banner

image

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

4 luni 3 saptamani si 2 zile, Cristian Mungiu, 2007



4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 μέρες, είναι ο ελληνικός τίτλος (4 luni, 3 saptamâni si 2 zile ο αυθεντικός) αυτής εδώ της πολύ δυνατής και πολυβραβευμένης Ρουμανικής ταινίας του Κριστιάν Μουντζίου.

Τον ανερχόμενο Ρουμάνο σκηνοθέτη, τον είχαμε γνωρίσει στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα του 43ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου συμμετείχε με την κωμική ταινία Occident (Δύση, 2002). 

Εδώ, με το 4-3-2,  ο Mungiu κάνει μία απλή ταινία, καθώς αναφέρεται σε ένα θέμα -μία παράνομη έκτρωση στη Ρουμανία του δικτάτορα Ceauşescu-, αλλά το αποτέλεσμα τελικά είναι εξαιρετικό, αφού ο έντονος ρεαλισμός κυριαρχεί (πολύ λιτή η ταινία σε εικόνα και ήχο). Ακόμα, ο σκηνοθέτης μέσα από ένα απλό θέμα, θέτει ερωτήματα πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις, τις αντοχές, τη φιλία, την υπέρβαση..
Με μία εξιστόριση της οδυνηρής πραγματικότητας, ο σκηνοθέτης θα προσεγγίσει τους ήρωές του με τρομακτικά φυσικό τρόπο, έχοντας ουσιαστικά την κάμερα ως παρατηρητή και μάρτυρα των συγκλονιστικών γεγονότων. Επίσης, η κάμερα, με τα πολλά, συνεχόμενα μονοπλάνα, είναι εκείνη που λειτουργεί ως "εξομολογητής" του ψυχικού κόσμου και των συναισθημάτων των ηρώων του.
Οι δύο βασικές ερμηνείες είναι πολύ δυνατές και ειδικά εκείνη της φίλης της εγκυμονούσας.
Στο πρόσωπο των Otilia και Gabita καθρεφτίζονται τα πρόσωπα χιλιάδων γυναικών του χθες και του σήμερα, που έρχονται αντιμέτωπες με την οποιασδήποτε μορφής αδιαφορία, το σεξισμό, την κοινωνική καταπίεση και κατακραυγή.
Ο Cristian Mungiu αρνείται να πάρει σαφή πολιτική και κοινωνική θέση απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις. Aποστασιοποιημένος από το θέμα των εκτρώσεων, ακολουθεί με την κάμερα στο χέρι την Otilia, μία νεαρή φοιτήτρια (Anamaria Marinca), η οποία θυσιάζει τα πάντα προκειμένου να βοηθήσει τη συναισθηματικά και ψυχικά ασταθή φίλη της, ώστε να προβεί στη πολυπόθητη έκτρωση, σε μια διαταραγμένη πολιτικά για τη Ρουμανία περίοδο, όπου τέτοιες πράξεις απαγορεύονταν δια νόμου, με συνέπεια να γίνονται στο περιθώριο, παράνομα και με επικίνδυνες μεθόδους.


Η ταινία αξίζει και με το παραπάνω. Θίγει μόλις ένα από τα πάμπολλα προβλήματα που "στοίχειωναν" τη Ρουμανία των τελευταίων χρόνων του Τσαουσέσκου (του δικτάτορα που κατηγορήθηκε για καταστρατήγηση ορισμών όπως: ελευθερία, σοσιαλισμός κ.ά., καθώς και για καταπάτηση ανθρώπινων ελευθεριών). 
Το στόρι ξετυλίγεται κατά τη διάρκεια μίας μέρας: Η πρωταγωνίστρια είναι έγγυος και αποφασίζει με τη βοήθεια της φίλης της (καταπληκτική ερμηνεία) να πάει κόντρα στο φασιστικό νόμο, κάνοντας παράνομη έκτρωση.. 
Και ο Κριστιάν Μουντζίου στήνει ένα υποβλητικό δράμα, άρτια δομημένο, σκοτεινό, γεμάτο ένταση, αγωνία, συμβολισμούς, δίχως να "εκμαιεύει" τη συγκίνηση. Μεγάλο ταλέντο ο Ρουμάνος, καρπώνεται δικαίως με το Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, αλλά και το βραβείο του καλύτερου Ευρωπαϊκού φιλμ στο Βερολίνο.


Ο σκηνοθέτης της ταινίας Cristian Mungiu στην συνέντευξή τύπου κατά την διάρκεια του Φεστιβάλ Καννών εξηγεί: «Το σενάριο έχει σαν αφετηρία ένα είδος προσωπικής εμπειρίας, την οποία όμως συνήθως δεν μοιραζόμαστε με τους άλλους. Είναι μια ιστορία σχετικά με επιπτώσεις οι οποίες συνήθως δεν συζητιούνται -είναι αθέατες και ωστόσο είναι κάτι κοινό για πολλούς ανθρώπους. Πέρα απ’ όλα είναι μια ιστορία έκτρωσης σε μια εποχή, όταν μια τέτοια πράξη ήταν μια πράξη διαμαρτυρίας ενάντια σ’ ένα καθεστώς που ήθελε να επιβάλλει την τάξη και την πειθαρχία απαγορεύοντας τις αμβλώσεις».
Και συνεχίζει: «Δεν ήθελα να κάνω μια ταινία για τις αμβλώσεις και τον κομμουνισμό. Νομίζω ότι η ταινία πάει πέρα απ’ αυτά. Οι αμβλώσεις είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα της επιρροής που είχε η προπαγάνδα και η εκπαίδευση -αν και εκείνη την εποχή δεν το καταλαβαίναμε. Ο Τσαουσέσκου (σ.τ.μ. ο κομμουνιστής ηγέτης που κυβερνούσε την Ρουμανία εκείνη την εποχή) είχε απαγόρευσει τις αμβλώσεις για να δημιουργηθεί ένα πλήθος ανθρώπων που θα ικανοποιούσαν τις προσδοκίες του κομμουνιστικού κόσμου. Αποτέλεσμα αυτών ήταν τα χρόνια που ακολούθησαν τη δεκαετία του 70 να υπάρχουν 4-5 μεγάλες γενιές, πολύ μεγαλύτερες από τις προηγούμενες. Οι γυναίκες δεν ήταν προετοιμασμένες και γι’ αυτό γεννήθηκαν πολλά παιδιά. Ένα από τα πρώτα σημάδια ελευθερίας στη Ρουμανία μετά την πτώση του κομμουνισμού ήταν να γίνουν οι αμβλώσεις πάλι νόμιμες. Τα πρώτα δύο χρόνια είχαμε σχεδόν ένα εκατομμύριο αμβλώσεις σε μια χώρα 20 εκατομμυρίων.»

Η ταινία τιμήθηκε με τον χρυσό φοίνικα στο φεστιβάλ των Καννών (Ο Mungiu έγινε ο πρώτος ρουμάνος σκηνοθέτης που κερδίζει το «Χρυσό Φοίνικα»), πήρε το βραβείο του καλύτερου Ευρωπαϊκού φιλμ στο Βερολίνο. αλλά και άλλα βραβεία. 
Σίγουρα πρόκειται για την καλύτερη ταινία του 2007. Οπωσδήποτε πρόκειται και για μία από τις σπουδαιότερες ταινίες της δεκαετίας!



