banner

image

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Οι 20 καλύτερες ταινίες της δεκαετίας για λογαριασμό της ψηφοφορίας του seagazing


Στα πλαίσια μιας ψηφοφορίας για τις 20 καλύτερες ταινίες της δεκαετίας που διοργανώνουν τα παιδιά του seagazing, στο http://seagazing.blogspot.com/2009/11/20.html, παραθέτω 20 απ' τις -τουλάχιστον- 50 πολύ ωραίες ταινίες που παρακολουθήσαμε από το 2000 έως και το 2009. Ταινίες από όλα τα είδη που η κάθε μία ξεχώρισε για διαφορετικούς λόγους.

Πάμε λοιπόν:

No. 20





Werckmeister Harmoniak: Η καλύτερη στιγμή του Ούγγρου Bela Tarr και του 2000, ασπρόμαυρη, "υπνωτική", πανέμορφη ατμόσφαιρα. Μεγάλος σκηνοθέτης ο Μαγυάρος!









No. 19





Eternal Sunshine of the Spotless Mind: Μία διαφορετική ταινία, μελαγχολική, όμορφη, ενδιαφέρουσα, με πολύ καλές ερμηνείες. Σε σκηνοθεσία Michel Gondry, του 2004.










No. 18





 Il Divo: Η ιστορία τού εφτά φορές πρωθυπουργού Τζούλιο Αντρεότι, του ισχυρότερου πολιτικού της μεταπολεμικής Ιταλίας. Από τον Paolo Sorrentino, μέσα στις 2-3 καλύτερες πολιτικές ταινίες των τελευταίων χρόνων. Του 2008.










No. 17






4 luni, 3 săptămâni şi 2 zile: Του Christian Mungiu και του 2007, με θέμα μια παράνομη έκτρωση στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου. Χρυσός Φοίνικας στις Κάννες, αλλά και το βραβείο του καλύτερου Ευρωπαϊκού φιλμ στο Βερολίνο.








No. 16 






Cidade de Deus: Η ειλικρινής, σοκαριστική ματιά του σκηνοθέτη Fernardo Meirelles πάνω στο γκέτο της "Πόλης του Θεού".

Υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα καλύτερης Ξενόγλωσσης ταινίας και για 4 Όσκαρ, ενώ προτάθηκε για πάρα πολλές βραβεύσεις και κέρδισε μερικές εξ' αυτών με κυριότερη το βραβείο BAFTA καλύτερου φιλμ το 2003.








 No. 15





Gosford Park: Ο σκηνοθέτης Robert Altman κλείνει το μάτι τόσο στην Αγκάθα Κρίστι, όσο και στον μεγάλο Ζαν Ρενουάρ και τον περίφημο "Κανόνα του Παιχνιδιού", δημιουργώντας μια εκπληκτική ατμόσφαιρα δωματίου, σε ένα πολυσύνθετο φιλμ.









No. 14






Hotel Rwanda: Μία αληθινή, δραματική ιστορία από τον σκηνοθέτη Terry George γύρω από τον εμφύλιο πόλεμο που ξέσπασε στη Ρουάντα στις αρχές του 1990 με τραγικές συνέπειες και 1000000 νεκρούς σε λίγους μήνες.








No. 13






Le Fabuleux Destin D'Amelie Poulain: Η τρισχαριτωμένη, αισιόδοξη, πανέμορφη ταινία απ' την Γαλλία σε σκηνοθεσία Jean-Pierre Jeunet, του 2001.









No. 12





Last Days: Το τελευταίο μέρος απ' την τριλογία του θανάτου του Gus van Sant με έναν έξοχο Michael Pitt για τις τελευταίες μέρες της ζωής του Curt Cobain.










No. 11





The Return: Ένα διαμαντάκι απ' τη Ρωσία, στο σκηνοθετικό ντεμπούτο του Andrey Zvyagintsev, του 2003. Χρυσός Λέοντας στη Βενετία για την επιστροφή ύστερα από μια δεκαετία του πατέρα με σκοπό ουσιαστικά τη γνωριμία του με τα παδιά του. Αξίζει!





No. 10




Spring, Summer, Fall, Winter... and Spring: Ο κύκλος της ζωής μέσα απ' τις τέσσερις εποχές σε ένα μοναστήρι που βρίσκεται κυριολεκτικά στη... μέση του πουθενά, και τον μοναχό με τον πιτσιρικά που ζουν εκεί. Οι διάλογοι είναι περιττοί, η φωτογραφία πανέμορφη. Υπέροχος λυρισμός από τον Κορεάτη Kim Ki-duk. Του 2004.








No. 9





Hero: Εναέριες πολεμικές τέχνες made in China, από τον μέγα Zhang Yimou και το 2002. Μαγία, απεριόριστη εικαστική ομορφιά, ένα πραγματικό έπος!










No. 8





Gran Torino: Ώριμος όσο ποτέ ο Clint Eastwood υπογράφει και το μεγαλύτερο αριστούργημα του και παράλληλα καταθέτει επί της οθόνης την πολιτική του "μεταμέλεια". Από δεξιός και σύμμαχος της αντικομμουνιστικής Αμερικής ως "Dirty Harry", 40 χρόνια μετά, όχι απόλυτα "αριστερός", αλλά ριζοσπαστικά φιλελεύθερος, τα βάζει με το σύστημα της Αμερικής. Στην τελευταία ίσως εμφάνισή του μπροστά απ' την κάμερα. Του 2009. Υποκλίνομαι!






No. 7





Memento:  Του Christopher Nolan και του 2000, είναι αυτή η συναρπαστική ταινία. Βασισμένη σε εξαιρετικό σενάριο, καινοτόμος στην ανάπτυξή της, με μία ευφυή και πανέμορφη αντίστροφη αφήγηση, πολύ δυνατή ερμηνεία από τον Guy Pearce και ένα αμφιλεγόμενο, ανατρεπτικό φινάλε. Μία δυνατή κινηματογραφική εμπειρία!







No. 6





In the Mood for Love:  Ο Wong Kar Wai  μαγεύει τις Κάννες το 2000. Και όχι άδικα!
Ο κύριος Chow και η κυρία Chan ανακαλύπτουν ότι οι σύζυγοί τους τους απατούν μεταξύ τους και αντιδρούν...προσπαθώντας να καταλάβουν πώς και γιατί συνέβει αυτό. Η ερωτική επιθυμία είναι διάχυτη ανάμεσά τους, αλλά καταπνίγεται, γιατί "εμείς δεν είμαστε σαν αυτούς"!
Οι αργοί ρυθμοί είναι εκπληκτικοί. Το δε soundrack τουΜichaei Galasso είναι πανέμορφο και γεμάτο ερωτισμό. Μια ταινία μαγική, πανέμορφη!



No. 5






Good Bye Lenin!
: Μία έξοχη, δραματικών καταβολών σάτιρα από την Γερμανία, του 2003. Πρόκειται για ένα φιλμ που ξεχώρισε για το ευφυέστατο σενάριο και την μίξη χιουμοριστικών και δραματικών στιγμών.
Τιμήθηκε και με οκτώ βραβεία της Γερμανικής Ακαδημίας κινηματογράφου, πολλά βραβεία Bafta, ενώ προτάθηκε και για Χρυσή Σφαίρα.
Από τον Wolfgang Becker, του 2003. Δεν υστερεί πουθενά!




Νο. 4





There will be Blood: Η ταινιάρα του Paul Thomas Anderson, που εξελίσσεται σε μεγάλο σκηνοθέτη και η τεραστίων διαστάσεων ερμηνεία του Daniel Day Lewis. Ο θείος Όσκαρ βέβαια το αγνόησε, βραβεύοντας τους Coen μετά από τόσα χρόνια και αφού έχουν κάνει το Fargo...
Σκεφτείται πόσο θα του πάρει να μάθει τον Anderson!







No. 3




 Sanger fran Andra Vaningen: Ένα αριστουργηματικό φιλμ από τη Σουηδία και τον Roy Andersson, βραβευμένο στο Φεστιβάλ των Καννών το 2000. Μία ταινία "παράξενη", σουρεαλιστική, πανέμορφη.
Οι απαιτητικοί σινεφίλ θα τη λατρέψουν!









No. 2

Das Weisse Band: Η κορυφαία στιγμή του Michael Haneke και του 2009. Η βία φένρει βία μας λέι ο Αυστριακός και μας δείχνει τα κοινωνικά αίτια που έφεραν το φασισμό. Ασπρόμαυρο, σκληρό, εντυπωσιακό.
Χρυσός Φοίνικας και βραβείο κριτικών στις Κάννες.  Αριστούργημα!




No. 1



 Russkiy kovcheg: Το εντυπωσιακό μονοπλάνο από τον Aleksandr Socurov, του 2002. Ένα πρωτοφανές κινηματογραφικό επίτευγμα, μια Κιβωτός Ιστορίας, Μνήμης, Πολιτισμού. Ή αλλιώς το πρώτο αυθεντικό αριστούργημα του 21ου αιώνα!












Επίσης να σημειώσω μερικές ακόμη ταινίες που θα μπορούσαν να βρίσκονται στις 20:
  Before the Devil Knows you 're Dead, Requiem for a Dream, Mulholland Drive, The Pianist, The Prestige, Old Boy, Pan's Labyrinth, Snatch, No Country for Old Men, Far from Heaven, Cache, The Man without Past, Letters from Iwo Jima, The Hours, Cast Away, Kill Bill, Waltz with Bashir, Gegen die Wand, Three Monkeys, Dogville, Amores Perros, Spirited Away, Sweeney Todd: The Deamon Barber of Fleet Street, The Royal Tenenbaums, Good Night and Good Luck, L' Enfant, Match Point, The Three Burials of Melquiades Estrada, Synecdoche, New York, Κυνόδοντας.




Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

Songs from the Second Floor, Roy Andersson, 2000


 "Τραγούδια απ' τον δεύτερο όροφο" ("Sanger fran Andra Vaningen", ο πρωτότυπος) είναι ο ελληνικός τίτλος αυτού του αριστουργηματικού φιλμ από τη Σουηδία και τον Roy Andersson, βραβευμένο στο Φεστιβάλ των Καννών το 2000.


Η υπόθεση της ταινίας:
H ταινία παρουσιάζει μια σειρά περιστατικών χωρίς προφανή λογικό ειρμό. Ενας υπάλληλος απολύεται με εξευτελιστικό τρόπο, ένας μετανάστης δέχεται βίαιη επίθεση σ' έναν πολυσύχναστο δρόμο, ένα μάγος κάνει θάλασσα ένα νούμερό του, και ο Kαλ βάζει φωτιά στο κατάστημα επίπλων του για να εισπράξει την ασφάλεια. Tην επόμενη μέρα, χάος και πανικός επικρατούν παντού, και μόνο ο Kαλ μοιάζει να κατανοεί τον παραλογισμό, συνειδητοποιώντας πόσο δύσκολο είναι να είσαι άνθρωπος... 
Μετά από 25 χρόνια ο Σουηδός σκηνοθέτης επιστρέφει με μία «περίεργη» ταινία και κερδίζει το Bραβείο της Kριτικής Eπιτροπής στο Φεστιβάλ Kαννών.

 Κάπως έτσι, ή μάλλον ακριβώς έτσι είναι το "περιεχόμενο" της σπουδαίας αυτής ταινίας. Πρόκειται για μια Σκανδιναβική αλληγορία, με διάχυτο μαύρο χιούμορ. Ιστορίες που μπλέκονται σιγά-σιγά όλο και περισσότερο. Και μία εξαιρετική σπονδυλωτή αφήγηση και εξίσου ενδιαφέρουσα παράλληλη εξέλιξη.

 Το στόρι εξελίσσεται κάπου στη Σουηδία, σε μία πόλη που μόνο πιθανολογώντας θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η Στοκχόλμη. Δεν έχει σημασία όμως το πού -για αυτό άλλωστε και δεν μας το αποκαλύπτει ο σκηνοθέτης, όπως δεν μας αποκαλύπτει και τον χρόνο που διαδραματίζεται η ιστορία και που επίσης είναι λεπτομέρεια ελάσσονης σημασίας- αλλά το τί συμβαίνει εκεί. Αλλά ακόμη και αυτό, πέρα από αναφορές σε συγκεκριμένα τρελά γεγονότα δεν μπορούμε να το προσδιορίσουμε επακριβώς, μιας και στην ουσία, σε αυτή την ανώνυμη πόλη... επικρατεί το χάος!

