banner

image

Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Yo Puta, Maria Lidon, 2004



 "Yo Puta" είναι ο ισπανικός τίτλος -"Λευκή Σάρκα" ο μεταφρασμένος ελληνικός- αυτής της ερωτικής - κοινωνικής ταινίας από την σκηνοθέτιδα και πρώην ηθοποιό Maria "Luna" Lidon και το 2004.
 Όχι δεν είναι τσόντα. Πρόκειται αν μη τι άλλο, για εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, άκρως τολμηρό και ιδιαίτερα ενδιαφέρον εγχείρημα, που δυστυχώς τελικά δεν ανταποκρίνεται στις ενδεχόμενες προσδοκίες των θεατών.
 Βασισμένο στη best seller νουβέλα της Isabel Pisano!


 Η υπόθεση της ταινίας:

 Μια νεαρή συγγραφέας η Ελίζαμπεθ αποφασίζει να γράψει ένα βιβλίο για το αρχαιότερο επάγγελμα. Την πορνεία. Η Ελίζαμπεθ ταξιδεύει και παίρνει συνεντεύξεις από πόρνες πολυτελείας, πόρνες του πεζοδρομίου και ζιγκολό. Την ίδια στιγμή, η γειτόνισσα και φίλη της Ρεμπέκα, φοιτήτρια ανθρωπολογίας, παρασύρεται στον παράνομο και προκλητικό κόσμο του πληρωμένου έρωτα από την φίλη της Ανδριάνα που είναι call girl. Η Ανδριάνα τη συστήνει στον καλύτερό της πελάτη και τότε, καθώς η Ρεμπέκα γνωρίζει, για πρώτη φορά, τη σκοτεινή ικανοποίηση της σάρκας…

  Παρακολουθούμε λοιπόν την προσπάθεια μιας νεαρής συγγραφέως να γράψει ένα βιβλίο για την πορνεία και να συλλέξει πληροφορίες από τις "πρωταγωνίστριες" του βιβλίου της. Τις επαγγελματίες πόρνες.
 Και έτσι, με την κάμερα και το μικρόφωνο ανά χείρας, ξεκινώντας απ' το Λος Άντζελες και φθάνοντας μέχρι την Ευρώπη, θα ξεχυθεί στους δρόμους της Μαδρίτης, του Παρισίου, της Βουδαπέστης, μεταξύ άλλων, προς αναζήτηση πληροφοριών για το θέμα της. Σαφέστατα και πρόκειται για ντοκουμενταρίστικο φιλμ και όχι "κανονική" ταινία, μιας και οι συνεντεύξεις δίνουν και παίρνουν. Μέσα στον κυκεώνα αυτόν των στοιχείων που θα μαζεύει και των αντίστοιχων ανθρώπων, με τους οποίους θα συναναστρέφεται, η Ελίζαμπεθ (που τελικά δεν θα την δούμε ποτέ στην ταινία) θα παθιάζεται όλο και περισσότερο με το "θέμα", μέχρι τη στιγμή που η πορνεία θα την απορροφήσει..

 Παράλληλα με την περιπλάνηση της Ελίζαμπεθ, η γειτόνισσά της Ρεμπέκα θα ενδιαφερθεί και αυτή για την πορνεία, από την ανθρωπολογιστική της όμως πλευρά. Και αυτή όμως θα παρασυρθεί από το "πάθος", με το οποίο μελετάει το αρχαιότερο επάγγελμα επί της γης, για να καταλήξει επίσης πιόνι στα άγρια και σκοτεινά κυκλώματά του.

 Η τρίτη γυναίκα της παρέας, η Ανδριάνα, είναι για την ώρα άνεργη ηθοποιός. Και αποφασίζει τελικά να δουλέψει ως κολ γκερλ για να βγάλει κάποια χρήματα. Αλλά αυτό θα είναι μόνο η αρχή..

 Το πολύ, αλλά δυστυχώς ίσως και το μοναδικό, ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας είναι η ρεαλιστική της απεικόνιση/αφήγηση. Καθότι επί της ουσίας πρόκειται για ντοκιμαντέρ, οι ρεαλιστικές συνεντεύξεις δεν μπορεί παρά να κερδίσουν τον θεατή. Όλες εκείνες οι πόρνες πολυτελείας, οι ζιγκολό, αλλά και οι πόρνες του πεζοδρομίου, δίνοντας συνέντευξη στην φιλόδοξη συγγραφέα, περιπλανούν τον θεατή στα σκοτεινά μονοπάτια της πορνείας.

 Μία ενδιαφέρουσα λοιπόν ιδέα, που θα μπορούσε κάλιστα να μετουσιωθεί και σε ένα καθόλα ενδιαφέρον φιλμ. Δεν τα καταφέρνει όμως. Γιατί; Μα επειδή συνολικά, η "Λευκή Σάρκα" απέχει κατά πολύ από αυτό που θα στόχευε η ίδια να είναι..
 Από το ερωτώμενο κοινό, που αποτελείται από πραγματικές θηλυκές και αρσενικές πόρνες, πορνοστάρ, πελάτες κ.ά., μας παρουσιάζεται ένα συνοθύλευμα απόψεων γύρω από το σεξ και την πορνεία. Και είναι καθ' όλα μπερδευτικό εκ φύσεως μιας και δεν έχει ξεκάθαρο σκοπό. Οι δε συνεντεύξεις αντιμετωπίζονται εντελώς επιφανειακά, λες και η σκηνοθέτιδα ενδιαφερόταν μόνο για τη συλλογή τους και μια απλή ανάγνωση αυτών και όχι, με αφορμή τις συνεντεύξεις αυτές να προχωρήσει σε μία βαθύτερη ανάλυση, να εισχωρήσει με προσωπική γνώμη στα άδυτα της πορνείας, που τόσο δείχνει να την απασχολεί. Στο να την "δείξει" όμως μόνο, όπως αποδείχθηκε, και όχι να την "αναλύσει".

 Εκεί είναι που χάνει την ουσία η ταινία, μιας και προδίδεται από την Maria Lidon, που αρκείται σε μία καλή αρχική ιδέα, η οποία χάνεται ωστόσο στην απλή και συγκεχυμένη παράθεση των συνεντεύξεων..

 Βαθμολογία: 3,5/10

Τρίτη, 30 Μαρτίου 2010

Dogville, Lars Von Trier, 2003


 Το "Dogville", του ιδιόρρυθμου Δανού σκηνοθέτη Lars Von Trier και του 2003, υπήρξε μία από τις πιο πολυσυζητημένες ταινίες των τελευταίων χρόνων. Δίχασε κοινό και κριτικούς, τόσο για τον θεατρικό τρόπο κινηματογράφισης, τον οποίο μας σύστισε ο Τρίερ, όσο και για ορισμένες πραγματικά σκληρές σκηνές. Με τα ακραία σχόλια, είτε από την πλευρά που εκθειάζει την ταινία, είτε από εκείνη που απαξιώνει την "καινοτομία" του Δανού, το μόνο σίγουρο είναι πως το Dogville αποτελεί μία απ' τις σημαντικές στιγμές της δεκαετίας.
 Με την οποία, ο Λαρς Φον Τρίερ κάνει μια παραβολή, διηγούμενος την ιστορία της Grace (Nicole Kidman), που έχει διαφύγει από εγκληματίες και η οποία φτάνει στην μικρή πόλη Dogville, όπου της παρέχεται άσυλο, με αντάλλαγμα όμως να προσφέρει βοήθεια στους κατοίκους με τις καθημερινές δουλειές τους.

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Η Grace έχει τη χάρη και το όνομα της πορσελάνινης ομορφιάς της Nicole Kidman. Καταδιωκόμενη από μια συμμορία κακοποιών ζητάει τη βοήθεια των κατοίκων ενός μικρού χωριού. Εκείνοι στην αρχή την αντιμετωπίζουν με δυσπιστία. Η Grace όμως σταδιακά αρχίζει να δουλεύει για το χωριό προκειμένου να δείξει την ευγνωμοσύνη της απέναντι στους ανθρώπους που την αγκάλιασαν και τη δέχτηκαν ως μέλος της μικρής οικογένειάς τους. Το Dogville είναι η τραγική πορεία ενός τόπου προς την καταστροφή, διαιρεμένη σε εννέα κεφάλαια με ένα σύντομο πρόλογο.

 Πρόκειται για την πρώτη ταινία της τριλογίας "USA: Land of Opportunities", που συνεχίστηκε με τις Manderlay (2005) και Washington (2007).
 Εδώ, όλη η ταινία είναι τοποθετημένη σε μια θεατρική σκηνή. Σε ένα απόλυτα μινιμαλιστικό σκηνικό. Αφενός ο Τρίερ πειραματίζεται με μία θεατρικών καταβολών σκηνοθεσία, αφετέρου γράφοντας ο ίδιος και το σενάριο, με μοναδικό σκηνικό τη θεατρική σκηνή, είναι ολοφάνερο πως επιθυμεί να επικεντρωθούμε απόλυτα στην ιστορία! Και φυσικά εμφανείς και πολύ έντονες είναι οι επιρροές από το περίφημο επικό θέατρο του Μπέρτολτ Μπρεχτ.
 Και κάπου εδώ για μένα γκρεμίζεται το "κατηγορώ" απέναντι στον Δανό περί "ανύπαρκτης σκηνοθεσίας"..
 Τα γεγονότα που διαδραματίζονται στο Dogville μας τα αφηγείται ο John Hurt, η φωνή του οποίου λειτουργεί επεξηγηματικά, δίχως να αφήνει το παραμικρό περιθώριο παρερμηνείας της εικόνας.
 Η ιστορία χωρίζεται σε 9 κεφάλαια με έναν πρόλογο. Που όμως δυστυχώς κόβονται απότομα και οι σκηνές που παρεμβάλλονται μεταξύ των κεφαλαίων δεν δείχνουν αλληλένδετες, αλλά μάλλον λίγο απόμακρες. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το πρωτότυπο φιλμ, το οποίο προβλήθηκε στις Κάννες (έχασε τελικά τον Χρυσό Φοίνικα από το "Elephant" του Gus Van Sant) είναι διάρκειας 3 ωρών, ενώ στις κινηματογραφικές αίθουσες και στα DVD κυκλοφόρησε η κομμένη κατά 45' έκδοση...