Βαθμολογία: 9/10

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

El Greco, Γιάννης Σμαραγδής, 2007


Το θέμα της πολυσυζητημένης και διαφισμένης αυτής ταινίας του Γιάννη Σμαραγδή, είναι η ζωή του Κρητικού αναγεννησιακού ζωγράφου Δομίνικου Θεοτοκόπουλου (Νικ Άσντον), που έγινε γνωστός με το όνομα Έλ Γκρέκο (Ο Έλληνας). Η ιστορία της ταινίας ξεκινάει από την Κρήτη, όταν ο νεαρός ζωγράφος γνωρίζει και ερωτεύεται την Φραντζέσκα ντα Ρίμι (Δ. Ματσούκα), κόρη του Ενετού κυβερνήτη της Κρήτης και την ακολουθεί στη Βενετία μαζί με τον σύντροφο και φύλακά του Νικολό (Λ. Λαζόπουλος). Μετά από τη μαθητεία στα εργαστήρια του Τιτσιάνο (Σ. Μουστάκας), ο Θεοτοκόπουλος θα φύγει για το Τολέδο της Ισπανίας όπου θα γίνει διάσημος στους καλλιτεχνικούς και θρησκευτικούς κύκλους για την ικανότητά του να φωτίζει τα πρόσωπα απλών ανθρώπων, οι οποίοι μέσα από τους πίνακές του μεταμορφώνονται σε Αγίους. Αυτό θα τον φέρει αντιμέτωπο με τον μεγάλο ιεροεξεταστή Νίνιο ντε Γκεβάρα (Χουάν Ντιέγο Μπότο), που τον κατηγορεί για βλασφημία, κατηγορία που εκείνη την εποχή έφερε την ποινή του θανάτου στην πυρά.


Η ταινία είναι μέτρια. Και είναι μέτρια από τη στιγμή που δεν αγγίζει τα κινηματογραφικά standards του θέματος με το οποίο καταπιάνεται (σ.σ. βιογραφία). {Προσωπικά θα αγνοούσα την ταινία εάν δεν αφορούσε στον αγαπημένο μου ζωγράφο}.
Κινηματογραφικά λοιπόν, το "El Greco" υστερεί στα κάτωθεν: 

* Στα βιογραφικά έργα πρωτεύοντα ρόλο ΠΡΕΠΕΙ να έχει ο άνθρωπος στον οποίο αναφέρονται. Και ο -κατά τ' άλλα πολύ καλός- ηθοποιός του Σμαραγδή δεν "καπελώνει" την ταινία με την προσωπικότητα και τη ζωή του ζωγράφου που υποδύεται, παρά αποτελεί ένα -ακόμη- μέρος της! 
* Εξίσου σημαντικό ρόλο σε οποιαδήποτε βιογραφία αποτελεί η ακριβής καταγραφή-περιγραφή των γεγονότων -αλλά και της ίδιας- της εποχής. Κάτι στο οποίο η δουλειά του σκηνοθέτη μάλλον κρίνεται ως πρόχειρη. 
* Η Ματσούκα κρίνεται -επιεικώς- ανεκδιήγητη! Ο Λαζόπουλος απλά αδιάφορος.
* Όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το τελικό αποτέλεσμα δεν αντικατοπτρίζει την προαναγγελία από πλευράς συντελεστών και -ορισμένων- κριτικών για μία εκπληκτική βιογραφική ταινία του σπουδαιότερου -ίσως- Έλληνα ζωγράφου. Απλά δεν έχει ΤΙΠΟΤΑ να πει. Δεν δίνει στον μέσο θεατή, που δε γνωρίζει περί ζωγραφικής ή ιστορίας να καταλάβει γιατί ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος υπήρξε ένας σπουδαίος ζωγράφος αλλά και να απορροφήσει στοιχεία του χαρακτήρα και της πολυτάραχης ζωής του καλλιτέχνη. Επί της ουσίας δεν παρουσιάζει το "προφίλ" ούτε του ανθρώπου Θεοτοκόπουλου ούτε του καλλιτέχνη "Ελ Γκρέκο".

Βέβαια, η ταινία έχει και θετικά σημεία, τα εξής:

* Την καλή σκηνοθεσία, τα συμπαθητικά σκηνικά και την όμορφη φωτογραφία.
* Την καλή ερμηνεία του Νικ 'Ασντον ως "Δομήνικος Θεοτοκόπουλος" και την ακόμη καλύτερη του Χουάν Ντιέκο Μπότο ως "Νίνο Ντε Γκεβάρα".
* Το κύκνειο άσμα του αείμνηστου και Μεγάλου Σωτήρη Μουστάκα, ο οποίος κάνει τη διαφορά εμφανιζόμενος 2 λεπτά!
* Την ενδιαφέρουσα μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου.
 

Σύνοψη:

Η ταινία ΔΕΝ μπορεί να σταθεί σαν βιογραφία, γιατί απουσιάζουν στοιχεία του χαρακτήρα και της ζωής του Θεοτοκόπουλου, ενώ κάποια άλλα δίνονται πρόχειρα. 'Αρα ελειπέστατο σενάριο. Έχει δυο βασικές καλές ερμηνείες και αρκετές κακές και αδιάφορες. Καλή σκηνοθεσία, όμορφη φωτογραφία και μουσική. Πολύς θόρυβος για μία ΜΕΤΡΙΟΤΗΤΑ. Ο Ελληνικός κινηματογράφος έχει να επιδείξει ΤΑΙΝΙΑΡΕΣ, αλλά από παλαιότερα χρόνια.

Ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο για τον αξέχαστο Σωτήρη Μουστάκα:
Κάποτε ο ίδιος ο John Kassavetes, εκτιμώντας το ταλέντο του από την εμφάνισή του στο 'Ζορμπά', απέστειλε αεροπορικά εισιτήρια στο ζεύγος Μουστάκα ώστε να μεταναστεύσει στην Αμερική. Δεν πήγε ποτέ...

Βαθμολογία: 4/10

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Ladri di Biciclette, Vittorio De Sica, 1948



"Ο Κλέφτης των Ποδηλάτων" του σπουδαίου Ιταλού σκηνοθέτη, Βιτόριο Ντε Σίκα, είναι μία από τις σημαντικότερες ταινίες της Ιταλίας, ο ορισμός του νεορεαλισμού, αλλά και μία ταινία-σταθμός στην ιστορία του κινηματογράφου. Μία ταινία απλή, υπέροχα λιτή και ευαίσθητα ανθρώπινη. Ή αλλιώς ένα κλασικό αριστούργημα.

Η Υπόθεση:
Η ταινία αρχίζει σε μια αλάνα, όπου ένα γεμάτο αγωνία τσούρμο ανέργων περιμένει να ακούσει ένα καλό νέο από τον υπεύθυνο του γραφείου εύρεσης εργασίας. Η τύχη χαμογελά σε κάποιον άνδρα που ονομάζεται Αντόνιο Ρίτσι, ο οποίος επιλέχθηκε από το Δήμο της Ρώμης να εργαστεί ως αφισοκολλητής. Η δουλειά όμως απαιτεί ποδήλατο και ο Ρίτσι δεν έχει πια, το έχει δώσει ενέχυρο. Έτσι, θα πει ψέματα, θα πάρει τη δουλειά και μαζί μια ωραία στολή. Μέχρι αύριο πρέπει να βρει ένα ποδήλατο. Η γυναίκα του έχει τη λύση: δίνει ενέχυρο τα σεντόνια της προίκας της και το ποδήλατο επιστρέφει στην οικογένεια. Πριν ξημερώσει οι ποδηλάτες-αφισοκολλητές ξεχύνονται στους δρόμους. Ανάμεσά τους και ο, ευτυχισμένος ακόμα, Ρίτσι. Την ώρα όμως που ανεβασμένος στη σκάλα του κολλά μια αφίσα που διαφημίζει την τελευταία ταινία της Ρίτα Χέιγουορθ, κάποιοι του κλέβουν το ποδήλατο...