 Στην αρχή της ταινίας, ένας υπάλληλος αρνούμενος να δεχτεί την απόλυσή του, βιώνει τον απόλυτο εξευτελισμό σέρνοντας και παρακαλώντας το αφεντικό να μην τον διώξει απ' τη δουλειά όπου βρίσκεται "εδώ και 30 χρόνια" μπροστά στα μάτια των συναδέλφων του. Στη συνέχεια, θα παρακολουθήσουμε ένα σωρό τρελά συμβάντα, όπως τη βίαιη και αναίτια επίθεση που θα δεχτεί σε πολυσύχναστο δρόμο ένας μετανάστης υπό την ανοχή και αδιαφορία των περαστικών, ένας ταχυδακτυλουργός θα καλέσει έναν εθελοντή για το νούμερό του αλλά θα τον κόψει(!) με το πριόνι του, οι άρχοντες της πόλης θα κάψουν μια παρθένα για να διώξουν τα κακά πνεύματα, η πόλη πνίγεται από τη μουνταμάρα και το κυκλοφοριακό κομφούζιο, και ο Καλ θα βάλει φωτιά στο κατάστημα επίπλων του για να εισπράξει την αποζημίωση απ' την ασφάλεια..

Ο Καλ λοιπόν είναι και ο ήρωας στον οποίο βασίζεται ο Άντερσον και μέσα απ' τη δική του ματιά, την επόμενη ημέρα θα δούμε όλο τον πανικό που έχει εξαπλωθεί στην πόλη και που οδηγεί τους κατοίκους στην τρέλα... Για την ακρίβεια θα είναι ο μόνος που προσπαθεί ψύχραιμα να αντιληφθεί το τί ακριβώς συμβαίνει, τον απίστευτο παραλογισμό που έχει χτυπήσει ολόκληρη την πόλη και το τί μπορεί να γίνει από 'δω και πέρα. Και σαν να μη του έφταναν όλα αυτά, ο ήρωας μας παντού δίπλα του "βλέπει" το πνεύμα ενός ανθρώπου που όταν ζούσε, ο Καλ τον είχε βλάψει ανεπανόρθωτα...

 Ο Ρόι Άντερσον, ο πολύ σημαντικός ιδιόρυθμος Σουηδός σκηνοθέτης, εδώ, στην μόλις τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του και μάλιστα 25 χρόνια μετά τη δεύτερη (έκανε μικρού μήκους ταινίες, ενώ έχει βραβευτεί για πάρα πολλά διαφημιστικά σποτ) σκηνοθετεί επιδέξια τις ζωές δεκάδων ανθρώπων, χρησιμοποιεί αποκλειστικά ερασιτέχνες ηθοποιούς, ενώ και τα γυρίσματα έγιναν κατ' αποκλειστικότητα στο στούντιό του, στη Στοκχόλμη.

 Με τη γνωστή σουρεαλιστική ματιά που τον διέπει, με χιούμορ και όμορφες εικόνες, ξεσκίζει τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, την αυθαιρεσία τους, την ασφυξία που νιώθουν οι άνθρωποι σε αδιάφορα προς αυτούς, καπιταλιστικά καθεστώτα, ενώ επιτίθεται και στην -Σουηδική- εκκλησία.

Από όσο ξέρω καμία ταινία (απ' τις λίγες που έχει κάνει ο Σουηδός) του Ρόι Άντερσον δεν έχει παιχτεί στην Ελλάδα. Απίστευτο και εντελώς απαράδεκτο!

 Μία ταινία "παράξενη", σουρεαλιστική, πανέμορφη. Μέσα στις 3-4 καλύτερες της χρονιάς που γυρίστηκε αλλά και μία απ' τις καλύτερες της δεκαετίας. Ψάξτε τη, αξίζει να την ανακαλύψετε!
Οι απαιτητικοί σινεφίλ θα τη λατρέψουν!

Βαθμολογία: 8,5/10

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Good Bye Lenin!, Wolfgang Becker, 2003



 To "Good Bye Lenin!" ("79qm DDR" ο Γερμανικός τίτλος) είναι μία έξοχη, δραματικών καταβολών σάτιρα από την Γερμανία, του 2003. Πρόκειται για ένα φιλμ που ξεχώρισε για το ευφυέστατο σενάριο και την μίξη χιουμοριστικών και δραματικών στιγμών. Του προσδόθηκε μέχρι και ο τίτλος της "νοσταλγίας" και όντως φαίνονται μες στην ταινία στοιχεία που αναπολούν παλαιότερες εποχές..

 Η υπόθεση της ταινίας:
 Βρισκόμαστε λίγο πριν την πτώση του τείχους του Βερολίνου, το φθινόπωρο του 1989. Η οικογένεια Kerner προσπαθεί να τα φέρει βόλτα μετά την «απόδραση» του πατέρα στη Δύση. Τις ιστορικές ημέρες που τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν, η μαμά Kerner παθαίνει καρδιακή προσβολή και πέφτει σε κώμα. Όταν ξυπνά μερικούς μήνες αργότερα, το τείχος έχει πέσει και το Ανατολικό Βερολίνο έχει ήδη αλλάξει ριζικά. Ο γιος της, ο Alex, προσπαθεί να αποφύγει κάθε σοκ που μπορεί να προκαλέσει χειρότερο κακό στη μητέρα του. Επειδή πάντοτε το Κομουνιστικό Κόμμα ήταν η ζωή της, αποφασίζει να μην της αναφέρει τίποτα και να αναπαραστήσει τον αλλοτινό κόσμο της Λαϊκής Δημοκρατίας, μέσα στα όρια του δωματίου της...

Το σενάριο (του συγγραφέα Μπερντ Λάιχτενμπεργκ μαζί με τον σκηνοθέτη) δείχνει και είναι πολύ δυνατό και πέρα για πέρα ιδιοφυές. Και ο σκηνοθέτης, Wolfgang Becker το αξιοποιεί στο έπακρο. Χτίζει με αυτό ένα υπέροχο mix κωμωδίας και δράματος, αποσπά καλές ερμηνείες από τους ηθοποιούς του, κυρίως απ' τους πρωταγωνιστές γιο-μάνα (Daniel Brühl και Katrin Saß) ενώ και η μουσική είναι εξαιρετική (ο Yann Tiersen "ζωγραφίζει" μουσικά για μία κόμη φορά).

 Η μαμά λοιπόν πέφτει σε κώμα ύστερα από μία επεισοδιακή διαδήλωση και ο γιατρός προειδοποιεί ότι δεχόμενη ένα νέο σοκ θα μπορούσε να αποδειχτεί μοιραίο... Έτσι λοιπόν και ενώ το Τείχος του Βερολίνου έπεσε το 1989, λίγους μήνες μετά ο γιος θα το "ξαναχτίσει" έχοντας στο νου του τα λόγια του γιατρού και θέλοντας φυσικά να προστατεύσει την μητέρα του. 8 μήνες μετά την πτώση, η μάνα θα επανέλθει απ' το κώμα και μαζί της θα επανέλθει και η -πριν την πτώση- ζωή της οικογένειας, τουλάχιστον μέσα στο δωμάτιο της. Κάτι για το οποίο έχουν φροντίζει τα παιδιά της, δημιουργώντας έναν ψεύτικο μικρόκοσμο που απέχει παρασάγκας απ' τον τρομακτικό, αληθινό, έξω κόσμο. Ο σύζυγος, τους είχει παρατήσει για την "Δύση", αλλά θα επιστρέψει ύστερα από παρέμβαση του γιου για να συμμετάσχει και εκείνος στο οικογενειακό δράμα.
 Γιατί στο δράμα στοχεύει περισσότερο ο σκηνοθέτης, δίνοντας μεγάλη βάση στα συναισθήματα των πρωταγωνιστών και τα οποία αλλάζουν στο άψε σβήσε!
 Απ' τα χαμόγελα και τις πλάκες στα δάκρυα, απ' τη χαρά στην λύπη και τη στενοχώρια.
Ίσως κάπου εδώ να υπεισέρχεται το νοσταλγικό στοιχείο, αφού οι αναμνήσεις δεν σταματούν να παρελαύνουν στην οθόνη, δημιουργώντας περισσότερο έναν ρεαλισμό καθώς πρόκειται για αληθινά γεγονότα, παρά για κάποια ιστορία με υπερβολικά στοιχεία.
 Η μητέρα λοιπόν αρχίζει και ζητάει αγαπημένα -απ' το παρελθόν- πράγματα, είτε φαγητά και ποτά είτε αντικείμενα. Και ο γιος που διακατέχεται από ανεξάντλητη εφευρετικότητα τρέχει και ψάχνει σε παλιά εργοστάσια και μαγαζιά να της φέρει, για παράδειγμα, τις αγαπημένες της πίκλες! Επίσης θα της βάλει στο... βίντεο κασέτες με μαγνητοσκοπημένες εκπομπές και δελτία ειδήσεων που προβάλλουν τις θέσεις του Κομουνισμού.
 Παράλληλα προσπαθεί να εξηγήσει στην μητέρα του "ανεξήγητα" πράγματα που συμβαίνουν, όπως το περίφημο τεράστιο πανό της Coca Cola, τα δυτικά αυτοκίνητα, τον δυτικό ραδιοφωνικό σταθμό και γενικά όλες οι δυτικές διαφημίσεις και προϊόντα που βλέπει στο δρόμο, στην τηλεόραση και ακούει στο ραδιόφωνο.
Αλλά κι ακόμη όταν ο γιος θα αναγκαστεί να της μιλήσει για την πτώση του Τείχους, θα της παρουσιάσει ένα σκηνοθετημένο βίντεο που υποστηρίζει ότι το Τείχος κατέρρευσε από την εξέγερση των δυτικών που συρρέουν κατά χιλιάδες στον σοσιαλιστικό παράδεισο. Κι έτσι, η μητέρα του ποτέ δεν θα μάθει την αλήθεια. Θα πεθάνει εφησυχασμένη έχοντας την ψευδαίσθηση ότι το καθεστώς ζει και δεν το απειλεί τίποτα και κανένας...

  Ο Becker δεν παίρνει θέση σε όλο αυτό. Δεν "διαλέγει" Ανατολή ή Δύση, δεν προτιμά έναν τρόπο ζωής (απ' τους δύο). Κάνει όμως τη μεγαλύτερη μαγκιά. Για τον Becker, ο ιδανικός κόσμος είναι ένας κόσμος συναποτελούμενος από Ανατολικά και Δυτικά στοιχεία. Τα καλύτερα απ' τους μεν και τους δε. Έτσι είναι!
 Για να φτάσουμε στην σπουδαιότερη σεκάνς του φιλμ, εκείνη που βλέπουμε το άγαλμα του Λένιν να ίπταται στον ουρανό, πάνω απ' την πόλη του Βερολίνου, κρεμασμένο απ' το ελικόπτερο!
 Οπωσδήποτε πολύ μεγάλη σκηνή, πλούσια σε εικαστική ομορφιά, διάχυτη με συμβολισμούς.


 Το Goodbye Lenin αποτελεί την μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία στη Γερμανία τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα προβλήθηκε σε 30 Ευρωπαϊκές χώρες και αγαπήθηκε απ' τη μεγάλη πλειονότητα του κοινού. Επίσης, τιμήθηκε και με οκτώ βραβεία της Γερμανικής Ακαδημίας κινηματογράφου, πολλά βραβεία Bafta, ενώ προτάθηκε και για Χρυσή Σφαίρα.

Σίγουρα μέσα στις καλύτερες της δεκαετίας. Αξίζει να το (ξανα)δείτε.
Διαμάντι για τη μουσική συλλογή αποτελεί το εξαιρετικό soundrack του Tiersen.

Βαθμολογία: 9/10

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Three Monkeys (Uc Maymun), Nuri Bilge Ceylan, 2008

 

Η νέα σκηνοθετάρα του σήμερα παιδιά έρχεται απ' την Τουρκία και λέγεται Νούρι Μπιλγκέ Τζεϊλάν (Nuri Bilge Ceylan). Στην Ελλάδα έγινε γνωστός και αγαπήθηκε απ' το ελληνικό κοινό με το ιδιαίτερα καλό "Uzak" ("Μακριά") και το αισθηματικό "Iklimler" ("Κλίματα αγάπης"). Εδώ όμως με τους "Τρεις Πηθίκους" όπως είναι ο ελληνικός τίτλος (ως "Three Monkeys" ευρέως γνωστό) υπογράφει ένα μικρό αριστούργημα! 
Τον "περίεργο" τίτλο της ταινίας τον δανείστηκε από ένα ιαπωνικό μύθο, το πολύ δυνατό σενάριο που έχει στα χέρια του το απογειώνει με μία εξαιρετική σκηνοθεσία, που του χάρισε το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Καννών το 2008, ενώ το στολίζει με μία υπέροχη αισθητική, με πλάνα μοναδικής εικαστικής ομορφιάς, πανέμορφη φωτογραφία και παράλληλα καταπιάνεται με πολλά και σημαντικά ζητήματα, όπως τις ανθρώπινες σχέσεις, την οικογένεια, την υποταγή σε κάθε μορφής εξουσία, την ηθική, το χρήμα, την ανθρώπινη ψυχή.