 Στον Πρόλογο μαθαίνουμε ότι το Dogville είναι μια πολύ μικρή Αμερικανική πόλη στα Βραχώδη Βουνά. Υπάρχει μόνο ένας δρόμος που οδηγεί στην πόλη αυτή. Στην οποία κατοικούν ελάχιστοι άνθρωποι, που μάλιστα παρουσιάζονται ως από καλοί έως και αξιαγάπητοι, με ελάχιστα μειονεκτήματα, που είναι πέρα για πέρα ανθρώπινα.
 Ο Tom αυτοαποκαλείται επικεφαλής και συγκεντρώνει συχνά τους συγκατοίκους του, για να μιλήσουν για διάφορα θέματα..

 Στα 9 κεφάλαια που ακολουθούν ξετυλίγεται η ιστορία. Ο Tom θα είναι ο πρώτος που θα γνωρίσει την πανέμορφη φυγά Grace (μόνο τυχαίο δεν είναι το όνομα αυτό της ηρωίδας!), που κατέφτασε στο Dogville καταδιωκώμενη από ομάδα γκάνγκστερ και θα την πείσει να μείνει στην μικρή τους κοινωνία λέγοντας ότι η διέξοδος από εκεί δεν είναι εύκολη. Επίσης, προκειμένου να την βοηθήσουν θα πρέπει να τους αποδείξει πρώτα ότι είναι καλός άνθρωπος. Μια πλατωνική σχέση θα αναπτυχθεί μεταξύ τους.
 Η Grace θα αρχίσει να τους προσφέρει τις υπηρεσίες της, βοηθώντας σε δουλειές, ουσιαστικά αχρείαστες, μέχρι να γίνει αποδεκτό μέλος της κοινωνίας. Μια Grace καλοσυνάτη, ήρεμη και πρόθυμη να βοηθήσει απλόχερα τους συνανθρώπους της.
 Σε λίγο θα ανταμείβεται και με μικροποσά για τις υπηρεσίες που προσφέρει, αλλά η φωτογραφία της με τίτλο "Αναζητείται" κοντά στην πόλη, αλλά και η εμφάνιση της αστυνομίας θα αναστατώσει τους κατοίκους..
 Θα είναι επιφυλακτικοί απέναντί της, ενώ θα την βαρύνουν με περισσότερες δουλειές. Όταν η Grace λυγίσει και αρχίσει να κάνει λάθη, οι φαινομενικά ήρεμοι κάτοικοι θα εξαγριωθούν και θα επιτεθούν στην άμοιρη να αντιδράσει κοπέλα.
 Εκείνη όμως θα εξακολουθήσει να υπομένει στωικά τα πάντα. Την βλέπουμε διαρκώς να προσπαθεί να δικαιολογεί τις απαράδεκτες πράξεις των αγράμματων κατοίκων του χωριού. Να προσπαθεί να βρει τί δεν τους μαθαίνει καλά και να ψάχνει νέες μεθόδους να τους προσεγγίσει. Όλα όμως μοιάζουν να είναι άσκοπα...
 Αφού αρχικά την κάνουν απόλυτη σκλάβα του χωριού, οι άνθρωποι στους οποίους πρόσφερε εθελοντικά και απλόχερα τη βοήθειά της, θα την αλυσοδέσουν, θα της περάσουν κι ένα κουδουνάκι για να ξέρουν που βρίσκεται, ενώ, αφού βιώσει τον απόλυτο εξευτελισμό, τελικά θα αποτελέσει και το σεξουαλικό αντικείμενο για κάθε κάτοικο, που κατ' εξακολούθηση θα την βιάσει. Πλην του Tom...
 Ο οποίος, θα ζητήσει από τη Grace να κάνουν σεξ, εκείνη θα του πει να περιμένουν για όταν καλυτερεύσουν οι συνθήκες και θα έχουν φύγει πια απ' το Dogville και τότε, μετά από απανωτές σκέψεις θα καλέσει τους γκάνγκστερ...
 Για να έρθουν να "παραλάβουν" τη Grace και να ανατρέψουν τα πάντα...

 Είναι γεγονός ότι από την αρχή της ταινίας, στο πρόσωπο της Grace o κάθε θεατής βλέπει μία δύσμοιρη κοπέλα, που αδικείται κατάφωρα χωρίς να έχει φταίξει σε κάτι, που γίνεται έρμαιο στις ορέξεις των εξαγριωμένων χωριατών. Ένα εξιλαστήριο θύμα. Και προσδοκά (ο θεατής) την αντίδρασή της. Την εκδίκησή της. Αλλά δεν την βλέπει να έρχεται.
 Και εδώ ακριβώς, στο φινάλε της ταινίας υπάρχει η μεγάλη ειρωνία. "Θύμα" τελικά είναι ο ίδιος ο θεατής!
 Η Grace θα αποδειχθεί ότι είναι η κόρη του αρχιγκάνγκστερ, ο οποίος την αναζητούσε επειδή η πρώτη το είχε σκάσει απ' τον πατέρα της, για λόγους ασυμφωνίας των δύο πάνω σε απόψεις σχετικά με την εξουσία και το εάν πρέπει να κατηγορείς τους ανθρώπους για τα λάθη που κάνουν. H Grace πιστεύει ότι τα λάθη που κάνουν οι φυσιολογικοί άνθρωποι, τα διαπράτουν γιατί βρίσκονται σε συγκεκριμένες συνθήκες, συνθήκες που αν βρίσκονταν ο πατέρας της και η ίδια, πιθανόν θα έκαναν τα ίδια. Ο πατέρας της την κατηγορεί για ύβρη...την κατονομάζει ότι ενώ κρατάει υψηλά κριτήρια για τον εαυτό της και τις πράξεις της, δεν χρησιμοποιεί ποτέ τα ίδια κριτήρια για τους άλλους, την κατηγορεί ότι δικαιολογεί τα πάντα, σχεδόν σαν θεός, ξεχνά πως είναι και αυτή άνθρωπος..

  Θα την πείσει να επιστρέψει μαζί του πίσω και τότε, λίγο πριν φύγει η Grace θα πάρει την εκδίκησή της. Θα δώσει εντολή στον πατέρα της να σκοτώσει όλους τους κατοίκους και να κάψει το χωριό. Η ίδια θα σκοτώσει στο τέλος τον Tom γράφοντας τον προσωπικό της επίλογο. Έρχεται με αυτόν τον σκληρό τρόπο η πολυπόθητη λύτρωση για την πρωταγωνίστρια που τράβηξε τα πάνδεινα και φυσικά η κάθαρση, που κλείνει θριαμβευτικά το Dogville!

 Σίγουρα πρόκειται για την πιο θαρραλέα και συγκλονιστική ερμηνεία της Kidman, που φυσικά δεν μπορούσε να βρει ανταπόκριση από τον "θείο Όσκαρ". Γιατί; Μα επειδή πρόκειται για μία αντιαμερικανική ταινία. Ο Trier με διάχυτους συμβολισμούς, με βάση μία παραβολή, ξεσκίζει με αυτήν εδώ την αλληγορία πάνω στην ανθρώπινη υπόσταση, την Αμερικανική -και όχι μόνο- κοινωνία. Και επίσης κατακρεουργεί τα χριστιανικά ήθη, αφού μας λέει ξεκάθαρα ότι η προβολή της καλοσύνης και της αγαθοσύνης ευθύνονται για την έξαρση της κακίας και της επιθετικότητας. Λέει δηλαδή ο Δανός ότι η Grace και ο χαρακτήρας της είναι υπεύθυνοι για τα μύρια όσα της συνέβησαν..

 Βέβαια για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, θεωρώ πως πέραν της "επίθεσης" στα χριστιανικά ιδεώδη, μία τέτοια ανάγνωση από τον Τρίερ βγάζει έναν απίστευτο μισανθρωπισμό, αφού είναι σα να μας λέει ξεκάθαρα πως "δεν υπάρχουν καλοί άνθρωποι" και πως "μην κάνει κανείς το καλό γιατί θα εισπράξει σκληρότητα και απανθρωπιά". Με αυτό το κριτήριο λοιπόν, ο Δανός κάνει φάουλ. Όπως φάουλ κάνει και με τον μισογυνισμό του, καθώς σε ολόκληρη την ταινία η ηρωίδα βιάζεται σωματικά και ψυχικά...

 Όποιος μείνει σε αυτά τα -σημαντικά η αλήθεια- αρνητικά χαρακτηριστικά, θα μισήσει το Dogville. Όποιος όμως κατορθώσει να τα απομονώσει, να "δει" την παραβολή, να ενθουσιαστεί με την ερμηνεία ολκής της Κίντμαν, να απορροφήσει το εκπληκτικό σενάριο, παραμερίζοντας τα πολύ φτωχά σκηνικά, να αντιληφθεί έστω ορισμένους απ' τους συμβολισμούς και να "λυτρωθεί" μαζί με την πρωταγωνίστρια στο φινάλε, αναμφισβήτητα θα λατρέψει αυτή την καινοτόμο δημιουργία του Δανού.
 Όσο για τον γράφοντα; Μετά και από την δεύτερη θέαση της ταινίας τοποθετεί εαυτόν στη δεύτερη κατηγορία. Και μάλιστα έχω την άποψη ότι με το Dogville ο Trier υπογράφει την καλύτερη δημιουργία του, μία εκπληκτική ταινία που πολύ δύσκολα θα ξαναδούμε από τον Δανό!