 Η ταινία, στην οποία πρωταγωνιστούν ερασιτέχνες ηθοποιοί, περιέχει και ορισμένες πανέμορφες σκηνές: Η μνημειώδης σεκάνς με το γεύμα πατέρα - υιού για παράδειγμα μέσα στην απλότητα της, σου μένει χαραγμένη στη μνήμη για πολύ καιρό.. Και βέβαια η τελευταία σεκάνς του έργου, πανέμορφη, συγκινητική, όπου ο Ρίτσι μέσα στην απόγνωση του και χωρίς να είναι κλέφτης, αρπάζει ένα ποδήλατο ανάμεσα στα εκατοντάδες που βρίσκονται στην πλατεία και προσπαθεί να ξεφύγει από το πλήθος που τον κυνηγάει. Δεν τα καταφέρνει όμως, το αγριεμένο πλήθος τον πιάνει, ο ιδιοκτήτης όμως που παρακολουθεί θα λυπηθεί τον Ρίτσι και θα τον αφήσει να φύγει. Τότε ο ήρωας μας, θα αγκαλιάσει το γιο του για να χαθεί μέσα στο πλήθος και να γίνει και πάλι ένας από δαύτους...




Ένα εντυπωσιακό, αν μη τι άλλο στοιχείο, άγνωστο σε αρκετό κόσμο:
Ο όρος "ιταλικός νεορεαλιστικός κινηματογράφος" ακούστηκε πρώτη φορά το 1942 μέσα στο Πειραματικό Κέντρο, τη σχολή κινηματογράφου που είχε ιδρύσει το φασιστικό κράτος του Μουσολίνι. Ο σκοπός του καθεστώτος ήταν να πλαισιώσει την προπαγανδιστική μηχανή με νέους κινηματογραφιστές, πιστούς στα φασιστικά ιδεώδη, οι οποίοι θα καταδείκνυαν την "ευτυχισμένη" ζωή του Ιταλού προλετάριου. To αποτέλεσμα όμως ήταν τελείως διαφορετικό. 
Ευτυχώς!


Μια κλασική ταινία - σταθμός στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου και μία από τις αγαπημένες ταινίες του γράφοντος.


Βαθμολογία: 10/10

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Brief Encounter, David Lean, 1945


Brief Encounter (Σύντομη Συνάντηση): Ο μεγαλύτερος Άγγλος σκηνοθέτης, Ντέιβιντ Λιν και εις εκ των σπουδαιότερων στην ιστορία του κινηματογράφου (Lawrence of Arabia, Doctor Zhivago, The Bridge of the River Kwai, Oliver Twist) υπογράφει αυτό εδώ το ερωτικό μελόδραμα, που αφηγείται με πολύ όμορφο τρόπο μία πλατωνική σχέση και έναν απριόρι καταδικασμένο έρωτα.

 Η υπόθεση της ταινίας:
Η Laura (Celia Johnson) μια γυναίκα που ασφυκτιά πίσω από το προσωπείο της συζύγου και μητέρας επιζητά την ευτυχία στα απλά καθημερινά πράγματα και προσπαθεί να γεμίσει σχεδόν ανόητα το ελεύθερο χρόνο της. Ο Alec Harve (Trevor Howard) είναι γιατρός, σύζυγος και πατέρας, ζει μια καθημερινή ρουτίνα, αφήνοντας τον ημερήσιο του χρόνο να εξαντλείται κυρίως στο χώρο εργασίας, προσπερνώντας τις απολαύσεις της ζωής. Τυχαία θα συναντηθούν και εκεί θα ερωτευτούν. Τα τρένα έρχονται και φεύγουν, και αυτά θα καθορίσουν την διάρκεια της ερωτικής του συνάντησης.

Πολύ δυνατή σκηνοθεσία από τον Lean, έξοχη η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Robert Krasker, ακουστικό "ποίημα" το κονσέρτο για πιάνο νο. 2 του Rachmaninov, ευχάριστες μελωδίες τα σφυρίγματα του τρένου, πολύ δυναμικές και εκφραστικές ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές.

Οι Σινεφίλ και λάτρεις του κλασικού Σινεμά θα το λατρέψουν, ενώ όσο κι αν το ρομάντζο αυτό του Lean σε πολλούς νέους σήμερα φανεί παλιομοδίτικο, γλυκανάλατο και ξεπερασμένο, εντούτοις παραμένει ένα όμορφο, ρομαντικό, συγκινητικό φιλμ που συνδυάζει τον ευρηματικό διάλογο με τον έντονο αισθησιασμό, δίχως να προβάλεται η παραμικρή ερωτική σκηνή, ούτε καν ένα φιλί!


Κάποια ενδιαφέροντα tips για την ταινία:

Το κινηματογραφικό σενάριο βασίζεται σε ένα μονόπρακτο του Noel Coward με τον τίτλο Still Life που πρωτοανέβηκε το 1935. Η ταινία γυρίστηκε στην διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Για τον λόγο αυτό επιλέχτηκε ο σταθμός Κάνφορθ, επειδή ήταν αρκετά μακριά από το νοτιοανατολικό σημείο της Αγγλίας ώστε να μπορεί να λαμβάνει έγκαιρη ειδοποίηση για την περίπτωση αεροπορικής επιδρομής και έτσι να υπάρχει χρόνος να διακοπεί η παροχή ρεύματος για τη υπακοή στους, εν καιρώ πολέμου, περιορισμούς συσκότισης. Στην αρχική προβολή, η ταινία απαγορεύθηκε από την λογοκρισία στην Ιρλανδία λόγω του ότι παρουσίαζε έναν μοιχό με συμπονετική διάθεση.
Το 1947 η ταινία ήταν υποψήφια για 3 Όσκαρ, ενώ είχε κερδίσει το 1946 το Μέγα Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών και η Σίλια Τζόνσον το Α' Βραβείο Γυναικείου ρόλου από την Αμερικανική Ένωση Κριτικών.
Το 1999 η ταινία κατέλαβε την 2η θέση στην λίστα με τις 100 καλύτερες Βρετανικές ταινίες από το Βρετανικό Ιντιτούτο.

Μεγάλος σκηνοθέτης ο David Leanκλασικό και όμορφο φιλμ το Brief Encounter, δικαίως συγκαταλέγεται συχνά μέσα στις καλύτερες ταινίες τόσο της Μεγάλης Βρετανίας, όσο και γενικά στην ιστορία του κινηματογράφου. 