Υπόθεση:
Ο Τζεϊλάν εμπνεύστηκε το σενάριό του από ένα γιαπωνέζικο μύθο: τρεις σοφοί πίθηκοι, που ο καθένας κλείνει με τα χέρια του ένα μέρος του προσώπου του. Τα μάτια για να μη βλέπει, τα αυτιά για να μην ακούει και το στόμα για να μη μιλάει. Έτσι συμβαίνει και στην οικογένεια της ιστορίας μας, όπου τα μικρά μυστικά εξελίσσονται σε μεγάλα ψέματα, όμως όλοι αρνούνται να το παραδεχτούν. Κανένα μέλος δεν ανοίγεται καθαρά στην αλήθεια για να μείνει η οικογένεια ενωμένη. Όμως παίζοντας τους τρεις πιθήκους ακυρώνεται η αλήθεια και η ύπαρξή της;

Όλα ξεκινούν με κάποια ψέμματα των μελών της οικογενείας που ήταν μυστικά καλά κρυμμένα, και που βγαίνοντας στη φόρα μοιραία θα φέρουν τη σύγκρουση ανάμεσά τους. Και δεν είναι μικρά, αθώα ψεματάκια. Είναι μεγάλα, ένοχα μυστικά που κάθε μέλος της οικογένειας έκρυβε σαν θησαυρό μέσα του και που όλοι ήξεραν ότι πιθανή εμφάνισή τους θα προκαλούσε μεγάλες διαταραχές στις σχέσεις της οικογένειας. Κάτι που διαγραφόταν ως αναπόφευκτο και που τελικά θα οδηγηθούμε εκεί, παρατηρώντας τις πρώτες αντιδράσεις, μέχρι την οριστική ρήξη...


Μεγάλος εικονοκλάστης ο Τούρκος, το αποδεικνύει και εδώ με έξοχα πλάνα. Ότι να πούμε για την πολυσημία της εικόνας του Τζεϊλάν είναι πραγματικό λίγο.
Και παράλληλα προχωράει σε μια ανάλυση της ανθρώπινης ψυχής, βουτώντας στα άδυτα της οικογένειας και προσπαθώντας να μελετήσει την ψυχική σύνθεση του Πατέρα, της Μητέρας και του Γιού. Ουδείς εκ των οποίων δεν προσπαθεί να κάνει κάτι για να αλλάξει την κατάσταση. Ανήμποροι ή ανίκανοι, όλοι τους, περιμένουν άπραγοι μια θεαματική, ως δια μαγείας αλλαγή, που θα επαναφέρει τα πράγματα στη θέση τους. Μια μάταιη ελπίδα ότι όλα θα φτιάξουν από μόνα τους.
Και ο Τούρκος σκηνοθέτης καταγράφει το αίσθημα ενοχής που κατακλύζει άπαντες, χρησιμοποιώντας λεπτό χιούμορ, διαλόγους μόνο όταν είναι απαραίτητοι, ως εκτούτου μεγάλης διάρκειας "μουγγές" σεκάνς, με τη σιωπή να παίζει το δικό της όμορφο ρόλο. Και τα συναισθήματα που κατακλύζουν τους πρωταγωνιστές, έντονα συναισθήματα όπως η ενοχή, ο θυμός, οι τύψεις, η απώλεια, η ελπίδα πλημμυρίζουν την οθόνη μας.

Όλα αυτά τα στοιχεία που συνέθεσαν την εικαστική δύναμη των "Πιθήκων" έδωσαν στο Τζεϊλάν το βραβείο σκηνοθεσία στις Κάννες, ενώ προτάθηκε και για το Χρυσό Φοίνικα. Καθόλου τυχαία!




Βαθμολογία: 8/10

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

Cidade de Deus, Fernando Meirelles. 2002


"Η Πόλη του Θεού" (City of God) είναι μία πάρα πολύ σκληρή και σοκαριστική ταινία. Ο σκηνοθέτης, Fernando Meirelles, ο σημαντικότερος ίσως σκηνοθέτης της χώρας του -μετά τον Βάλτερ Σάλες-, σκηνοθετώντας με έναν ντοκουμενταρίστικο και άκρως ρεαλιστικό τρόπο, μας οδηγεί στο Ρίο Ντε Τζανέιρο και την Πόλη του Θεού. Ένα τόσο όμορφο όνομα που όμως ανήκει σε μία από τις πιο φτωχές και ξεχασμένες απ' το "Θεό", περιοχές του Rio de Janeiro. Τί ειρωνία;!

Αυτή την τεράστια, πανέμορφη πόλη της Βραζιλία, ένα μαγευτικό θέρετρο για τους τουρίστες απ' όλο τον κόσμο, που όμως απαρτίζεται από πάμπολλους καταυλισμούς όπως το City of God, που ασφυκτιούν απ' τη φτώχεια και την ανέχεια. Που η ανήλικη εγκληματικότητα ανθεί και εξαπλώνεται ταχέως. Που το εμπόριο ναρκωτικών, φαντάζει ως η μοναδική λύση που θα βγάλει τα μικρά παιδιά απ' το αδιέξοδο της πείνας και της μιζέριας. Που η ένταξη σε συμμορία ανηλίκων σφραγίζεται με αίμα και θεωρείται πιστοποίηση του ανδρισμού. Και που απ' το ξεκίνημα κάθε συμμορίας ανοίγουν πολλοί διαφορετικοί κύκλοι αίματος. Και που κανένας δεν κλείνει εύκολα. Για να μην πω ότι δεν πρόκειται να κλείσει ποτέ...

Η υπόθεση της ταινίας:
Καλωσήρθατε στην πιο διάσημη φτωχογειτονιά του κόσμου: στην Πόλη του Θεού του Ρίο ντε Τζανέιρο. Μια γειτονιά που ακόμα και οι πολεμικοί ανταποκριτές φοβούνται να εξερευνήσουν, όπου η αστυνομία σπάνια επισκέπτεται, όπου όσοι ζουν εκεί σπάνια φτάνουν την ηλικία των είκοσι. Βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, αποκαλύπτει τη σκοτεινή πλευρά της βραζιλιάνικης ζωής του δρόμου με μια φλογερή και εκρηκτική ενέργεια.
Βασισμένο στο 800 σελίδων βιβλίο του Paulo Lins, αποκλειστικά με ερασιτέχνες ηθοποιούς (περισσότερους από 200!), μια τρομερά γρήγορη κάμερα, πανέξυπνα flashback, έντονη, πανέμρφη φωτογραφία, εξαιρετική αφήγηση της πορείας των 30 χρόνων ιστορίας του γκέτο μέσα σε δύο ώρες ασταμάτητης δράσης, βίας, άνθισης της ανήλικης εγκληματικότητας και έξοχες ερμηνείες είναι τα βασικά στοιχεία του συγκλονιστικού αυτού φιλμ.  


 Ο Μεϊρέγιες δεν σοκάρει... για να σοκάρει. Δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να μας παρουσιάσει ακριβώς τα καθέκαστα στη σημερινή Βραζιλία. Να μας δείξει πραγματικά σοκαριστικά γεγονότα που λαμβάνουν χώρα καθημερνά εδώ και χρόνια στο "παραδεισένιο" Ρίο ντε Τζανέιρο. Σκηνές στη θέαση των οποίων ένας αμύητος θεατής θα ταρακουνηθεί γερά. Και ένας μυημένος μεν, ασυμβίβαστος με την ωμότητα δε, θα βιώσει μία σκληρή εμπειρία που θα θυμάται για καιρό!

Σκεφτείτε μόνο ότι η ταινία "ανάγκασε" το νεοεκλεχθέντα πρόεδρο της Βραζιλίας Luiz Inacio Lula da Silva να δηλώσει χαρακτηριστικά “αποτελεί πράγματι την κραυγή της χώρας για αλλαγή!

Θα καταγράψω μόνο δύο σοκαριστικές σεκάνς, μία λεκτικής και μία ωμής βίας. Τα λόγια φυσικά ανήκουν στον μικρό πρωταγωνιστή που λέει με τρομερό θράσος και περηφάνεια: "Kλέβω, σνιφάρω, σκοτώνω. Δεν είμαι παιδί. Είμαι άντρας!" 
Νομίζω η φράση αυτή όταν ακούγεται από τα χείλη ενός ανηλίκου παραείναι σοκαριστική! Και η δεύτερη, έχει να κάνει με την ένταξη του μικρού στη συμμορία. Ο όρος; Να εκτελέσει ένα συνομήλικο -9χρονο- φίλο του!


Ο Βραζιλιάνος σκηνοθέτης κλείνει το μάτι στους Ταραντίνο και Σκορσέζε και αποτυπώνει επί της οθόνης μία ειλικρινέστατη, αποκρουστικά βίαιη και σοκαριστικά γοητευτική ματιά πάνω στο γκέτο της Πόλης του Θεού. Που δεν είναι άλλη απ' την νεανική εγκληματικότητα, τις συμμορίες ανηλίκων, την εκμετάλευση, τα ναρκωτικά, την πορνεία, τις δολοφονίες, την βαρβαρότητα που επισκιάζει μία απριόρι χαμένη παιδική αθωότητα.


Η ταινία ήταν υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα καλύτερης Ξενόγλωσσης ταινίας και για 4 Όσκαρ, ενώ προτάθηκε για πάρα πολλές βραβεύσεις και κέρδισε μερικές εξ' αυτών με κυριότερη το βραβείο BAFTA καλύτερου φιλμ το 2003.

 Βαθμολογία: 8/10

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Russkiy kovcheg (Russian Ark), Aleksandr Sokurov, 2002



Η "Ρώσικη Κιβωτός" ή "Russian Ark", όπως είναι ο διεθνώς αναγνωρισμένος τίτλος (Russian: Русский ковчег) είναι μία πάρα πολύ σπουδαία ταινία, από την Ρωσία και τον σημαντικό Ρώσο σκηνοθέτη, Alexander Sokurov (Mother and Son, Father and Son, The Sun, Alexandra). 

Χρειάστηκαν μήνες προετοιμασίας και προβών και το φιλμ γυρίστηκε σε μια και μοναδική μέρα, με μια και μοναδική λήψη! Απίστευτο, μοναδικό, αξεπέραστο επίτευγμα!
 
Η υπόθεση:
Ένας αφηγητής, τον οποίο δεν βλέπουμε ποτέ, συναντιέται κατά παράδοξο τρόπο με ένα Γάλλο διπλωμάτη του 18ου αιώνα και διασχίζουν μαζί το Μουσείο του Ερμιτάζ, δηλαδή τα πάλαι ποτέ Χειμερινά Ανάκτορα της Πετρούπολης, στις αίθουσες του οποίου αναβιώνουν 300 χρόνια ρωσικής Ιστορίας, από τον Μέγα Πέτρο μέχρι την πτώση της δυναστείας των Ρομανόφ. Στοχασμός πάνω στη μνήμη, το χρόνο, την Ιστορία και τη σχέση της Ρωσίας με την Ευρώπη κατά την τσαρική περίοδο.

Ένα και μοναδικό πλάνο 95 λεπτών χωρίς διακοπή και χωρίς μοντάζ είναι η "Ρωσική Κιβωτός". Κάτι τέτοιο έγινε δυνατόν με χρήση των πιο σύγχρονων τεχνολογικών μέσων μετά από μήνες προετοιμασίας και τη συνδρομή 867 ηθοποιών και περισσοτέρων των 1000 κομπάρσων! 
Αναρίθμητα είναι τα κοστούμια της εποχής, ενώ η πανέμορφη φωτογραφία οφείλεται στον διευθυντή φωτογραφίας Tilman Buttner, γνωστό από το «Τρέξε, Λόλα, Τρέξε».