 Βαθμολογία: 8,5/10

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

Καβάφης, Γιάννης Σμαραγδής, 1996


 Επειδή τις τελευταίες εβδομάδες οι ελληνικές αίθουσες γέμισαν και πάλι με σκουπίδια ελληνικής παραγωγής, τα οποία αδικούν τον κινηματογράφο μας και δεν έχουν κανένα νόημα ύπαρξης, αλλά απ' την άλλη το να κάθομαι να γράφω αρνητικές κριτικές, θάβοντας αυτά τα σκουπίδια, επίσης δεν έχει κανένα απολύτως νόημα, λέω να εξακολουθήσω να αναφέρομαι (όποτε αποφασίζω να το κάνω) σε ελληνικές ταινίες παλαιότερων ετών, για τις οποίες είμαστε από ικανοποιημένοι έως και υπερήφανοι για τον κινηματογράφο μας.
 Μία εξ' αυτών είναι και ο "Καβάφης", του Γιάννη Σμαραγδή και του 1996. Ο "Καβάφης" είναι το σκαλοπάτι, στο οποίο πάτησε ο Yiannis Smaragdis και εκτοξεύθηκε παγκοσμίως, βρίσκοντας τη μεγαλύτερη ανταπόκριση στο Παρίσι, όπου η ταινία παιζόταν στις αίθουσες επί 11 συναπτά έτη!

  Η υπόθεση της ταινίας:

 Πλάι στον ετοιμοθάνατο Καβάφη ένας βιογράφος προσπαθεί να αποσπάσει στοιχεία για τη ζωή του. Ο ποιητής μένει σιωπηλός, ενώ από το νού του περνούν εικόνες και γεγονότα...

 Το έργο ανατρέχει στην παιδική ηλικία του Καβάφη και στην ψυχική του ενηλικίωση που τον οδηγεί σε υψηλότερα επίπεδα ποιητικής έκφρασης. Η ζωή στην Αλεξάνδρεια, τα ταξίδια του στην Ελλάδα και στην Κωνσταντινούπολη τον έφεραν κοντά στον πλούσιο αισθησιασμό αρχαίων πολιτισμών και τον οδήγησαν σε μία ζωή γεμάτη πάθη και ερωτικές επιθυμίες. Ο Καβάφης εξέφρασε με λυρισμό τον κρυφό του έρωτα για νέους άντρες, ξεπερνώντας τη σεμνοτυφία των καιρών του, αλλά παρέμεινε το κύριο στοιχείο μιας ζωής σημαδεμένης από πίκρα και βαθιές απογοητεύσεις. Οι ερωτικές του προτιμήσεις εξιδανικεύονται μέσα από την αγνή κλασική παράδοση και αποτελούν την κινητήρια δύναμη μιας θεσπέσιας ποίησης.

 Και ο Γιάννης Σμαραγδής κάνει μία πραγματικά σπουδαία ταινία, σε κάθε επίπεδο. Μία Ευρωπαϊκή ταινία με τα όλα της, που κινηματογραφικά είναι κάτι παραπάνω από άρτια!
 Στον πρώτο ρόλο βλέπουμε έναν εκπληκτικό Δημήτρη Καταλειφό. Το πλέον εντυπωσιακό είναι, ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης τον πρωταγωνιστή, σαν μάσκα – δεν προφέρει ούτε λέξη σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, ακόμη και στα φλας μπακ – μιλώντας μόνο με voice OFF, κάτι που "αναγκάζει" τον Καταλειφό να ερμηνεύσει τον μεγάλο μας ποιητή, με έναν αποκλειστικά εκφραστικό τρόπο. Και το αποτέλεσμα έχω την εντύπωση πως είναι κάτι περισσότερο από εντυπωσιακό!
 Στα πολύ θετικά της ταινίας και η πανέμορφη φωτογραφία και φυσικά η συγκλονιστική -και εδώ- μουσική σύνθεση του Vangelis, ο οποίος προσδίδει ακόμη πιο μελαγχολικό τόνο στην ήδη υπάρχουσα μουντή ατμόσφαιρα.

 Προσέξτε. Ο Σμαραγδής δεν κάνει καμία βιογραφία του Κ.Π. Καβάφη. Παρά προχωρά σε μία αναπαράσταση, μέσα απ' τη δική του οπτική γωνία, της βιογραφίας του Έλληνα ποιητή μέσα από στιγμές. Μικρές στιγμές και αισθητικές εικόνες από την ζωή του πολύ σπουδαίου αυτού ποιητή μας.

 Επικεντρώνεται στον ομοφυλοφιλικό χαρακτήρα του Καβάφη, μέσω των βλεμμάτων θαυμασμού που έριχνε αρχικά ο νεαρός ακόμη Καβάφης στους μεγαλύτερους άντρες, τα οποία βλέμματα θα γίνουν αργότερα, με την ενηλικίωσή του, έντονες ερωτικές επιθυμίες.
 Ίσως κάπου εδώ να χάνει λίγο την ουσία ο Σμαραγδής. Σε μία ταινία μόλις μιάμισης ώρας, ο αναμφισβήτητα ταλαντούχος σκηνοθέτης, αφιερώνει πολύ χρόνο στην παρουσίαση αυτής της πτυχής του Καβάφη, κάτι που θεωρώ πως αδικεί και τον ίδιο τον ποιητή, αλλά και τον σκηνοθέτη και την ταινία. Anyway..

 Είπαμε πως ο Δημήτρης Καταλειφός, υποδυόμενος τον Καβάφη δεν μιλάει. Γιατί; Μα φυσικά επειδή ακριβώς ο χαρακτήρας, τον οποίο υποδύεται υπήρξε ένας "σιωπηλός" άνθρωπος. Τόσο για τις σεξουαλικές του προτιμήσεις, που ήταν παράταιρες για τον πουριτανισμό της εποχής και οι οποίες τον οδήγησαν σε μεγάλες απογοητεύσεις, όσο και για ένα κόσμο, τον οποίο έβλεπε να χάνεται... (Και για τα δύο αυτά χαρακτηριστικά, ο Καβάφης έγραψε αναρίθμητα σπουδαία ποιήματα, μέσα από τα οποία τον γνωρίσαμε και τον λατρέψαμε).
 Και έτσι αντί για τον ίδιο τον Καβάφη, μας "μιλάνε" για τον Καβάφη οι σκηνές του Σμαραγδή. Σκηνές, που απεικονίζονται με μία υπέροχη και συνάμα εικαστική, υποβλητική, δραματουργική δύναμη.
 Και μαζί με τη σκηνοθεσία, τη φωτογραφία και τη μουσική κάνουν μία πολύ όμορφη καλλιτεχνική δημιουργία.

 Ο "Καβάφης" αποτελεί αναμφισβήτητα μία από τις σημαντικότερες ελληνικές ταινίες των τελευταίων χρόνων.

 Βραβείο Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας, Βραβείο Φωτογραφίας, Βραβείο Β΄ Γυναικείου Ρόλου, Βραβείο Μακιγιάζ. Δυο διεθνή Βραβεία Μουσικής για τον Βαγγέλη Παπαθανασίου - από τα φεστιβάλ Γάνδης Βελγίου και Βαλέντσια Ισπανίας. Επίσημη συμμετοχή στα Φεστιβάλ Βερολίνου και Τορόντο και σε άλλα 50 διεθνή φεστιβάλ. Προβολή στις αίθουσες στη Γαλλία για 11η(!) συνεχή χρονιά. Η ελληνική υποψηφιότητα στα Ευρωπαϊκά Βραβεία Κινηματογράφου (Βραβεία Φελίξ).

 Βαθμολογία: 6,5/10

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

In Bruges, Martin McDonagh, 2007


 Ο Martin McDonagh, πολυβραβευμένος θεατρικός συγγραφέας, με την "Αποστολή στη Μπριζ", όπως είναι ο ελληνικός τίτλος αυτού του φιλμ, ουσιαστικά κάνει το κινηματογραφικό του ντεμπούτο με ταινία μεγάλου μήκους, αφού είχε προηγηθεί μόλις μία μικρού μήκους ταινία, το 2006, με τίτλο “Six Shooter”, που είχε βραβευτεί με Όσκαρ!
 Εδώ, με βάση την πανέμορφη βελγική πόλη της Μπριζ, σκηνοθετεί ένα γλικόπικρο φιλμ, με υπέροχο βρετανικό χιούμορ, ξεκαρδιστικούς διαλόγους και ένα πρωταγωνιστικό δίδυμο με εμφανή εκπληκτική χημεία!