 Βαθμολογία: 8,5/10

Rocco E I Suoi Fratelli, Luchino Visconti, 1960



"Ο Ρόκο και τ΄ αδέρφια του" είναι ο ελληνικός τίτλος αυτού του ασπρόμαυρου μελοδράματος του Λουκίνο Βισκόντι και του 1960, με το οποίο ο μεγάλος Ιταλός σκηνοθέτης ολοκληρώνει την νεορεαλιστική του περίοδο. Είχαν προηγηθεί δύο ταινίες πολύ νωρίτερα: το «Οssesione» του 1942 και το «La Terra Trema» του 1948.

 Υπόθεση:
 Η χήρα Ροσάρια μετακομίζει στο Μιλάνο από το χωριό της, με τους 4 γιους της. Ο πέμπτος της γιος ο Βινσέντζο ζει ήδη στο Μιλάνο. Στην αρχή η οικογένεια έχει πολλά προβλήματα, αλλά στο τέλος καταφέρνουν να τακτοποιηθούν και θα βρεθεί μια δουλειά για τον καθένα. Ο Σιμόν παίζει μποξ, ο Ρόκο δουλεύει σε στεγνοκαθαριστήριο και ο Τσίρο πηγαίνει σχολείο.Ο Σιμόν, θα συναντηθεί με τη Νάντια, μια νεαρή πόρνη, με την οποία θα αναπτύξει ένα φλογερό ειδύλλιο. Μετά από λίγο καιρό όμως, ο Ρόκκο, αφού τελειώσει το στρατιωτικό, θα πέσει στα δίχτυα της, και θα αναπτύξει κι αυτός μια σχέση μαζί της.Η πίκρα και η ζήλια θα ανάψει τις φλόγες της ανάμεσα στα δύο αδέλφια και οι αψιμαχίες θα τους οδηγήσουν πολύ μακριά, τόσο μακριά, όσο ένας φόνος...


Πρόκειται για ένα μεταρεαλιστικό κοινωνικό και οικογενειακό έπος, εμπλουτισμένο με στοιχεία ελληνικής τραγωδίας. Η ιστορία ξετυλίγεται σε 5 μέρη -όσα είναι και τα παιδιά της οικογένειας- και βλέπουμε τις απεγνωσμένες προσπάθειες των πέντε νεαρών να εξελιχθούν κοινωνικά, ξεκινώντας από το να βρουν δουλειά. Επικεντρώνεται όμως στη σχέση των δύο εκ των πέντε αδερφών, του Ρόκο με τον Σιμόνε και τη ρίξη που θα επέλθει μεταξύ τους, όταν ο Ρόκο συνάψει σχέση με την πόρνη που λίγο καιρό πριν τα είχε με τον Σιμόνε.
Ο Αλέν Ντελόν υποδύεται το Ρόκο, τον "φύλακα άγγελο (επί γης) της οικογένειας", όπως ακριβώς τον θέλει ο Βισκόντι, στον καλύτερο ίσως ρόλο της καριέρας του, ενώ η Κατίνα Παξινού στο ρόλο της σπαρακτικής μάνας... διδάσκει υποκριτική. Αλήθεια, τι σπουδαία ηθοποιός! Αλλά και ο Σπύρος Φωκάς (υποδύεται τον Βιτσέντζο, το μεγαλύτερο γιο) συμπληρώνει το ελληνικό καστ με μία πολύ καλή ερμηνεία.
Το σενάριο είναι εκπληκτικό με την γραμμική αφήγηση, υπάρχουν πολλοί και ενδιαφέροντες χαρακτήρες, όπως υπάρχουν και πολλές οικογενειακές εντάσεις και συγκρούσεις που δεν αφήνουν αμμέτοχο το θεατή. Μια ταινία που θεωρείται κλασική από την εποχή της και υπερκλασική σήμερα! Η μεγάλη διάρκεια της ταινίας (177΄) όχι μόνο δεν κουράζει καθόλου, αλλά βοηθάει στο να ξετυλιχτεί πιο άρτια το κουβάρι των σχέσεων της οικογένειας, βάζοντας ο Βισκόντι -ακόμη και- το μέσο θεατή να συμμετέχει στο μελόδραμα του!

Ένα ασπρόμαυρο, λυρικό αριστούργημα.

Βαθμολογία: 9,5/10

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

Il Comformista, Bernardo Bertolucci, 1970



Ο Bernardo Bertolucci ανήκει στους μεγάλους του Ιταλικού -και όχι μόνο- σινεμά.  Ο Κομφορμίστας μέσα στα σπουδαιότερα πολιτικά φιλμ όλων των εποχών (στην ίδια κατηγορία θα έβαζα και το "Ζ" του "δικού μας" Costa-Gavra) και οπωσδήποτε μέσα στις καλύτερες Ιταλικές ταινίες ever.


 Υπόθεση: Ρώμη, δύο χρόνια πριν το ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Μαρσέλο (Ζαν-Λουί Τρεντινιάν) ζει μια απόλυτα συμβατική ζωή. Δουλεύει για το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι, είναι παντρεμένος με μία μικροαστή αλλά κοινωνικά αποδεκτή γυναίκα και πηγαίνει στην εκκλησία σε τακτά διαστήματα. Ο Μαρσέλο θα βρεθεί όμως αντιμέτωπος με τις ... συνέπειες των πράξεών του όταν θα του ζητήσει το αφεντικό του να σκοτώσει έναν πρώην καθηγητή του.

 Ο μόλις 30 ετών Μπερτολούτσι αποτυπώνει στην οθόνη τα μαθήματα που πήρε από τους μεγάλους σκηνοθέτες της χώρας του (Φελίνι, Παζολίνι, Αντονιόνι, Ντε Σίκα) και το αποτέλεσμα είναι άκρως εντυπωσιακό. Έχοντας κάποια μεγάλα ατού στα χέρια του, το μυθιστόρημα του Alberto Moravia από το οποίο ο Μπερτολούτσι διασκευάζει το σενάριο, τον έξοχο και ανώτερο οποιουδήποτε κριτικού "θαυμασμού" Jean-Luis Trintignant, την τότε κούκλα Stefania Sandrelli και τον σημαντικότερο διευθυντή φωτογραφίας του 20ου αιώνα, τον Vittorio Storaro, αλλά και με την ιμπρεσιονιστική του ματιά (που από τότε δεν αποχωρίστηκε ποτέ!) ο Μπερτολούτσι καταφέρνει να φτιάξει ένα επικών διαστάσεων αριστούργημα!