Πέρα όμως απ' τα τεχνικά - τεχνολογικά μέσα που χρησιμοποιεί ο σπουδαίος Ρώσος κινηματογραφιστής και με τα οποία σημειώνει αυτό το τεράστιο επίτευγμα, ο Sokurov μας προσφέρει μια εκπληκτική, ονειρεμένη ξενάγηση στο πασίγνωστο, ξακουστό Ερμιτάζ της Αγίας Πετρούπολης, το μεγαλύτερο και ένα από τα παλαιότερα μουσεία στον κόσμο. Στο Ερμιτάζ φιλοξενούνται έργα των Λεονάρντο ντα Βίντσι, Ογκίστ Ροντέν, Πάμπλο Πικάσο, Ανρί Ματίς, Πολ Γκογκέν, Πολ Σεζάν, Κλοντ Μονέ, Ρέμπραντ και άλλων (ο συνολικός αριθμός των έργων που ανήκουν στις συλλογές του Ερμιτάζ ξεπερνούν τα 3.000.000!).
Πέρα απ' τους πίνακες, ο Sokurov μας προσφέρει και μια γρήγορη περιγραφή των σημαντικοτέρων στιγμών της μεγάλης ιστορίας της Ρωσίας. Άρρηκτα δεμένος με τη ρώσικη παράδοση ο σκηνοθέτης, γνήσιος συνεχιστής του Αντρέι Ταρκόφσκι (υπήρξε άλλωστε και προστατευόμενος του κορυφαίου Ρώσου κινηματογραφιστή), μας χαρίζει πανέμορφες εικόνες και παράλληλα αποτυπώνει σε αυτές τη δική του προσωπική ματιά πάνω στην Ιστορία, την Ανθρωπότητα, τον πολιτισμό, τη ζωή και το θάνατο. Κάτι που βέβαια κάνει σε κάθε ταινία του και αποτελεί κύριο στοιχείο της γκάμας του έργου του.

Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το έργο του Ρώσου σκηνοθέτη, στο σύνολό του, όπως και αυτό άλλων μεγάλων συναδέλφων ομότεχνων του (Ταρκόφσκι, Μιτζογκούτσι, Κουροσάβα, Αγγελόπουλος μεταξύ άλλων), αναφέρεται σε ολόκληρη την πολιτιστική και πολιτισμική ιστορία της πατρίδας του, δίχως να φαίνονται σημάδια της παραμικρής κινηματογραφικής σχολής ή οποιουδήποτε εποχικού ρεύματος. Αντίθετα, στο σύνολό της, επαφίεται στο μεγαλείο του δημιουργού της. Πολύ απλά, εντάσσεται στην κατηγορία "ταινία-δημιουργού".

 * Η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας έγινε στο φεστιβάλ Κανών 2002 για να ακολουθήσει ένα μπαράζ συμμετοχών στα μεγαλύτερα διεθνή φεστιβάλ. Είναι μια συμπαραγωγή του Μουσείου Ερμιτάζ με την υποστήριξη του Ρωσικού Υπουργείου Πολιτισμού. Ο Μartin Scorsese, στήριξε από την αρχή το όραμα του Sokurov μετέχοντας ως εκτελεστής παραγωγός

Ένα πρωτοφανές κινηματογραφικό επίτευγμα, μια Κιβωτός Ιστορίας, Μνήμης, Πολιτισμού.
"Ο Σοκούροφ σπάει τους κανόνες σε κάθε επίπεδο. Κάθε έργο του είναι απρόσμενα γοητευτικό", έχει πει ο μεγάλος Σουηδός κινηματογραφιστής, Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.

Από πολλούς θεωρήθηκε το πρώτο αυθεντικό αριστούργημα του 21ου αιώνα.  Και φυσικά έτσι ακριβώς είναι!


Βαθμολογία: 9,5/10


Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

Hero, Zhang Yimou, 2002



Ο "Ήρωας" του Ζανγκ Γιμού, όπως είναι ο ελληνικός τίτλος αυτού του επικού φιλμ,  (英雄 ο αυθεντικός Κινεζικός), ή αλλιώς πολεμικές τέχνες made in China!

Μία πραγματικά εντυπωσιακή από κάθε άποψη ταινία, μια πλούσια υπερπαραγωγή που διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα budget στην κινηματογραφική ιστορία της Κίνας, με ένα λαμπρό καστ που περιλαμβάνει μερικά απ΄ τα μεγαλύτερα ονόματα της χώρας (Jet Li, Tony Leung Chiu Wai, Maggie Cheung, Donnie Yen, Daoming Chen, Ziyi Zhang ), μαγική, στυλιζαρισμένη, σουρεαλιστική, με πανδαισία χρωμάτων, φαντασμαγορική φωτογραφία, εναέριες πολεμικές τέχνες που κόβουν την ανάσα, υπέροχες χορογραφίες, καταπληκτική μουσική, αισθητική, ποίηση,  πανέμορφες εικόνες.
Γιατί ο κινηματογράφος είναι -πρωτίστως- εικόνες. Και σε αυτό παίρνει άριστα με τόνο ο σπουδαίος σκηνοθέτης από την Κίνα, δημιουργώντας αυτό το εξαιρετικό εικαστικό υπερθέαμα!

Αλλά δε μένει εκεί. Στηρίζεται σε ένα πολύ δυνατό σενάριο, το οποίο κακώς κατά τη γνώμη μου κρίθηκε από ορισμένους ως λίγο, ανεπαρκές, ή και... ανύπαρκτο! Έλεος...


 Λοιπόν, πάει κάπως έτσι:

Στο μακρινό παρελθόν, η αρχαία Κίνα είναι χωρισμένη σε επτά βασίλεια. Ο βασιλιάς του Qin φιλοδοξεί να υποτάξει όλα τα βασίλεια και να γίνει ο πρώτος αυτοκράτορας μιας ενιαίας Κίνας. Όπως είναι φυσικό οι αντίπαλες φατρίες θα προσπαθήσουν να τον εξουδετερώσουν στην προσπάθειά τους να επικρατήσουν στη θέση του. Για να αποφύγει τις απόπειρες δολοφονίας ο βασιλιάς παίρνει την απόφαση να εξοντώσει τους τρεις πιο φημισμένους πολεμιστές. Κανείς όμως δεν είναι τόσο γενναίος ώστε να το αναλάβει. Ένας μυστηριώδης ανώνυμος ήρωας καταφτάνει στο παλάτι φέρνει ως λάφυρα τα όπλα των τριών πολεμιστών και ζητά την αμοιβή του. Πρώτα όμως θα πρέπει να διηγηθεί στον βασιλιά του Qin τις λεπτομέρειες του κατορθώματός του. Ο δαιμόνιος μονάρχης αμφισβητεί τα λεγόμενά του. Θα μπορούσε ο ήρωας να είναι απλά ένας άπιστος προδότης που συνωμότησε μαζί με τα τρία υποτιθέμενα θύματά του με στόχο την επανάσταση... 

Με μία πρώτη ανάγνωση μόνο... με ανύπαρκτο δε μοιάζει. Ούτε καν με "λίγο"!  Πόσο μάλλον όταν η ανάγνωση δώσει τη θέση της στη θέαση της ταινίας. Αμέσως θα γίνει αντιληπτό ότι πρόκειται καθαρά για μια ιστορία χαμένης αγάπης, εκδίκησης και λύτρωσης. Και εξελίσσεται πολύ όμορφα, λεπτομερώς, ακολουθούμενη πάντα από τις απίστευτα τρομερές πολεμικές τέχνες και τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο τις παρουσιάζει ο Γιμού. Και φυσικά έχουμε την αφήγηση, ή καλύτερα τις αφηγήσεις, αφού γινόμαστε μάρτυρες τριών διαφορετικών εκδοχών της ιστορίας. Και μοιραία θα οδηγηθούμε στη σύγκριση με το αριστουργηματικό Rashomon, του Ακίρα Κουροσάβα, όπου τα κοινά σημεία είναι αρκετά.






 Κάτι λοιπόν ανάμεσα στο "Rashomon" και τον "Τίγρη και Δράκο" του Ang Lee. Λίγο από τα δύο ή και τα δύο μαζί ή την αισθητική του Λι και την δραματουργία του Κουροσάβα.
Και με την πανέμορφη φωτογραφία να εναλάσσεται διαρκώς στους τόνους του κόκκινου -για το πάθος-, του μπλε -για την συνομωσία και τις ίντριγκες- και του λευκού -φυσικά για την αγνότητα και την αλήθεια-. Ενδιάμεσα προβάλλεται και το πράσινο, της ελπίδας, της προοπτικής, της πίστης. Τί όμορφη αλληγορία, αλήθεια!

Ο Γιμού έλεγε ότι ήθελε να κάνει μία αντιπολεμική ταινία, που θα περιείχε πολεμικές τέχνες αλλά δεν θα περιοριζόταν σε αυτό ή δεν θα αποτελούσαν τον ομφαλό του θέματος. Και όντως, αυτό έκανε. Έβαλε δίπλα στις πολεμικές τέχνες το δράμα, το συναίσθημα, τον έρωτα. Απλό!

 Το αποτέλεσμα εν τέλει;
  Ένα εικαστικό αριστούργημα. Μία οπτασία, ένα πραγματικό έπος! Δείτε το και αφεθείτε στον τρομερό, παραμυθένιο, απολαυστικό, ιπτάμενο, μαγεμένο κόσμο του μέγα σκηνοθέτη, Ζανγκ Γιμού!

Βαθμολογία: 8,5/10

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Gosford Park, Robert Altman, 2001



"Έγκλημα στο Γκόσφορντ Παρκ" είναι ο ελληνικός τίτλος της ταινίας αυτής, του καλού αλλά ασταθούς σκηνοθέτη, Robert Altman (Mash, 1970, Images, 1972, 3 Women, 1977) και του 2001.

Η υπόθεση της ταινίας:
Το Νοέμβριο του 1932 στο μέγαρο του Gosford Park, ο Sir William McCordle συγκεντρώνει μια παρέα ανθρώπων για ένα κυνηγετικό party. Στην παρέα περιλαμβάνονται μια ξεπεσμένη κόμισσα, ένας αποτυχημένος επιχειρηματίας, ένας Αμερικανός παραγωγός κινηματογράφου και άλλοι γνωστοί και συγγενείς του οικοδεσπότη. Μαζί με τους καλεσμένους έρχονται και οι συνοδοί τους, υπηρέτες και καμαριέρες. Στο επιβλητικό σκηνικό αυτής της έπαυλης θα γίνουμε μάρτυρες περίεργων γεγονότων που φανερώνουν τα μυστικά των φιλοξενουμένων. Μια δολοφονία θα φέρει την αναστάτωση. Η αναζήτηση του ενόχου δεν θα είναι εύκολη αφού πολλοί είχαν λόγο και ευκαιρία να σκοτώσουν το θύμα. Τις ώρες που ακολουθούν θα δούμε δολοπλοκίες, κρυφούς έρωτες και τη διαφορά στη συμπεριφορά μεταξύ των "αριστοκρατών" και του "υπηρετικού προσωπικού".

 Πρόκειται για μια ταινία που δεν είναι καθαρά αστυνομική καθώς διάχυτα και έντονα είναι τα στοιχεία τόσο της κωμωδίας όσο και του δράματος. Όπως επίσης και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν ένα φιλμ εποχής, ένα κοινωνικό φιλμ ή ακόμη, μία ταινία μυστηρίου. Απ΄ όλα έχει!
Πρόκειται για μία πολυσύνθετη ταινία, μέσα απ΄ την οποία προβάλλεται το μεγάλο ταλέντο του σκηνοθέτη της!
Οι αργοί ρυθμοί -παρά την εξαιρετικά γρήγορη εξέλιξη της πλοκής- σε μερικά σημεία κουράζουν (δεδομένης και της μεγάλης διάρκειας των 137΄) και ίσως αποτελούν ένα αρνητικό σημείο για το φιλμ. Όπως επίσης αρνητικό είναι ένα μέρος της πλοκής που δυσκολεύει αρκετά -έως αφάνταστα- τον ανυποψίαστο θεατή, και έχει να κάνει με τα πολλά ονόματα -ακολουθούμενα μάλιστα από τίτλους- που σε απανωτές στιγμές κατακλύζουν την οθόνη και κάνουν τον άμοιρο θεατή να ψάχνει να βγάλει άκρη. Κι αν μάλιστα δεν έχει καλή μνήμη, τότε είτε θα πρέπει να ξεχάσει την ταινία, είτε να τη βλέπει σε slow motion! Anyway.
 Κάπου εδώ όμως φαίνεται η μαεστρία του Άλτμαν. Είναι μαγευτικός ο τρόπος με τον οποίο κουμαντάρει τόσους πολλούς ανθρώπους μέσα σε τόσο "στενά" πλάνα και με την κάμερα να πηγαίνει παντού ξεδιπλώνει μοναδικά την περσόνα του κάθε ενός εξ αυτών!
Μεγάλος μάγκας ο Άλτμαν, που θαρρείς ότι ποτέ δεν έβγαλε επί της οθόνης ολόκληρο το -αναμφισβήτητα πλούσιο- ταλέντο του.

Και μέσα από την ιστορία του, ο Ρόμπερτ Άλτμαν ρίχνει μια ειρωνική ματιά πάνω στον κόσμο των αριστοκρατών. Και το κάνει με αφορμή τη δολοφονία που λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης των αριστοκρατών σε μία έπαυλη και τις συνέπειες που θα ακολουθήσουν. Τις σχέσεις δηλαδή που θα αποκαλυφθούν ανάμεσα σε αριστοκράτες και υπηρέτες, και τα κρυμμένα μυστικά που θα βγουν στη φόρα και έχουν να κάνουν και με τις δύο τάξεις!
Είναι οι "πάνω" και οι "κάτω". Οι αριστοκράτες του σαλονιού και οι υπηρέτες του υπογείου, όπως χαρακτηριστικά λέει σπάζοντας πλάκα ο αθεόφοβος Άλτμαν.