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Έπειτα από μια δύσκολη βρωμοδουλειά στο Λονδίνο, οι δυο εκτελεστές Ρέι και Κεν διατάζονται από το αφεντικό τους Χάρι να αποσυρθούν για λίγο και να κρυφτούν στην Μπριζ, μια πόλη του Βελγίου. Εκεί, ο Ρέι συνειδητοποιεί ότι το αφεντικό τους τον θέλει νεκρό από το χέρι του Κεν. Ένα road trip ξεκινάει, όπου ο Ρέι βλέπει ξεκάθαρα πια ότι "αν θέλεις να γίνει σωστά μια δουλειά, απλώς κάντην μόνος σου"…

 Ο σκηνοθέτης Μάρτιν Μακ Ντόνακ, πετυχημένος θεατρικός συγγραφέας, υπογράφει και το ομολογουμένως ευφυέστατο σενάριο της ταινίας. Και με φόντο την βελγική Μπριζ, μία "παραμυθένια" πόλη, με τα μεσαιωνικά της σπίτια, τις γοτθικές εκκλησίες, τα λιθόστρωτα σοκάκια, τους φλαμανδικούς πίνακες, το γενικότερο φλαμανδρικό αρχιτεκτονικό στυλ, τα πάρκα, τα κανάλια κ.ά., δημιουργεί μία αστυνομική περιπέτεια, διαποτισμένη με έξοχο "μαύρο" χιούμορ, τρομερούς διαλόγους με ξεκαρδιστικές ατάκες και αποσπά δυνατές ερμηνείες τόσο από τους Γκλίσον και Φάινς (που φυσικά μας είχαν δώσει δείγματα γραφής από παλαιότερα) όσο και από τον Φάρελ, που μάλλον κάνει την έκπληξη (προσωπικά δεν μου άρεσε ποτέ)!
 Ο Ken (Brendan Gleeson) με τον Ray (Collin Farrell) αναπτύσσουν μία εμφανώς εκπληκτική χημεία μεταξύ τους, κάτι που φυσικά προσδίδει κι άλλο κύρος στην ταινία. Ο Κεν είναι γηραιός, έμπειρος, ψύχραιμος, συνειδητοποιημένος, φίλος της κουλτούρας, προστατευτικός, μια πατρική φιγούρα για τον νέο, επιπόλαιο, παρορμητικό, γκρινιάρη, αλλά και ευαίσθητο Ρέι.
 Οι δυο τους μετά από μία αποτυχημένη αποστολή, στην οποία ο Ρέι σκότωσε ένα μικρό παιδάκι, κάτι που τον "βαραίνει" ηθικά και ψυχολογικά, θα καταλήξουν στην Μπριζ περιμένοντας οδηγίες απ' το αφεντικό. Εκεί θα γνωρίσουν την πόλη, από την τουριστική σκοπιά του Ρέι, αλλά και από την καλλιτεχνική του Κεν, μέχρι που το σκληρό και αδίστακτο αφεντικό τους (ένας εκπληκτικός Ρέιφ Φάινς), αφού ζητήσει από τον Κεν να σκοτώσει το Ρέι, θα καταφτάσει ο ίδιος στη Μπριζ, για να μεγαλώσει ακόμη περισσότερο την ένταση και να συμβάλλει στο να οδηγηθούμε στο αναπάντεχο φινάλε...

 Έξοχο το πάντρεμα μιας αστυνομικής περιπέτειας με το -ενίοτε- απολαυστικό βρετανικό χιούμορ. Πολύ καλή η σκηνοθεσία, ενδιαφέρουσα μουσική και διάχυτες σινεφίλ αναφορές σε μία ιδιαίτερη ταινία - έκπληξη.
Πολύ όμορφη η Μπριζ, κερδίζει πόντους "διαφημιζόμενη" από την ταινία η βελγική πόλη!

 Η ταινία μάζεψε αρκετά βραβεία και υποψηφιότητες σε φεστιβάλ όπως την υποψηφιότητα για Όσκαρ καλύτερου σεναρίου αλλά και τη διάκριση καλύτερου σεναρίου στα βρετανικά κινηματογραφικά βραβεία (BAFTA).

 Βαθμολογία: 6/10

Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010

Divorzio all' italiana, Pietro Germi, 1961


 "Divorzio all' Italiana" από την αγαπημένη "Commedia all' italiana"! "Διαζύγιο αλά ιταλικά" ο ελληνικός τίτλος αυτής της ταινίας, από τον Πιέτρο Τζέρμι (Pietro Germi) και του 1961, η οποία θεωρείται αρχετυπική, αφού ανανέωσε την κινηματογραφική φόρμα της κωμωδίας, με εκπληκτικές ερμηνείες, ενώ βραβεύτηκε με το Όσκαρ σεναρίου, επίσης προτάθηκε για το αγαλματίδιο καλύτερης σκηνοθεσίας αλλά και Α' αντρικού ρόλου για τον εκπληκτικό Marcello Mastroianni και πήρε το βραβείο καλύτερης κωμωδίας στις Κάννες!

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Βαρόνος Τσεφάλου θέλει να ξεφορτωθεί τη γυναίκα του για να αποκτήσει τη δεκαεξάχρονη ξαδερφούλα του. Σπρώχνει λοιπόν τη γυναίκα του στην αγκαλιά ενός ζωγράφου και αφού τους πιάνει επ' αυτοφώρω τους σκοτώνει. Παντρεύεται λοιπόν την αγαπημένη του, αλλά η νεαρή του σύζυγος αποδεικνύεται διαφορετική απ’ αυτό που φαινόταν...

 Ο Πιέτρο Τζέρμι λοιπόν ("Ατιμασμένη και εγκαταλελειμμένη", "Κυρίες και κύριοι"), εδώ, με το "Διαζύγιο αλά ιταλικά" αποκτά παγκόσμια προβολή και αναγνώριση.
 Κάνει μία εκπληκτική κωμωδία ηθών, σατυρίζοντας εύστοχα και ξεκαρδιστικά την ιταλική κοινωνία της εποχής, εστιάζοντας στην ιταλική επαρχία, η οποία δεν "αναγνωρίζει" ούτε το έγκλημα τιμής ως αντίβαρο για να ξεπλύνει την "ντροπή" του ένας κερατάς!

 Ο Βαρόνος Τσεφάλου ή "Φέφε" (ένας εκπληκτικός Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, όπου με την ερμηνεία του εδώ εκτοξεύθηκε παγκοσμίως) είναι παντρεμένος εδώ και 13 χρόνια με την Ροζαλία (Ντανιέλα Ρόκα) και ξαφνικά ερωτεύεται την πρώτη του ξαδέλφη, την 16χρονη Άντζελα (μία αισθησιακή Στεφανία Σαντρέλι!). Επειδή όμως δεν μπορεί να πάρει διαζύγιο, θα σκαρφιστεί το "τέλειο έγκλημα τιμής", με το οποίο θα ξεφορτωθεί τη γυναίκα του, θα πάρει την ξαδέλφη και θα τη βγάλει καθαρή!
 Όλα θα πάνε ρολόι, θα φτάσει στον φόνο, θα εκτίσει μια ψευτοποινή, αφού τον ευνοεί η Σικελική νομοθεσία της εποχής, που... στήριζε ουσιαστικά τα εγκλήματα "πάθους", καταλογίζοντάς τα ως "εγκλήματα τιμής" και θα παντρευτεί την Άντζελα. Όμως η νέα του σύζυγος θα αποδειχθεί τελικά πολύ διαφορετική από αυτό που έδειχνε!

 Πολύ όμορφο και πανέξυπνο το σενάριο, το οποίο συμπληρώνεται εξίσου ωραία από τις έξοχες κωμικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών, με πρώτο και καλύτερο βέβαια τον Μαστρογιάνι. Και φυσικά μία υπέροχη σάτυρα από τον Τζέρμι, για μία εποχή όπου στην Ιταλία ήταν πιο εύκολο να τη βγάλεις καθαρή κάνοντας φόνο, από το... να πάρεις διαζύγιο!

 Βαθμολογία: 8/10

Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010

The Three Burials of Melquiades Estrada, Tommy Lee Jones, 2005


 "Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα" με τον Tommy Lee Jones να κάθεται για πρώτη φορά στην καρέκλα του σκηνοθέτη και να κάνει αυτό εδώ το μοντέρνο γουέστερν, που κατέπληξε τις Κάννες, φεύγοντας από το φεστιβάλ του 2005 με το βραβείο σεναρίου (Guillermo Arriaga) και Α' αντρικού ρόλου (Tommy Lee Jones), ενώ προτάθηκε και για τον Χρυσό Φοίνικα!

Η υπόθεση της ταινίας:
 Ο Πιτ Πέρκινς θα βρεθεί στην άτυχη θέση να κρατήσει την υπόσχεση που είχε δώσει κάποτε στον φίλο του Μελκιάδες Εστράδα, να φροντίσει ώστε όταν πεθάνει να ταφεί στη γενέτειρα του, το Μεξικό. Όταν λοιπόν ο Μελκιάδες δολοφονείται κατά λάθος, ο Πέρκινς θα αναλάβει τη μεταφορά του πτώματος του στο Μεξικό, περνώντας δια πυρός και σιδήρου, κρατώντας σε όλο το ταξίδι όμηρο το δολοφόνο του φίλου του.
  Ο Μελκιάδες Εστράδα λοιπόν, λαθρομετανάστης που ζούσε σε πόλη των συνόρων του Τέξας με το Μεξικό, βρίσκεται νεκρός και πρόχειρα θαμμένος. Κανείς δεν γνωρίζει ποιος και γιατί τον πυροβόλησε. 'Eπειτα από τη νεκροψία οι Αρχές φροντίζουν για μια αξιοπρεπή ταφή στο τοπικό κοιμητήριο. 'Oμως, το μέρος είναι μικρό. Σύντομα μαθεύεται ότι ο Νόρτον, ο νέος συνοριοφύλακας, ήταν εκείνος που πυροβόλησε κατά λάθος τον άτυχο Μεξικανό. Ο Πιτ Πέρκινς, φίλος του νεκρού, ζητά από το σερίφη να τον συλλάβει. Εκείνος αδιαφορεί. 'Eτσι, ο Πέρκινς αποφασίζει να απονείμει ο ίδιος δικαιοσύνη. Αιχμαλωτίζει το δράστη και τον υποχρεώνει να ξεθάψει το πτώμα. Οι δυο τους, μαζί με το μακάβριο φορτίο, θα μπουν στο Μεξικό, από τα περάσματα που χρησιμοποιούν οι λαθρομετανάστες, και θα θάψουν τρίτη φορά τον Εστράδα, εκεί όπου είχε εκφράσει την επιθυμία να αναπαυθεί.