Μία σπουδή πάνω στον άνθρωπο, τις ηθικές αξίες, τις σχέσεις του φασισμού με την καταπιεσμένη σεξουαλικότητα,  και τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που τον περιβάλουν και μια βαθιά πολιτική ταινία - καταγγελία προς τους συμπατριώτες του Ιταλούς που δέχονται αδιαμαρτύρητα χωρίς αντίδραση τα όσα συμβαίνουν στη χώρα τους. Μιλάμε για την υπό φασισμό Ιταλία περί τα 1.930.
 Ο ήρωας του Μπερτολούτσι θέλει και προσπαθεί απεγνωσμένα να ακολουθήσει μια φυσιολογική ζωή. Αλλά δεν μπορεί. Δεν ξέρει πως και τί να κάνει.. Πιστεύει ότι το φυσιολογικό είναι η υποταγή, ο συμβιβασμός, ο κομφορμισμός.. Δεν διακατέχεται από κάποια ιδεολογία και δεν ξέρει με βάση ποιον άξονα να κινηθεί.. Οι φασιστικές αντιλήψεις και ιδέες που τον περιτριγυρίζουν (αυτόν και την ίδια την κοινωνία όπου ζει), τον ακολουθούν σε κάθε τι (παντρεύεται μια γυναίκα γιατί έτσι πρέπει, αλλά ποθεί τη νεότερη σύζυγο του πρώην καθηγητή του, που το φασιστικό κόμμα του έχει υποδείξει να δολοφονήσει στο Παρίσι και μάλιστα κατά τη διάρκεια του μήνα του μέλιτος!).
Σε μία χαρακτηριστική σεκάνς, η Dominique Sanda, θα αποκαλέσει τον Τρεντινιάν, σκουλήκι. Ο ίδιος ο Μπερτολούτσι όμως είναι που αποκαλεί "σκουλήκι" τον θεατή.
Στην περιπλάνηση του ήρωα, πανέμορφες εικόνες μας συντροφεύουν, ντυμένες με μία καταπληκτική, δαιδαλώδη αφήγηση.  Στο υγρό μπλε το φακού, απεικονίζεται η σαπίλα της πόλης, η αποσάθρωση του ανθρώπου.. Και οι ιλιγγιώδεις ρυθμοί της πλοκής ολοκληρώνουν τη σύνθεση της αριστουργηματικής σκηνοθεσίας του μέγα Μπερνάρντο!
 
Η δε, αποκαλυπτική και εξόχως διδακτική σκηνή του φινάλε, αποτελεί σεκάνς ανθολογίας στην ιστορία του σινεμά.

“O Κομφορμίστας” κέρδισε στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 1970 το Interfilm Award Recommendation καθώς και το ειδικό βραβείο των δημοσιογράφων.

Μοναδικό, αξεπέραστο, διαχρονικό αριστούργημα!
Υποκλίνομαι βαθιά με σεβασμό και απέραντο θαυμασμό.

Βαθμολογία: 10/10!

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Plein Soleil, Rene Clement, 1960


To "Γυμνοί στον ήλιο" είναι ένα Ευρωπαϊκού στιλ "φιλμ νουάρ", που όμως περιστρέφεται γύρω από την πλευρά του... δολοφόνου. Ο Γάλλος σκηνοθέτης Ρενέ Κλεμάν (Rene Clement) μεταφέρει καλύτερα από κάθε άλλον το εξαιρετικό best seller μυθιστόρημα της Patricia Highsmith στον κινηματογράφο (για πρώτη φορά), παρά το γεγονός ότι δεν μένει απόλυτα πιστός σε αυτό, αλλά προχωράει σε ορισμένες αλλαγές. Καταρχήν η Patricia Highsmith θέλει τον αμοραλιστή ήρωα της, Τομ Ρίπλεϊ κρυφά ομοφυλόφιλο. Ο Κλεμάν όμως είχε άλλη άποψη. Στο πρόσωπο του Allain Delon βρίσκει τον ψυχρό αλλά παράλληλα γοητευτικό δολοφόνο που ήθελε για τον ρόλο του Ρίπλεϊ και με την έκτη παρουσία του Ντελόν στη μεγάλη οθόνη τον ανάγει σε θρύλο του cinema, σε ένα ρόλο που του ταιριάζει γάντι και τον κάνει μεμιάς αποδεχτό και αγαπημένο απ΄ το κοινό: σε εκείνον του δολοφόνου με το αγγελικό πρόσωπο!
Μια άλλη διαφορά είναι ότι ο Κλεμάν παίρνει ξεκάθαρα το μέρος του δολοφόνου. Του θύτη δηλαδή και όχι του θύματος. Μας παρουσιάζει το Ντελόν εκτός από γοητευτικό, έναν χαριτωμένο
Επίσης, η Μάρτζι (πολύ καλή στο ρόλο η Marie Laforet) εμφανίζεται στην ταινία σαν αληθινός έρωτας του Φιλίπ Γκρίνλιφ, τη στιγμή που η συγγραφέας την ήθελε εφήμερη σχέση.
Η πιο σημαντική αλλαγή όμως είναι στο φινάλε..., όπου αυτό που μας δείχνει ο σκηνοθέτης είναι ακριβώς το αντίθετο από το τέλος του βιβλίου.

Η υπόθεση της ταινίας: Ο Τομ Ρίπλεϊ, απένταρος τυχοδιώκτης και ταλαντούχος πλαστογράφος, αναλαμβάνει να προσεγγίσει τον Φίλιπ Γκρίνλιφ, έναν πλούσιο και γοητευτικό Αμερικανό playboy που παραθερίζει στην Ιταλία παρέα με την αρραβωνιαστικιά του Μαρτζ, και να τον πείσει να επιστρέψει στην οικογενειακή εστία στο Σαν Φραντσίσκο, καθώς τότε θα λάβει ως αμοιβή $5.000 από τον πατέρα του. Οι δυο νέοι συνάπτουν μια ιδιαίτερη φιλία, στην πορεία ωστόσο ο Τομ αρχίζει να καλοβλέπει την ανέμελη ζωή του Φίλιπ και αποφασίζει να βάλει μπρος το σατανικό του σχέδιο – να τον δολοφονήσει και να πάρει τη θέση του!

Γυρισμένο πριν από 50 χρόνια(!), το καλοκαίρι του 1959 στην Ιταλία, πέρα από ένα αστυνομικό θρίλερ είναι ταυτόχρονα και η καταγραφή μιας εποχής και των κοινωνικών συμπεριφορών που ολοένα χάνονται πια από μια Ευρώπη που δείχνει να αντιδρά στον αμερικάνικο τρόπο ζωής . Και αυτό ακριβώς είναι που σκοτώνει ο ιδιότυπος δολοφόνος, Τομ Ρίπλεϊ. Σκοτώνοντας τον Φιλίπ Γκρίνφλιν ουσιαστικά σκοτώνει τη νέα τάξη του καπιταλισμού που στέκεται εμπόδιο στην προσωπική του (αλλά και γενικά) ελευθερία στο να κάνει τα πράγματα που θέλει.

Ο διευθυντής φωτογραφίας Ανρί Ντεκά μας ξεναγεί στα πανέμορφα τοπία της Ρώμης και της Νάπολης, τα οποία βρίσκουν άξιους ανταγωνιστές τα ημίγυμνα κορμιά των πρωταγωνιστών, και ο μοναδικός Νίνο Ρότα υπογράφει τη μουσική επένδυση!

Μοιραία θα γίνει η σύγκριση ανάμεσα στην ταινία του Clement και εκείνη του προσφάτως εκλιπόντος Antony Minghella με τίτλο "Ο Ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ".
Νομίζω ότι αν και δεν είναι άσχημη, η ταινία του Μινγκέλα υστερεί συγκρίσει με αυτή του Κλεμάν για τον λόγο ότι δεν έχει Αλέν Ντελόν...