«Όλοι μας έχουμε να κρύψουμε κάποιο μυστικό», άλλωστε είναι τα λόγια του μπάτλερ που προμηνύουν το τί έπεται! Και κάπως έτσι ξετυλίγεται το κουβάρι απίστευτων ιστοριών, πάμπολλων -εκκεντρικών ως επί το πλείστον- χαρακτήρων, με το χιούμορ και τα χαμόγελα να μετατρέπονται σε δράμα και η εκλεπτυσμένη σάτιρα να δίνει τη σκυτάλη στην κακιασμένη ειρωνία!

Πολύ καλές είναι και οι ερμηνείες ενός πολύ πλούσιου καστ από μεγάλα ταλέντα: Κριστίν Σκοτ Τόμας, Κέλι ΜακΝτόναλντ, Μάγκι Σμιθ, Εμιλι Γουότσον, Τζέρεμι Νόρθαμ, Αϊλίν Άτκινς, Χέλεν Μίρεν, Μάικλ Γκάμπον, Αλαν Μπέιτς, Ντέρεκ Τζάκομπι, Μπομπ Μπάλαμπαν.
Τη μεγάλη όμως αδιαφορά κάνει η εκπληκτική Μάγκι Σμιθ (κι όμως, ξεπερνάει την ¨Ελεν Μίρεν!), στον αβανταδόρικο ρόλο μιας κακεντρεχούς, φαρμακερής, σνομπ θείας.
Ο σκηνοθέτης, που στα 76 του χρόνια κάνει την πιο φιλόδοξη -αλλά σίγουρα όχι καλύτερη- ταινία του, όπως είπαμε, χειρίζεται όλες αυτές τις καταστάσεις ιδανικά, και η σκηνοθεσία άλλωστε αποτελεί το μεγαλύτερο ατού της ταινίας. Επίσης, η εξαιρετική φωτογραφία είναι του Άντριου Νταν και το υπέροχο λεπτομερέστατο ντεκόρ είναι του γιου του σκηνοθέτη, Στίβεν Άλτμαν.
Ο Άλτμαν (ο σκηνοθέτης) κλείνει το μάτι τόσο στην Αγκάθα Κρίστι, όσο και στον μεγάλο Ζαν Ρενουάρ και τον περίφημο "Κανόνα του Παιχνιδιού". Όπως μάλιστα ο ίδιος ο Ρόμπερτ Άλτμαν δήλωσε για το Gosford Park: «Οι δέκα μικροί νέγροι συναντούν τον Κανόνα του Παιχνιδιού».
   Έτσι ακριβώς!


Η ταινία ήταν υποψήφια για επτά βραβεία Oscar και συγκεκριμένα: Καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, πρωτότυπου σεναρίου, βΑ γυναικείου ρόλου (δύο φορές για τις Helen Mirren & Maggie Smith), κοστουμιών και σκηνικών. Τελικά κέρδισε μόνο 1, αυτό του σεναρίου. Ήταν όμως υποψήφιο για ένα σωρό άλλα βραβεία και κατάφερε να κερδίσει αρκετά απ΄ αυτά με τα AFI Film Award, BAFTA Film Award, μεταξύ πολλών άλλων.

Βαθμολογία: 8/10

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Le Fabuleux Destin d`Amelie Poulain, Jean-Pierre Jeunet, 2001

Η δεκαετία που διανύουμε οδεύει προς το τέλος και όσον αφορά στον κινηματογράφο, έχουν ήδη διεξαχθεί κάποιες ψηφοφορίες με σκοπό να αναδειχθούν οι καλύτερες ταινίες των '00s.
Και θα ακολουθήσουν κι άλλες, με τα παιδιά στο http://seagazing.blogspot.com/2009/11/20.html να διεξάγουν αυτές τις μέρες μια σχετική ψηφοφορία και η οποία μάλιστα έχει βρει πολλούς ανταποκριτές.
Με αφορμή λοιπόν τα προαναφερθέντα γεγονότα, από σήμερα και τις επόμενες μέρες θα γράψω για ταινίες -αποκλειστικά- της δεκαετίας 2.000-2.009.
 Και για ξεκίνημα, θα αναφερθώ σε μία ταινία από τις αρχές της δεκαετίας και συγκεκριμένα από το 2001. Ένα φιλμ από τη Γαλλία, του παραμυθά Ζαν-Πιερ Ζενέ, την "Αμελί" που αγαπήθηκε από την πλειονότητα κριτικών και κοινού.


Η "Αμελί" λοιπόν,  είναι μία πανέμορφη ταινία, που ξεχώρισε για την αισθητική της -και όχι μόνο- για το 2001 και σίγουρα αποτελεί μία από τις καλύτερες Ευρωπαϊκές ταινίες της δεκαετίας.

Η υπόθεση, λίγο πολύ γνωστή:
 Η Amelie είναι σερβιτόρα στο bistrot "Δύο Ανεμόμυλοι" στη γραφική περιοχή της Μονμάρτης. Στην πολυκατοικία της δεν γνωρίζει κανένα αλλά αυτό σύντομα θα αλλάξει. Βρίσκει στο διαμέρισμά της ένα κρυμμένο κουτί με διάφορα αντικείμενα. Αντικείμενα που όπως φαίνεται είχε κρύψει κάποιο παιδί πριν από πολλά χρόνια. Αποφασίζει λοιπόν να βρει αυτόν τον άνθρωπο και να του επιστρέψει τις αναμνήσεις του. Μετά από αυτό η ζωή της θα αλλάξει για πάντα. Θα ξεκινήσει μια σειρά εφευρετικών σχεδίων για να δώσει ουσία στις ζωές άλλων ανθρώπων. Και σαν από θαύμα η Amelie, αλλάζει τις ζωές των γειτόνων της, συνήθως προς το καλύτερο. Πάντα όμως κρύβεται πίσω από το πέπλο της ανωνυμίας και της μυστικότητας. Όταν όμως γνωρίζει, τον Nino τότε θα πρέπει να καταφέρει χρησιμοποιήσει λίγη από τη μαγεία της, στη δική της ζωή.

 Η Audrey Tautou  υποδύεται την Amelie, σε έναν ρόλο που της ταίριαξε γάντι, και μας ταξιδεύει στον πανέμορφο, παραμυθένιο κόσμο της, με φόντο το Παρίσι. Στο ταξίδι της, η γλυκιά, χαριτωμένη, "καρτουνίστικη" Αμελί έχει έναν σκοπό. Να δώσει ουσία και να προσφέρει λίγη μαγεία στις ζωές άλλων ανθρώπων. Μέχρι να αντιληφθεί ότι πρέπει να δώσει και λίγες στιγμές μαγείας στη δική της ζωή...

 Όσο για την ίδια την Amelie:
 Είναι μια κοπέλα τόσο φυσιολογική και συνηθισμένη αλλά παράλληλα τόσο διαφορετική, τόσο παράξενη... Μια κοπέλα που φαινομενικά ζει μία απολύτως φυσιολογική ζωή, μία ζωή που ζουν οι περισσότεροι από εμάς και που αυτή η ζωή της αλλάζει ολόκληρη με ένα πράγμα, έναν παιδικό θησαυρό που ανακαλύπτει στο δωμάτιό της.
 Αμέσως αναζητά τον ιδιοκτήτη του θησαυρού και σιγά σιγά ανακαλύπτει ότι δίνοντας λίγη απ΄ την αγάπη της στους διπλανούς της θα γίνεται η ίδια ευτυχισμένη. Και θα το πράξει, προσφέροντας μαγικές θεραπείες στους ανθρώπους. Όλα αυτά μέχρι να αντιληφθεί ότι χρειάζεται και λίγη αγάπη, πραγματική αγάπη, για την ίδια..

  Μπορεί ορισμένα από τα παραπάνω να ακούγονται τετριμμένα, αλλά πρόκειται για ουσιαστικά πρωτότυπη ταινία, ρεαλιστική, πλούσια σε οπτική και αισθητική, με πολύ καλή σκηνοθεσία, με όμορφη φωτογραφία, καλές ερμηνείες, ένα εξαιρετικό soundrack, μία ταινία που αποπνέει αισιοδοξία, γλυκιά, τρυφερή, ανθρώπινη, ποιητική, πλούσια σε φαντασία και διαλεγμένο χιούμορ, η οποία βλέπεται ευχάριστα ξανά και ξανά.

 Μία ξεχωριστή και αρκετά όμορφη στιγμή στην ιστορία του Ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Το Χόλιγουντ δεν θα μπορούσε ποτέ να φτιάξει τη δική του "Amelie". Το υπογράφω με σθένος και το υποστηρίζω με πάθος!

Βαθμολογία: 7/10 

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

Punishment Park, Peter Watkins, 1971

 

Στις 28 Φεβρουαρίου, του 2008 προβλήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, 37(!) ολόκληρα χρόνια μετά τη δημιουργία του το "Punishment Park", η σπουδαία αυτή πολιτική καταγγελία του ριζοσπάτη και ασυμβίβαστου σκηνοθέτη, Peter Watkins. Μαθαίνοντας -τότε- περί τίνος πρόκειται και ότι το φιλμ αυτό δεν κυκλοφορούσε πουθενά στο διαδίκτυο -τελικά ευτυχώς το βρήκα μερικούς μήνες μετά- έτρεξα να το δω στον κινηματογράφο ΤΡΙΑΝΟΝ FILMCENTER (μόνον εκεί παιζόταν). 
Το σοκ ήταν μεγάλο. Όπως και η εμπειρία και τα οφέλη που αποκόμισα από την παρακολούθηση ενός τέτοιου φιλμ!


Υπόθεση:
Οι κοινωνικές αναταραχές στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ, βρίσκει τη διοίκηση του Νίξον να ιδρύει κέντρα αναμόρφωσης για τους διαφωνούντες: ειρηνιστές, φοιτητές, έγχρωμους ακτιβιστές κι άλλα "διασπαστικά" στοιχεία της κοινωνίας. Επικαλούμενη την εξουσία που της παραχωρεί η Πράξη McCarran του 1950, η κυβέρνηση στέλνει τους διαφωνούντες σε ένα "πάρκο τιμωρίας", όπου οι φυλακισμένοι πρέπει να διασχίσουν την έρημο της Καλιφόρνια χωρίς φαγητό και νερό, την ίδια στιγμή που οπλισμένοι άντρες της εθνικής φρουράς τους καταδιώκουν..


Το "Punishment Park" είναι μία συγκλονιστική πολιτική ταινία των '70s. Ο Peter Watkins στήνει αριστοτεχνικά μία προσωπική μαρτυρία -καταγγελία- γύρω από τις απαράδεκτες, φασιστικές "ενέργειες" των αυτοχριζούμενων δικαστών σε μια δίκη - παρωδία, όπου συλληφθέντες ακτιβιστές (και ενώ ο πόλεμος στο Βιετνάμ εξελίσεται) υποβάλονταν σε μία σειρά από απίστευτα απάνθρωπες και σαδιστικές "δοκιμασίες" στα <<κέντρα αναμόρφωσης των διαφωνούντων>> (κέντρα που ίδρυσε ο πρόεδρος Νίξον επικαλούμενος την εξουσία που του δίνει ο νόμος Κακ Κάραν του 1950 περί εθνικής προστασίας). Ο διανοητικά εναργής Βρετανός σκηνοθέτης αναφέρεται, βεβαίως, με ανατριχιαστικά περιγραφικό τρόπο στη "περίφημη" δίκη <<των 7 του Σικάγου>> και των όσων τρομακτικών επακόλουθων της. Και το "Punishment Park" είναι ο μακρινός (1970-71) συγγενής του Γκουαντάναμο. 