  Ένα πολύ απαιτητικό σκηνοθετικό ντεμπούτο για τον Tommy Lee Jones, με αυτό εδώ το μεταμοντέρνο γουέστερν. Με στοιχεία δηλαδή που θυμίζουν τα κλασικά γουέστερν, αλλά με τον εμπλουτισμό των στοιχείων αυτών με κριτική πάνω στα σύγχρονα κοινωνικοπολιτικά θέματα, ο Jones σκηνοθετεί ένα άκρως ιδιοσυγκρασιακό, σκληρό μα πέρα για πέρα γοητευτικό νέο-γουέστερν.
 Και βέβαια η σκηνοθεσία δεν αποτελεί το δυνατό ατού της ταινίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι περνά απαρατήρητη. Κάθε άλλο. Ωστόσο, τα μεγάλα χαρτιά που έχει στα χέρια του ο Lee Jones είναι το πανέξυπνο και πολύ ιδιαίτερο σενάριο του Arriaga (παίζει και εδώ με τον χρόνο) και η πανέμορφη φωτογραφία (του διευθυντή φωτογραφίας Κρις Μέντεζ), ενώ φυσικά μεγάλη δύναμη επίσης αποτελεί ο... ηθοποιός Tommy Lee Jones. Ο σκηνοθέτης λοιπόν κρατάει για τον εαυτό του τον πρωταγωνιστικό ρόλο και μας δίνει μία πραγματικά σπουδαία ερμηνεία.
 Σκηνοθετώντας με κλασικό θα έλεγα ύφος, ο Tommy Lee Jones μιλάει για την φιλία αλλά και τη μοναξιά, ενώ προβαίνει και σε μία προσέγγιση των δύο διαφορετικών πολιτισμών, του Μεξικό και της Αμερικής, με αιχμηρότατη κριτική στις ρατσιστικές συμπεριφορές των Αμερικανών.

 Ο Melquiades λοιπόν ήταν ένας άτυχος λαθρομετανάστης που δολοφονήθηκε κατά λάθος από τον νεαρό συνοριοφύλακα και οι τοπικές Αρχές θα αποκρύψουν την αλήθεια. Όταν αυτή όμως αποκαλυφθεί, ο φίλος του αποθανόντος, Pete (Tommy Lee Jones), μαζί με τον συνοριοφύλακα, Mike (τον υποδύεται ο εκπληκτικός Barry Pepper), τον οποίο ο Pete υπό την απειλή του όπλου θα τον αναγκάζει να πάει μαζί του, θα αναλάβει να μεταφέρει τη σωρό του Melquiades, προσπαθώντας να εκπληρώσει την επιθυμία του και να υλοποιήσει την δική του υπόσχεση, περί ταφής του στην γεννέτειρά του, στο Μεξικό. Και το ταξίδι αυτό θα είναι ένα επικίνδυνο και συνάμα λυτρωτικό ταξίδι προς την επανάκτηση της αξιοπρέπειας του νεκρού.

 Είναι ένα ταξίδι που ξεκινά από μία Υπόσχεση. Αυτή του Pete απέναντι στον νεκρό πλέον, αδελφικό του φίλο. Θα συνεχιστεί με την Τιμωρία του υπαίτιου για τον θάνατό του. Προσέξτε όμως: Τιμωρία όχι με τον... γνωστό τρόπο, δηλαδή με τον θάνατο του δολοφόνου. Ο Pete θα αναγκάσει δια της βίας τον Mike να βιώσει πλήρως όλα εκείνα που πέρναγε ο άτυχος λαθρομετανάστης. Να νιώσει όλες τις άσχημες καταστάσεις, για να φτάσει στον ολοκληρωτικό διασυρμό και στο σημείο να ταυτιστεί τελικά με τον νεκρό (με τον "ξένο", τον "άλλον", τον "κακό", τον "εχθρό") και να προσπαθήσει μέσω αυτής της ταύτισης να οδηγηθεί στην λύτρωση.
 Και το ταξίδι, το σκληρό αυτό οδοιπορικό θα ολοκληρωθεί με την πολυπόθητη λύτρωση και των δύο πρωταγωνιστών, οι χαρακτήρες των οποίων ξεδιπλώνονται μοναδικά. Όπως ωραία αναπτύσσονται και οι χαρακτήρες των δύο γυναικών, που προσπαθούν με πολλαπλές και παράλληλες ερωτικές σχέσεις να καλύψουν τα κενά του γάμου και των ανδρών τους.

 Εντυπωσιακό ντεμπούτο για τον Tommy Lee Jones και τεράστια ερμηνεία του ίδιου στον πρωταγωνιστικό ρόλο, εξαιρετικό το σενάριο του Arriaga και "Οι τρεις Ταφές του Μελκιάδες Εστράδα" αποτελούν μία από τις πιο ιδιαίτερες ταινίες και μία από τις ωραιότερες εκπλήξεις της δεκαετίας.
 Ωστόσο, έχω την εντύπωση ότι η ταινία δεν καταφέρνει τελικά να φτάσει στην κορύφωση, που ίσως περιμέναμε και κατά συνέπεια δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αριστούργημα.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Τρίτη, 16 Μαρτίου 2010

The Isle, Kim Ki-duk, 2000


 "Το Νησί" είναι ο ελληνικός τίτλος ("Seom" ο πρωτότυπος) αυτής της ταινίας από τον ιδιαίτερο και εξαιρετικό Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη Kim Ki-duk, ο οποίος αγαπήθηκε από το κινηματογραφόφιλο κοινό στη χώρα μας με το υπέροχο "Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας... και πάλι Άνοιξη", για το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Στο "Νησί", μία εκ των πρώτων ταινιών του, με την οποία ο Kim Ki-duk έγινε παγκοσμίως γνωστός, ο Νοτιοκορεάτης σοκάρει με μερικές πραγματικά πολύ σκληρές σκηνές, ενώ με τη δεξιοτεχνική του σκηνοθεσία μας δίνει τα πρώτα -εξαιρετικά- δείγματα γραφής του, αλλά και των κύριων χαρακτηριστικών και εμμονών του, που τον ακολουθούν στην έως τώρα πορεία του.


 Η υπόθεση της ταινίας:
 Η Χι Τζιν, βουβή από αδυναμία ή από επιλογή, εξασφαλίζει τον επιούσιο από τους ψαράδες μιας λιμνοθάλασσας, πουλώντας τους τροφή την ημέρα και το κορμί της τη νύχτα. Οι πελάτες της την περιφρονούν, όμως η ίδια κρύβει έντονα συναισθήματα που εκρήγνυνται τις πιο ανύποπτες στιγμές. Ο ερχομός του παλιού αστυνομικού Χιον Σι βγάζει σιγά σιγά την Χι Τζιν από το καβούκι της. Τον εμποδίζει να αυτοκτονήσει μια φορά και τη δεύτερη προσπαθεί να γιατρέψει την πληγωμένη ψυχή του με το σεξ. Η έλξη τους μεταβάλλεται πια σε εμμονή και οι εξελίξεις στην εκτός τόπου και χρόνου λιμνοθάλασσα έχουν πάρει πλέον το δρόμο τους...

  Με την ταινία αυτή λοιπόν, αναγνωρίστηκε το πλούσιο ταλέντο και το μοναδικό στυλ του Kim Ki-duk σε παγκόσμιο επίπεδο. Χωρίς να έχω δει κάποια ταινία του πριν από το "Seom", αλλά... σχεδόν όλες μετά από αυτό, αφενός μπορώ με βεβαιότητα να αναγνωρίσω ένα πραγματικά ιδιαίτερο και εντυπωσιακό στυλ κινηματαγράφισης, αφετέρου να κατατάξω τον Νοτιοκορεάτη ανάμεσα στους κορυφαίους σύγχρονους σκηνοθέτες!


 Τί όμως είναι ακριβώς το "Νησί"; Με μια πρώτη ανάγνωση θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως μία ιδιόμορφη, παράταιρη περιπλάνηση στα απώτερα βάθη ενός ερωτικού πάθους με αυτοκαταστροφικές τάσεις και γεμάτο από σαδομαζοχιστικά "παιχίδια", που λαμβάνουν χώρα σε ένα πανέμορφο, ειδυλλιακό περιβάλλον, σε πλωτές καλύβες πάνω σε μία λίμνη, που βρίσκεται κυριολεκτικά στη μέση του πουθενά (εδώ, το περιβάλλον θυμίζει εκείνο του "Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας... και πάλι Άνοιξη")!
 Το σεξ και η βία, δύο θέματα που απασχολούν -και- εδώ τον Kim Ki-duk (εμφανώς επηρεασμένος από την άσχημη, πολυτάραχη εφηβεία του) άλλωτε ως παράλληλες και άλλωτε πάλι ως αλληλένδετες έννοιες, αποτελούν τα μέσα "επικοινωνίας" ανάμεσα στους ήρωες.
 Και ο Νοτιοκορεάτης σκηνοθέτης ταιριάζει εντυπωσιακά αλλά και επικίνδυνα τις πανέμορφες, επιβλητικές εικόνες του τοπίου του με τις αρκετά σκληρές και άγριες σκηνές βίας. Που ως επί το πλείστον είναι απόρροια της ικανοποίησης των αρρωστημένων, σκοτεινών σεξουαλικών ορέξεων του Χιον Σι και της Χι Τζιν.

