλ Ντε Βολάνζ, η οποία πρόκειται να παντρευτεί έναν από τους πρώην εραστές της, θέλοντας να την διαφθείρει πριν το γάμο. Στο στόχαστρο τους μπαίνει επίσης η ενάρετη και θεοσεβούμενη αλλά και πανέμορφη Μαντάμ Ντε Τουρβέλ, την οποία ο Βαλμόν επιμένει ότι μπορεί να κατακτήσει. Η Μαρκήσια το βρίσκει εντελώς απίθανο και του ζητάει γραπτή απόδειξη της νίκης του. Σε αντάλλαγμα θα περάσουν ένα βράδυ μαζί.

 Βασισμένη στη νουβέλα του Choderlos de Laclos, η ταινία περιγράφει έρωτες, ίντριγκες, πάθη, σκάνδαλα, παιχνίδια διαστροφής, επικίνδυνα στοιχήματα, προδοσία και εκδίκηση στην "ανωτέρα τάξη" του Παρισίου της δεκαετίας του 1760 λίγο πριν τη Γαλλική Επανάσταση (18ος αιώνας). Και είναι απ' τις πολύ λίγες φορές που κινηματογραφική μεταφορά βιβλίου ξεπερνάει το γραπτό κείμενο!
 Ο Στίβεν Φρίαρς σκηνοθετεί με τεράστια δυναμική και έξοχη ατμόσφαιρα, ο John Malkovich είναι υπέροχος και δίνει μία εξαιρετική ερμηνεία, πολύ καλή και εντυπωσιακή η Glenn Cloze, ενώ η Michelle Pfeiffer είναι απίστευτα λαμπερή και αισθησιακή, απ' τις πιο όμορφες γυναίκες που πάτησαν ποτέ στη γη κατά την άποψη του γράφοντος!
Καλές ερμηνείες και από τους Swoosie Kurtz, Keanu Reeves, Mildred Natwick, Uma Thurman.
Η διεφθαρμένη Γαλλίδα κόμισσα λοιπόν, Μαρτέιγ, δεσπόζουσα μορφή της ταινίας, φαλλική γυναίκα, ηδονίζεται με το να βάζει ερωτικά στοιχήματα πάνω στις σεξουαλικές ζωές και τα απαγορευμένα πάθη των αριστοκρατών!
 Με αυτόν τον τρόπο επιδεικνύει κοινωνική δύναμη και διατηρεί την ψηλή κοινωνική της θέση.
 Όταν ξανασυναντήσει τον πρώην εραστή της και διεφθαρμένο κόμη Βαλμόν, θα του ζητήσει να αποπλανήσει την νεαρή και παντελώς αθώα Σεσίλ ντε Βολάνζ που πρόκειται πολύ σύντομα να παντρευτεί, μόνο και μόνο για να τη διαφθείρει πριν το γάμο, παίρνοντας εκδίκηση απ' τον μέλλοντα σύζυγό της και πρώην εραστή της ίδιας και να ικανοποιήσει τις διεστραμμένες ορέξεις της και την ακόλαστη φαντασία της. Ο Βαλμόν δεν θα δυσκολευτεί να το πετύχει και να κερδίσει το στοίχημα, όμως τώρα αρχίζουν τα πραγματικά δύσκολα...

 Η κόμισσα Μαρτέιγ με αφορμή την άφιξη της εντυπωσιακής Μαντάμ Ντε Τουρβέλ θα εξιτάρει ακόμη περισσότερο τη φαντασία της και θα ανεβάσει απότομα τον πήχη δυσκολίας των διεστραμμένων "παιχνιδιών" της, αφού θα προκαλέσει τον Βαλμόν να κατακτήσει την Μαντάμ Ντε Τουρβέλ και μάλιστα ως αντάλλαγμα θα κερδίσει μια βραδιά με την ίδια την κόμισσα!


 Ο Βαλμόν χρησιμοποιώντας κυρίως την γοητεία του αλλά και παίζοντας ουσιαστικά θέατρο παριστάνοντας τον ερωτευμένο στην Μαντάμ Ντε Τουρβέλ, μετά από μεγαλύτερη προσπάθεια αυτή τη φορά θα κερδίσει ακόμη ένα στοίχημα, που όμως θα επιφέρει... μπλεξίματα και δυσάρεστες καταστάσεις!
 Ο κόμης θα ερωτευθεί στα αλήθεια τη Μαντάμ Ντε Τουρβέλ και πλέον οι σχέσεις τους δεν είναι μόνο επικίνδυνες όπως μας πληροφορεί ο τίτλος της ταινίας αλλά ακροβατούν σε ένα τεντωμένο σχοινί. Είναι φανερό πια ότι κινδινεύουν και οι δύο με καταστροφή...


 Η ταινία τιμήθηκε με τα Όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου, σκηνικών και κοστουμιών, και καλλιτεχνικής επιμέλειας.

 Θεωρείται πια κλασική ταινία και μία σημαντική δημιουργία της 7ης τέχνης!