Και βέβαια, η καλύτερη μέθοδος για να ειπωθεί ολοκληρωτικά μια τέτοια μαρτυρία από τον πολιτικά ασυμβίβαστο Γουότκινς, είναι το cinema verite (κινηματογράφος - αλήθεια). Θαρείς πως στα αλήθεια γυρνάει ντοκιμαντέρ ο αθεόφοβος! Και φυσικά χρησιμοποιεί ερασιτέχνες ηθοποιούς, κάτοικους του Λ.Α. (Τα γυρίσματα άλλωστε γίνονται σε μία έρημο κοντά στο Λος 'Αντζελες). 
 Οι ακτιβιστές λοιπόν -για να πάμε και στην υπόθεση του φιλμ- αντί να κλειστούν για 10-21 χρόνια στις φυλακές, έως και ισόβια κάθειρξη, μπορούν να επιλέξουν την τριήμερη δοκιμασία στο "Πάρκο της Τιμωρίας". Οι περισσότεροι επιλέγουν το δεύτερο και φτάνουν εκεί. Οι όροι του "παιχνιδιού" είναι οι εξής: οι καταδικασμένοι ξεκινούν με σκοπό να φτάσουν σε ένα σημείο που βρίσκεται η αμερικανική σημαία, περίπου 50 μίλια από το σημείο εκκίνησης. Αφού ξεκινήσουν, μετά από δύο ώρες θα τους ακολουθήσει μια ομάδα ανδρών της εθνοφρουράς και της αστυνομίας. Όσοι καταφέρουν να ξεφύγουν θα είναι ελεύθεροι, οι υπόλοιποι θα αναγκαστούν να εκτίσουν τις αρχικές τους ποινές! Μόνο που το... παιχνίδι είναι σικέ, κανείς δεν φτάνει στον τελικό προορισμό, αλλά ούτε και στη φυλακή, επειδή πολύ απλά τα όπλα των διωκτών εκπυρσοκροτούν «κατά λάθος» και η "Αμερικανική" δικαιοσύνη απονέμεται καταμεσής της καλιφορνέζικης ερήμου.
Και από πίσω βρετανικά δημοσιογραφικά συνεργεία να ακολουθούν καταγράφοντας σοκαρισμένοι τα Πάντα.
 


Εν κατακλείδι, το πολιτικό φιλμ του Γουότκινς είναι προφητικό, επίκαιρο, σκοτεινό, σκληρό, παρανοϊκό, ανησυχητικό, συγκλονιστικό, ταινία - καταγγελία, ριζοσπαστικό, ασιμβίβαστο, έξοχο. 
Το απόλυτο Αριστούργημα του σινεμά-βεριτέ. 

Αναζητήστε το μανιωδώς, παρακολουθήστε το συγκλονισμένοι, απορροφήστε το!


Βαθμολογία: 9,5/10!

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2009

Funny Games, Michael Haneke, 1997




Πρόκειται για την αμφιλεγόμενη ταινία του Αυστριακού σκηνοθέτη Μίκαελ Χάνεκε, με τον ελληνικό τίτλο "Παράξενα Παιχνίδια". Ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή Ευρωπαίους σκηνοθέτες, ο Αυστριακός, γίνεται αντικείμενο συζήτησης αυτές τις μέρες χάρις στην καινούρια του ταινία με τίτλο "Λευκή Κορδέλα" (Das Weisse Band), η οποία μάλιστα έχει ήδη αγαπηθεί από την πλειονότητα του κοινού, ενώ και οι κριτικοί την εκθειάζουν. Προσωπικά δεν την έχω δει ακόμη, αλλά σκοπεύω να το κάνω τις επόμενες μέρες.

Τα "Παράξενα Παιχνίδια" λοιπόν περιγράφουν τον εφιάλτη που θα ζήσει μια οικογένεια με τη μητέρα, τον πατέρα και τον μικρό γιο, οι οποίοι πηγαίνουν στο παραθαλάσσιο τους σπίτι στην εξοχή και γίνονται θύματα δύο ψυχωτικών νεαρών οι οποίοι τους βάζουν να συμμετέχουν σε «αστεία παιχνίδια» με στόχο την διασκέδασή τους. Μερικά από αυτά συμπεριλαμβάνουν την ψυχολογική και σωματική βία, τον εξευτελισμό και τελικά το φόνο. 

Υπόθεση:

Η Αν και ο Τζορτζ αποφασίζουν να πάνε με τον γιο τους, Τζόρτζι, στο εξοχικό τους να ξεκουραστούν. Το τοπίο είναι ειδυλλιακό. Είναι μια υπέροχη μέρα, έχουν κανονίσει να παίξουν γκολφ με τους κολλητούς τους ενώ πατέρας και γιος έχουν πάει να θαυμάσουν το ιστιοπλοϊκό της οικογένειας. Η Αν ετοιμάζει το δείπνο όταν ξαφνικά χτυπάει η πόρτα.
Είναι ο Πίτερ, φιλοξενούμενος των γειτόνων, ο οποίος θέλει να δανειστεί ένα αυγό. Ο νέος είναι ευγενικός και συμπαθέστατος και η Αν τρέχει να τον εξυπηρετήσει. Κάτι όμως δεν της αρέσει στον νεαρό.
Σύντομα, αυτό που φαινομενικά ξεκίνησε σαν ένα χαλαρό διήμερο θα εξελιχθεί σε… εφιάλτη.

Το κύμα επιθετικότητας σαρώνει όλη τη γειτονιά και το τέλος είναι προδεδικασμένο κι αναπόφευκτο.
Και αυτός είναι ο σκοπός του τρομερού Αυστριακού. Να κάνει μία ακραία βίαιη ταινία όχι όμως για να σοκάρει -και μόνο- αλλά... τιμωρώντας όλους εμάς που την παρακολουθήσαμε, επειδή το κάναμε με γνώμονα ότι μας αρέσουν ταινίες βίας!
Οπως λέει ο ίδιος, “ήταν μια αντίδραση σε αυτό που εγώ ονομάζω αμερικάνικο σινεμά, γεμάτο βία και αφέλεια, προσπάθησα να βρω τρόπους να δείξω τη βία ακριβώς όπως είναι, εξαιρετικά δύσπεπτη”.

Η αλήθεια πάντως είναι ότι ο Μίκαελ Χάνεκε παίζει με τα νεύρα του θεατή και δοκιμάζει επίμονα τις αντοχές του.

Ο Χάνεκε πάντως δεν οδεύει στα τυφλά. Έχει στόχο. Σημαδεύει και ξεσκίζει το πρότυπο του καθωσπρεπισμού. Μιας τέλειας ζωής, γεμάτη ευγένεια, ευπρέπεια και αποτελούμενη από εκνευριστικούς κανονισμούς που διέπουν την αστική τάξη.
Αυτό απεικονίζεται με τον καλύτερο τρόπο στην παρουσίαση των εισβολέων - σαδιστών, οι οποίοι δεν φοράνε τίποτε κουρέλια, ούτε δείχνουν αλήτες, παρά είναι ντυμένοι στα λευκά(!), με λευκά γάντια, ευπαρουσίαστοι και ευγενείς νέοι, που διαθέτουν μία καλά κρυμμένη βαρβαρότητα και που δεν γίνεται, άμα τη εμφανίσει τους να σε κάνουν να σκεφτείς ότι μπορεί να είναι δολοφόνοι, βιαστές, σαδιστές, όπως θα φανεί στη συνέχεια.

Πάντως, ο Χάνεκε ντύνει την ταινία με μία art house αισθητική, κάτι που κάνει το "Funny Games" προσιτό και εν τέλει αγαπημένο φιλμ από μία μεγάλη μερίδα του κοινού.

Εκεί που πάει να εξιλεωθεί και να λυτρώσει και όλους εμάς, ο Haneke χρησιμοποιεί το έξυπνο κόλπο του "rewind" στην ταινία, με την επιτηδευμένα γελοία χρήση του τηλεκοντρόλ, όταν φαίνεται ότι η Anna (Susanne Lothar) τελικά θα πιάσει το όπλο και θα σκοτώσει τους αλήτες.
Αλλά δεν υπάρχει τιμωρία, ούτε κάθαρση (από καμία πλευρά). Και αυτό είναι προαποφασισμένο.
Εδώ είναι που ο σκηνοθέτης φανερώνει καθαρά πλέον το στόχο της ταινίας. Δεν είναι ψυχαγωγία, είναι ψυχανάλυση.

Κι όσοι από σας μπορεί να τρέφετε αυταπάτες για μια διέξοδο αισιόδοξη, απλά θα χαρείτε προσωρινά, αλλά θα έχετε πέσει στην παγίδα ενός μακάβριου σκηνοθετικού σαδιστικού τρικ.
Ένα δαιμόνιο σχέδιο του Χάνεκε, που όμως έχει το σκοπό του:
να μας κάνει να νοιώσουμε στο πετσί μας την αγριότητα που μας κρύβει ηθελημένα η τηλεόραση, να μας αφυπνίσει, κάνοντας μας να αισθανθούμε ανασφαλείς, αναλώσιμοι κι απολύτως ευάλωτοι.

Τα απανωτά σοκ που μας "προσφέρει" με το "Funny Games" ο Χάνεκε, είναι αναμενόμενα γιατί ο κλοιός στενεύει ολοένα κι η θηλιά μας πνίγει αργά και βασανιστικά. Ο Αυστριακός θέλει να μας ξυπνήσει από έναν λήθαργο που μας έχουν ρίξει. Και για να έχει αποτέλεσμα, το κάνει με τον τρόπο που μας "αρέσει". Βίαια και σαδιστικά με μια ανελέητα ρεαλιστική (ή μήπως μη ρεαλιστική;) απεικόνιση πόνου και τρόμου...

Οπωσδήποτε έχουμε να κάνουμε με ένα πολύ σπουδαίο φιλμ. Προσωπικά απορώ και ενίσταμαι γιατί ο ίδιος ο Χάνεκε δέκα χρόνια μετά (2007) γύρισε ένα ριμέικ, ξεπατικώνοντας ακριβώς τα ίδια πράγματα, στην Αμερικάνικη(;) εκδοχή του...

Βαθμολογία: 7,5/10

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2009

, Robert Bresson, 1945


"Οι Κυρίες του Δάσους της Βουλώνης" είναι ο τίτλος αυτής εδώ της ασπρόμαυρης, δεύτερης μεγάλου μήκους ταινίας του Robert Bresson -ενός δασκάλου του σινεμά- και του 1945.

Υπόθεση:
Η Ελέν, μια νεαρή χήρα που συζεί με τον Ζαν, κάποια στιγμή αρχίζει να υποψιάζεται ότι αυτός δεν την αγαπάει πια. Για ν' ανακαλύψει την αλήθεια, αποφασίζει να του πει ψέματα και εξομολογείται ότι δεν είναι πια ερωτευμένη μαζί του. Ο Ζαν παραδέχεται το γεγονός αυτό και για τον εαυτό του και τότε η Ελέν, συγκλονισμένη από τη φοβερή αποκάλυψη, τον διαβεβαιώνει ότι θα μείνουν για πάντα φίλοι, ενώ μέσα της προετοιμάζει μεθοδικά την εκδίκησή της. Σ' ένα καμπαρέ, εντυπωσιάζεται από την ομορφιά της γοητευτικής χορεύτριας Ανιές, η μητέρα της οποίας είναι παλιά γνωστή της Ελέν. Όταν αυτή τους προτείνει το σχέδιό της, μητέρα και κόρη συμφωνούν, αλλά τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως είχαν υπολογίσει...
 Η εκδίκηση μέσα από το μινιμαλιστικό πρίσμα της μοναδικής ματιάς του Γάλλου σκηνοθέτη.
 
Ο Μπρεσόν μετέφερε ένα διήγημα του Ντιντερό, "Ο Ζακ ο µοιρολάτρης και ο αφέντης του", στη δεκαετία του '40, εικονογραφώντας το θέμα της εκδίκησης μιας «τραυματισμένης» γυναίκας που θέλει να γελοιοποιήσει τον άντρα. Ο Ζαν Κοκτό (Jean Cocteau) έγραψε τους διαλόγους, όμως η ταινία δεν συνάντησε επιτυχία στην εποχή της, αλλά πολύ αργότερα καταξιώθηκε στη συνείδηση των σινεφίλ..

Κάτι που συνέβει ουκ ολίγες φορές με πάμπολλες -πολύ αργότερα αναγνωρίσιμες ως- σπουδαίες ταινίες, αλλά και παγκοσμίως καταξιωμένους σκηνοθέτες, που διέθεταν το χάρισμα - κατάρα να έχουν γεννηθεί πολύ μπροστά από την εποχή τους, με αποτέλεσμα να καταξιώνονται από το ευρύ κοινό, πολλές δεκαετίες αργότερα.
 
  Για ορισμένους "Οι κυρίες του δάσους της Βουλώνης" ίσως είναι -κατά σημεία- μία κουραστική ταινία. Εμένα πάλι δεν με κούρασε στιγμή. Αντιθέτως, οι πολύ καλές ερμηνείες, κυρίως της βασικής πρωταγωνίστριας Maria Casares, διάσηµη θεατρική ηθοποιός της εποχής, και το πλάσιμο των χαρακτήρων απ΄ τον δάσκαλο του μινιμαλισμού, Μπρεσόν, που -και- εδώ βάζει τους ήρωές του να αγγίζουν τα όρια του εαυτού τους, σε συνδυασμό με το εξαιρετικό σενάριο αποτελούν αυτό το σπουδαίο δημιούργημα του μεγάλου "Απλού" του κινηματογράφου, Γάλλου σκηνοθέτη.