 Η Χι Τζιν δεν είναι κωφάλαλη. Παραταύτα δεν μιλάει, είτε επειδή δεν θέλει, είτε επειδή δυσκολεύεται να αρθρώσει λέξεις. "Μιλάει" όμως μέσω των πράξεών της. Εκδηλώνει έντονα και με ακραίο τρόπο τα συναισθήματά της και αντιτίθεται στην αδικία, που βιώνει απ' τους ψαράδες, ενώ δεν σταματά με τον τρόπο της να δηλώνει ερωτευμένη με τον Χιον Σι. Τον οποίο και θα σώσει δις από απόπειρα αυτοκτονίας.
 Απ' την πλευρά του ο Χιον Σι είναι εγκλωβισμένος στο παρελθόν του. Επιθυμεί διακαώς να ξεφύγει από αυτό και στο πρόσωπο της Χι Τζιν θα βρει μια σανίδα σωτηρίας και ελπίδας. Τα κοινά τους αρρωστημένα πάθη θα τους φέρουν κοντά. Θα αγαπηθούν και θα μισηθούν θανάσιμα. Θα επιδοθούν σε σαρκικά βίαιες και αηδιαστικά φετιχιστικές σεξουαλικές πράξεις. Και οι συνέπειες των συναισθημάτων και των πράξεων αυτών θα είναι άλλωτε λυτρωτικές, μα άλλωτε πάλι απόλυτα καταστροφικές και για τους δύο...

 Οι ερμηνείες είναι εκπληκτικές και ειδικά εκείνη της Χι Τζιν, συγκλονιστική. Και η λιτή σκηνοθεσία του Κιμ Κι-ντουκ, μαζί με την φωτογραφία φυσικά, θαυμάσιες.

 Σε καμία περίπτωση η ταινία δεν ενδείκνυται για θεατές με ευαίσθητα στομάχια, ενώ πρέπει να αναφέρω ότι πέρα από τις πολύ σκληρές σκηνές βίας, στις οποίες αναφέρθηκα, υπάρχουν και σκηνές βίας που αφορούν σε ανήμπορα να αντιδράσουν ζώα, όπως ο σκύλος, το καναρίνι, το οποίο θα βυθιστεί στον πάτο της θάλασσας εγκλωβισμένο μέσα στο κλουβί του και το ψάρι, που θα τεμαχιστεί άγρια πριν ξαναριχτεί στη θάλασσα για να συνεχίσει να κολυμπάει...

 Βαθμολογία: 8/10

Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010

Chariots of Fire, Hugh Hudson, 1981


 "Οι Δρόμοι της Φωτιάς", όπως είναι ο μεταφρασμένος στα ελληνικά τίτλος, είναι μία ελαφρώς υπερτιμημένη κατά την γνώμη μου, αγγλική ταινία, που συγκινεί σε κάποια σημεία λόγο των αληθινών γεγονότων που αφηγείται. Από τον σκηνοθέτη Hugh Hudson (I Dreamed of Africa) και το 1981. Παρ' όλα αυτά την προτείνω, κυρίως χάρις στην πανέμορφη και βραβευμένη με Όσκαρ μουσική του δικού μας, Βαγγέλη Παπαθανασίου. Ή αλλιώς, Vangelis! Αλλά βέβαια και για τα υπέροχα μηνύματα που περνάει και έχουν να κάνουν με τα αθλητικά ιδεώδη, τα οποία τείνουμε να ξεχάσουμε τη σήμερον ημέρα...

 Η υπόθεση της ταινίας:
  Η αληθινή ιστορία δύο Βρετανών αθλητών του στίβου που συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς του 1924.
Ο Έρικ είναι ένας αφοσιωμένος Χριστιανός που τρέχει για να ευχαριστήσει του Θεό και αρνείται να τρέξει την Κυριακή, ενώ ο Χάρολντ, γιος ενός νεόπλουτου Εβραίου, τρέχει για τη δόξα και για να επιβεβαιώσει τη θέση του στην κοινωνία του Κέμπριτς.
Και οι δύο θα αγωνιστούν για το χρυσό μετάλλιο, αλλά και για αυτά που πιστεύουν με πάθος.


  Ξαναλέω, ότι η ταινία ίσως είναι υπερτιμημένη, καθώς ποντάρει πολλά στην "εκμαίευση" της συγκίνησης του θεατή, βασισμένη στην αληθινή, ευσυγκίνητη ιστορία των δύο ερασιτεχνών αθλητών. Ωστόσο, αξίζει, για τη μουσική του Vangelis, και φυσικά για το ιστορικό κομμάτι που αφορά στον αθλητισμό, που όλοι αγαπάμε, την αναδρομή στους Ολυμπιακούς Αγώνες και τα διάφορα -γνωστά και μη- αθλήματα, αλλά και τα όσα συνεπάγεται ο Αθλητισμός, αυτά τα στοιχεία και συναισθήματα που προωθεί και για όσα εξέφραζε άμα τη γενέσει του, εκείνα τα χρόνια στα οποία αναφέρεται η ταινία, αλλά και μέχρι λίγες δεκαετίες πριν. Δηλαδή, την ευγενή άμιλλα, τον υγιή συναγωνισμό (και όχι ανταγωνισμό), το αθλητικό ιδεώδες, την προαγωγή του "ευ αγωνίζεσθαι", την καλλιέργεια του αθλητικού πνεύματος, την αγωνία, το πάθος, τις ιδέες και τα πιστεύω των ίδιων των αθλητών, την μέγιστη τιμή του να λάβεις μέρος στο κορυφαίο αθλητικό γεγονός, τους Ολυμπιακούς Αγώνες (που σήμερα ανάγονται σε αγώνες "λαμπρών εκδηλώσεων", ντόπας, χορηγών και υπέρογκων χρηματικών επάθλων!).
 Δυστυχώς βέβαια στις μέρες μας, αυτός ο κωλοεπαγγελματισμός έχει χαλάσει πολύ το αθλητικό πνεύμα, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία, που δεν μπορεί να αναλυθεί σε λίγες αράδες...

 Στην ταινία και πάλι. Οι Eric Liddell και Harold Abrahams ήταν Βρετανοί αθλητές του στίβου και εμείς παρακολουθούμε την πορεία τους μέχρι το Παρίσι για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, του 1924. Είναι ξεκάθαρο όμως, ότι Hudson δεν κάνει ένα αθλητικού περιεχομένου ντοκιμαντέρ. Απλά, χρησιμοποιεί ένα αληθινό, αθλητικό γεγονός για να αναπτύξει τους χαρακτήρες των 2 πρωταγωνιστών του, κάνοντας μία βαθιά ανθρωποκεντρική ταινία και για να προχωρήσει στις πολλές κοινωνικές, πολιτικές, θρησκευτικές, προεκτάσεις της ιστορίας του.
 Θα μάθουμε αρκετά και χρήσιμα στοιχεία για τη ζωή και τον χαρακτήρα των δύο αθλητών, θα παρακολουθήσουμε την πορεία της προετοιμασίας τους για το κορυφαίο αθλητικό γεγονός, τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους, αλλά και τα πιστεύω τους και τις ομοιότητες και διαφορές που έχουν σαν προσωπικότητες.

 Ειδικά ο Eric Liddell υπήρξε πραγματικά σπουδαίος αθλητής και τα προσόντα του που θα δούμε στο φιλμ ανταποκρίνονται στις αληθινές δυνατότητες του Βρετανού πρωταθλητή του στίβου.

 Δεν πήρε Όσκαρ μόνο η μουσική του Παπαθανασίου, αλλά το "Chariots of Fire" τιμήθηκε με το Όσκαρ καλύτερης ταινίας (στερώντας το αγαλματίδιο από τους υπέροχους "Reds" του Warren Beatty!), αλλά και καλύτερου σεναρίου και κοστουμιών.

 Βαθμολογία: 6/10

Τρίτη, 9 Μαρτίου 2010

Amores Perros, Alejandro González Iñárritu, 2000


 Πρόκειται για ένα διαμαντάκι από τον ανεξάρτητο κινηματογράφο. Από το Μεξικό συγκεκριμένα και τον σκηνοθέτη Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινάριτου (Alejandro González Iñárritu), που εδώ κάνει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του. Το σενάριο ανήκει στον Γκιγιέρμο Αριάγκα, στενό συνεργάτη του Ινάριτου για τρεις συνολικα ταινίες ("21 Γραμμάρια" και "Βαβέλ" οι άλλες δύο) μέχρι να χωρίσουν οι δρόμοι τους, και σεναριογράφου του εκπληκτικού, μεταμοντέρνου γουέστερν "Οι 3 ταφές του Μελκιάδες Εστράδα", σε σκηνοθεσία Τόμι Λι Τζόουνς.
 Το Amores Perros (με τον ατυχέστατο ελληνικό τίτλο "Χαμένες Αγάπες"!) λοιπόν, μας αφηγείται τρεις ολότελα διαφορετικές μεταξύ τους ιστορίες, που ωστόσο ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα θα σταθεί ως αφορμή, ώστε οι ιστορίες αυτές να... ενωθούν κατά μυστήριο τρόπο!

 Η υπόθεση της ταινίας:
Ο Οκτάβιο ένα απόβρασμα της κοινωνίας, παραμένει αθεράπευτα ερωτευμένος με τη γυναίκα του αδελφού του. Μ’ ένα δυνατό σκυλί προσπαθεί να βγάλει λεφτά από παράνομες σκυλομαχίες, για να μπορέσει να φύγει μακριά με τον έρωτά του. Ο Ντανιέλ, ένας μεγαλοεπιχειρηματίας εγκαταλείπει τη γυναίκα του και τα παιδιά του, για να ζήσει με τη Βαλέρια, μια πανέμορφη Ισπανίδα, μοντέλο. Και ο περίεργος ρακοσυλλέκτης, ο Ελ Τσίβο, ζητιανεύει στους δρόμους παρέα με πέντε σκυλιά, ο οποίος ουσιαστικά όμως, είναι ένας μισθωμένος δολοφόνος που μόλις έχει αποφυλακιστεί. Οι μοίρες αυτών των θνητών στις τρεις ιστορίες, που την περνάνε με μικρές γεύσεις απιστίας και παρανομίας, θα συγκρουστούν μετωπικά σε ένα θανατηφόρο αυτοκινητιστικό ατύχημα, που γίνεται η αιτία να αλλάξει η ζωή όλων. Συμμορίες του δρόμου, άγριες σκυλομαχίες με σκυλιά δολοφόνους, αίμα, προδοσία, ίντριγκες και στη μέση όλων αυτών ο βρώμικος Ελ Τσιβο, που φέρνει την πολυπόθητη κάθαρση σε όλες τις χαμένες ψυχές της πόλης...