Στα αρνητικά της ταινίας θα μπορούσα να βάλω την αρκετά αργή εξέλιξη της. Η πλοκή ξεδιπλώνεται με πραγματικά αργούς ρυθμούς και ίσως σε ορισμένα σημεία να κουράζει τον ανυποψίαστο θεατή. Οι σινεφίλ θα τη λατρέψουν όμως, καθώς το χρώμα της δεν έχει ξεθωριάσει στο ελάχιστο παρά τα 50 χρόνια που τη "βαραίνουν". Σε όσους δεν έχουν δει την ταινία θα πρότεινα να τη δουν και όχι για αποκλειστικά ιστορικούς-κινηματογραφικούς λόγους. Είναι πράγματι ένα σπουδαίο φιλμ.
Τώρα σε σχέση με τον "Ταλαντούχο κύριο Ρίπλεϊ", το "Γυμνοί στον ήλιο" είναι σίγουρα προτιμότερο και προτεινόμενο. Αλλά υπάρχει και μία εκπληκτική Γερμανική(!) διασκευή του βιβλίου της Πατρίσια Χάισμιθμ, σκηνοθετημένη από τον Βίμ Βέντερς με τίτλο "Ένας Αμερικανός φίλος". Πάρα πολύ δυνατό φιλμ.
Σε κάθε περίπτωση πάντως τα βιβλία της Χάισμιθ (5 συνολικά) που δηλώνουν μέσα από μία σειρά ετών τη λατρεία της συγγραφέως με τον ήρωά της είναι πανέμορφα αστυνομικά μυθυστορήματα που οι λάτρεις του είδους θα βρουν συναρπαστικά!

Βαθμολογία: 6,5/10

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

La Grand Bleu, Luc Besson, 1988



Έτυχε να ξαναδώ πρόσφατα και να θυμηθώ αυτό το διαμαντάκι από την Γαλλία της δεκαετίας του ΄80 και τον Luc Besson, με τον ελληνικό τίτλο "Απέραντο Γαλάζιο" και θέμα την γεμάτη ομορφιές, αλλά και κινδύνους θάλασσα.
Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό ταξίδι σε πολλά μέρη του κόσμου, ανάμεσά τους και ορισμένες Ελληνικές θάλασσες (στην Αμοργό συγκεκριμένα αλλά και στο Μαγγανάρι της Ίου), και έναν ύμνο στην φύση και κατ΄ επέκταση στην απόλυτη ελευθερία.
20 χρόνια μετά και παρά τη μεγάλη διάρκεια (168 λεπτά από τα οποία τα 30 είναι extra από την κινηματογραφική προβολή!), πιστέψτε με δεν κουράζει καθόλου, αφού το μαγευτικό αυτό ταξίδι σε συνεπαίρνει.

Η υπόθεση: 
Ο Ζακ (Jean-Marc Barr) και ο Ένζο (Jean Reno) γνωρίζονται από παιδιά. Το πάθος που τους ενώνει είναι η ελεύθερη κατάδυση: το πιο επικίνδυνο και έντονο άθλημα στον κόσμο. Καθώς μεγαλώνουν, χάνουν επαφή μεταξύ τους. Πολλά χρόνια αργότερα ο Ένζο είναι πρωταθλητής της ελεύθερης κατάδυσης και ο Ζακ βρίσκεται στις Ανδεις, όπου βουτά κάτω από τους πάγους. Ο Ένζο καλεί τον Ζακ σε μια μεγάλη διεκδίκηση του τίτλου. Τα ανθρώπινα όρια δοκιμάζονται και αλλάζουν καθώς οι αντίπαλοι βυθίζονται στη θαλάσσια άβυσσο...

 Ο Ζαν Ρενό σε μεγάλα κέφια αλλά και οπλισμένος με πηγιαίο χιούμορ κυνηγάει ασταμάτητα τη δόξα στο χώρο των καταδύσεων. Είναι ο ανίκητος παγκόσμιος Πρωταθλητής, αλλά δεν του αρκεί. Θέλει κι άλλα. Θέλει να σπάσει όλα τα ρεκόρ. Θέλει να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. Θέλει να αντιμετωπίσει τον παιδικό του φίλο, Ζακ, στον οποίο συμπεριφέρεται υπερπροστατευτικά, εξαιτίας του μητρικού ενστίκτου που τον κυριεύει.
Απ΄την άλλη ο Ζαν Μαρκ Μπαρ, το μεγάλο "παιδί" με το βαριά τραυματισμένο παρελθόν, αφού στην αρχή της ταινίας, μπροστά στα μάτια του ο πατέρας του χάνεται στο βάθος της θάλασσας.. Εκεί, στη θάλασσα ψάχνει μεγαλώνοντας τον πατέρα του, εκεί στη θάλασσα θα βρει τη νέα του οικογένεια, τα δελφίνια. Εκεί θα αποφασίσει τελικά ότι ανήκει και στο τέλος θα ακολουθήσει την "οικογένειά του" στο απέραντο γαλάζιο...Στη διαδρομή του, θα δεχτεί την πρόσκληση - πρόκληση του φίλου του Ένζο, θα λάβει μέρος στο παγκόσμιο πρωτάθλημα και θα σπάσει το ένα ρεκόρ πίσω από το άλλο. Θα ερωτευθεί την Rosanna Arquette αλλά ούτε ο έρωτας του προς αυτήν, ούτε και η είδηση από την αγαπημένη του ότι θα γεννήσει το παιδί τους φαίνεται πως αρκούν, πως είανι ικανά για να τον κρατήσουν κοντά τους. Κανένα συναίσθημα, τίποτα απολύτως δεν τον κρατάει στο κόσμο των ανθρώπων. Το ενδεχόμενο του να μείνει σε αυτόν τον κόσμο αποχωριζόμενος για πάντα την αληθινή του οικογένεια τον τρομάζει. Τον τρελαίνει... Σε βαθμό που να πάρει -εύκολα μάλλον- την απόφαση να εγκαταλείψει τα εγκόσμια. Και να οδεύσει προς το δικό του, αγαπημένο και μοναδικό απέραντο γαλάζιο...

Ο Luc Besson ντύνει υπέροχα το ταξίδι αυτό με έναν εκλεπτυσμένο μανδύα πανέμορφων κάδρων ανείπωτης ομορφιάς. Οι εντυπωσιακές εικόνες, οι πανέμορφοι ήχοι, οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών, η συγκινητική ιστορία, το σενάριο και η σκηνοθεσία υπογεγραμμένα από τον Μπεσσόν, κάνουν το "Απέραντο Γαλάζιο" μία από τις καλύτερες Γαλλικές -και όχι μόνο- ταινίες των ΄80s.

Σε όσους αρέσει η θάλασσα θα την λατρέψουν! Οι υπόλοιποι -θέλω να- πιστεύω ότι θα την απολαύσουν. Ίσως ο σκηνοθέτης θα μπορούσε να μην "σπαταλήσει" τόσο χρόνο στις καταδύσεις και στους αγώνες και να περιπλανηθεί περισσότερο στο θαλάσσιο κοσμο.
Όπως και να χει πρόκειται για ένα πανέμορφο φιλμ. Αναζητήστε το!