«Οδεύω, χωρίς να το επιδιώκω, προς την απλότητα. Πιστεύω ότι η απλότητα είναι κάτι που ποτέ δεν πρέπει να το επιδιώκεις. Οταν έχεις δουλέψει αρκετά, τότε η απλότητα έρχεται από μόνη της. Είναι πολύ κακό να επιδιώκεις από πολύ νωρίς την απλότητα: εκεί οφείλονται η κακή ζωγραφική, η κακή λογοτεχνία, η κακή ποίηση. Η απλότητα πρέπει να είναι το κυρίαρχο στοιχείο. Το έχω πει και στο παρελθόν: η φωτογραφία δεν λέει την αλήθεια. Το ίδιο άτομο κάτω από δύο διαφορετικούς φωτισμούς μοιάζει να είναι κάποιος άλλος», είχε πει ο Μπρεσόν για την "Απλότητα", μία λέξη που όριζε συχνά το λιτό και ουσιαστικό έργο του πολύ σπουδαίου σκηνοθέτη.
Και που μέσα από αυτή την απλότητα, ο Μπρεσόν έφτιαχνε ταινίες που έμελλε να αποτελέσουν μαθήματα προς μελέτη αρκετών μεταγενέστερων σκηνοθετών.
1945 «Οι κυρίες του δάσους της Βουλώνης», 1959 «Ο πορτοφολάς», 1962 «Η δίκη της Ζαν ντ' Αρκ»,  1966 «Στην τύχη ο Μπαλταζάρ», 1967 «Μουσέτ», 1974 «Ο Λανσελότος της λίμνης», 1977 «Ο Διάβολος πιθανώς...» , 1983 «Το χρήμα», σε χρονολογική σειρά, οι αγαπημένες -από τον Μπρεσόν- του γράφοντος.

Όπως επίσης είχε σταθεί στην "Φόρμα" των ταινιών:
«Για μένα η φόρμα είναι το μόνο πράγμα μέσα από το οποίο μπορώ να δω την ταινία μου. Είναι παράξενο: όταν την ξαναβλέπω, βλέπω μόνο πλάνα. Δεν έχω ιδέα αν η ταινία είναι συγκινητική ή δεν είναι. Δίνω τεράστια σημασία στη φόρμα. Και θεωρώ ότι τον ρυθμό τον καθορίζει η φόρμα. Ο ρυθμός όμως είναι παντοδύναμος. Είναι το πρώτο και το κύριο. Ακόμη και όταν σχολιάζουμε μια ταινία, πρώτα το βλέπουμε αυτό το σχόλιο, πρώτα το νιώθουμε, ως ρυθμό. Στη συνέχεια γίνεται χρώμα ψυχρό ή θερμό και ύστερα αποκτά νόημα. Το νόημα όμως έρχεται τελευταίο».

Μία φόρμα, σαφώς επηρεασμένη από τον Καθολικισμό του Γάλλου δημιουργού.

14(!) μόλις ταινίες έκανε ο Μπρεσόν, στην 46χρονη περίπου πορεία του, φτιαγμένες από το ίδιο υλικό που φτιάχνονται τα αριστουργήματα.  
  Τί έχουν πει για τον Μπρεσόν ορισμένοι συνάδελφοι του:
Ο Robert Βresson είναι ο Γαλλικός κινηματογράφος, όπως ο Ντοστογιέφσκι είναι το Ρώσικο μυθιστόρημα και ο Μότσαρτ είναι η Γερμανική μουσική
Ζαν-Λυκ Γκοντάρ
 

Για πολλούς λόγους θεωρώ τον Βresson μοναδικό φαινόμενο στον κόσμο της κινηματογραφίας.
Αντρέι Ταρκόφσκι
 

Σ' έναν κινηματογράφο που πασχίζει ακόμα να βρει την έκφρασή του, το έργο του Βresson υψώνεται σαν το βέλος στην κορυφή ενός καθεδρικού ναού.
Ζιλ Ζακόμπ
 

Ο Βresson δεν είναι δάσκαλος αλλά υπόδειγμα.
Ερίκ Ρομέρ 

 

Βαθμολογία: 7,5/10

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2009

Children of Heaven, Majid Majidi, 1997


"Τα παιδιά του παραδείσου" (Bacheha-Ye aseman ο πρωτότυπος τίτλος) είναι μία σπουδαία ταινία από το μακρινό Ιράν, του πολύ σημαντικού σκηνοθέτη, Ματζίντ Ματζιντί (Majid Majidi). Μια εκ των έσω ματιά για τα τεράστια προβλήματα που μαστίζουν τις χώρες του τρίτου κόσμου. Το ιδιαίτερα δύσκολο παρών που βιώνουν οι χώρες αυτές και οι κάτοικοι τους, αλλά και το ακόμη πιο δυσοίωνο μέλλον, όπως αυτό προβλέπεται αν δεν αλλάξει κάτι, θεαματικά προς το καλύτερο.
Ο μέσος θεατής, ο ανυποψίαστος περί των συνθηκών που επικρατούν σήμερα σε χώρες όπως το Ιράν, δε μπορεί παρά να συγκινηθεί αλλά και να προβληματιστεί έντονα γύρω από το τί συμβαίνει λίγο πιο πέρα από την ευημερία της Δύσης.


Ο Ιρανός σκηνοθέτης κινηματογραφεί με ρεαλισμό (τα στοιχεία νεορεαλισμού θυμίζουν έντονα τον "Κλέφτη ποδηλάτων" του Ντε Σίκα), παραθέτοντας μια ευαίσθητη και ανθρώπινη ματιά πάνω στα προβλήματα που βιώνει η χώρα του. Οι δύο νεαροί πρωταγωνιστές, ο 9χρονος Αλί (Μοχάμεντ Αμίρ Ναντζί) και η μικρότερη αδελφή του, Ζόρα (Αμίρ Φαρόκ Χασεμιαν), είναι αρκετά συμπαθείς και κερδίζουν και αυτοί την τρυφερή και συγκινητική προσέγγιση από τον θεατή. Άλλωστε η ταινία παρουσιάζει δυναμικά τα παιδιά, σε αντίθεση με τους ενήλικες. Και το κάνει, επειδή είναι μία ταινία για τα παιδιά. Αυτά αγκαλιάζει ο σκηνοθέτης, πάνω σε αυτά ρίχνει όλη την ανθρώπινη ματιά του. Και φυσικά αποσπά τρομερές ερμηνείες από ερασιτέχνες ηθοποιούς. Μεγάλο τρικ κάνει εδώ ο Ιρανός, με το οποίο "εκμαιεύει" τις δυνατές ερμηνείες των νεαρών ηθοποιών που διαθέτουν αφοπλιστική αθωότητα.
Σεκάνς ανθολογίας αποτελεί ο γώνας δρόμου των παιδιών στο πάρκο, στο τέλος αυτού του πανέμορφου, λιτού, ανθρώπινου φιλμ, που κλείνει επιδεικτικά το μάτι σε πολλές υψηλού μπάτζετ, χολυγουντιανές ταινίες, που βασίζονται σε φθηνούς εντυπωσιασμούς και τεχνητούς εφησυχασμούς.
Ένα καταπληκτικό φιλμ, διάρκειας μόλις 87΄, που έφτασε να προταθεί για Oscar καλύτερης ξένης ταινίας  (για πρώτη φορά ταινία από το Ιράν κερδίζει τέτοια υποψηφιότητα) για να το χάσει τελικά από τον Μπενίνι και το ανεκδιήγητο "Η Ζωή είναι Ωραία". Κέρδισε ωστόσο το βραβείο καλύτερης ταινίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μόντρεαλ.

Υπόθεση:
Τα παπούτσια της Ζοχρε χάθηκαν. Τα έχασε ο μεγαλύτερος αδελφό της ο Αλί. Είναι πολύ φτωχοί για να αγοράσουν καινούρια και η Ζοχρε μένει ξυπόλυτη, μέχρι που τα δυο παιδιά έχουν μια ιδέα. Να μοιραστούν τα παπούτσια του Αλί. Θα συναντιούνται και θα αλλάζουν τα παπούτσια όταν το κάθε ένα από αυτά θα πηγαίνει στο σχολείο. Θα πετύχει το σχέδιο τους; Βαθιά συναισθήματα, όπως η λύπη της Ζοχρε, η αγωνία του Αλί, η σχέση μεταξύ των δύο αδελφών κάνουν την ταινία συγκινητική αλλά και ευχάριστη για τον θεατή.
Πρόκειται για μία πεσιμιστικά αισιόδοξη ταινία, καθώς ο Ματζιντί μέσα από τη φτώχεια, την εξαθλίωση, τη δυστυχία, αναδεικνύει έντονα συναισθήματα και σημαντικές ανθρώπινες αξίες όπως -κυρίως- η αγάπη και η αλληλεγγύη, η αξιοπρέπεια, ο σεβασμός, η επικοινωνία. Κι όλα αυτά, ο σπουδαίος σκηνοθέτης τα αναδεικνύει μέσα από ένα απλό, άψυχο αντικείμενο. Ένα ζευγάρι παπούτσια...

ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ:
1997, AFI FEST, υποψηφιότητα για Grand Jury Prize. 1999, ACADEMY AWARDS, USA, υποψηφιότητα για OSCAR Best Foreign Language Film. 1997, FAJR FILM FESTIVAL, βραβείο Best Film. 1997, LUCAS INTERNATIONAL FESTIVAL OF FILMS FOR CHILDREN, βραβείο Children’s Section. 1997, MONTREAL WORLD FILM FESTIVAL, βραβεία FIPRESCI, Grand Prix, Prize of the Jury, Public Prize, μεταξύ άλλων πολλών..

Τι αληθινός, λιτός, ανθρώπινος, ζωντανός και πολύ συναρπαστικός κινηματογράφος!


Βαθμολογία: 7,5/10

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

Les Quatre Cents Coups, Francois Truffaut, 1959



"Τα 400 Χτυπήματα", ενός μεγάλου δασκάλου του κινηματογράφου, του Φρανσουά Τρυφώ, πέρα από μία κλασική, αριστουργηματική ταινία, είναι ένα πολιτισμικό διαμάντι, κομμάτι της πλούσιας παρακαταθήκης που μας άφησε ο, πολύ νωρίς εκλιπών, μόλις 52 ετών, σπουδαίος Γάλλος σκηνοθέτης.
Ένα πανέμορφο φιλμ, από τη χρυσή εποχή της Νouvelle Vague, γλυκόπικρο, για να μην πω πικρό, λυρικό, συγκινητικό, που μιλάει με ευαισθησία για την παιδική ηλικία και το πέρασμα στην εφηβεία, μέσα από τις περιπέτειες ενός ατίθασου 13χρονου αγοριού απ΄ το Παρίσι (πρώτη μιας σειράς ταινιών που, στα επόμενα χρόνια, θα γυρίσει ο Τρυφώ γύρω από τη ζωή του κινηματογραφικού του ήρωα με πρωταγωνιστή πάντα τον Ζαν-Πιερ Λεό). Και το κυριότερο; Παραμένει τόσο φρέσκια, μισό αιώνα μετά! 

Εδώ, στην σημαντικότερη ίσως στιγμή του, ο Τρυφώ προσφέρει μαθήματα κινηματογράφου, ακολουθώντας πιστά τον ρεαλισμό, αλλά δίχως να καταφεύγει σε υπερβολές ή ακρότητες, κάνοντας μια ταινία γεμάτη με προσωπικά βιώματα. 
Όπως ο ίδιος ο Τρυφώ έχει δηλώσει, ο κινηματογράφος τον έσωσε από μια εγκληματική ζωή, όταν ο κριτικός κινηματογράφου των περιβόητων «Καγιέ ντι σινεμά», Αντρέ Μπαζέν, τον ενθάρρυνε να γίνει κριτικός και να γυρίσει την πρώτη του ταινία, σε νεαρή ακόμη ηλικία. 
Και εμείς ευγνωμονούμε τον Μπαζέν από τα βάθη της καρδιάς μας!
Επίσης τα «Τα 400 χτυπήματα» είναι αφιερωμένα στον Μπαζέν.  
Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που κάνει τα "400 χτυπήματα" τόσο ξεχωριστό φιλμ. Η κατάθεση ψυχής από τον σκηνοθέτη.
Ο δε πιτσιρικάς που πρωταγωνιστεί, Αντουάν Ντουανέλ (Ζαν-Πιερ Λεό), είναι απολαυστικός, ιδιαίτερα εκφραστικός και πέρα για πέρα συμπαθής.