 Όπως καταλαβαίνετε απ' την υπόθεση, η ταινία είναι πολυεπίπεδη και συναρπαστική!
 Τρεις ιστορίες διαφορετικές, που όμως έχουν δύο κοινά, τρόπον τινά, στοιχεία, τα σκυλιά (που φυσικά παίζουν ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας) και τον έρωτα. Που δρα καταλυτικά. Και που έχει είτε θετικά, είτε αρνητικά, σε βαθμό καταστροφικό, αποτελέσματα.
 Επίσης, διάχυτη σε όλο το φιλμ είναι η βία, καθώς επίσης έντονα είναι τα στοιχεία της προδοσίας, της ίντριγκας, των πόθων, των εμμονών, της ελπίδας, της απώλειας, του θανάτου...
 Και μία εντυπωσιακή αφήγηση. Που δεν ακολουθεί καμία χρονική σειρά, που είναι κατακερματισμένη, που δείχνει χαοτική! Που όμως είναι τόσο μαεστρικά δομημένη από το "μαγικό δίδυμο" Ινάριτου - Αριάγκα, που μέχρι να φτάσει στο φινάλε και την ένωση των ιστοριών, σε κρατάει καθηλωμένο και μόλις συμβεί αυτό, σε απογειώνει!

 Και παράλληλα, παίρνουμε μια ιδέα για το Μεξικό του σήμερα, με τις διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και τις ανισότητες που επικρατούν και οι οποίες καθρεφτίζονται στα πρόσωπα των ηρώων, ανθρώπων και σκύλων.

 Η αγάπη είναι προδοσία, οδύνη, αμαρτία, εγωισμός, ελπίδα, πόνος, θάνατος. Τι είναι η αγάπη; Η αγάπη είναι μια σκύλα.

 Βραβείο καλύτερης ταινίας στην Εβδομάδα Κριτικής του φεστιβάλ Καννών 2000 και υποψήφια για Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας. Επίσης, σάρωσε όλα τα εγχώρια βραβεία στο Μεξικό.

 Βαθμολογία: 7,5/10

Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

Κυριακάτικο Ξύπνημα, Μιχάλης Κακογιάννης, 1953


 Ο Μιχάλης Κακογιάννης αποτελεί κατά τη γνώμη μου έναν εκ των 3-4 σημαντικοτέρων Ελλήνων σκηνοθετών. Εδώ, το 1953, με το "Κυριακάτικο Ξύπνημα" ο κυπριακής καταγωγής Έλληνας σκηνοθέτης πραγματοποιεί το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο. Και πιστέψτε με, ούτε ο ίδιος θα μπορούσε να ονειρευτεί ιδανικότερο και πιο εντυπωσιακό ξεκίνημα!
 Η ταινία λατρεύτηκε στην Ελλάδα, κυρίως λόγω των σπουδαίων υποκριτικών ικανοτήτων της Έλλης Λαμπέτη και του Δημήτρη Χορν, ενώ παίχτηκε και στο εξωτερικό, όπου και διακρίθηκε, ενώ προτάθηκε μέχρι και για το Μέγα Βραβείο του φεστιβάλ των Καννών!

 Η υπόθεση πασίγνωστη:
 Δύο πιτσιρικάδες, κλέβουν τα ρούχα και μαζί το λαχείο μιας νεαρής πωλήτριας στη διάρκεια του κυριακάτικου μπάνιου της. Το λαχείο θα το αγοράσει ένας φτωχός μουσικός. Όταν το λαχείο κληρώσει, η πωλήτρια θα θυμηθεί το νούμερο του και θα το διεκδικήσει με επίσμα από τον μουσικό. Τελικά θα μοιραστούν το ποσό και θα ενώσουν τις ζωές τους. 

 Ο Μιχάλης Κακογιάννης βρισκόταν στην Αγγλία, όπου σπούδαζε νομικά. Μάλιστα ήταν έτοιμος να επιστρέψει στην πατρίδα του, την Κύπρο, για να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, όταν η "μοίρα" μέσω του καλού του φίλου, Δημήτρη Χορν, τον έφερε στην Ελλάδα για να καταλήξει να γυρίσει -από το πουθενά- το "Κυριακάτικο Ξύπνημα" και μετέπειτα να ακολουθήσει πια την γνωστή του σκηνοθετική πορεία.
 Παραπάνω χαρακτήρισα την ταινία εντυπωσιακή. Σαφώς και δεν πρόκειται για κάποιο κορυφαίο αριστούργημα. Το "Κυριακάτικο Ξύπνημα" είναι ένα φιλμ πολύ απλό, ανάλαφρο, μία πολύ ευχάριστη ρομαντική κομεντί που δεν αναζητά δάφνες ποιότητας. Είναι όμως τόσο άρτια στημένη, κρατά υπέροχα τις ισορροπίες, ο Κακογιάννης, που υπογράφει και το σενάριο, παίρνει πολλούς πόντους από το έξοχο πρωταγωνιστικό δίδυμο, αλλά και σκιαγραφεί υπέροχα την αστική Αθηναϊκή κοινωνία της εποχής και καταφέρνει να φτάσει μέχρι τις Κάννες και το "Κυριακάτικο Ξύπνημα" να γίνει έτσι η πρώτη ταινία που έκανε γνωστή τη χώρα μας στο εξωτερικό!

 Σπουδαίες πραγματικά είναι οι ερμηνείες της Έλλης Λαμπέτη και του Δημήτρη Χορν. Για την Λαμπέτη δεν το συζητάω καν, πως πρόκειται για την καλύτερη Ελληνίδα ηθοποιό, μαζί με την Ειρήνη Παππά. Για τον Χορν, ο ανταγωνισμός είναι λίγο μεγαλύτερος αφού υπήρξαν πολλοί σπουδαίοι άντρες ηθοποιοί, αλλά οπωσδήποτε και αυτός συγκαταλέγεται ανάμεσα στους κορυφαίους των κορυφαίων.
 Τους Λαμπέτη και Χορν, πλαισιώνουν οι Γιώργος Παππάς, Σαπφώ Νοταρά, Γιώργος Ιορδανίδης, Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Χρυσούλα Πατεράκη και Τασσώ Καββαδία, που πραγματοποιεί εδώ το δικό της ντεμπούτο.

 Βαθμολογία: 7/10

Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

8 Femmes, Francois Ozon, 2002


 "8 Γυναίκες", μία μαύρη κωμωδία μυστηρίου από το επονομαζόμενο τρομερό παιδί της Γαλλίας, Francois Ozon. Πρόκειται για έναν ομολογουμένως ταλαντούχο σκηνοθέτη ("Swimming Pool", "5x2", "Criminal Lovers", "Sitcom"), που δεν μπορεί ωστόσο να σταθεί ανάμεσα στους "μεγάλους" του γαλλικού σινεμά, αλλά βέβαια έχει πολύ μέλλον μπροστά του να ξεδιπλώσει σε μεγάλο βαθμό το πλούσιο ταλέντο του.
 Εδώ, μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη το πετυχημένο θεατρικό έργο του Robert Thomas "8 γυναίκες κατηγορούνται", διασκευάζοντας το μάλιστα με χαρακτηριστικότερο πρόσθετο στοιχείο το κομμάτι όπου οι πρωταγωνίστριες λένε από ένα τραγούδι!
 Και φυσικά το μεγάλου ατού του Ozon είναι το υπέρλαμπρο cast που έχει, αφού τις 8 γυναίκες υποδύονται οι: Catherine Deneuve, Isabelle Huppert (κλέβει την παράσταση!), Danielle Darrieux, Emmanuelle Beart, Fanny Ardant, Firmine Richard, Virginie Ledoyen και Ludivine Sagnier! 

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Στη Γαλλία του ΄50, σε κάποια έπαυλη που έχει αποκλειστεί από τα χιόνια, o φόνος του οικοδεσπότη αναστατώνει τη σύζυγό του, τη μητέρα του, τις αδελφές του, τις κόρες του και τις δύο υπηρέτριες. Οκτώ γυναίκες αναζητούν το δολοφόνο, που σίγουρα βρίσκεται ανάμεσά τους.
  Μια ταινία λοιπόν που μιλάει για τις σχέσεις 8 γυναικών μεταξύ τους αλλά και με τον δολοφονημένο άντρα (Dominique Lamure): την γυναίκα του (Catherine Deneuve), την κουνιάδα του (Isabelle Huppert), την πεθερά του (Danielle Darrieux), την καμαριέρα του (Emmanuelle Beart), την αδερφή του (Fanny Ardant), την γκουβερνάντα του (Firmine Richard) και τις δύο κόρες του (Virginie Ledoyen και Ludivine Sagnier).

 Τα πάντα ξεκινούν όταν ο άντρας του σπιτιού βρεθεί δολοφονημένος με ένα μαχαίρι στην πλάτη! Αυτή είναι και η μοναδική φορά που βλέπουμε έναν άντρα στην ταινία, αφού η πλοκή θα εξελιχθεί αποκλειστικά μέσα στο σπίτι, με τις 8 γυναίκες να είναι οι απόλυτες πρωταγωνίστριες!