 Βαθμολογία: 8,5/10

Κυριακή, 2 Μαΐου 2010

Promise Me This, Emir Kusturica, 2007


 «Promise Me This» είναι ο αγγλικός - διεθνής τίτλος της όμορφης ταινίας του πολύ σημαντικού Σέρβου σκηνοθέτη, Emir Kusturica. «Zavet» είναι ο πρωτότυπος τίτλος, ενώ στα ελληνικά έχει μεταφραστεί ως «Οι 3 Υποσχέσεις» και είναι επίσης γνωστό ως «Υποσχέσου μου».
 Πρόκειται για μία δραματικών στοιχείων κομεντί, η οποία σεναριακά έχει προβληματάκια λόγω κάποιων υπερβολών και η μεγάλη διάρκειά της (ξεπερνά για λίγο τις 2 ώρες) ίσως κουράζει, αλλά η σκηνοθεσία του Kusturica με ορισμένα πανέμορφα πλάνα από την Γιουγκοσλαβική ύπαιθρο (γυρισμένη στο Zlatibor της Σερβίας), καθώς και κάποιες ξερκαδιστικές σκηνές αλλά και η παρουσίαση των ανθρωπίνων σχέσεων φτιάχνουν τελικά ένα άκρως ικανοποιητικό σύνολο.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Τσανέ ζει με τον παππού του και την αγελάδα τους τη Σβέτκα, σ έναν απομονωμένο λόφο. Εκτός από την γειτόνισά τους, την δασκάλα, είναι οι μόνοι κάτοικοι του χωριού. Μια μέρα ο παππούς του Τσανέ, του λέει ότι πεθαίνει. Τον βάζει να του υποσχεθεί ότι θα διασχίσει τους 3 λόφους για να φτάσει στην κοντινότερη πόλη και να πουλήσει τη Σβέτκα στην αγορά. Με τα χρήματα θα πρέπει να αγοράσει μια εικόνα, με τα υπόλοιπα ό,τι θέλει και τέλος θα πρέπει να γυρίσει στο σπίτι έχοντας βρει νύφη. Στην πόλη, ο Τσανέ καταφέρνει να εκπληρώσει το πρώτο μέρος των υποσχέσεών του, όμως το δύσκολο είναι να γυρίσει σπίτι με γυναίκα!!! Τότε γνωρίζει τη Ζάσνα που έχει αργήσει για το σχολείο όπως πάντα...

 Ο Emir Kusturica γράφοντας το σενάριο και σκηνοθετώντας το "Zavet" κάνει ακόμη μία απρόσμενη έκπληξη. Σε ένα απομονωμένο χωριό, ο παππούς νιώθει τον θάνατο να έρχεται και βάζει τον αγαπημένο του εγγονό να υποσχεθεί ότι θα εκπληρώσει τρεις επιθυμίες του. Βλέπετε, ο μικρός δεν έχει άλλον άνθρωπο στον κόσμο πέραν του παππού του και ο τελευταίος θέλει να εξασφαλίσει το μέλλον του πιτσιρικά. Του ζητάει λοιπόν τρία πράγματα: Να πάει σε μία πόλη και να πουλήσει την αγελάδα τους, την οποία πριν είχε ευνουχίσει, από τα λεφτά που θα πάρει να αγοράσει μία εικόνα του Αγίου Νικολάου και ένα σουβενίρ για τον ίδιο και τέλος να βρει μία γυναίκα για νύφη του...

 Ο μικρός Τσανέ, συμπαθέστατος, θα ξεκινήσει για την κοντινότερη πόλη. Μόλις φτάσει όμως θα γίνει... το έλα να δεις!
 Αρχικά θα του την πέσουν κάποιοι μαφιόζοι(!), εν συνεχεία θα τον περιθάλψουν οι εχθροί των πρώτων, θα πάρει μέρος στην εκστρατεία αντιμετώπισής τους και μέσα σ' όλα θα ερωτευθεί την Ζάσνα, την οποία και θα σώσει απ΄ τους "κακούς" που θέλουν να την προωθήσουν στα κυκλώματα πορνείας που ελέγχουν(!), για να τη φέρει πίσω στο χωριό, περιχαρής που πραγματοποίησε τις τρεις υποσχέσεις που είχε δώσει στον παππού του, αλλά ακόμη πιο χαρούμενος, αφού όταν επιστρέψει στο χωριό, ο παππούς του όχι μόνο δεν πέθανε (κάτι που φοβόταν ο μικρός) αλλά ετοιμάζεται να παντρευτεί την δική του αγαπημένη, από το μακρινό παρελθόν (την δασκάλα του χωριού)! Κι εκεί όμως δεν θα... ησυχάσουν οι πρωταγωνιστές μας, αφού οι κακοί τους έχουν ακολουθήσει με τα όπλα, έτοιμοι να πάρουν την εκδίκησή τους! Φυσικά βέβαια δεν θα τα καταφέρουν, αφού το ευχάριστο αυτό «παραμύθι» του Κουστουρίτσα πρέπει να έχει και happy end.

 Εντάξει, όπως είπα οι υπερβολές είναι πολλές και πολλά από όσα συμβαίνουν, τραβηγμένα απ' τα μαλλιά, αλλά ο ταλαντούχος Σέρβος σκηνοθέτης δείχνει να το καταδιασκεδάζει και το ίδιο κάνουμε κι εμείς!
 Δε νομίζω με το φιλμ αυτό ο Κουστουρίτσα να υπόσχεται σινεμά υψηλών επιδόσεων και έντονου προβληματισμού, όμως σίγουρα μας υπόσχεται ένα ευχάριστο δίωρο. Και κρατάει την «υπόσχεση» του, και με το παραπάνω!

 Πολύ όμορφες ερμηνείες από τους Uros Milovanovic, Marija Petronijevic, το ζευγάρι της ταινίας, αλλά ωραίες είναι οι ερμηνείες συνολικά, απ' όλους τους «τρελούς» χαρακτήρες του Κουστουρίτσα, από αυτούς άλλωστε που ο Σέρβος σκηνοθέτης συνηθίζει να χρησιμοποιεί σε όλες τις ταινίες του.

 Το «Promise Me This» ήταν υποψήφιο για τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών του 2007.

 Βαθμολογία: 6,5/10