Βαθμολογία: 7/10

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Los Abrazos Rotos, Pedro Almodovar, 2009


Η πολυδιαφημισμένη νέα ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ με τίτλο "Ραγισμένες Αγκαλιές" και πρωταγωνίστρια την αγαπημένη μούσα του σκηνοθέτη, Penelope Cruz (η 4η ταινία που συνεργάζονται), είναι ένα κλασικό "Αλμοδοβαρικό" φιλμ. Όσο και να διαφωνούν ορισμένοι με αυτή μου την τοποθέτηση, οι "Αγκαλιές" εμπεριέχουν πάμπολλα στοιχεία που περιτριγυρίζουν το Αλμοδοβαρικό σύμπαν.
Πολύ δυνατή η σκηνοθεσία, πανέμορφη η φωτογραφία με τα τοπία των Ισπανικών επαρχιών, ένα έξυπνο σενάριο, ενδιαφέρουσα η αφήγηση, ομοίως και η ταινία μέσα στην ταινία, ωραία κοντινά πλάνα, καλές ερμηνείες, διάχυτες αυτοαναφορές, και κάποιες σινεφιλικές αναφορές, ενώ έχει και ορισμένες αστείες στιγμές. Η Πενέλοπε Κρουζ είναι απλά καλή. Προσωπικά ποτέ δεν μου άρεσε αν και θα πρέπει αν ομολογήσω ότι στα χέρια του Πέδρο μεταμορφώνεται και λάμπει!
Περισσότερο μου άρεσαν ερμηνευτικά οι Lluís Homar στο ρόλο του ξεπεσμένου σκηνοθέτη που αγαπά το σινεμά όσο και τον ίδιο τον έρωτα και Blanca Portillo ως η -καταδικασμένη στο ρόλο της φίλης- ερωτευμένη γυναίκα.

Στο σύνολό της λοιπόν είναι μία ταινία, στο κλασικό στιλ του Αλμοδόβαρ, δεν είναι σε καμία περίπτωση αριστούργημα, έχει κάποιες επαναλήψεις και εμμονές από τον Ισπανό σκηνοθέτη, ενώ απουσιάζει αισθητά μια ανατροπή στο τέλος, μία "έκρηξη". Εν τέλει είναι μία ταινία που δεν απογοητεύει τους fans του Αλμοδόβαρ, αλλά ούτε και τους "ουδέτερους" στους οποίους προσφέρει 2 ευχάριστες ώρες διασκέδασης.

Η Υπόθεση με δυο λόγια:
Ένας μεσήλικας σκηνοθέτης χάνει το φως του. Χάνει τον μεγάλο του έρωτα. Χάνει την καριέρα του. Κοιτώντας πίσω αφηγείται το παρελθόν, ως ύστατη προσπάθεια να μη χάσει το τώρα..

Ένας Αλμοδοβαρικός κόσμος είναι πάντα ενδιαφέρον κόσμος. Απλή, όμορφη ταινία.

Βαθμολογία: 6,5/10

Antichrist, Lars von Trier, 2009


Οκ, ας κάνουμε αρχή σε αυτόν τον νέο διαδικτυακό τόπο με μία ταινία που έχει παρακολουθηθεί πάρα πολύ, ήδη συζητήθηκε αρκετά, ερμηνεύτηκε ποικιλοτρόπως, ενώ σίγουρα για πολύ καιρό ακόμη θα απασχολεί κριτικούς, κοινό, εταιρίες διανομής και ένα σωρό από κόσμο, σχετικό με τον κινηματογράφο ή όχι, συμπαθή απέναντι στον ιδιόρρυθμο σκηνοθέτη και το έργο του, ή πολέμιό του.
Τον "Αντίχριστο" του Λαρς φον Τρίερ.
Τόσος ντόρος λοιπόν για οτιδήποτε δεν γίνεται ποτέ άσκοπα, και οποσδήποτε όταν μιλάμε για έργα τέχνης, ο κάθε παραγωγός τους ηδονίζεται όταν ένα νέο έργο του προκαλεί, ενοχλεί και θορυβεί την κοινή γνώμη. Για να επανέλθω στην περίπτωση του Τρίερ, ο Δανός έστησε ολόκληρη φιέστα στις Κάννες, με τη συνέντευξή του, τις λοιπές εκδηλώσεις πριν και μετά από αυτή και την περίφημη πια στιγμή όπου έχρισε εαυτόν "καλύτερο σκηνοθέτη του κόσμου"!
Σπάει πλάκα ο Δανός και εμείς αναρωτιόμαστε αν μας δουλεύει ομαδικώς ή αν όντως πρόκειται για μια μεγάλη ιδιοφυία στα όρια της τρέλας.

Η υπόθεση του "Αντίχριστου" γνωστή:
Ένα ζευγάρι αποφασίζει να καταφύγει στη δική του Εδέμ, τη γη της επαγγελίας , που είναι μια καλύβα απομονωμένη στο κέντρο ενός δάσους. Εκεί Αυτός κι Αυτή (οι πρωταγωνιστές δεν έχουν ονόματα, μία ακόμη έμπνευση του Δανού) προσπαθούν να ξαναχτίσουν την κατεστραμμένη τους σχέση και να επισκευάσουν τις ραγισμένες καρδιές τους. Όμως η Φύση αποφασίζει να τους δώσει τα δικά της μαθήματα κι έτσι τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο...

Κινηματογραφικά, πρόκειται για σπουδαία ταινία.
Η σκηνοθεσία είναι καταπληκτική και ειδικά η εναρκτήρια σεκάνς (ο Πρόλογος) ονειρεμένη: σε ασπρόμαυρο φόντο και slow motion, το ζευγάρι κάνει έρωτα μέσα στη μπανιέρα υπό τους ήχους της άριας Lascia ch'io pianga από την όπερα Rinaldo του Χέντελ, για να συνεχίσουν να ερωτοτροπούν στο υπνοδωμάτιο όπου και θα τους κοιτάξει το μωρό τους λίγο πριν ανοίξει το παράθυρο και χαζεύοντας τις νιφάδες του χιονιού, πέσει και σκάσει κάτω στο στρωμένο χιόνι με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα.

Οι εικόνες (μέγας εικονοκλάστης ο Τρίερ!) είναι πανέμορφες, η φωτογραφία του Anthony Dod Mantle εξίσου ωραία, οι κρυμμένοι συμβολισμοί αναδεικνύουν κι άλλο το μεγαλείο της Φύσης αλλά και της Ψυχής των ηρώων, ενώ το μοναδικό μελανό κατ΄ εμέ σημείο είναι οι ηθοποιοί. Από πολλούς εκθειάστηκαν οι πρωταγωνιστές Willem Dafoe και Charlotte Gainsbourg, ενώ η δεύτερη βραβεύτηκε για την ερμηνεία της. Εμένα πάλι οι ερμηνείες με άφησαν αδιάφορο, για να μην χαρακτηρίσω τραβηγμένη ή και ακόμη κακή εκείνη της Γκέινσμπουργκ. Ο Νταφό "έπαιζε" πιο νορμάλ.