Η υπόθεση της ταινίας: Ο 13χρονος Αντουάν Ντουανέλ νιώθει να ασφυκτιά ανάμεσα στην αυταρχικότητα του σχολείου και την αδιαφορία των γονέων του. Κάνει κοπάνες για να πάει σινεμά ή να εκδράμει μέχρι τη θάλασσα, όμως η κλοπή μιας γραφομηχανής θα τον οδηγήσει στο αναμορφωτήριο. Από κει θα δραπετεύσει και τρέχοντας θα βρεθεί στην θάλασσα. Την οποία ονειρευόταν και θα αντικρύσει για πρώτη φορά. Και η οποία θα αποτελέσει τον παράδεισο του. Τον απεγκλωβισμό από τα βάσανα του.




Ο νεαρός λοιπόν ασφυκτιά. Στο σχολείο, ο καθηγητής τον αντιπαθεί. Στο σπίτι, η μητέρα του και ο πατριός του τον αντιμετωπίζουν μα αδιαφορία, τον θεωρούν ανεπρόκοπο. Ο Αντουάν για να εξοικονομήσει λίγα χρήματα και να πραγματοποιήσει το ταξίδι προς την ελευθερία του, κλέβει μια γραφομηχανή, αλλά δεν καταφέρνει να την πουλήσει. Επιστρέφοντάς την στο γραφείο του πατέρα του απ’ όπου την είχε πάρει, συλλαμβάνεται. Ο δικαστής θα τον κλείσει σε αναμορφωτήριο. Και τότε ο μικρός ήρωας θα το σκάσει και δίχως να κοιτάξει πίσω του, ύστερα από πολύ τρέξιμο θα κατορθώσει να φτάσει στη θάλασσα. Η θάλασσα συμβολίζει φυσικά την προσωπική κάθαρση του μικρού, που ισοδυναμεί με την απόλυτη ευτυχία, την αντάμωση της ελευθερίας.

Η τελευταία σεκάνς της ταινίας, είναι απλά μαγευτική, αξέχαστη. Η τελευταία λήψη απεικονίζει τον πιτσιρικά με ένα βαθύ βλέμμα του στην κάμερα, το οποίο ξορκίζει για πάντα το παρελθόν και ατενίζει άφοβα, με αισιοδοξία το μέλλον.



 Τα 400 χτυπήματα ήταν η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του Τρυφώ και απέσπασε στις Κάννες -τη χρονιά που εμφανίστηκε- το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας.
  
Magnifique film!

Βαθμολογία: 10/10  

Accattone, Pier Paolo Pasolini, 1962



Πρόκειται για την πρώτη ταινία του Πιερ Πάολο Παζολίνι, με τίτλο "Ακατόνε". Ο μεγάλος Ιταλός σκηνοθέτης είχε γράψει αρκετά σενάρια για ταινίες άλλων, πριν ξεκινήσει να σκηνοθετεί ο ίδιος ταινίες.
Την αρχή λοιπόν στην πλούσια φιλμογραφία του κάνει με αυτό εδώ το λιτό, υποβλητικό, ασπρόμαυρο αριστούργημα.

Υπόθεση:
Ο ήρωας, Vittorlo Accattone, κοιταγμένος από τη γωνία λήψης του αστισμού, δεν είναι παρά ο τυπικός εκπρόσωπος των εξαχρειωμένων, ένας σωματέμπορος που κάνει το λάθος να ερωτευθεί, να επιχειρήσει ν’ αλλάξει. Θα συναντήσει το θάνατο, έτσι άδοξα όπως κυλούσαν και οι μέρες της ζωής του. Από μιαν άλλη γωνία, όμως, ο ίδιος διεφθαρμένος παραμένει άδολος και «αθώος». Στην πρώτη του ταινία ο σπουδαίος Ιταλός σκηνοθέτης κινηματογραφεί με πρωτόγονα μέσα, όπως «πρωτόγονη και αρπακτική» -σύμφωνα με τον ίδιο- είναι η ψυχή και η συνείδηση του πρωταγωνιστή του. Η ταινία, βασισμένη στο μυθιστόρημά του «Μια βίαιη ζωή», παραμένει ένα έντιμο ντοκουμέντο πάνω σε μια αδικημένη μερίδα ανθρώπων, όπου η ρεαλιστική περιγραφή του άγονου βίου και της «αμαρτωλής» πολιτείας των λούμπεν, συνδυάζεται έξοχα με μια ποιητική σπουδή της ψυχολογίας και της συμπεριφοράς τους.

Εκείνη την εποχή που ο Παζολίνι κάνει το "Ακατόνε" ο ρεαλισμός υπάρχει ήδη στον Ιταλικό κινηματογράφο. Ο Παζολίνι όμως προσθέτει στον υπάρχοντα ρεαλισμό τη δική του, υπέροχη ποιητική ματιά, δίνοντας έτσι μια ελεύθερη απόδοση της πραγματικότητας και με την οποία κάνει ακόμη πιο έντονο το ρεαλισμό με τον οποίο κινηματογραφεί τη ζωή του ήρωα του και κατ΄ επέκταση σε κάθε περιθωριακή γωνιά του (υπο)προλεταριάτου της Ρώμης, σε κάθε εξαθλιωμένη κοινωνική ομάδα της εποχής.
Μια απόλυτη καταγραφή της ιταλικής κοινωνίας.

Η ταινία ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στην Ακροδεξιά και καθιέρωσε με το καλημέρα στο χώρο του κινηματογράφου, τον Pasolini ως έναν πρωτότυπο και σημαντικό δημιουργό.

Για μένα, το "Ακατόνε" αποτελεί την καλύτερη ταινία του μεγάλου Ιταλού σκηνοθέτη, ανάμεσα σε πολλές και σπουδαίες ταινίες (Μάμα Ρόμα, Το κατά Ματθαίον πάθος, Θεώρημα, Το δεκαήμερο, Θρύλοι του Κεντέμπουρι, Χίλιες και μία νύχτες, 120 μέρες στα Σόδομα και οι "ελληνικές" τραγωδίες Μήδεια, Οιδίπους τύραννος, μεταξύ άλλων. 

Βαθμολογία: 9/10

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Pink Floyd: The Wall, Alan Parker, 1982



Η κινηματογραφική μεταφορά του διασημότερου μουσικού Album του θρυλικού συγκροτήματος των Pink Floyd, από τον δεξιοτέχνη Βρετανό σκηνοθέτη Alan Parker (Το Εξπρές του Μεσονυχτίου, ο Δαιμονισμένος Άγγελος) με τη βοήθεια του σχεδιαστή κινουμένων σχεδίων Gerald Scarfe.
27 χρόνια μετά την προβολή της και μοιάζει τόσο φρέσκια, λαμπερή, καταπληκτική ως σύλληψη, επαναστατική και τόσο μοναδική!

Η Υπόθεση:
Ο Pink μεγάλωσε μόνο με την υπερπροστατευτική μητέρα του, καθώς ο πατέρας του σκοτώθηκε στο καθήκον κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου πολέμου. Λίγα χρόνια αργότερα θα τιμωρηθεί στο σχολείο γιατί άρχισε να γράφει ποιήματα. Τώρα πια εθισμένος στα ναρκωτικά, κι έχοντας σιχαθεί τη μουσική βιομηχανία, σιγά σιγά θα υψώσει ένα τείχος γύρω από τον εαυτό του για να προστατευτεί από τον έξω κόσμο. Δυστυχώς όμως, όσους τοίχους και να υψώσει κανείς, ποτέ δεν θα είναι τελείως προστατευμένος...
Οι Pink Floyd με το "Wall" αλλά και με τη συνολική μουσική τους, ενέπνευσαν και επηρέασαν ένα σωρό μεταγενέστερους καλλιτέχνες της Rock και Pop μουσικής σκηνής, σε πολύ μεγάλο βαθμό.
Η υπέροχη λοιπόν αυτή, μελωδική, διαχρονική, εξαίσια μουσική επένδυση ντύνει θαυμάσια, λυρικά, ευχάριστα μελαγχολικά το φιλμ του Πάρκερ και μας ταξιδεύει στον πανέμορφο, πολύχρονο, πολυδιάστατο, μοναδικό κόσμο των Floyd.
Μοιραία η ανάλυση παραπέμπει στην μουσική, αλλά δε γίνεται αλλιώς. Δεν μπορεί το "The Wall" να μας περιορίσει σε κινηματογταφικά σχόλια αφού δεν έγινε μονάχα ταινία. Να θυμίσω εν τάχει: "The Wall": άλμπουμ, συναυλία στο Βερολίνο, όπερα, κονσέρτο και ταινία!
Μιλάμε για ένα album -για να επιστρέψω στη μουσική- που συζητήθηκε όσο κανένα άλλο, έπλασε συνειδήσεις, προσπάθησε να αλλάξει πράγματα και καταστάσεις και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της Αγγλίας και τις μετέπειτα μεθόδους διδασκαλίας!
 
Η οποιαδήποτε τέχνη περιγράφει περισσότερο παρά καθορίζει την εποχή της. Και αυτό έκαναν και οι Pink Floyd. Συγκεκριμένα με το ιστορικό "Wall", ο εμβληματικός ηγέτης των Πινκ Φλόιντ, και κύριος δημιουργός του ιστορικού τους άλμπουμ, Roger Waters (υπογράφει και το σενάριο για την ταινία του Πάρκερ) εξωτερικεύει όλες τις προσωπικές του ανησυχίες και τους προβληματισμούς του πάνω στα κοινωνικά θέματα της εποχής.

Οι Floyd, γράφοντας το The Wall, επιλέξανε μια ακραία περίπτωση, από αυτές που έχτισαν τη Βρετανία, στη μεταπολεμική περίοδο. Συνδυάζουν την απώλεια από τον μεγάλο πόλεμο, με την αυστηρή μητέρα, το κακοστημένο εκπαιδευτικό σύστημα, τη σεξουαλική απελευθέρωση, την άνοδο των ειδώλων της μουσικής και της βίας και τελικά το απολυταρχικό καθεστώς, μια εύκολη εναλλακτική της ανθρωπότητας.
 

 Κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία:
Από την αρχή που εκδόθηκε το άλμπουμ, ο Roger Waters είχε την ιδέα της απόδοσης του σε ταινία. Μάλιστα επέκτεινε το πρόγραμμα των εμφανίσεων του γκρουπ το 1980 για να συμπεριλάβει τις εικόνες των συναυλιών σε αυτή. Όταν ανέλαβε ο Alan Parker (μεγάλος φαν του γκρουπ) τη σκηνοθεσία, η όλη ιδέα ήταν να πρωταγωνιστήσει ο ίδιος ο Waters. Όμως στα δοκιμαστικά απέτυχε οικτρά και τη θέση του πήρε ο εξίσου διάσημος ροκ τραγουδιστής Bob Geldof, που επίσης δεν είχε καμία εμπειρία από ερμηνευτική. Τα τόσο ιδιαίτερα κινούμενα σχέδια, τα έφτιαξε ο Gerald Scarfe και από μόνα τους είναι εφιαλτικά αριστουργηματικά. Τα τραγούδια, άλλα διασκευαστήκανε (μεταξύ αυτών το διάσημο Another Brick in the Wall), άλλα μείνανε ως έχουν, άλλα εξαφανιστήκανε (Hey You), ενώ προστεθήκανε και λίγα ακόμα, που οι Floyd προσθέσανε σε επόμενα άλμπουμ. Δεν υπάρχει διάλογος, απλά οι εικόνες ακολουθούν τη μουσική. Κατά τα γυρίσματα, η κόντρα των δύο δημιουργών εντάθηκε τόσο πολύ, ώστε ο Parker απειλούσε συνεχώς με φυγή, αλλά και ο Waters ποτέ δεν παραδέχτηκε πως του αρέσει το αποτέλεσμα.
Στα παράδοξα, ο Bob Geldof στη βιογραφία του, μετά από χρόνια, διηγείται πως έμαθε για το σχέδιο, από τον παραγωγό, κατά την μετάβαση του σε ταξί και πως άμεσα εξήγησε πως δεν το ήθελε, γιατί αντιπαθούσε τη μουσική των Floyd. Ο Roger Waters δεν χρειάστηκε να το μάθει τόσο αργά, αφού ο οδηγός ήταν αδελφός του! Ακόμα στη σκηνή με το δικτατορικό παραλήρημα του ήρωα, ο σκηνοθέτης χρησιμοποίησε αληθινούς νεοναζί, για να υπάρχει περισσότερος ρεαλισμός. 

 Η ταινία έχει κερδίσει δύο βραβεία BAFTA, καλύτερου ήχου και καλύτερου τραγουδιού.

Ένα λυρικό, ποιητικό, εικαστικό και μουσικό αριστούργημα!


Βαθμολογία: 9/10