 Το θεατρικών καταβολών φιλμ οδηγεί τον Οζόν να αναπτύξει τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστριών του. Έτσι λοιπόν μέσα στα 103' της ταινίας θα μάθουμε τα πάντα για την ιστορία της καθεμιάς, αλλά και τα ερωτικά μυστικά και τα ομοφυλοφιλικά πάθη που έκρυβαν τόσα χρόνια. Θα βγουν στην επιφάνεια στοιχεία τόσο ανατρεπτικά και απίστευτα, όπως ζήλειες, μίση, μοιχείες και αιμομιξίες, που κάθε φορά οι αποκαλύψεις για τη ζωή της μίας θα προκαλούν αναταραχές στις υπόλοιπες αφού άμεσα ή έμμεσα θα εμπλέκονται, ενώ οι καλά κρυμμένες σχέσεις και τα ερωτικά ανομολόγητα πάθη θα συνταράξουν τις 8 γυναίκες, που την ίδια στιγμή θα αναζητούν ανάμεσά τους τον δολοφόνο!
 Φυσικά και είναι όλες ύποπτες, φυσικά και όλες είχαν κίνητρο. Οι αλήθειες που θα κάνουν την εμφάνιση τους στην προσπάθεια να βρεθεί ο ένοχος θα αναστατώσουν την οικογένεια και θα οδηγήσουν στη σύγκρουση αλλά και τη ρήξη ανάμεσα σε ορισμένα εκ των μελών της. Μια οικογένεια που φαινομενικά στην αρχή της ταινίας είναι πολύ αγαπημένη, στο τέλος του φιλμ γίνεται συντρίμμια και αποδεικνύεται ότι και οι 8 γυναίκες "έπιναν το αίμα" του μακαρίτη αλλά και μεταξύ τους η μία προσπαθούσε ύπουλα να τη φέρει στην άλλη. Τρομερή σατιρική ματιά εδώ από τον Οζόν στον θεσμό της "αγίας οικογένειας".

 Διαρκής ένταση και αγωνία, διάχυτο μυστήριο, οικογενειακό δράμα, πολύ καλά χιουμοριστικά διαλείμματα, ωραία ατμόσφαιρα, συνεχείς ανατροπές, σπουδαίες ερμηνείες και ένα μοναδικά ανατρεπτικό και ευφυές φινάλε.
 Ενώ βέβαια η περίφημη ερωτική σκηνή μεταξύ Catherine Deneuve και Fanny Ardant, μετά από άγριο τσακωμό αποτελεί μία από τις πλέον αισθησιακές στιγμές που παρακολουθήσαμε ποτέ και φυσικά μία σεκάνς παγκόσμιας ανθολογίας!

Aργυρή Αρκτος και στις οχτώ πρωταγωνίστριες στο Φεστιβάλ Bερολίνου 2002!

 Βαθμολογία: 6/10

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

In this World, Michael Winterbottom, 2002


 "Στα σύνορα του κόσμου" είναι ο ελληνικός τίτλος αυτού του σημαντικού και πολυβραβευμένου ντοκουμενταρίστικου φιλμ από την Αγγλία και τον εξαιρετικό σκηνοθέτη Michael Winterbottom (24-hour Party People, Welcome To Sarajevo, The Road to Guantanamo).

 Μία υπέροχη ταινία που δεν είναι ακριβώς ταινία. Ένα ωραίο ντοκιμαντέρ που δεν είναι ακριβώς ντοκιμαντέρ...
  Ουσιαστικά πρόκειται για μία ταινία γυρισμένη με ντοκουμενταρίστικο ύφος, με την οποία ο σπουδαίος Βρετανός κινηματογραφιστής μας παρουσιάζει επακριβώς την κατάσταση των απανταχού προσφύγων σε παγκόσμιο επίπεδο, του σήμερα (το φιλμ γυρίστηκε το 2002).

 Η υπόθεση:
 Ο ορφανός Αφγανός Τζαμάλ και ο ξάδελφός του, Εναγιατουλάχ, που ζουν σε ένα στρατόπεδο προσφύγων του Πακιστάν και προσβλέπουν σε ένα καλύτερο μέλλον, παίρνουν τη μεγάλη απόφαση να φτάσουν οδικώς στο Λονδίνο! Ένα μακρύ ταξίδι, με χιλιάδες κινδύνου αρχίζει, από το Ιράν, την ορεινή περιοχή των Κούρδων και συνεχίζεται στα βάθη της Τουρκίας, στα ίχνη του παλιού, θρυλικού 'δρόμου του μεταξιού'. Από την Κωνσταντινούπολη, στοιβαγμένοι μαζί με άλλους απελπισμένους πρόσφυγες σε μια νταλίκα, επί 40 ώρες, φτάνουν στην Ιταλία, μετά στην κατασκήνωση μεταναστών στη Γαλλία και τελικά, στον πολυπόθητο προορισμό τους, την Αγγλία. Ένα βασανιστικό οδοιπορικό, ένα συνοθύλευμα ανθρώπων, τραυματικών εμπειριών και προσωπικών τραγωδιών, από το οποίο όμως, ο ένας μόνο από τους δυο θα επιβιώσει..

 Δύο ξαδέρφια λοιπόν ξεκινούν για το μακρινό ταξίδι προς την "Δύση". Από το Ιράν για την Αγγλία με σκοπό, τι άλλο; "Μία καλύτερη ζωή". Ή καλύτερα, μία ανθρώπινη ζωή. Ο μικρότερος εκ των δύο θέλει να σπουδάσει στο Λονδίνο, ενώ ο μεγάλος να βρει μία αξιοπρεπή δουλειά που θα του προσφέρει ένα σταθερό εισόδημα.
 Το ταξίδι θα ξεκινήσει. Αλλά είναι πολύ μεγάλο, πολύ δύσκολο, μία πραγματικά σκληρή δοκιμασία επιβίωσης. Οι δύο"ήρωες" περνούν από αμέτρητα εμπόδια, μετακινούνται με διάφορα μεταφορικά μέσα, από φορτηγά μέχρι κοντέινερ, ενώ γίνονται μπαλάκι στα χέρια των αδηφάγων εκμεταλλευτών / διαμεσολαβητών που φυσικά τους ξεγελούν, τους κοροϊδεύουν, τους παίρνουν τα λεφτά και τα ρούχα τους. Η προοπική ωστόσο του υψίστου αγαθού, της ελευθερίας, είναι αυτή που κρατάει ζωντανούς τους πρωταγωνιστές. Για πόσο όμως ακόμη;


 Ο Winterbottom συνεργάζεται αποκλειστικά με ερασιτέχνες. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο, οι Jamal Udin Torabi και Enayatullah Jumaudin, είναι αληθινά πρόσωπα (ακόμη και τα ονόματα έμειναν τα ίδια) που έζησαν το ταξίδι αυτό ακριβώς όπως θα μας το παρουσιάσει ο Βρετανός σκηνοθέτης.
 Ήταν ο βομβαρδισμός στο Αφγανιστάν το 2001 που είχε ωθήσει, είχε αναγκάσει πάρα πολλούς ανθρώπους να μεταναστεύσουν, να αναζητήσουν μία καλύτερη τύχη. Από το τραγικό εκείνο γεγονός, προσφυγικά κύμματα κάθε χρόνο εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους με την ελπίδα ότι θα βρεθούν κάπου καλύτερα. Κάπου που θα μπορούν να κοιμούνται και να τρώνε ένα κομμάτι ψωμί...
 Και οι καταστάσεις είναι πολύ πιο δραματικές από τον βαθμό που μου δίνεται η δυνατότητα να περιγράψω από εδώ, είναι ακόμη χειρότερες από την οπτική που αποσπά η κάμερα του Ουίντερμποτομ...

 Ο οποίος Ουίντερμποτομ, με την ψηφιακή κάμερα διαρκώς στο χέρι, "αγκαλιάζει" τους πρωταγωνιστές του (αυτός είναι και ο στόχος του απ' την αρχή) ενώ δεν παραλείπει να τονίζει με την κάθε ευκαιρία όλα εκείνα τα μουντά, βραχώδη, γυμνά και άγρια τοπία που διασχίζουν οι πρόσφυγες στο περίφημο ταξίδι τους. Με απλή καταγραφή και δίχως να εκμαιεύει την συγκίνηση, ο Άγγλος σκηνοθέτης περνάει σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό τα μηνύματα που επιθυμεί, και που φυσικά δεν είναι άλλα από το να δείξει την σημερινή κατάσταση, τα βάσανα και την μοίρα των προσφύγων που εγκαταλείποντας τις καταδικασμένες πατρίδες τους αναζητούν, στην πλειονότητα τους μάταια όπως αποδεικνύετει από τους αριθμούς, μία "καλύτερη ζωή".
 Και επίσης, μας υπενθυμίζει την ύπαρξη ενός ολότελα κοινωνικού φαινομένου που θα έπρεπε να μας απασχολεί όλους, αλλά που ως φαίνεται, δυστυχώς ακόμη και στις μέρες μας, πολλοί εξ ημών εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε επιφανειακά, αν όχι να γυρίζουμε την πλάτη επιδεικτικά...

 Η ταινία κέρδισε την Χρυσή Αρκούδα στο Φεστιβάλ του Βερολίνου. Άλλα πέτυχε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Κατάφερε μέσα από ένα συγκλονιστικό, βαθιά αντιρατσιστικό documentary - road movie να καταγράψει με τρομακτικό ρεαλισμό έναν άνισο και εξ αρχής χαμένο αγώνα για την επιβίωση και την προ πολλού επανάκτηση της χαμένης αξιοπρέπειας.

 Γιατί δεν πρέπει ουδέποτε να ξεχνάμε. Όλα αυτά που μας δίχνει ο Michael Winterbottom συμβαίνουν. Και συμβαίνουν In this World...

 Βαθμολογία: 8/10