Πίσω πάλι στην ανάλυση της ταινίας. Μετά το τραγικό συμβάν και το θάνατο του μωρού Αυτή πέφτει σε βαριά κατάθλιψη, νοιώθοντας παράλληλα κι ενοχές, κι Αυτός, ως ψυχοθεραπευτής που είναι, προσπαθεί ο ίδιος, χωρίς τη χρήση φαρμάκων, να την θεραπεύσει. Από κει και πέρα ο Τρίερ ξετυλίγει το κουβάρει του φόβου. Αυτό το αρχέγονο ανθρώπινο ένστικτο που οδηγεί στα πιο σκοτεινά και απαισιόδοξα μονοπάτια της ανθρώπινης ψυχής. Και ο Δανός καταπιάνεται με ένα σωρό ζητήματα: τη θρησκεία, τη φύση, τη σχέση αυτών των δύο  και εν τέλει την ανθρώπινη λογική.
Χωρίζει την ταινία στα ακόλουθα μέρη: Κεφάλαιο πρώτο: Θλίψη. Δεύτερο: Πόνος (Το Χάος Βασιλεύει). Τρίτο: Απόγνωση. Τέταρτο: Οι Τρεις Ζητιάνοι. Μέσα από αυτά τα κεφάλαια μας μεταφέρει όλα εκείνα που θέλει, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στον ψυχικό κόσμου του ανδρός και της γυναίκας.
Και φυσικά είναι μισογύνης ο Τρίερ. Πολύ απλά γιατί στον Γουίλιαμ Νταφό (άνδρας) εντοπίζει τον ορθολογισμό και τον επιστημονικό σκεπτικισμό. Αντίθετα στην Γκέινσμπουργκ (γυναίκα) εντοπίζει την κατάθλιψη και τις ενοχές που πλυμμηρίζουν τη συνείδησή της με το ατυχές συμβάν. Συμβολική και η σεκάνς με την αλεπού (γυναίκα) να τρώει τα σπλάχνα της. Όπως και η Φύση. "Η φύση είναι η εκκλησία του Σατανά". Η "αδύναμη γυναίκα" δεν μπορεί να κουμαντάρει τον εαυτό της. Και έτσι επαφύεται στην φροντίδα της φύσης. Η φύση είναι γένους θηλυκού, όπως και η ενοχή, η θλίψη, η απόγνωση που βιώνει η ηρωίδα του Τρίερ. Και που τελικά όλα οδηγούν στο ΧΑΟΣ.
Για να φτάσουμε στον επίλογο (και πάλι σε ασπρόμαυρο φόντο όπως ο πρόλογος)  όπου από τη μία δείχνει την κατάρριψη της ανθρώπινης λογικής και από την άλλη ρίχνει την υπαιτιότητα για αυτό στο γυναικείο φύλο. Φαίνεται δηλαδή πως την καθιστά υπεύθυνη για τα δεινά του κόσμου.  Καθαρός μισογυνισμός του Δανού, όπου οι όποιες αμφισβητήσεις δηλώνονται εξαρχής καταρρίπτονται με το φινάλε.

Τις περιβόητες σοκαριστικές σκηνές δεν τις σχολίασα...
Προσωπικά με ενόχλησαν και δεν μπορώ να τις δεχτώ στο όνομα ενός "μοντέρνου" σινεμά ή σε μια γενική εντύπωση ότι σε έναν μεγάλο και εκκεντρικό σκηνοθέτη επιτρέπονται τα πάντα..
Εξαιτίας αυτών των σκηνών άλλωστε πολύς κόσμος μίσησε την ταινία, ενώ κάποιοι προσπάθησαν να τις αγνοήσουν και να ψάξουν για την ουσία του φιλμ, ή κάποιοι άλλοι τις βρήκαν συμβολικές, πρωτοποριακές..
Η ουσία πιστεύω, σε ότι από τα παραπάνω αν πιστεύεις, είναι πως οι συγκεκριμένες σοκαριστικές σκηνές ήταν ανούσιες. Θα μπορούσε στην "πρόκληση για την πρόκληση" ο Τρίερ να σοκάρει με άλλους τρόπους, λιγότερο αηδιαστικούς και πραγματικά σκληρούς, όχι όμως "μεσαιωνικά" χυδαίους.

Όσο για το ποιός τελικά είναι ο Αντίχριστος;
Μα ο ίδιος ο Τρίερ φυσικά!

Συνοπτικά, πρόκειται για μία όμορφη, άρτια σκηνοθετημένη, με διάχυτους συμβολισμούς ταινία που θα βαθμολογούταν πολύ ψηλά αν... έμενε σε αυτά. Κάτι που δεν κάνει ο Δανός, παρά τα χαλάει με την εμμονή του στο να σοκάρει χωρίς αιτία και με το μυσιγυνισμό που προβάλει και στον οποίο αναφέρθηκα παραπάνω.
Ο Τρίερ νομίζει εν τέλει ότι δημιουργεί ένα κομψοτεχνικά βίαιο, ηθελημένα σοκαριστικό, διεστραμμένο αριστούργημα πλούσιο σε νοήμματα και συμβολισμούς..
Εγώ πάλι, δεν μπορώ να τοποθετήσω τον "Αντίχριστο" ανάμεσα στις σπουδαίες δημιουργίες του μεγαλύτερου σκηνοθέτη της γεννιάς του (και όχι του κόσμου κύριε Τρίερ): Europa, Dogville, Breaking the waves.


Εδώ είναι η εξομολογητική προσέγγιση του σκηνοθέτη για τον "Αντίχριστο":
Πριν από περίπου δύο χρόνια, υπέφερα από κατάθλιψη. Ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία για μένα. Τα πάντα, χωρίς καμία εξαίρεση, μου φαίνονταν άνευ σημασίας και αξίας. Δεν μπορούσα να δουλέψω.
Έξι μήνες αργότερα, σαν άσκηση απλώς, έγραψα ένα σενάριο. Ήταν ένα είδος θεραπείας, αλλά και συγχρόνως μια αναζήτηση, ένα πείραμα για να δω αν θα μπορούσα να γυρίσω ποτέ ξανά κάποια ταινία. Το σενάριο τέλειωσε και γυρίστηκε χωρίς μεγάλο ενθουσιασμό, όπως ήταν, κι αξιοποιώντας ούτε το μισό από τις σωματικές αλλά και τις πνευματικές μου δυνατότητες. Η δουλειά στο σενάριο δεν έγινε σύμφωνα με το συνήθη τρόπο δουλειάς μου. Σκηνές προσθέτονταν χωρίς λόγο. Εικόνες συνθέτονταν χωρίς να ακολουθείται κάποια λογική ή κάποιου είδους κινηματογραφική σκέψη. Συχνά προέρχονταν από όνειρα που έβλεπα εκείνη την εποχή, ή από όνειρα που είχα δει παλιότερα στη διάρκεια της ζωής μου. Για μια ακόμη φορά, το θέμα ήταν η «Φύση», αλλά με ένα τρόπο διαφορετικό, περισσότερο ευθύ απ’ ό, τι παλιά. Με έναν τρόπο πιο προσωπικό.
Το φιλμ δεν περιέχει κάποιο συγκεκριμένο κώδικα ηθικής, και στη θέση της πλοκής έχει μονάχα αυτά που κάποιοι θα αποκαλούσαν τα «απολύτως απαραίτητα».
Διάβαζα Στρίντμπεργκ όταν ήμουν νέος. Διάβαζα με ενθουσιασμό τα όσα έγραφε πριν πάει στο Παρίσι για να γίνει αλχημιστής και αυτά που έγραψε όσο διέμενε εκεί ..την περίοδο που αργότερα αποκλήθηκε «κρίση της κολάσεώς» του (inferno crisis) - ήταν άραγε ο «Αντίχριστος» η δική μου Κρίση της Κολάσεως; Η συγγένειά μου με τον Στρίντμπεργκ;
Σε κάθε περίπτωση δεν μπορώ να σας προσφέρω καμιά δικαιολογία για τον «Αντίχριστο». Τίποτε άλλο εκτός από την απόλυτη πίστη μου στο φιλμ - το σημαντικότερο φιλμ σε ολόκληρη την καριέρα μου!
Λαρς Φον Τρίερ, Κοπεγχάγη, 25/03/2009.





Βαθμολογία: 5,5/10